Αλλαγή φρουράς

Η σφυγμομέτρηση της ημέρας – Απορίες της Popaganda (22.10.2013)

«Τι λέτε κι εσείς, Ρογήρε, θα συνεχίσει ο κύριος Ζαν Κλοντ Γιουνκέρ την θητεία του ως πρωθυπουργός του Λουξεμβούργου

Ρ: «Το ερώτημα όσον αφορά τις προχθεσινές βουλευτικές εκλογές στο Λουξεμβούργο ήταν διττό. Αφενός, θα συνέχιζε να είναι πρωθυπουργός ο Ζαν-Κλωντ Γιουνκέρ, ο οποίος κατέχει το αξίωμα αυτό από το 1995, και θα παρέμενε στην εξουσία το κόμμα του, το CSV (Λαϊκό Χριστιανοσοσιαλιστικό Κόμμα), το οποίο μετείχε σχεδόν σε όλες τις μεταπολεμικές κυβερνήσεις, πάντα ως πρώτο κόμμα; Αφετέρου, θα σηματοδοτούσε η αναμέτρηση αυτή μεταστροφή της πολιτικής του Μεγάλου Δουκάτου προς πιο φιλελεύθερη ή νεοφιλελεύθερη κατεύθυνση;

Ως προς το δεύτερο σκέλος του ερωτήματος μπορούμε ήδη να δώσουμε καταφατική απάντηση, επισημαίνοντας πάντως ότι η μεταστροφή αυτή θα είναι όλως μετριοπαθής. Το Λουξεμβούργο έχει μακρά παράδοση ως προς το κράτος κοινωνικής πρόνοιας ώστε να την απεμπολήσει τόσο εύκολα. Όσον αφορά, όμως, το πρώτο σκέλος, θα πρέπει να περιμένουμε τις διεργασίες και διαπραγματεύσεις για τον σχηματισμό κυβέρνησης. Το CSV, ένα κεντροδεξιό χριστιανοδημοκρατικό κόμμα κλασσικής κοπής εξακολουθεί να είναι με διαφορά η μεγαλύτερη πολιτική δύναμη της χώρας. Υπέστη, όμως, απώλειες, χάνοντας 3 έδρες και περισσότερες από 4 ποσοστιαίες μονάδες σε σχέση με τις εκλογές του 2009 (23 και 33,68 % έναντι 26 εδρών και 38,04 μονάδων, αντιστοίχως). Οι σοσιαλδημοκράτες του LSAP, οι οποίοι προκάλεσαν τις πρόωρες εκλογές αποχωρώντας από την κυβέρνηση συνασπισμού με το CSV, έμειναν στάσιμοι στις 13 έδρες (με μικρές απώλειες του ύψους του 1,28 %). Μεγάλοι κερδισμένοι της αναμέτρησης υπήρξαν οι φιλελεύθεροι του Δημοκρατικού Κόμματος (DP) που αύξησαν το ποσοστό τους κατά 3 και πλέον μονάδες, φθάνοντας το 18,25 %, και απέσπασαν 4 έδρες παραπάνω (13). Σε πτώση οι Πράσινοι που έχασαν μια έδρα, πέφτοντας στις 6, όπως και το υπερσυντηρητικό ADR (3 έδρες). Κερδισμένο από τους μικρομεσαίους, το κόμμα της ριζοσπαστικής Αριστεράς (Déi Lénk) που διπλασίασε τις έδρες του (2 από 1), χάνοντας μάλιστα την τελευταία στιγμή μια τρίτη έδρα, κι ανέβασε το ποσοστό του σχεδόν στο 5 %.

