Οι κιονίσκοι του Μελκάρτ (ή η άλλη, λιγότερο γνωστή, «Στήλη της Ροζέττης»)

Ο κιονίσκος του Μουσείου του Λούβρου/ πηγή: Magnus Manske - Wikipedia

Ο κιονίσκος του Μουσείου του Λούβρου/ πηγή: Magnus Manske – Wikipedia

 

Στα τέλη του 17ου αιώνα, είχε διαδοθεί στους κύκλους των Ευρωπαίων λογίων η φήμη ότι στη Μάλτα υπήρχε ένα ζεύγος κιονίσκων που πιθανώς κρατούσε το κλειδί για την αποκρυπτογράφηση του φοινικικού αλφαβήτου και της φοινικικής γλώσσας. Κύριος υπεύθυνος για τη διάδοση της πληροφορίας αυτής ήταν το δίκτυο διοίκησης του Τάγματος των Ιπποτών του Αγίου Ιωάννου, στην κυριαρχία του οποίου βρισκόταν την εποχή εκείνη το Αρχιπέλαγος της Μάλτας.

Οι κιονίσκοι ήταν γνωστό στοιχείο της φοινικικής τέχνης. Οι δύο συγκεκριμένοι, όμως, δεν ήταν απλώς ενεπίγραφοι, αλλά έφεραν δίγλωσση επιγραφή, στα φοινικικά και τα αρχαία ελληνικά. Κανείς δεν ήξερε με βεβαιότητα πότε, πού και πώς είχαν βρεθεί. Ένας θρύλος ήθελε να έχουν βρεθεί στα τέλη του 15ου αιώνα στο ψαροχώρι Μάρσασλοκκ, όπου υπήρχε ένας μεγάλος ναός του Μελκάρτ/ Ηρακλή. Κάποιος ιερωμένος είχε ισχυριστεί ότι οι κιονίσκοι βρίσκονταν στην είσοδο της έπαυλης του Μαλτέζου ιστορικού Ιωάννη Φραγκίσκου Αμπέλα, στη Μάρσα. Άλλοι υποστήριζαν ότι το ζεύγος των κιονίσκων είχε βρεθεί στο νησί Γκόζο.

Το 1687 αντίγραφα του κειμένου των επιγραφών στάλθηκαν στον Ιωαννίτη ιππότη Βαρθολομαίο του Πότσο, στη Βερόνα. Παραδόθηκαν σε ένα Βερονέζο ευγενή, τον Φραγκίσκο Σπαραβιέρο, ο οποίος λίγα χρόνια μετά δημοσίευσε το ελληνικό κείμενο της επιγραφής. Το 1741, ο Γάλλος λόγιος Μισέλ Φουρμόν επιχείρησε να μεταφράσει το φοινικικό κείμενο, χωρίς επιτυχία. Δώδεκα χρόνια αργότερα, ο Ιωαννίτης ιππότης Γκυγιό ντε Μαρν δημοσίευσε τα κείμενα της επιγραφής στις δύο γλώσσες, χωρίς να προσπαθήσει να τα μεταφράσει. Το 1758, ο ηγούμενος Ιωάννης-Ιάκωβος Μπαρτελεμύ κατόρθωνε να αποκρυπτογραφήσει το φοινικικό κείμενο με σχεδόν απόλυτη επιτυχία. Η εργασία του δημοσιεύθηκε το 1764. Η φοινικική γλώσσα μπορούσε πια να αποκαλύψει όλα τα μυστικά της στους ερευνητές. Το 1782. ο Μέγας Μάγιστρος των Ιωαννιτών Εμμανουήλ του Ροάν-Πολντύκ προσέφερε τον έναν από τους δύο κιονίσκους στον βασιλιά της Γαλλίας Λουδοβίκο ΙΣΤ΄, σε ένδειξη ευγνωμοσύνης για το έργο του ηγούμενου Μπαρτελεμύ. Ο κιονίσκος αυτός βρίσκεται σήμερα στο Λούβρο, ενώ ο δεύτερος στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο της Μάλτας, στη Βαλλέττα.

Το φοινικικό κείμενο της επιγραφής/ πηγή: Wikipedia, χρήστης Vermondo

Το φοινικικό κείμενο της επιγραφής/ πηγή: Wikipedia, χρήστης Vermondo

Το κείμενο της επιγραφής αποτελείται από την αφιέρωση δύο αδελφών, πιθανότατα από την Τύρο, στον θεό Μελκάρτ, τον οποίο ταύτιζαν με τον δικό μας Ηρακλή.

«lʾdnn lmlqrt bʿl ṣr ʾš ndrʿbd[k] ʿbdʾšr wʾḥy ʾsršmršn bn ʾsršmr bn ʿbdʾšr kšmʿqlm ybrkm» [«Στον Κύριό μας, τον Μελκάρτ, τον άρχοντα της Τύρου, αφιερώνεται από τον δούλο του, τον Αμπντόσιρ (= δούλο του Οσίριδος) και από τον αδελφό του τον Οσιρσαμάρ (= τον ευλογημένο από τον Όσιρη), γιους του Οσιρσαμάρ, γιου του Αμπντόσιρ, επειδή εισάκουσε τις προσευχές τους! Είθε να τους ευλογεί!»]

