Στο φρούριο του Μπρεστ-Λιτόφσκ

η θρυλική επιγραφή "Πεθαίνω, αλλά δεν παραδίνομαι" στο φρούριο του Μπρεστ-Λιτόφσκ, σήμερα στο Μουσείο Ενόπλων Δυνάμεων στη Μόσχα

η θρυλική επιγραφή «Πεθαίνω, αλλά δεν παραδίνομαι» στο φρούριο του Μπρεστ-Λιτόφσκ, σήμερα στο Μουσείο Ενόπλων Δυνάμεων στη Μόσχα

«Я умираю, но не сдаюсь! Прощай, Родина! 20.VII.41»
Εγώ πεθαίνω, αλλά δεν παραδίνομαι! Αντίο Πατρίδα! 20 Ιουλίου 1941»]

Το Μπρεστ, κάποτε Μπρεστ-Λιτόφσκ, βρίσκεται στη Λευκορωσία στα σύνορα της χώρας με την Πολωνία. Η πόλη αποτελούσε πολωνικό έδαφος μέχρι το 1795, όταν, με τον τρίτο διαμελισμό της Πολωνίας, κατέληξε στη Ρωσία. Για να διασφαλισθεί η άμυνα της πόλης και της περιοχής της από κάθε πιθανό εισβολέα, οι Ρώσοι έχτισαν στο πρώτο μισό του 19ου αιώνα ένα από τα πιο επιβλητικά φρούρια της εποχής σε ένα νησί που σχηματίζεται ανάμεσα στους ποταμούς Μπουγκ και Μοχαβέτς.

Κατά τη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου το φρούριο κατελήφθη από τους Γερμανούς. Από την πόλη του Μπρεστ-Λιτόφσκ έστειλαν οι Γερμανοί ένα από τα πιο προκλητικά τελεσίγραφα στη Ρωσία των Μπολσεβίκων πλέον, στα τέλη του 1917. Στο οχυρό της πόλης υπογράφηκε τον Μάρτιο του 1918, μετά από διαπραγματεύσεις μηνών, η Συνθήκη ειρήνης του Μπρεστ-Λιτόφσκ η οποία έθετε τέρμα στον πόλεμο μεταξύ Γερμανικής Αυτοκρατορίας και Ρωσίας των Λένιν και Τρότσκι.

Η πόλη αλλάζει χέρια κάμποσες φορές μεταξύ Γερμανών, Ρώσων και Πολωνών στους οποίους και καταλήγει το 1921. Κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου θα αποτελέσει το θέατρο σκληρών μαχών δύο φορές. Η πρώτη πολιορκία της πόλης και του οχυρού ανάγεται στον Σεπτέμβριο του 1939, όταν η πολωνική φρουρά του οχυρού υπό τον στρατηγό Κονστάντυ Πλισόφσκι θα προσπαθήσει ανεπιτυχώς να αποκρούσει την επίθεση των γερμανικών δυνάμεων του στρατηγού Χάιντς Γκουντέριαν. Οι Γερμανοί καταλαμβάνουν το φρούριο στις 17/18-9-1939, αλλά 4 ημέρες μετά το παραδίδουν στους Σοβιετικούς σύμφωνα με τους όρους του Συμφώνου Ρίμπεντροπ-Μόλαταφ. Σε λιγότερο από δύο χρόνια θα χρειαστεί να το πολιορκήσουν εκ νέου.

Η Πύλη του Χολμ στο φρούριο του Μπρεστ-Λιτόφσκ

Η Πύλη του Χολμ στο φρούριο του Μπρεστ-Λιτόφσκ

Όταν ξεκίνησε η Επιχείρηση Μπαρμπαρόσσα, η σοβιετική αντίδραση μαρτυρούσε πανικό κι έλειψη προετοιμασίας κι οργάνωσης. Υπήρξαν ωστόσο μεμονωμένα σημεία σθεναρής ρωσικής άμυνας. Ένα από αυτά ήταν ακριβώς και το φρούριο του Μπρεστ-Λιτόφσκ. Οι Γερμανοί έφτασαν στην πόλη ήδη από την πρώτη ημέρα της εισβολής. Δύο ημέρες μετά, στις 24 Ιουνίου 1941, η πόλη είχε καταληφθεί, όχι όμως και το οχυρό της, όπου αντιστέκεται ηρωϊκά ισχυρή σοβιετική δύναμη.