Υπό τις παρούσες συνθήκες, οι πιθανότητες είναι δύο. Είτε θα συνεχίσει το κυβερνά το CSV, με πιθανότερο κυβερνητικό εταίρο τους φιλελεύθερους, είτε θα σχηματιστεί ένας παράδοξος τριμερής κυβερνητικός συνασπισμός που θα περιλαμβάνει τους φιλελεύθερους, τους σοσιαλδημοκράτες και τους οικολόγους. Κατά της πρώτης εκδοχής συνηγορούν οι άσχημες εμπειρίες του Γιουνκέρ από την τελευταία φορά που είχε συγκυβερνήσει με το DP (1999-2004) και η προφανής επιθυμία κάποιων Λουξεμβούργιων πολιτικών να δουν τον έως τώρα πρωθυπουργό να αποχωρεί από την εθνική πολιτική σκηνή. Ωστόσο, η δεύτερη εκδοχή αποτελεί επιλογή εξαιρετικά υψηλού κινδύνου: τρία κόμματα συνεννοούνται δυσκολότερα απ΄ ό,τι δύο, πόσο μάλλον όταν τα προγράμματα και οι ιδεολογίες τους εμφανίζουν σημαντικές διαφορές. Προς το παρόν, η μπάλα βρίσκεται στην κατοχή των φιλελεύθερων που πρέπει να ανοίξουν τα χαρτιά τους και να διαλέξουν.

Ανεξαρτήτως, πάντως, των προσεχών εξελίξεων, θα πρέπει οπωσδήποτε να επισημανθεί και η, ασύλληπτη για τον Έλληνα πολίτη, ιδιαιτερότητα της εκλογικής διαδικασίας. Πρόκειται για τη λεγόμενη ανάμειξη της ψήφου (panachage). Καθόσον γνωρίζω, το Λουξεμβούργο είναι το μόνο κράτος που εφαρμόζει το σύστημα αυτό σε βουλευτικές εκλογές. Η χώρα διαιρείται σε 4 εκλογικές περιφέρεις, στις οποίες οι βουλευτές εκλέγονται αναλογικά. Ο εκλογέας δεν ψηφίζει καταρχήν κόμμα, αλλά υποψήφιο. Μπορεί να βάλει τόσους σταυρούς όσες και οι έδρες της περιφέρειάς του. Στην περιφέρεια Κέντρου, όπου και η πρωτεύουσα, έχει π.χ. 21. Μπορεί να σταυρώσει 21 υποψηφίους από όποιον κομματικό σχηματισμό επιθυμεί (suffrage nominatif)! Το καταλαβαίνει κανείς βλέποντας και το ψηφοδέλτιο: δεν είναι ανά κόμμα, αλλά ενιαίο και περιλαμβάνει τόσα φύλλα όσοι και οι συνδυασμοί. Αν αγαπά πολύ κάποιον υποψήφιο, ο εκλογέας μπορεί να τον διπλοσταυρώσει! Θα του απομένουν αντίστοιχα 19 σταυροί. Θεωρητικά, μπορεί να διπλοσταυρώσει 10 υποψηφίους (και να του μείνει κι ένας μονός σταυρός για έναν ενδέκατο)! Υπάρχει και η δυνατότητα να σημειώσει την κεφαλίδα ενός συνδυασμού: τότε θεωρείται ότι εγκρίνει συνολικά τον συνδυασμό, κάθε υποψήφιος του οποίου παίρνει κι από ένα σταυρό (suffrage de liste). Τα κόμματα συνιστούν φυσικά στους ψηφοφόρους να προτιμούν τη λύση της ψήφου στον συνδυασμό συνολικά. Αλλά στην πράξη, οι προτιμήσεις των εκλογέων είναι μάλλον διαφορετικές.

BettelΥΓ: όπως δείχνουν οι τελευταίες εξελίξεις, βαίνουμε τελικά προς τον σχηματισμό τριμερούς κυβερνητικού συνασπισμού (σοσιαλδημοκράτες, φιλελεύθεροι, πράσινοι), με πρωθυπουργό των αρχηγό των φιλελευθέρων και δήμαρχο της Πόλης του Λουξεμβούργου Ξαβιέ Μπεττέλ. Θα βιώσουμε πιθανότατα το παράδοξο να μη μετέχει στην κυβέρνηση το κόμμα που πήρε με διαφορά τις περισσότερες ψήφους και πρωθυπουργός να γίνεται ο αρχηγός του τρίτου σε δυναμικότητα κόμματος!»

[Δημοσιεύθηκε στο Popaganda, στις 22 Οκτωβρίου 2013]

Advertisements

Περί βίας

Η επικινδυνότητα του γενικού αφορισμού

Εκ των πραγμάτων αποδεικνύεται ότι η βία αποτελεί διαχρονικό στοιχείο των ανθρώπινων κοινωνιών, είτε στο εσωτερικό τους είτε στις μεταξύ τους σχέσεις. Είναι επίσης σαφές ότι, γενικά κι αφηρημένα, δεν μπορεί να υπάρξει διάκριση μεταξύ «καλής» και «κακής» βίας. Εξ ορισμού η άσκηση βίας αποτελεί δυσάρεστη και απευκταία κατάσταση.