Η επιγραφή στα ελληνικά έχει ως εξής: Το ελληνικό κείμενο της επιγραφής των Κιονίσκων του Μελκάρτ/ πηγή: Wikipedia, χρήστης Vermondo

Το ελληνικό κείμενο της επιγραφής των Κιονίσκων του Μελκάρτ/ πηγή: Wikipedia, χρήστης Vermondo

«Διονύσιος καὶ Σαραπίων οἱ Σαραπίωνος Τύριοι Ἡρακλεῖ ἀρχηγέτει».

Το περιεχόμενο της δίγλωσσης επιγραφής (που χρονολογείται στον 3ο αι. π.Χ.) επιβεβαιώνει τον υψηλότατο βαθμό του πολιτισμικού συγκρητισμού που χαρακτήριζε ανέκαθεν τις φοινικικές κοινωνίες. Αμφότεροι οι δωρητές φέρουν ονόματα που μνημονεύουν ένα θεό της Αιγύπτου. Στην εξελληνισμένη μορφή των ονομάτων τους, όμως, προτιμούν να παραπέμψουν στον Διόνυσο και τον Σέραπη. Κι όλα αυτά, χωρίς να ξεχνάμε την παραδοσιακή ταύτιση του πολιούχου της Τύρου με τον Ηρακλή.

Advertisements

Οι περιπέτειες αυτών που αγαπήθηκαν

Η ιστορία των αγαπημένων που χάνονται μέσα στη δίνη των γεγονότων (συχνά αυτών της «Μεγάλης Ιστορίας») για να ξαναβρεθούν μετά από απίστευτες περιπλανήσεις και περιπέτειες, αποτελεί διαχρονικά κοινό τόπο της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Πέρα από τη συνήθως μεγάλη επιτυχία που γνωρίζουν, τα έργα αυτά περιγράφουν με εξαιρετικά γλαφυρό τρόπο συγκεκριμένες ιστορικές περιόδους.

(1) Το μυθιστόρημα με τον τίτλο «Τὰ κατὰ Λευκίππην καὶ Kλειτoφῶντα» που συνέγραψε, μάλλον κατά τον 2ο αιώνα, ο (κατά πάσα πιθανότητα) Αλεξανδρινός Αχιλλεύς Τάτιος αποτελεί ίσως το πρώτο παράδειγμα τέτοιου λογοτεχνικού έργου. Στην Τύρο της Φοινίκης, ο νεαρός Κλειτοφών, που προορίζεται για σύζυγος της ετεροθαλούς αδελφής του, της Καλλιγόνης, αναστατώνεται από την άφιξη στην πόλη της εξαδέλφης του, της Λευκίππης από το Βυζάντιο. Μετά από επίμονες προσπάθεις κερδίζει τον έρωτά της, μόνο που ταυτόχρονα πλησιάζει αδυσώπητα κι η καθορισμένη ημερομηνία του γάμου του με την Καλλιγόνη. Τη λύση τη δίνει εκούσια ο Καλλισθένης, ένας νεαρός συντοπίτης της Λευκίππης που φτάνει στην Τύρο με σκοπό να την απαγάγει, αλλά κατά λάθος κλέβει την Καλλιγόνη! Οι ερωτευμένοι αποφασίζουν να φύγουν από την Τύρο. Ναυαγούν στην Αίγυπτο όπου και χάνονται μετά από μια σειρά περιπετειών. Ο απογοητευμένος Κλειτοφών περιπλανιέται στην Αλεξάνδρεια πιστεύοντας ότι η Λευκίππη δεν ζει πλέον. Εκεί θα συναντήσει τη Μελίτη, μια νεαρή Εφέσια χήρα, η οποία θα τον πείσει να την παντρευτεί. Μόνο που στην Έφεσο θα δοθεί η λύση του δράματος. Ο Κλειτοφών ανακαλύπτει ότι η Λευκίππη ζει, όπως άλλωστε κι ο υποτίθεται νεκρός πρώτος σύζυγος της Μελίτης. Ακολουθούν εξελίξεις κι ανατροπές που θα ζήλευε και η πιο επιτυχημένη σύγχρονη σαπουνόπερα, αλλά στο τέλος οι δύο ήρωες κατορθώνουν θριαμβευτικά να παντρευτούν και να χαρούν τον έρωτά τους. Και ζήσαν αυτοί καλά, ο Καλλισθένης κι η Καλλιγόνη, που αγαπήθηκαν στο μεταξύ, καλύτερα, κι εμείς τέλεια!