Μέχρι το τέλος του Ιουνίου οι Γερμανοί έχουν καταλάβει το μεγαλύτερο τμήμα του οχυρού. Ωστόσο θα συνεχίσουν να υπάρχουν μεμονωμένα σημεία αντίστασης μέσα στο φρούριο τουλάχιστον έως τις 24 Ιουλίου. Σε κάποιον από εκείνους τους γενναίους υπερασπιστές ανήκει κι η επιγραφή με ημερομηνία 20 Ιουλίου που παρατίθεται κάτω από τον τίτλο. Τον συγκεκριμένο χώρο στον οποίο βρέθηκε η επιγραφή τον υπερασπίζονταν στρατιωτικές μονάδες του Εν Κα Βε Ντε (του γνωστού και μη εξαιρετέου Λαϊκού Επιτροπάτου Εσωτερικών Υποθέσεων).

Το σύνολο σχεδόν της φρουράς θυσιάστηκε, εκτός από λίγους βαριά τραυματισμένους τους οποίους αιχμαλώτισαν οι Γερμανοί. Κάποιοι από αυτούς κατόρθωσαν να επιζήσουν στην αιχμαλωσία. Η τραγική ειρωνεία έγκειται στο ότι, μετά την απελευθέρωσή τους το 1945, αντί να τους υποδεχτούν στην πατρίδα ως ήρωες, τους έστειλαν στα στρατόπεδα συγκέντρωσης του Γκουλάγκ ως ύποπτους συνεργασίας με τον εχθρό.

[Facebook, 19 Ιουλίου 2014]

Advertisements

22 Ιουνίου

Γερμανικές δυνάμεις τεθωρακισμένων περνούν τα πολωνοσοβιετικά σύνορα/ φωτογραφία: Bundesarchiv, Bild 101I-185-0139-20 / Grimm, Arthur / CC-BY-SA

Γερμανικές δυνάμεις τεθωρακισμένων περνούν τα πολωνοσοβιετικά σύνορα/ φωτογραφία: Bundesarchiv, Bild 101I-185-0139-20 / Grimm, Arthur / CC-BY-SA

Όσο πλησίαζε το θέρος του 1941 τόσο πύκνωναν τα μηνύματα με αποδέκτη τη σοβιετική κυβέρνηση σχετικά με επικείμενη γερμανική εισβολή. Έχοντας προφανώς επίγνωση του ότι ο Κόκκινος Στρατός ήταν ανέτοιμος για μια τέτοια σύγκρουση, η ηγεσία της ΕΣΣΔ προσπαθούσε απελπισμένα να αναβάλει το μοιραίο, προσποιούμενη ότι όλα έβαιναν καλώς όσον αφορά τις γερμανοσοβιετικές σχέσεις.

Στις 5 Μαΐου, ο Στάλιν δεξιωνόταν στο Κρεμλίνο αποφοίτους στρατιωτικών σχολών. Τους μίλησε για περίπου σαράντα λεπτά. Την επομένη, η Πράβντα συνόψιζε το περιεχόμενο του λόγου αυτού σε πέντε ή έξι ανώδυνες γραμμές. Το περιεχόμενο της ομιλίας επρόκειτο να γίνει γνωστό πολύ αργότερα.
«Η κατάσταση είναι εξαιρετικά σοβαρή και δεν μπορεί να αποκλεισθεί το ενδεχόμενο γερμανικής επίθεσης πολύ σύντομα… Με όλα τα διπλωματικά μέσα που διαθέτει, η σοβιετική κυβέρνηση θα προσπαθήσει να αποτρέψει το ενδεχόμενο αυτό, τουλάχιστον μέχρι το φθινόπωρο. Τότε θα είναι πολύ αργά για τους Γερμανούς. Μπορεί να το κατορθώσουμε, μπορεί και όχι».

Επισήμως όλα συνέχιζαν να είναι ήρεμα. Άλλωστε, οι μεθοριακές σοβιετικές δυνάμεις είχαν λάβει διαταγές να μην αντιδρούν σε ύποπτες κινήσεις των γερμανικών στρατευμάτων, προκλήσεις ή παραβιάσεις του εναέριου χώρου της ΕΣΣΔ. Στις 14 Ιουνίου, το πρακτορείο ΤΑΣΣ εξέδιδε το περιβόητο ανακοινωθέν με το οποίο προσπαθούσε να πείσει ότι οι σχέσεις της ΕΣΣΔ με τη Γερμανία ήταν περίπου ανέφελες. Οι προσεκτικοί παρατηρητές περίμεναν τις γερμανικές αντιδράσεις. Δεν υπήρξε καμία.

