Προσωπικά δεδομένα…

Φραντς Κόνραντ φον Χέτσεντορφ, πορτραίτο φιλοτεχνημένο από τον Χέρμανν Τόργκλερ, 1915

Φραντς Κόνραντ φον Χέτσεντορφ, πορτραίτο φιλοτεχνημένο από τον Χέρμανν Τόργκλερ, 1915

Οι μεγάλες μεταβολές είναι έργο σχεδόν αόρατων δυνάμεων, συλλογικών κι απρόσωπων, που επενεργούν υπόγεια στις ανθρώπινες κοινωνίες σε βάθος χρόνου. Σε κάποιες περιπτώσεις, όμως, όταν επιχειρείται να εξηγηθούν συγκεκριμένα ιστορικά γεγονότα, η προσωπικότητα των πρωταγωνιστών τους είναι πάντα άξια προσοχής.

Στο δαιδαλώδες πλέγμα των πολλαπλών κέντρων εξουσίας της Αυστροουγγρικής Αυτοκρατορίας, εκεί κάπου στις αρχές του 20ού αιώνα, η φιλοπόλεμη σκληρή γραμμή ενσαρκωνόταν κυρίως από έναν άνθρωπο: τον Φραγκίσκο Ξαβέριο Ιωσήφ Κορράδο βαρόνο του Χέτσεντορφ (Franz Xaver Josef Conrad von Hötzendorf), αρχηγό του Γενικού Επιτελείου Ενόπλων Δυνάμεων της αυτοκρατορίας.

Γόνος αριστοκρατικής οικογένειας στρατιωτικών, ο φον Χέτσεντορφ γεννήθηκε το 1852 στο Πέντσινγκ, ένα προάστιο της Βιέννης. Ακολούθησε κι εκείνος στρατιωτική σταδιοδρομία και διακρίθηκε τόσο ως διοικητής μονάδων όσο και ως καθηγητής στρατιωτικών σχολών και θεωρητικός της τακτικής και της στρατηγικής, φτάνοντας, το 1902, στον βαθμό του στρατάρχη. Το 1886 είχε νυμφευθεί την κατά οκτώ χρόνια νεότερή του Βιλελμίνη λε Μπω, με την οποία απέκτησε τέσσερις γιους.

Ο φον Χέτσεντορφ θα μπορούσε να χαρακτηριστεί φυσιογνωμία εξαιρετικά ενδιαφέρουσα ή παράξενη (πράγμα που τελικά ίσως και να είναι το ίδιο). Η ψυχική ισορροπία του ήταν ιδιαίτερα εύθραυστη. Μετά τον πρόωρο θάνατο της συζύγου του, το 1905, έπεσε σε βαθιά κατάθλιψη. Έφτασε μέχρι του σημείου να σκέφτεται μήπως θα ήταν καλύτερο να παραιτηθεί από τη θέση του στο στράτευμα. Η συνηθέστερη διαφυγή του από τη θλίψη ήταν οι συχνές εκδρομές του στα βουνά: περνούσε ώρες ολόκληρες σχεδιάζοντας απότομες δασωμένες πλαγιές. Ο διορισμός του το 1906 στη θέση του αρχηγού του Γενικού Επιτελείου θα πρέπει να έδωσε, προσωρινά έστω, τέλος στις αμφιβολίες του.