Το μυθιστόρημα είχε τρελό σουξέ στα χρόνια του Βυζαντίου. Ο πατριάρχης Φώτιος το χαρακτήριζε άρτιο από τεχνική άποψη, αλλά απορριπτέο από ηθική. Ξέρετε, όμως, πόσο διαβάζονται τα μυθιστορήματα που κάποιοι παρουσιάζουν ως ανήθικα. Σε κάθε περίπτωση, το έργο μας προσφέρει μια υπέροχη τοιχογραφία εποχής, περιγράφοντας τον ελληνιστικό κόσμο στα χρόνια της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, εποχή που οι άνθρωποι έδιναν τα ρέστα τους αναζητώντας απαντήσεις στα μεταφυσικά τους ερωτήματα.

(2) Οι «Αρραβωνιασμένοι» («I promessi sposi» 1821-1842) του Αλεσσάντρο Μαντσόνι (1785-1873) είναι το εθνικό μυθιστόρημα της σύγχρονης Ιταλίας. Ο συγγραφέας, ενώ είχε ήδη τελειώσει το έργο του, έκρινε ότι αυτό είχε ακόμη πολλά στοιχεία από τη λομβαρδική διάλεκτο κι αποφάσισε να το ξαναγράψει πηγαίνοντας στην Τοσκάνη για να «ξεπλύνει το γραπτό του στον Άρνο». Το μυθιστόρημα δεν διαδραματίζεται στην εποχή που έζησε ο συγγραφέας, αλλά στην ελεγχόμενη από τους Ισπανούς Λομβαρδία του 17ου αιώνα. Ο ιερέας ενός μικρού χωριού κοντά στη λίμνη του Κόμο υποχρεώνεται να μην τελέσει τον γάμο μεταξύ του Ρέντσο Τραμαλίνο και της Λουτσία Μοντέλλα, μια και την νεαρή την έχει ερωτευτεί ο τοπικός άρχοντας, ο Δον Ροδρίγο. Ο Ρέντσο και η Λουτσία χωρίζουν προσπαθώντας να βρουν τρόπους και συμμάχους που θα καταστήσουν δυνατό τον γάμο τους. Θα τα καταφέρουν να ξαναβρεθούν, ύστερα από μύριες περιπέτειες, στο Μιλάνο, ενώ φτάνει στο τέλος της μια φοβερή επιδημία πανώλης. Θα πετύχουν τον σκοπό τους την ώρα που ο μεγάλος εχθρός αργοπεθαίνει, παρά την εγκόσμια δύναμή του, ως ένα ακόμη θύμα της πανούκλας.

(3) Στο επικό ποίημά του «Εβανζελίν» (1847), ο Χένρυ Γουάντσγουωρθ Λόνγκφέλλοου (1807-1882) μιλά για άγνωστες σε μας προσφυγιές. Οι Acadiens (Ακαδιανοί ή Ακάδιοι) ήταν οι Γάλλοι άποικοι των περιοχών της Βορειοδυτικής Αμερικής που αποτελούν σήμερα τις καναδικές επαρχίες της Νέας Σκωτίας και της Νέας Βρουνσβίκης. Πληρώνοντας την έκβαση μαχών που δόθηκαν στον Παλαιό Κόσμο, βρέθηκαν (μετά τη Συνθήκη της Ουτρέχτης, 1713) υπό αγγλική κατοχή. Το 1755, έχοντας αποφασίσει να προβούν σε μια εθνοκάθαρση (πριν εφευρεθεί ο όρος), οι Βρετανοί εκτοπίζουν το σύνολο του γαλλόφωνου πληθυσμού της Ακαδίας. Σ’ αυτή τη σκληρή περιπλάνηση από τον Βορρά στη Λουιζιάνα, θα χαθούν μεταξύ τους κι οι δύο ήρωες του ποιήματος, η Εβανζελίν Μπελλφονταίν κι ο Γκαμπριέλ Λαζενές. Η τραγική ειρωνεία έγκειται στο ότι πολλές φορές θα βρεθούν πολύ κοντά, χωρίς ο ένας να αντιληφθεί την παρουσία της αγαπημένης ύπαρξής του σχεδόν δίπλα του. Το ποίημα δεν έχει χάπυ εντ. Οι δυο αγαπημένοι θα ξαναβρεθούν στο τέλος μόνο της ζωής τους: η Εβανζελίν θα αναγνωρίσει ως γηραιά νοσοκόμα τον ετοιμοθάνατο Γκαμπριέλ στη Φιλαδέλφεια. Ο ήρωας θα πεθάνει στην αγκαλιά της αγαπημένης που είχε χάσει κι αναζητούσε σε ολόκληρη τη ζωή του.

Το μυθιστόρημα του Αχιλλέα Τάτιου το συνάντησα περιδιαβαίνοντας τον ελληνιστικό κόσμο, τον Μαντσόνι μού τον υπέδειξαν τα γραπτά του Ουμπέρτο Έκο και το ποίημα του Λονγκφέλλοου το ανακάλυψα ψάχνοντας στη βιβλιοθήκη του πατέρα μου.

[ανάρτηση στο Facebook, 14 Ιουλίου 2013]