Στα απομνημονεύματά του, ο Σοβιετικός στρατηγός Ιβάν Φεντιουνίνσκι διηγείται ένα παράξενο περιστατικό:
«Στις 18 Ιουνίου, εμφανίστηκε σε κάποιο σοβιετικό φυλάκιο ένας Γερμανός λιποτάκτης. Ισχυριζόταν πως, ενώ ήταν μεθυσμένος, χτύπησε έναν αξιωματικό. Είχε τον φόβο ότι θα τον περνούσαν από στρατοδικείο και θα τον τουφέκιζαν. Διατεινόταν ότι συμπαθούσε τους Ρώσους γιατί ο πατέρας του ήταν κομμουνιστής. Τέλος, είπε σε αυτούς που τον ανέκριναν ότι, στις 22 Ιουνίου στις 4 το πρωί, ο γερμανικός στρατός θα εισέβαλε στη Ρωσία!»

Είχε ήδη πέσει η σύντομη νύχτα της 21ης Ιουνίου όταν ο Γερμανός πρεσβευτής στη Μόσχα, o κόμης Φρίντριχ-Βέρνερ φον Σούλενμπουργκ επισκέφτηκε τον Λαϊκό Επίτροπο Εξωτερικών Υποθέσεων Βιατσισλάφ Μιχάιλαβιτς Μόλαταφ, έπειτα από επανειλημμένες τηλεφωνικές κλήσεις του δεύτερου. Ο φον Σούλενμπουργκ, που αγνοούσε τα πάντα για τις αποφάσεις που είχε λάβει ο Χίτλερ κι η ναζιστική ηγεσία εδώ και μήνες, κατέβαλε φιλότιμες προσπάθειες να δικαιολογήσει τα αδικαιολόγητα. Επιστρέφοντας στην πρεσβεία, βρήκε τις οδηγίες του ΥπΕξ φον Ρίμπεντροπ: θα έπρεπε να μεταβεί αμέσως εκ νέου στο Κρεμλίνο και, χωρίς καμία συζήτηση, να διαβάσει στον Μόλαταφ ένα τηλεγράφημα του Χίτλερ που δεν ήταν τίποτε άλλο παρά συγκεκαλυμμένη κήρυξη πολέμου. Ο Ρώσος ΥπΕξ άκουσε αμίλητος το τηλεγράφημα κι έπειτα είπε στον φον Σούλενμπουργκ: «Πόλεμος, λοιπόν… Πιστεύετε ότι αξίζαμε κάτι τέτοιο;»

Είχε ήδη αρχίσει να χαράζει. Την ίδια ώρα, εκατομμύρια Γερμανοί στρατιώτες εισέβαλλαν στη Σοβιετική Ένωση, αρχίζοντας μια προέλαση που επρόκειτο σύντομα να τους φέρει στα περίχωρα της Μόσχας και του Λενινγκράντ και στις όχθες του Βόλγα. Η πιο μεγάλη, η πιο αιματηρή πολεμική αναμέτρηση της Ιστορίας είχε μόλις αρχίσει.

[Facebook, 22 Ιουνίου 2014/ πηγή: Alexander Werth (Александр Верт) «Russia At War, 1941-1945«, Barrie & Rockliff, Λονδίνο, 1964/ γαλλική έκδοση: « La Russie en guerre », t. 1 « La patrie en danger, 1941-1942 », τελευταία αναθεωρημένη έκδοση, Tallandier, σειρά Texto, Παρίσι, 2012, σελ. 195-201, 225]

Μια φωτογραφία

 

Kiev_Jew_Killings_in_Ivangorod_(1942)Άχαρη και δύσκολη αποστολή… όχι ακριβώς αυτή του δικηγόρου του διαβόλου, αλλά η εξέταση του απόλυτου κακού με τη στοιχειώδη αντικειμενικότητα.

