Ιωάννης ΚΒ΄


Στις 7 Αυγούστου του 1316, εκλέγεται πάπας με το όνομα Ιωάννης ΚΒ΄ ο Ιάκωβος Ντυέζ, γιος εύπορου εμποροβιοτέχνη από την Καόρ της νοτιοδυτικής Γαλλίας. Σε μια περίοδο που σημαδεύεται από έντονες πολιτικές κι εκκλησιαστικές διαμάχες (προβλήματα διαδοχής στον γαλλικό θρόνο και τέλος της δυναστείας των Καπετιδών, διαφωνίες για την έδρα της παπικής εξουσίας, αποσχιστικές τάσεις σε εκκλησιαστικά τάγματα κ.λπ.), χρειάστηκαν να περάσουν πάνω από 2 χρόνια από τον θάνατο του Κλήμεντος Ε΄ για να εκλεγεί νέος πάπας. Και πάλι, η εκλογή είχε θεωρηθεί από το Κογκλάβιο συμβιβαστική λύση: επιλέγοντας έναν 72χρονο, που αντιμετωπιζόταν απλώς σαν δύστροπος γέροντας, οι καρδινάλιοι πίστευαν ότι είχαν εκλέξει έναν μεταβατικό πάπα που θα τους άδειαζε σύντομα τη γωνιά. Μόνο που ο Ιάκωβος Ντυέζ/Ιωάννης επρόκειτο να παραμείνει στην Αγία Έδρα για 18 ολόκληρα χρόνια.

Για τους περισσότερους από εμάς, ο Ιωάννης ΚΒ΄ είναι ο πάπας που αναφέρεται στο κατά Έκο «Όνομα του Ρόδου». Χωρίς να εμφανίζεται αυτοπροσώπως στο μυθιστόρημα, η μορφή του κυριαρχεί όχι μόνο στις συζητήσεις μεταξύ παπικής αντιπροσωπείας κι αντιπροσωπείας του Τάγματος των Φραγκισκανών, αλλά και στους διαλόγους μεταξύ Άντσο του Μελκ και Γουλιέλμου του Μπάσκερβιλλ.

Η παπική θητεία του Ιωάννη υπήρξε αμφιλεγόμενη, αλλά οπωσδήποτε σημαντική ως προς τις συνέπειές της.

– Καθόρισε με τρόπο κατ’ ουσίαν θεσμικό την Αβινιόν ως έδρα της παπικής εξουσίας.
– Αντιμετώπισε επιτυχώς το θεολογικό/πολιτικό πρόβλημα που προκαλούσαν οι παρεκκλίνουσες τάσεις που είχαν εκδηλωθεί στο Τάγμα των Φραγκισκανών υπέρ της δογματικής άποψης περί πενίας του Ιησού και συνακόλουθα της Εκκλησίας. Ξεκινώντας ως θεολογική θέση μιας συνιστώσας των Φραγκισκανών (Πνευματικοί), η άποψη αυτή έτυχε της υποστήριξης (για λόγους μάλλον πολιτικής, τόσο εκκλησιαστικής όσο και γενικότερης) του γενικού μαγίστρου του Τάγματος, του Μιχαήλ της Τσεζένας, και (για αμιγώς πολιτικούς λόγους) του Γερμανού αυτοκράτορα Λουδοβίκου της Βαυαρίας (σύμβουλος αμφοτέρων υπήρξε ο γνωστός και μη εξαιρετέος Γουλιέλμος του Όκκαμ). Στη διαμάχη αυτή, ο πάπας αναδείχθηκε καθαρά νικητής στα σημεία, τόσο έναντι του αυτοκράτορα όσο και του Τάγματος.
– Υπήρξε ο πρώτος πάπας που στράφηκε κατά της μαγείας και μαγγανείας, εξομοιώνοντάς τες με αιρέσεις (υπάρχει λογική εξήγηση, επί προσωπικού).
– Ομοίως καταδίκασε με διάταγμα την αλχημεία, μολονότι του αποδίδονται παραδόξως δύο αλχημιστικά συγγράμματα.
– Δημιούργησε τον πρώτο παπικό αμπελώνα (φέρνοντας μάλιστα και ειδικούς οινολόγους κι αμπελουργούς από τη γενέτειρά του). Τα διάφορα Châteauneuf-du-pape του τα χρωστάμε.