Βιργινία φον Ράινινγκχάους

Βιργινία φον Ράινινγκχάους

Κι έπειτα… ήρθε ο έρωτας. Το 1907, σε κάποια δεξίωση, γνώρισε τη Βιργινία (Τζίνα) φον Ράινινγκχάους, σύζυγο ενός Βιεννέζου βιομηχάνου. Την επομένη την επισκεπτόταν στην έπαυλή της: «Είμαι παράφωρα ερωτευμένος μαζί σας κι η μόνη σκέψη που έχω στο μυαλό μου είναι ότι πρέπει να γίνετε γυναίκα μου»! Η έκπληκτη Τζίνα προσπάθησε να του εξηγήσει ότι υπήρχε ένα ανυπέρβλητο εμπόδιο: ο επταπλός δεσμός με τον σύζυγό της και τα έξι παιδιά τους. Αυτό δεν ήταν αρκετό για να αποθαρρύνει τον πενηνταπεντάχρονο στρατιωτικό που ως θεωρητικός πίστευε ότι η επίθεση είναι ό,τι καλύτερο. Μια μέρα αργότερα, ένας υπασπιστής του επισκεπτόταν την φον Ράινινγκχάους για να τη συμβουλέψει ότι, δεδομένης της εύθραυστης ψυχικής υγείας του επιτελάρχη, καλό θα ήταν η κυρία βιομηχάνου να μην του στερήσει κάθε ελπίδα! Λίγες μέρες μετά, ο Κόνραντ φον Χέτσεντορφ επέστρεφε για να δηλώσει στην Τζίνα ότι αν τον απέρριπτε θα υπέβαλε την παραίτησή του από τη θέση του αρχηγού του γενικού επιτελείου και θα ιδιώτευε. Μπροστά στον ερωτικό εκβιασμό, βρέθηκε τελικά μια συμβιβαστική λύση: η Τζίνα θα συνέχιζε να ζει με τον άντρα της και τα παιδιά τους, αλλά με την πρώτη ευκαιρία θα είχε κατά νου τον φον Χέτσεντορφ.

Και η ευκαιρία δεν άργησε να εμφανισθεί. Ο κύριος φον Ράινινγκχάους, άλλωστε, είχε πολλές ερωμένες για να ξεχαστεί. Κι αν ήθελε να παρηγορηθεί δεν είχε παρά να δει τα νούμερα στις επικερδείς συμβάσεις προμήθειας των ενόπλων δυνάμεων τις οποίες του χάριζε η απιστία της συζύγου του.

hotzendorff1248575145_65Ο Κόνραντ φον Χέτσεντορφ είχε ανακαλύψει το νόημα της ζωής. Έγραφε στην αγαπημένη του ερωτικές επιστολές κάθε ημέρα. Επειδή όμως δεν μπορούσε να τις στείλει δίχως να θέσει σε κίνδυνο το μέλλον όχι μόνο δύο οικογενειών, αλλά κι ολόκληρης της αυτοκρατορίας, επέλεξε να τις συγκεντρώνει σε ένα ημερολόγιο το οποίο ονόμασε «Ημερολόγιο των μαρτυρίων μου». Από το 1907 έως το 1915 έγραψε στην Τζίνα περισσότερες από τρεις χιλιάδες επιστολές, κάποιες από τις οποίες ξεπερνούσαν τις εξήντα σελίδες. Κι ήταν τέτοια η ψύχωση με τον ερωτικό δεσμό του που όταν, χρόνια αργότερα, ανοίχτηκε το προσωπικό αρχείο του, βρέθηκαν πάμπολλα αποκόμματα εφημερίδων με διαφημίσεις για αντιρυτιδικές κρέμες κι αντρικά καλλυντικά.

Επειδή αυτό που είχε σημασία για τον φον Χέτσεντορφ ήταν ο παράνομος δεσμός του, εκείνος δεν είχε κανένα ενδοιασμό να υποστηρίζει ακραίες θέσεις στην επαγγελματική ζωή του. Σε καθένα από τα πολλά διπλωματικά ζητήματα που ταλάνιζαν την αυτοκρατορία ο φον Χέτσεντορφ έδινε πάντα την ίδια απάντηση: πόλεμος! Πόλεμος κατά του Βασιλείου της Σερβίας, πόλεμος κατά του Μαυροβουνίου, πόλεμος κατά της Ρουμανίας και της τσαρικής Ρωσίας, πόλεμος ακόμη κι εναντίον της τυπικά συμμάχου Ιταλίας. Ο αρχηγός του γενικού επιτελείου ήταν δαρβινιστής: πίστευε ότι τόσο οι ανθρώπινες κοινωνίες όσο και η διεθνής κοινότητα αποτελούν πεδίο συγκρούσεων από τις οποίες μόνον οι ισχυρότεροι μπορούν να επιβιώσουν.