Εξ αφορμής της επίσκεψης συγγνώμης του προέδρου της ΟΔΓ και σε μια προσπάθεια να αμφισβητηθεί η ειλικρίνεια ή έστω η πρακτική αποτελεσματικότητα τέτοιων ενεργειών κυκλοφορεί ευρέως στο ΦΜΠ μια φωτογραφία. Απεικονίζει ένα Γερμανό στρατιώτη που είναι έτοιμος να πυροβολήσει μια μητέρα που κρατά το παιδί της στην αγκαλιά. Στην εκδοχή που αναπαράγεται στα ΜΚΔ συνοδεύεται από τίτλο «Δίστομο. 10 Ιουνίου 1944. Ο Ναζί σκοτώνει τη μάνα που κρατάει στην αγκαλιά το παιδί της».

Η φωτογραφία, όμως, δεν έχει καμία σχέση με την απεχθέστατη σφαγή στο Δίστομο. Ούτε το τοπίο αντιστοιχεί στην ημιορεινή μορφολογία της βοιωτικής κωμόπολης ούτε ο στρατιώτης φέρει τα διακριτικά των Βάφφεν Ες Ες που διέπραξαν τη σφαγή.

Πρόκειται για μια από τις γνωστότερες φωτογραφίες που εξεικονίζουν τη ναζιστική θηριωδία. Σύμφωνα με την εκδοχή που υποστηρίζει τη γνησιότητα του ντοκουμέντου, φέρει στην οπίσθια πλευρά της σημείωση στα γερμανικά, με την οποία διευκρινίζεται ότι ελήφθη στο Ιβανγκόραντ της Ουκρανίας το 1942 και αφορά εκκαθαριστική επιχείρηση κατά των Εβραίων του Κιέβου. Εστάλη σε επιστολή από Γερμανό στρατιώτη που υπηρετούσε στο Ανατολικό Μέτωπο, αλλά την υπέκλεψαν στο ταχυδρομείο της Βαρσοβίας μέλη της πολωνικής αντίστασης. Κατέληξε στα χέρια του έφηβου τότε Γέρζυ Τομασέφσκι, ο οποίος την έστειλε προς δημοσίευση το 1959, με την ευκαιρία της έκδοσης ενός βιβλίου μνήμης για τα εγκλήματα του Β’ ΠΠ για την επιμέλεια του οποίου ήταν υπεύθυνος μαζί με τον Ταντέους Μάζουρ.

Το 1962 υποστηρίχθηκε στον γερμανικό Τύπο η άποψη ότι η φωτογραφία ήταν πλαστή, για τον λόγο ότι ο στρατιώτης της φωτογραφίας δεν φορά την κανονική γερμανική στολή ούτε κρατά όπλο από αυτά που χρησιμοποιούσαν οι ναζιστικές δυνάμεις. Προβλήθηκε επίσης το επιχείρημα ότι από τη φωτογραφία δεν προέκυπτε η οργάνωση, μεθοδικότητα και πειθαρχία που χαρακτήριζε τις επιχειρήσεις μαζικών εκτελέσεων που διέπραξαν οι Γερμανοί. Οι Τομασέφσκι και Μάζουρ απάντησαν δημοσιεύοντας κι άλλες φωτογραφίες από την ίδια επιχείρηση, μαζί με τις χειρόγραφες σημειώσεις στα γερμανικά που έφεραν στο πίσω μέρος τους.

Το συμπέρασμα είναι ότι η γνησιότητα της φωτογραφίας είναι μεν πιθανή, όχι όμως και απολύτως αποδεδειγμένη.

Είναι θεμιτό να χρησιμοποιείται ως υπόμνηση της ναζιστικής θηριωδίας; Είναι σκόπιμο εν γένει να επιχειρούμε να προκαλέσουμε τη συναισθηματική φόρτιση σχετικά με θέματα που απαιτούν ψυχραιμία στην αντιμετώπισή τους, ακόμη και στην περίπτωση της επιβεβλημένης καταδίκης του απεχθέστερου κακού; Δεν έχω εύκολη απάντηση. Κι εγώ ο ίδιος έχω αναδημοσιεύσεις φωτογραφίες σχετικές με το Ολοκαύτωμα, επιδιώκοντας να συγκινήσω και να παρακινήσω με τον τρόπο αυτό στην καταδίκη των εγκλημάτων. Καταλήγω στην απάντηση ότι ναι, πρέπει, αλλά με προσοχή, υπευθυνότητα και δίχως λαθροχειρίες.