Τα εμβλήματά του και μνεία του ονόματός του μπορούμε να διακρίνουμε και σήμερα στην αψίδα της εκκλησίας της Παναγίας του Κάστρου στην παλιά πόλη της Ρόδου.

[Facebook, 6 Αυγούστου 2013]

Advertisements

Το κύπελλο του Νέστορα

Τρεις γραμμές μονάχα… που έχουν γραφτεί από τα δεξιά προς τα αριστερά, πάνω σε ένα κύπελλο, μια κοτύλη, που φτιάχτηκε στη Ρόδο, κατά το δεύτερο μισό του 8ου αιώνα π.Χ., και βρέθηκε σ’ έναν τάφο στις Πιθηκούσσες, την πρώτη ελληνική αποικία σε έδαφος ιταλικό, στο νησί που σήμερα ονομάζουμε Ίσκια.

«ΝΕΣΤΟΡΟΣ:…:ΕΥΠΟΤΟΝ:ΠΟΤΕΡΙΟΝ
ΗΟΣΔΑΤΟΔΕΠΙΕΣΙ:ΠΟΤΕΡΙ..:AΥΤΙΚΑΚΕΝΟΝ
ΗΙΜΕΡΟΣΗΑΙΡΕΣΕΙ:ΚΑΛΛΙΣΤΕΦΑΝΟ:ΑΦΡΟΔΙΤΕΣ»

Πρόκειται για μια από τις αρχαιότερες επιγραφές σε ελληνικό αλφάβητο. Σύμφωνα με τη γενικώς αποδεκτή άποψη για την αποκατάσταση του κειμένου, θα έπρεπε να συμπληρωθεί ως εξής:

«Νέστορος [εἰμὶ] εὔποτ[ον] ποτήριο[ν]·
ὃς δ’ ἂν τοῦδε π[ίησι] ποτηρί[ου] αὐτίκα κῆνον
ἵμερ[ος αἱρ]ήσει καλλιστ[εφάν]ου Ἀφροδίτης».

[δηλαδή, πρόχειρα μεταφρασμένο: «Του Νέστορα είμαι το ποτήρι, ιδανικά φτιαγμένο για να πίνεις. Όποιος πιει από το ποτήρι αυτό, αμέσως θα καταληφθεί απ’ τον πόθο της ομορφοστεφανωμένης Αφροδίτης».]

Ο ελλειπτικός, όμως, χαρακτήρας του κειμένου επιτρέπει πλείονες αποκλίνουσες μεταξύ τους ερμηνείες, σε συνδυασμό με την αβεβαιότητα ως προς την ταυτότητα του κυρίου του κυπέλλου και, φυσικά, την αναφορά στο όνομα του Νέστορα. Πώς συνδέονται, άραγε, μεταξύ τους η πρώτη με τη δεύτερη πρόταση; Δηλώνεται αντίθεση; Κι αν ναι, πρόκειται για προσπάθεια να αποτραπεί ο μελλοντικός άρπαγας που ενδεχομένως θα θελήσει να στερήσει από τον κύριο του κυπέλλου το αντικείμενό του (οπότε η αρχή του κειμένου θα έπρεπε ίσως να συμπληρωθεί διαφορετικά: «Νέστορος μὲν…» ή «Νέστορος ἔρροι …»); Ή μήπως είναι μια μορφή ειρωνείας, μια και το κύπελλο του Νέστορα για το οποίο γίνεται λόγος στην Ιλιάδα ήταν φτιαγμένο από τα πλέον πολύτιμα υλικά, ενώ τούτο από σκέτο πηλό;

«πὰρ δὲ δέπας περικαλλές, ὃ οἴκοθεν ἦγ᾽ ὁ γεραιός,

χρυσείοις ἥλοισι πεπαρμένον· οὔατα δ᾽ αὐτοῦ

τέσσαρ᾽ ἔσαν, δοιαὶ δὲ πελειάδες ἀμφὶς ἕκαστον

χρύσειαι νεμέθοντο, δύω δ᾽ ὑπὸ πυθμένες ἦσαν.