Δεν ήταν κι ένθερμος οπαδός της δυαρχίας που είχε καθιερώσει ο αυτοκράτορας Φραγκίσκος Ιωσήφ. Οι Ούγγροι τού προκαλούσαν έντονη δυσπιστία. Δεν είναι λοιπόν τυχαίο που είχε εγκάρδιες σχέσεις με τον αρχιδούκα Φραγκίσκο Φερδινάνδο, πρίγκιπα διάδοχο της αυτοκρατορίας. Ούτε ότι ο Υπουργός Εξωτερικών Αλόις Λέξα φον Έρενταλ καταλεγόταν ανάμεσα στους αντιπάλους του. Εκείνος ήταν, άλλωστε, που πρότεινε στον αυτοκράτορα να απολύσει τον φον Χέτσεντορφ εξαιτίας των αναίτια φιλοπολεμικών απόψεών του. Τον Δεκέμβριο του 1911 ο αυτοκράτορας και αποστολικός μονάρχης απήλλασσε τον ήρωά μας από τα καθήκοντά του. Προσωρινά μόνο, όπως επρόκειτο να αποδειχτεί. Ένα χρόνο αργότερα, ο αρχιδούκας έπειθε τον θείο του να διορίσει εκ νέου τον Φον Χέτσεντορφ αρχηγό του γενικού επιτελείου. Ο φον Έρενταλ, ήδη από τον Φεβρουάριο του 1912, είχε αποδημήσει σε άλλους τόπους εξαιτίας μιας καλπάζουσας λευχαιμίας.

Κάπως έτσι, ο Φον Χέτσεντορφ δεν σταματούσε να ονειρεύεται τον πόλεμο, τον πόλεμο που θα του έδινε την ευκαιρία να επιστρέψει σαν ήρωας και να κερδίσει για πάντα την καρδιά της αγαπημένης του Τζίνας, βουλώνοντας τα στόματα του κοινωνικού περίγυρου. Στα άρθρα του σε εφημερίδες, στις επίσημες αναφορές και τα υπομνήματα που συνέτασσε, ξεκινούσε πάντα υπερήφανα με την ίδια φράση:  «Θα υποστηρίξω εν προκειμένω την άποψη που πάντα υποστήριζα». Κι η άποψη αυτή ήταν ο πόλεμος. Μόνο κατά τη διάρκεια του 1913, πρότεινε ως μόνη λύση τον πόλεμο κατά της Σερβίας σε τουλάχιστον 25 έγγραφα!

Ο φον Χέτσεντορφ στο γραφείο του, 1914

Ο φον Χέτσεντορφ στο γραφείο του στο Γενικό Επιτελείο, 1914

Και κάποια στιγμή ο πόλεμος έφτασε! Κι είχε γι’ αφορμή τη δολοφονία του αρχιδούκα, του αγαπητού φίλου και προστάτη. Κι ο αρχηγός του επιτελείου έπρεπε τώρα να παίρνει αποφάσεις από τις οποίες θα κρίνονταν ζωές. Χιλιάδες ζωές. Αποφάσεις που πολλοί μετά από χρόνια θα υποστήριζαν ότι ήταν καταστροφικές. Μα ο φον Χέτσεντορφ δεν πρέπει να το ένιωθε έτσι. Άλλωστε, το 1915 κατόρθωνε να παντρευτεί την αγαπημένη του, παρά τις έντονες αντιδράσεις των γιων του και των παιδιών της φον Ράινινγκχάους.