[Facebook, 8 Μαρτίου 2014]

Κυνίσκα

Πέλοψ και Ιπποδάμεια

Πέλοψ και Ιπποδάμεια

«Σπάρτας μὲν βασιλῆες ἐμοὶ
πατέρες καὶ ἀδελφοί, ἅρματι δ’ ὠκυπόδων ἵππων
νικῶσα Κυνίσκα εἰκόνα τάνδ’ ἔστασεν μόναν
δ’ ἐμέ φαμι γυναικῶν Ἑλλάδος ἐκ πάσας τόν
δε λαβεν στέφανον.
»

Παγκόσμια Ημέρα της Γυναίκας η 8η Μαρτίου κι ευκαιρία να θυμηθούμε την πρώτη γυναίκα που νίκησε σε Ολυμπιακούς Αγώνες της Αρχαιότητας.

Αν δεν γνωρίζετε την ιστορία αυτή ευλόγως θα απορήσετε: πώς υπήρξε γυναίκα Ολυμπιονίκης, όταν δεν επιτρεπόταν στις γυναίκες όχι μόνο να αγωνίζονται, αλλά ούτε καν να παρακολουθούν τους αγώνες ως θεατές.
Έχει, όμως, η Ιστορία και τις παγίδες της: στα αγωνίσματα αρματοδρομίας δεν ανακηρυσσόταν Ολυμπιονίκης ο ηνίοχος, αλλά ο ιδιοκτήτης του άρματος και των αλόγων!

Κόρη βασιλιά (του Ευρυποντίδη Αρχίδαμου Β΄) κι αδελφή βασιλιάδων (ετεροθαλής αδελφή του Άγιδος Β΄ και αμφιθαλής του Αγησίλαου Β΄), η Κυνίσκα νίκησε στο αγώνισμα του τέθριππου στους Ολυμπιακούς αγώνες του 396 π.Χ. και υπεράσπισε με επιτυχία τον τίτλο της σ’ εκείνους του 392 π.Χ. Μετά την Κυνίσκα υπήρξαν κι άλλες νικήτριες στις αρματοδρομίες των Ολυμπιακών Αγώνων, οι περισσότερες Σπαρτιάτισσες (όπως η Εὐρυλεωνίς). Βοηθούσαν, άλλωστε, κι οι νόμοι της Σπάρτης. Όχι μόνο γιατί επιφύλασσαν στις γυναίκες μια θέση κάπως καλύτερη απ’ ό,τι οι νόμοι των άλλων ελληνικών πόλεων. Αλλά και γιατί επέβαλλαν αυστηρούς περιορισμούς ως προς την ιδιοκτησία στους Σπαρτιάτες πολίτες: η απλούστερη λύση για έναν Όμοιο προκειμένου να καταστρατηγήσει τους νόμους αυτούς ήταν φυσικά να εμφανίζει τη γυναίκα του ως κύριο της περιουσίας! Κάπως έτσι οι γυναίκες της σπαρτιατικής αριστοκρατίας είχαν τα μέσα για να ασχοληθούν με ένα πανάκριβο χόμπυ, όπως ήταν οι αρματοδρομίες.

«ἐγένετο δὲ Ἀρχιδάμῳ καὶ θυγάτηρ, ὄνομα μὲν Κυνίσκα, φιλοτιμότατα δὲ ἐς τὸν ἀγῶνα ἔσχε τὸν Ὀλυμπικόν καὶ πρώτη τε ἱπποτρόφησε γυναικῶν καὶ νίκην ἀνείλετο Ὀλυμπικὴν πρώτη. Κυνίσκας δὲ ὕστερον γυναιξὶ καὶ ἄλλαις καὶ μάλιστα ταῖς ἐκ Λακεδαίμονος γεγόνασιν Ὀλυμπικαὶ νῖκαι, ὧν (ἡ) ἐπιφανεστέρα ἐς τὰς νίκας ἐστὶν αὐτῆς.» (Παυσανίας, Ελλάδος Περιήγησις, 3, 8).