Η πραγματικότητα, εντούτοις, είναι πολύ πιο σύνθετη. Τούτο διαπιστώνεται και βάσει των όχι λίγων προσπαθειών να δικαιολογηθούν μορφές βίας. Για τη σημαντικότερη από αυτές, τον πόλεμο, πολλοί και διάφοροι, τουλάχιστον από την εποχή του Αυγουστίνου της Ιππώνος (τέλη 4ου αιώνα), έχουν επιχειρήσει να θεμελιώσουν θεωρητικά την έννοια του «δίκαιου πολέμου», εξηγώντας τις αναγκαίες προς τούτο προϋποθέσεις.

Κατ’ αναλογία και όσον αφορά τις σχέσεις εντός ορισμένης κοινωνίας, είναι γενικά αποδεκτό ότι, υπό όρους, υφίσταται νομίμως ασκούμενη βία από τα ειδικώς εντεταλμένα όργανα της Πολιτείας. Ομοίως, η άσκηση βίας ως νόμιμη άμυνα αποτελεί λόγο που αίρει τον αξιόποινο χαρακτήρα πράξης. Επιπροσθέτως, δεν πρέπει να λησμονούμε ότι στη δικαιολόγηση της βίας υπεισέρχεται κι ένας μεταβλητός παράγοντας: η ταυτότητα του εκάστοτε φορέα εξουσίας. Έτσι, πράξεις αντίστασης σ’ ένα δικτατορικό καθεστώς, οι οποίες θα αντιμετωπιστούν από αυτό ως παράνομη άσκηση βίας, θα δικαιολογηθούν μετά την αποκατάσταση της δημοκρατίας.
Για τους λόγους αυτούς, αφορισμοί όπως «καταδικάζω τη βία απ’ όπου κι αν προέρχεται» στερούνται τελικά νοήματος. Εκτός των άλλων, ενδέχεται να υπονοούν μια αυθαίρετη εξομοίωση πράξεων εντελώς ανομοιογενών που δεν έχουν καν την ίδια βαρύτητα:  βία ασκούμενη στο πλαίσιο ένοπλης σύγκρουσης (μεταξύ κρατικών οντοτήτων ή εμφύλιας), υπέρβαση ορίων από όργανα της πολιτείας, οργανωμένη πολιτική βία, τρομοκρατία, διάχυτες “μαζικές” ταραχές, παρεκτροπές στο πλαίσιο διαδηλώσεων ή ενεργειών περιβαλλοντικού ακτιβισμού κ.ο.κ.

Ο γενικός αφορισμός καθίσταται δε κατά μείζονα λόγο αλυσιτελής στις περιπτώσεις κατά τις οποίες υπαγορεύεται αποκλειστικά από πολιτικές (αν όχι αμιγώς κομματικές) σκοπιμότητες. Δεν εκφέρεται επειδή αποσκοπεί στην καταπολέμηση της βίας, αλλά επειδή στοχεύει στην εξουδετέρωση πολιτικών αντιπάλων. Υπό τους όρους αυτούς, καταλήγει να είναι επικίνδυνος για την πολιτειακή ομαλότητα και την κοινωνική ειρήνη.

[συμμετοχή στο αφιέρωμα του ιστότοπου Popaganda στο θέμα της βίας (21 Οκτωβρίου 2013) – στους συμμετέχοντες είχε τεθεί το εξής ερώτημα: «Η βία είναι συστατικό κομμάτι κάθε κοινωνίας; Κι αν ναι, πώς θα την ορίζατε»; Στο 1ο μέρος απάντησαν: ελληνάκι, Άκης Γαβριηλίδης, Niemands Rose, OldBoy, Ρογήρος και το Βυτίο/ Στο 2ο μέρος (23 Οκτωβρίου 2013): Χρ. Κάσδαγλης, Μιχ. Κωνσταντάτος, Ανδρ. Πετρουλάκης, Δημ. Κ. Ψυχογιός και Θοδ. Ρακόπουλος]