Σε κάθε περίπτωση, πλήρωσε υψηλό τίμημα για τις επιλογές του. Δύο γιοι του σκοτώθηκαν στα πεδία των μαχών. Είδε την αγαπημένη του αυτοκρατορία να διαλύεται.

Πέθανε στις 25 Αυγούστου 1925 στο Μπαντ Μέργκεντχάιμ της Γερμανίας ενώ ακολουθούσε πρόγραμμα λουτροθεραπείας. Στην κηδεία του, στις 2 Σεπτεμβρίου, εκατό χιλιάδες Βιεννέζοι τον συνόδεψαν στην τελευταία του κατοικία. Η Τζίνα πληροφορήθηκε την ύπαρξη του ημερολογίου του δεύτερου συζύγου της με τις τρεις χιλιάδες ερωτικές επιστολές μόνον αφότου εκείνος δεν βρισκόταν πια στη ζωή.

[Πηγές: Christopher Clark The Sleepwalkers: how Europe went to war in 1914, εκδ. Allen Lane, Λονδίνο 2012 και Penguin Books, Λονδίνο 2013, σελ. 101 επ. (ελληνική έκδοση: «Οι Υπνοβάτες: πώς η Ευρώπη πήγε στον πόλεμο το 1914», εκδ. Αλεξάνδρεια, Αθήνα 2014, μετάφραση Κώστας Κουρεμένος)/ Lawrence Sondhaus: «Franz Conrad von Hötzendorf. Architect of the apocalypse» Humanity Press, Βοστώνη 2000/ Wikipédia/ Virginia „Gina“ Laura Antonia Gräfin Conrad von Hötzendorf «Mein Leben mit Conrad von Hötzendorf», Λειψία 1935]

Advertisements

Γράμματα από το Μέτωπο

Lettres de la wehrmacht«[Υπάρχει] βεβαίως μια σημαντική διαφορά μεταξύ του αυτουργού και του θύματος του εγκλήματος. Για τον αυτουργό, το έγκλημα είναι ένα στοιχείο της Ιστορίας και όχι η κύρια πλοκή της. Για το θύμα, το έγκλημα είναι η ίδια η Ιστορία.» (Τίμοθυ Σνάυντερ, πρόλογος στο « Lettres de la Wehrmacht » της Μαρί Μουτιέ, σελ. 8)

Στο βιβλίο της «Επιστολές της Βέρμαχτ» που κυκλοφόρησε τον περασμένο Σεπτέμβριο, η νεαρή Γαλλίδα ιστορικός Μαρί Μουτιέ παραθέτει και σχολιάζει περισσότερες από εκατό επιστολές που έγραψαν Γερμανοί στρατιώτες, υπαξιωματικοί και αξιωματικοί (σχεδόν σε όλες τις περιπτώσεις προερχόμενοι εξ εφέδρων) κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Οι επιστολές προέρχονται από το αρχείο του Μουσείου Επικοινωνιών στο Βερολίνο. Αυτές που επελέγησαν να δημοσιευθούν καλύπτουν ολόκληρη τη χρονική διάρκεια κι όλα τα μέτωπα του πολέμου. Παρουσιάζονται με χρονολογική σειρά, σε τρία μέρη που αντιστοιχούν στις κύριες φάσεις του Β΄ ΠΠ: 1939-1941, δηλαδή την εποχή των θριάμβων της Βέρμαχτ, 1942-1943, όταν η πολεμική σύγκρουση φτάνει στον παροξυσμό της, και 1944-1945, εποχή της υποχώρησης και της τελικής ήττας. Σε κάποιες περιπτώσεις, περιλαμβάνονται περισσότερες της μίας επιστολές του ίδιου στρατιώτη, στοιχείο που παρέχει στον αναγνώστη τη δυνατότητα να παρακολουθήσει τις ψυχολογικές μεταπτώσεις του επιστολογράφου αναλόγως της εξέλιξης του πολέμου.