[Facebook, 8 Μαρτίου 2014]

Στις εσχατιές της Μεσευρώπης

Τσερνιβτσί: η Πλατεία Θεάτρου

Τσερνιβτσί: η Πλατεία Θεάτρου

Τον νέο Ουκρανό πρωθυπουργό τον έχετε ήδη δει οι περισσότεροι σε εκείνη τη φωτογραφία όπου φαίνεται να χαιρετά ναζιστικά. Οι περισσότεροι, επίσης, δεν γνωρίζετε τον τονισμό του ονόματός του, απολύτως δικαιολογημένα μια και στα ΜΜΕ εμφανίζονται όλοι οι πιθανοί εκτός από τον σωστό. Τυπική περίπτωση πολιτικού νέας κοπής στις χώρες του τέως ανατολικού μπλοκ, ο Αρσένιι Πετρόβιτς Γιατσενιούκ έχει να επιδείξει πολιτική σταδιοδρομία η οποία χαρακτηρίζεται μάλλον από οπορτουνισμό και ιδέες επιφανειακά «φιλοδυτικές», ταλαντευόμενες μεταξύ φιλελεύθερου και φιλολαϊκού (π.χ. «θέλουμε την Ευρώπη γιατί συνεπάγεται υψηλότερο επίπεδο παροχών στους τομείς της παιδείας και της υγείας») και σε αρκετές περιπτώσεις προδήλως αντιβαίνουσες στις δυτικές αντιλήψεις (άρνηση αναγνώρισης μειονοτικών γλωσσών, κατηγορηματική αντίθεση στην αναγνώριση του γάμου μεταξύ ατόμων του ιδίου φύλου). Ίσως τα σημαντικότερα στοιχεία να είναι ότι αποτελεί σαφώς εκπρόσωπο του ουκρανικού εθνικισμού και, ταυτόχρονα, τον εκλεκτό των ΗΠΑ στο πλαίσιο της ουκρανικής κρίσης.

 

Αρσένιι Γιατσενιούκ

Αρσένιι Γιατσενιούκ

Το πιο ενδιαφέρον, όμως, για μένα είναι η γενέτειρα του Γιατσενιούκ, το Τσερνιβτσί (Чернівці́) της Δυτικής Ουκρανίας [ρωσ.: Τσερνοβτσί (Черновцы και παλαιότερα Τσερνοβίτσι/ Чернови́цы), γερμανικά και γίντις: Τσέρνοβιτς (Czernowitz/ טשערנאָװיץ), ρουμανικά: Τσερνιάουτσι (Cernăuți), πολωνικά: Τσερνιόβτσε (Czerniowce)]. Ευρισκόμενο στην ιστορική περιοχή της Μπουκοβίνας, το Τσερνιβτσί ανήκε μέχρι το 1918 στην Αυστροουγγρική Αυτοκρατορία. Μετά τη διάλυση του κράτους των Αψβούργων πέρασε στο Βασίλειο της Ρουμανίας. Το 1940 την κατέλαβε η ΕΣΣΔ αποδίδοντάς την στη ΣΣΔ της Ουκρανίας. Με τη γερμανική εισβολή η πόλη επιστράφηκε στους Ρουμάνους συμμάχους του Γ΄ Ράιχ. Το 1944 ο Κόκκινος Στρατός ανακατέλαβε την πόλη, η οποία έκτοτε αποτελεί έδαφος της Ουκρανίας.

το κτιριακό συγκρότημα του Πανεπιστημίου της πόλης

το κτιριακό συγκρότημα του Πανεπιστημίου της πόλης

Είναι ενδιαφέρον ότι το 1930 η πληθυσμιακά κυρίαρχη στην πόλη εθνοτική ομάδα ήταν οι Εβραίοι (26,8 %), ακολουθούμενοι από τους Ρουμάνους (23,2 %), τους Γερμανούς (20,8 %) και τους Ουκρανούς (18,6 %). Στην πόλη ζούσαν επίσης αρκετοί Πολωνοί και σαφώς μικρότερος αριθμός Ρώσων και Ούγγρων. Από τότε η εθνοτική σύνθεση έχει αλλάξει: άλλωστε κατά τη διάρκεια του Β΄ ΠΠ τα 2/3 του εβραϊκού πληθυσμού της εξοντώθηκαν στα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Σήμερα η συντριπτική πλειονότητα των 260.000 κατοίκων της πόλης είναι Ουκρανοί (189.000).

Βέβαια, το πιο διάσημο πρόσωπο που έχει γεννηθεί στο Τσερνιβτσί δεν είναι ο Γιατσενιούκ.