ἄλλος μὲν μογέων ἀποκινήσασκε τραπέζης

πλεῖον ἐόν, Νέστωρ δ᾽ ὁ γέρων ἀμογητὶ ἄειρεν». [Ομήρου, Ιλιάδα, Λ, 632-637,

και στη μετάφραση των Ν. Καζαντζάκη και Ι. Θ. Κακριδή:

«στερνά την ώρια κούπα, ο γέροντας που ‘χε απ᾿ την Πύλο φέρει,
την πλουμισμένη με χρυσόκαρφα, και τέσσερα τη ζώναν
αφτιά᾿ σε κάθε αφτί δεξόζερβα χρυσά βοσκολογουσαν
δυο περιστέρια, κι από κάτω της διπλοί βρίσκονταν πάτοι.
Γεμάτη αv ήταν, άλλος δύσκολα να την κουνήσει μπόρειε,
μα ο γέρο Νέστορας ανέκοπα την έφερνε στα χείλια»]

Είναι πράγματι ο Νέστωρ της επιγραφής ο ομηρικός ήρωας; Ή μήπως έχουμε να κάνουμε με αναφορά στον ήρωα ανεξάρτητη ίσως της ομηρικής παράδοσης; Ορισμένοι ερευνητές επισημαίνουν ότι ο Αθήναιος ο Ναυκρατίτης μας πληροφορεί ότι στις απέναντι ιταλικές ακτές, στην Καπύη, υπήρχε ένα ιερό της Αρτέμιδος, όπου φυλασσόταν ένα κύπελλο που λεγόταν ότι ανήκε στον μυθικό Νέστορα κι είχε αποκτήσει μαγικοθρησκευτική αξία.

Άλλοι, πάλι, υποστηρίζουν ότι η επιγραφή δεν είναι παρά ένα στιχουργικό παιχνίδι συμποσίου, στο οποίο κάθε συνδαιτημόνας συμπληρώνει κι από έναν στίχο. Πόσο ταιριαστό θα ήταν ένα τέτοιο παιχνίδι για ένα αντικείμενο που έμελλε να συνοδέψει κάποιον στην τελευταία κατοικία του;

Υπάρχει, όμως, και μια άλλη ερμηνεία, που εγώ τουλάχιστον θα προτιμούσα να κρατήσω. Το κύπελλο βρέθηκε στον τάφο ενός αγοριού, δέκα έως δεκατεσσάρων το πολύ χρονών. Ενός παιδιού που δεν πρόλαβε να γνωρίσει ούτε την ευθυμία του κρασιού ούτε τον ίμερο και τις χαρές της Αφροδίτης. Ίσως αυτή η επιγραφή να ήταν ένας τρόπος για να μπορέσει το αγόρι να χαρεί στον άλλο κόσμο αυτό που ο τόσο πρόωρος θάνατος του στέρησε στην επίγεια ζωή.

Σχεδόν δακρύζει κανείς… Κι υψώνοντας το ποτήρι μου δεν μπορώ παρά να ευχηθώ στον άτυχο κύριο του κυπέλλου, όπως κι αν τον έλεγαν, να κατόρθωσε εκεί που βρίσκεται να χαρεί τον πόθο και τις ηδονές της γλυκοστεφανωμένης Αφροδίτης… Όπως αναμφίβολα θα του άξιζε… Όπως αξίζει σε κάθε ανθρώπινη ύπαρξη.