Τα γράμματα αυτά δεν έχουν ιδιαίτερες λογοτεχνικές ή φιλοσοφικές αξιώσεις. Οι στρατιώτες της Βέρμαχτ απευθύνονται στα προσφιλή τους πρόσωπα (τις γυναίκες και τα παιδιά τους, τους γονείς και τ’ αδέλφια τους). Γράφουν συνήθως για το φαγητό και τις συνθήκες διαβίωσης, ρωτούν για τα προβλήματα που απασχολούν τους οικείους τους στην καθημερινότητά τους. Ο ίδιος ο πόλεμος εμφανίζεται στις επιστολές με όσο πιο διακριτικό τρόπο γίνεται: οι άνδρες της Βέρμαχτ δεν θέλουν σε καμιά περίπτωση να επιτείνουν την ανησυχία των αγαπημένων τους. Από όλες αυτές τις απόψεις, οι επιστολές καταδεικνύουν το απολύτως ανθρώπινο πρόσωπο των ανδρών που διεξήγαγαν τον πιο φονικό πόλεμο της Ιστορίας.

Οι ελληνικές επιστολές: Τρεις από τις επιστολές παρουσιάζουν ελληνικό ενδιαφέρον. Η επιστολή της 12ης Μαΐου 1941 γράφτηκε στο Λουτράκι από έναν αλεξιπτωτιστή 22 ετών (κεφ. 19, Ένας αλεξιπτωτιστής στην Ελλάδα, σελ. 107-108). Η κύρια έγνοια του είναι ο ανεφοδιασμός κι η εξεύρεση τροφής. Κατά τα λοιπά, αναρωτιέται με κάποια δόση ειρωνίας «πού πρόκειται να προσγειωθούμε στη συνέχεια, ανάμεσα στους Ινδούς ή στους Ζουλού;… Αφού κατακτήσουμε τον Νότιο Πόλο, θα χρειαστεί να πολεμήσουμε και για τον Βόρειο!». Οκτώ ημέρες αργότερα, ο αλεξιπτωτιστής Χουμπέρτους Γκ, της 7ης Μεραρχίας θα σκοτωθεί στη Μάχη της Κρήτης.

Γερμανοί αλεξιπτωτιστές στην Κρήτη, Μάιος του 1941. Πηγή: Bundesarchiv, Bild 141-0864 / CC-BY-SA

Γερμανοί αλεξιπτωτιστές στην Κρήτη, Μάιος του 1941. Πηγή: Bundesarchiv, Bild 141-0864 / CC-BY-SA

Οι άλλες δύο «ελληνικές» επιστολές ανήκουν στον Καρλ Κ., διδάκτορα φιλοσοφίας από το Μεκλεμβούργο, ο οποίος εργαζόταν ως καθηγητής σε λύκειο (κεφ. 27, Πύρρειος νίκη, σελ. 129-132/ κεφ. 41, Ελληνικά κεράσια, σελ. 177-178). Υπηρετεί σε μονάδα αντιαεροπορικής άμυνας της Λουφτβάφφε και με την ιδιότητα αυτή βρίσκεται στην Κρήτη αμέσως μετά την κατάληψή της από τους Γερμανούς. Το μεγαλύτερο μέρος της πρώτης επιστολής, η οποία γράφτηκε στις 21 Αυγούστου 1941 κι απευθύνεται στη μητέρα του συγγραφέα, είναι αφιερωμένο στους συντρόφους που έπεσαν στη μάχη και στη σθεναρή αντίσταση που προβάλλουν οι Κρητικοί αντάρτες. Οι εκτελέσεις ως αντίποινα παρουσιάζονται με απόλυτη φυσικότητα ως η δέουσα απάντηση, Ωστόσο, ο Καρλ Κ. αφήνει να φανούν και τα πιο λόγια ενδιαφέροντά του: επισημαίνει ότι για να πάει από το σχολείο που χρησιμοποιεί η μονάδα του ως στρατώνα στην πόλη του Ηρακλείου πρέπει να περάσει από το ενετικό φρούριο του λιμανιού. Και στη δεύτερη επιστολή του (16-18 Μαΐου 1942) μνημονεύει τις επισκέψεις του στους αρχαιολογικούς χώρους της Κνωσσού και της Φαιστού.