Αλλά αυτή εδώ η κυρία:

Μίλα Κούνις: φωτό του χρήστη του flickr Gage Skidmore

Μίλα Κούνις: φωτό του χρήστη του flickr Gage Skidmore

Εάν, όμως, έπρεπε να μνημονεύσουμε το σημαντικότερο τέκνο του Τσερνιβτσί, αυτό δεν είναι άλλο από τον μεγάλο Πάουλ Τσέλαν.

Πάουλ Τσέλαν: φωτογραφία διαβατηρίου, 1938.

Πάουλ Τσέλαν: φωτογραφία διαβατηρίου, 1938.

[Facebook, 3 Μαρτίου 2014]

Gestes des Chiprois


«A pour Dieu sire ne vous partes car la ville sera tant tost perdue. Et il lor respondy hautement que chascun loy: Seignors je ne peus plus car je suy mort; vees le cop. Et adons veyme nos le pilet clave en son cors».

«Για τ’ όνομα του Θεού, άρχοντα, μη μας εγκαταλείπετε, γιατί η πόλη σύντομα θα χαθεί. Και τους απάντησε με δυνατή φωνή για να τον ακούσουν όλοι. Κύριοι, δεν αντέχω άλλο γιατί είμαι νεκρός. Δείτε την πληγή. Και τότε είδαμε όλοι το βέλος που είχε σφηνωθεί στο κορμί του».

[«Το Χρονικό του Ναΐτη της Τύρου», κεφ. 498 – περιγραφή του θανάσιμου τραυματισμού του μαγίστρου των Ναϊτών Γουλιέλμου του Μπωζαί κατά την πολιορκία του Αγίου Ιωάννη της Άκρας από τους Μαμελούκους, Μάιος 1291]

Τα «Gestes des Chiprois» («Κυπρίων Έργα») είναι μια μεσαιωνική συλλογή ιστορικών κειμένων που συγκεντρώθηκαν σε ενιαίο κείμενο στην Κύπρο κατά τον 14ο αιώνα. Το μοναδικό σωζόμενο χειρόγραφο είναι έργο κάποιου Ιωάννη Λα Μιέζ, ο οποίος ενώ ήταν αιχμάλωτος στο κάστρο της Κερύνειας το 1343 αποφάσισε να αντιγράψει το βιβλίο. Το αντίγραφο πέρασε στη Δύση για να καταλήξει στη βιβλιοθήκη κάποιου κάστρου στο Πεδεμόντιο.

Το πρώτο μέρος των Gestes είναι ένα συμπίλημα σύντομων κειμένων σχετικών με την Ιστορία των σταυροφοριών και των λατινικών κρατών της Ανατολής, με γενικό τίτλο «Χρονικά των Αγίων Τόπων» («Annales de Terre Sainte»). Το δεύτερο μέρος είναι γραμμένο στην Κύπρο κατά τον 13ο αιώνα από τον Ιταλό αριστοκράτη Φίλιππο της Νοβάρας, ο οποίος εγκαταστάθηκε στο νησί μετά τη συμμετοχή του στην Ε΄ Σταυροφορία. Φέρει τον τίτλο «Estoire et le droit conte de la guerre qui fu entre l’empereur Frederic
et messier Johan de Ibelin
» («Ιστορία και ακριβής διήγηση του πολέμου που διεξήχθη μεταξύ του αυτοκράτορα Φρειδερίκου και του άρχοντα Ιωάννη του Ιμπλέν») και διηγείται την προσπάθεια του Φρειδερίκου Β΄ των Χοχενστάουφεν να ελέγξει το Βασίλειο της Κύπρου ερχόμενος σε σύγκρουση με την τοπική αριστοκρατία, της οποίας ηγείται ο Ιωάννης του Ιμπλέν, σημαντικότερος φεουδάρχης του νησιού και του Βασιλείου της Ιερουσαλήμ.

Το τρίτο μέρος, τέλος, είναι το περίφημο «Χρονικό του Ναΐτη της Τύρου». Κατά πάσα πιθανότητα, ο άγνωστος συγγραφέας του ούτε Ναΐτης ήταν ούτε καταγόταν από την Τύρο. Επρόκειτο για τον γραμματέα, μεταφραστή και διερμηνέα του μαγίστρου του Τάγματος Γουλιέλμου του Μπωζαί. Ο «Ναϊτης της Τύρου» μας παρέχει πολύτιμες πληροφορίες για την Ιστορία του Τάγματος και γενικά των φραγκικών κρατών της Ανατολής από το 1242 έως και τις αρχές του 14ου αιώνα.