Βία κι εγκλήματα πολέμου: Η βία και τα εγκλήματα πολέμου εμφανίζονται μάλλον σπάνια στα γράμματα των στρατιωτών και δικαιολογούνται σχεδόν πάντα με τα στερεότυπα της ναζιστικής προπαγάνδας (οι «εκφυλισμένοι» Γάλλοι, οι «βρόμικοι καθυστερημένοι υπάνθρωποι» Σλάβοι, η «ιουδαιοπλουτοκρατία» κ.ο.κ.). Η σφαγή του Μπάμπι Γιαρ, οι χιλιάδες Εβραίοι και Ρώσοι εκτελεσμένοι μνημονεύονται απλώς ως αριθμοί, ως αναγκαία θύματα για την επικράτηση της Νέας Τάξης. Στην καλύτερη των περιπτώσεων κάποιος στρατιώτης μπορεί να εκφράσει θεωρητικά τη συμπάθειά του για τα βάσανα του Άλλου, αλλά αυτή η συμπάθεια δεν μπορεί να μεταφραστεί σε πράξεις, μια και το καθήκον επιτάσσει διαφορετικά.

Ενδεικτική της τελευταίας κατηγορίας είναι η επιστολή του Κουρτ Χ., γεννημένου στο Βερολίνο το 1903 και κοσμηματοπώλη εν καιρώ ειρήνης (κεφ. 37, Ο Δεσμοφύλακας, 20 Μαρτίου 1942, σελ. 163-166). Ο Κουρτ Χ. υπηρετεί στο 303ο Τάγμα Πεζικού: βρίσκεται στο Κόβελ της βορειοδυτικής Ουκρανίας και η αποστολή του είναι να φρουρεί Σοβιετικούς αιχμαλώτους πολέμου. Το γράμμα του είναι, κατά το μεγαλύτερο μέρος, μια ερωτική εξομολόγηση προς τη γυναίκα του Κουρτ, την Ντίτα: ξεκινά με εντελώς ρομαντικό ύφος («Τ’ αστέρια λάμπουν! Διάλεξα το πιο ωραίο, εσένα!») για να εξελιχθεί σε προτάσεις σεξουαλικού περιεχομένου και να ολοκληρωθεί με μια πραγματεία περί συζυγικής πίστης κι απιστίας, διανθισμένη με παραδείγματα. Πιο πριν, όμως, ο Κουρτ Χ. έχει μιλήσει για τα μαρτύρια των αιχμαλώτων κι έχει εγκωμιάσει την αφοσίωση των γυναικών τους, οι οποίες δεν διστάζουν να διανύσουν με τα πόδια τα 500 χιλιόμετρα που χωρίζουν το Κόβελ από το Κίεβο, μέσα στο χιόνι, το πολικό ψύχος, το σκοτάδι και τους κινδύνους του πολέμου, μόνο και μόνο για να δουν μήπως ο άντρας τους βρίσκεται μεταξύ των αιχμαλώτων, πολλές φορές μάταια, κάποιες άλλες δίχως να έχουν καν τη δυνατότητα να του μιλήσουν έστω και για δυο λεπτά!  Ο δεσμοφύλακας νιώθει συμπόνια, αλλά το καθήκον δεν του επιτρέπει να κάνει κάτι. Και το καθήκον δεν είναι δυνατό να τεθεί υπό αμφισβήτηση.

Γερμανοί στρατιώτους προχωρούν στη ρωσική στέπα, πιθανότατα προς το Σταλινγκράντ (Αύγουστος ή Σεπτέμβριος 1942). Πηγή: Bundesarchiv, Bild 101I-217-0465-32A / Klintzsch / CC-BY-SA

Γερμανοί στρατιώτες προχωρούν στη ρωσική στέπα, πιθανότατα προς το Σταλινγκράντ (Αύγουστος ή Σεπτέμβριος 1942). Πηγή: Bundesarchiv, Bild 101I-217-0465-32A / Klintzsch / CC-BY-SA

Αμφισβήτηση: Όποιος αναζητήσει στις επιστολές αυτές στοιχεία αμφισβήτησης του ναζιστικού συστήματος αξιών και του «δίκαιου» χαρακτήρα του πολέμου που διεξάγει η Γερμανία θα απογοητευθεί. Ακόμη και τα γράμματα των τελευταίων μηνών του πολέμου, που αποπνέουν αναμφίβολα μια μοιρολατρική αποδοχή της συντριβής, δεν εκφράζουν κάποια αμφισβήτηση. Στην πραγματικότητα, η μεγάλη πλειονότητα των επιστολών είναι σύμφωνη με το ιδεώδες πρότυπο του γενναίου στρατιώτη που πάνω απ’ όλα βάζει το καθήκον του προς την πατρίδα. Οι λιγοστές που αποκλίνουν από το πρότυπο αυτό εκφράζουν είτε δυσκολίες προσαρμογής (κάποιος νέος από αριστοκρατική οικογένεια νιώθει να πνίγεται ανάμεσα σε παιδιά λαϊκότερων τάξεων που αδυνατούν να εκτιμήσουν τα ενδιαφέροντά του για τα γράμματα και τις τέχνες) είτε τον προσωπικό φόβο κάποιου για τη ζωή του (χαρακτηριστικό το παράδειγμα ενός στρατιώτη που τελικά λιποτακτεί στους Αμερικανούς ενώ υπηρετεί στην Ιταλία).

Ζωή και πεπρωμένο: Ποιο είναι τελικά το στοιχείο που καθιστά ορισμένες επιστολές πραγματικά συγκλονιστικές; Μα, φυσικά, η συγκυρία και το ιστορικό πλαίσιο στο οποίο αυτές εντάσσονται. Το γεγονός ότι κάποιες από αυτές είναι και οι τελευταίες του επιστολογράφου, όπως εκείνη που υπαγορεύει ο βαριά τραυματίας στη μητέρα ενός άλλου τραυματισμένου συντρόφου του σ’ ένα στρατιωτικό νοσοκομείο του Τορν, λίγες μέρες πριν πεθάνει. Πρωτίστως, η αποδοχή του πεπρωμένου, του ενδεχόμενου του θανάτου.

Κάποιες φορές, η στάση αυτή συνοδεύεται από ηρωικές δηλώσεις, από τη διατράνωση της πίστης στα εθνικά ιδεώδη. Όπως ακριβώς στην επιστολή που γράφει την Πρωτοχρονιά του 1945, κάπου στην Τσεχοσλοβακία, ο Άντολφ Ντ. από το Αννόβερο στη γυναίκα του, ενώ το σπίτι τους έχει καταστραφεί από τους συμμαχικούς βομβαρδισμούς (κεφ. 89, Πρωτοχρονιά 1945, σελ. 303-306):

«Όταν θα ξαναβρεθώ κοντά σας, θα τα ξαναχτίσουμε όλα μαζί… Αν πάλι η μοίρα δεν το θελήσει να ξαναγυρίσω, μη με θρηνήσεις, θα έχω δώσει τη ζωή μου για σένα και τα παιδιά, για να μπορέσουν αυτά να μεγαλώσουν σ’ ένα καλύτερο κόσμο κι εσύ να τα συνοδέψεις σ’ ένα λαμπρότερο μέλλον. Οργάνωσε το σπίτι μας σαν να βρίσκομαι πάντα δίπλα σας. Θέλω να συνεχίσετε να ζείτε ευτυχισμένοι και δίχως εμένα…» [ο Άντολφ Ντ. αιχμαλωτίστηκε από τους Αμερικανούς λίγο πριν το τέλος του πολέμου κι είχε την τύχη να επιστρέψει στην οικογένειά του μετά από λίγες μόνο ημέρες αιχμαλωσίας].