[Facebook, 22 Φεβρουαρίου 2014]

Ορδέριχος Βιτάλης

«Ο Ραϋμόνδος δέχτηκε και ξεκίνησε για τη συνάντηση κατά τη διάρκεια της οποίας ο αυτοκράτορας του είπε: «Η πόλη της Αντιόχειας ανήκει στην αυτοκρατορία της Κωνσταντινούπολης. Ο πρίγκιπας Βοημούνδος έδωσε όρκο υποτέλειας στον πατέρα μου και μαζί με τους υπόλοιπους άρχοντες της Δύσης ορκίστηκε να επιστρέψει στην Αγία Αυτοκρατορία όλα τα εδάφη που είχαν αποσπάσει οι Τούρκοι και τα οποία μπορούσε να κατακτήσει. Ως εκ τούτου, απαιτώ από εσάς που κατέχετε επί του παρόντος την ηγεμονία της Αντιόχειας να αναγνωρίσετε ότι η συνθήκη αυτή εξακολουθεί να βρίσκεται σε ισχύ και ζητώ στο όνομα της αυτοκρατορίας αυτήν την πόλη, την εξουσία επί της οποίας έχετε σφετεριστεί». Ο Ραϋμόνδος τού έδωσε την εξής απάντηση: «Ουδόλως επιθυμώ να συζητήσω μαζί σας τους όρους που συμφώνησαν οι πρόγονοί μου. Την πόλη αυτή μού την έδωσε ο βασιλέας της Ιερουσαλήμ μαζί με το χέρι της κόρης του κι εγώ του ορκίστηκα πίστη, όπως οφείλω στον κύριό μου. Θα του γνωστοποιήσω, επομένως, τα αιτήματά σας. Θα ακολουθήσω με απόλυτη υπακοή τις συμβουλές του και, όσον αφορά την υπόθεση αυτή, δεν πρόκειται να προβώ σε διαπραγμάτευση για κανένα ζήτημα χωρίς να τον έχω πρώτα συμβουλευτεί.»» (Ορδέριχος Βιτάλης «Historia ecclesiastica», βιβλίο ΙΓ΄)

[περιγραφή της συνάντησης μεταξύ Ιωάννη Κομνηνού και Ραϋμόνδου του Πουατιέ, πρίγκιπα της Αντιόχειας, το 1138. Για την ιστορία, ας συμπληρώσουμε ότι ο Φουλκ ο Ανδεγαυός, βασιλιάς της Ιερουσαλήμ, αναγνώρισε τα κατά νόμο κυριαρχικά δικαιώματα του Βυζαντινού αυτοκράτορα, προσθέτοντας πάντως ότι, σε κάθε περίπτωση, δεν μπορούσε, λόγω ασθένειας, να κάνει τίποτε για να βοηθήσει τον βασσάλο του. Οι Φράγκοι αναγνώρισαν την αυτοκρατορική επικυριαρχία κι ο Κομνηνός την εξουσία του Ραϋμόνδου. Όλοι έμειναν τελικά ευχαριστημένοι. ]

Στις 16 Φεβρουαρίου 1075 γεννήθηκε στο Άτσαμ της Αγγλίας, κοντά στο Σριούσμπρυ, ο Αγγλονορμανδός μοναχός κι ιστορικός Ορδέριχος Βιτάλης (Ordericus Vitalis/ Orderic Vital). Η «Εκκλησιαστική Ιστορία» του αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα ιστορικά έργα του Μεσαίωνα. Μας παρέχει πολλές κι αξιόπιστες πληροφορίες για το Δουκάτο της Νορμανδίας, τα νορμανδικά βασίλεια της Αγγλίας, αφενός, και της Σικελίας και Κάτω Ιταλίας, αφετέρου, την Πρώτη Σταυροφορία και τα φραγκικά κράτη της Συρίας και Παλαιστίνης (ιδίως δε το Πριγκιπάτο της Αντιόχειας που είχε ιδρυθεί από Νορμανδούς). Πέθανε μεταξύ 1141 και 1143 στο αββαείο του Σαιντ-Εβρού (αγίου Εβρούλφου) στην Κάτω Νορμανδία.

[Facebook, 16 Φεβρουαρίου 2014]