Μάρτιος 1944, γερμανικές μονάδες τεθωρακισμένων προχωρούν για να ενισχύσουν τον θύλακο του Κορσούν. Πηγή: Bundesarchiv, Bild 101I-090-3913-24 / Etzhold / CC-BY-SA

Μάρτιος 1944, γερμανικές μονάδες τεθωρακισμένων προχωρούν για να ενισχύσουν τον θύλακο του Κορσούν. Πηγή: Bundesarchiv, Bild 101I-090-3913-24 / Etzhold / CC-BY-SA

Σε άλλες περιπτώσεις όμως, κι αυτό είναι ακόμη πιο τραγικό, ο στρατιώτης που έχει συμβιβαστεί με την ιδέα του θανάτου προσπαθεί να πείσει την οικογένειά του ότι όλα πηγαίνουν καλά, σχεδόν σαν να απουσιάζει απλώς σε κάποιο επαγγελματικό ταξίδι. Χαρακτηριστικά είναι τα τελευταία γράμματα του Αλόις Σ. από το Ζάαρ στη γυναίκα του, ενώ ο στρατιώτης υπηρετεί στο Ανατολικό Μέτωπο, τον Νοέμβριο του 1942 (κεφ. 54, Τα Σκοτάδια, σελ 209-211).

«Ανατολικό Μέτωπο, 25 Νοεμβρίου 1942

Γλυκιά, μικρή μου Φρίντα!

Μια και δεν έχω πολύ χρόνο στη διάθεσή μου για να σου γράψω γράμμα, αλλά δεν θέλω και να σε κάνω να περιμένεις, σου στέλνω αυτήν την καρτούλα.Είμαι πάντα καλά, το ίδιο ελπίζω και για σας στο σπίτι! Σε φιλώ! Πολλά φιλιά και στα παιδιά μας!

Ο Αλόις σου, ο μπαμπάς σας».

Την ίδια μέρα, ο Κόκκινος Στρατός εξαπολύει μια φοβερή αντεπίθεση κατά των γερμανικών δυνάμεων του θυλάκου του Ρζέφ. Ο Αλόις Σ. πέφτει στο πεδίο της μάχης λίγες ώρες αφότου διαβεβαίωνε τη γυναίκα και τα παιδιά του ότι όλα πήγαιναν καλά…

Η ιστορικός επισημαίνει ότι αυτοί, οι τόσο ανθρώπινοι και τρυφεροί στρατιώτες, ήταν ακριβώς εκείνοι που «διέπραξαν το ανεπανόρθωτο». Η οικειότητα που δημιουργεί η ανάγνωση των επιστολών αυτών αποτελεί ευκαιρία περισυλλογής σχετικά με τον ανθρώπινο χαρακτήρα και τον διαρκή κίνδυνο επανάληψης μιας δολοφονικής επιχείρησης τέτοιου μεγέθους. «Ο πόλεμος, κατά μείζονα λόγο ο πιο φρικαλέος δυνατός, δεν είναι υπόθεση γραφειοκρατικών μηχανών. Ήταν, είναι και θα είναι υπόθεση ανθρώπων» (σελ. 40).

[Marie MOUTIER, avec la participation de Fanny CHASSAIN-PICHON, préface de Timothy SNYDER «Lettres de la Wehrmacht», Perrin, Παρίσι 2014, 338 σελ.]