Τέλος άδοξο και ατυχές…

Η αυλαία έπεσε βεβαίως με κάποιαν επιδεξιότητα, όπως αρμόζει όταν αποφαίνονται ειδικοί. Πολλοί, άλλωστε, ήταν εκείνοι που διατείνονταν ότι για τέτοια θέματα δικαίωμα να εκφέρουν γνώμη έχουν μόνον οι επαΐοντες. Στην πραγματικότητα, όμως, το ζήτημα είναι εξόχως πολιτικό: αφορά την ιεράρχηση των προτεραιοτήτων μιας κοινωνίας και τα κριτήρια βάσει των οποίων καθορίζονται οι προτεραιότητες αυτές.

Τα ευρήματα της Θεσσαλονίκης ήταν πολλαπλώς άτυχα. Κατά πρώτον, αναγόμενα στην Ύστερη Αρχαιότητα, δεν μπορούσαν να ενταχθούν ούτε στο εθνικό παραϊστορικό αφήγημα ούτε στο φαντασιακό περί Αρχαιότητας που διαμόρφωσαν και εν συνεχεία μας μετέδωσαν οι διάφοροι δυτικοί αρχαιολάτρες του 18ου και του 19ου αιώνα. Δεν υπήρχαν ούτε Μεγαλέξανδροι ούτε Αθηναϊκές Δημοκρατίες. Δεν μπορούσαν καν να σωθούν με την επίκληση κάποιου παραμυθιού με δράκο, όπως αυτό των «ξένων που μας ζηλεύουν, μας φθονούν και κλέβουν τα μνημεία μας». Δεν είναι τυχαίο που αρκετοί υποστηρικτές της διάσωσης των ευρημάτων προτιμούσαν να κάνουν λόγο, κάπως αδέξια, για «βυζαντινά μνημεία», μήπως και συγκινήσουν τίποτε ευαίσθητους πατριδόψυχους. Για τους ίδιους λόγους, η επιχειρηματολογία των υπέρμαχων της κατ’ ουσίαν καταστροφής των αρχαιοτήτων ολίσθησε γρήγορα από το λογικοφανές («δεν είναι δυνατό μερικά αρχαία να θέτουν σε κίνδυνο την υλοποίηση ενός έργου απαραίτητου για μια σύγχρονη μεγαλούπολη») στη χονδροειδή υποτίμηση και τους χυδαίους αφορισμούς («Σιγά το πράγμα! Κι εγώ άμα σκάψω στην αυλή μου θα βρω τέτοια αρχαία!», «Και τι θα πάθουμε με μια κολόνα λιγότερη;»).

Εν συνεχεία, οι αρχαιότητες της Θεσσαλονίκης είχαν την ατυχία να μην αποτελούν μεμονωμένα ευρήματα: δεν ήταν ένα περίτεχνο γλυπτό, δυο ψηφιδωτά, μια τοιχογραφία, πράγματα που προκαλούν ευκολότερα το ενδιαφέρον του κοινού. Αποτελούσαν ένα αδιάσπαστο σύνολο. Ωστόσο, όπως σοφά επισήμαινε κάποτε ο Αντρέ Μαλρώ, η διαφύλαξη της ιστορικής κληρονομιάς δεν μπορεί να περιορίζεται στη διατήρηση μεμονωμένων μνημείων, αλλά επιτάσσει τη διατήρηση συνόλων. Στην περίπτωσή μας, ο άνθρωπος του 21ου αιώνα θα είχε την ευκαιρία να περπατήσει στους δρόμους του κέντρου μιας πόλης της Ύστερης Αρχαιότητας, μιας τετραρχικής πρωτεύουσας, της μητρόπολης του ελληνικού χώρου και των Βαλκανίων.

Κάποιος θα έλεγε ότι με τη στάση μας καταδεικνύεται ο προνεοτερικός χαρακτήρας της ελληνικής κοινωνίας. Κάποιος άλλος, με λιγότερες αναστολές, θα υποστήριζε ότι η κοινωνία αυτή έχει από καιρό κάνει τις θεμελιώδεις επιλογές της, που δεν είναι άλλες από την αναζήτηση του βραχυπρόθεσμου κέρδους και την αρπαχτή. Για τον λόγο αυτό και δεν θα ωφελούσε σε τίποτε η επιχειρηματολογία με όρους μάντζμεντ και μάρκετιν, η υπόμνηση του brand name «Ελλάδα», που είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένο με την ιστορική κληρονομιά της, η επισήμανση του αυτονόητου, ότι δηλαδή το ίδιο το οικονομικό συμφέρον μας επιβάλλει τη διάσωση και την ανάδειξη μνημείων.

Κατά τα λοιπά, μπορούμε πάντοτε να φαντασιωνόμαστε Μεγαλέξανδρους στην Αμφίπολη, να ζητούμε την επιστροφή των Ελγινείων, να επικαλούμαστε το ένδοξο παρελθόν και, παράλληλα, να ονειρευόμαστε ότι από την οικονομική κρίση θα μας βγάλουν οι εκατοντάδες νεοφυείς επιχειρήσεις που θα πωλούν λογισμικό στους «κουτόφραγκους». Να πιστεύουμε, δηλαδή, ότι στην έρημο που οι ίδιοι δημιουργήσαμε θα φυτρώσει δάσος τροπικό.

Μπορεί και να είναι έτσι. Δεν είμαι ειδικός για να σας το πω.

[αρχική δημοσίευση: ΦΜΠ, 19 Δεκεμβρίου 2019]

Η (άτακτη;) υποχώρηση του δημόσιου χώρου

Το ταχυδρομικό μέγαρο στην Πλατεία Αμίλιους πριν από τα έργα (πηγή: Βικιπαίδεια, χρήστης MMFE)

Σε παλαιότερες αναρτήσεις στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης είχαμε εξηγήσει τους λόγους για τους οποίους οι επιλογές των λουξεμβουργιανών ελίτ ενέχουν τον κίνδυνο να καταστήσουν τη χώρα λιγότερο φιλόξενη σε πολιτικό και πολιτισμικό επίπεδο απ’ ό,τι ήταν στο πρόσφατο παρελθόν. Ένα παράδειγμα, το οποίο σε καμία περίπτωση δεν είναι μεμονωμένο, καταδεικνύει ότι τον ίδιο κίνδυνο διατρέχει και το ίδιο το αστικό περιβάλλον της πρωτεύουσας της χώρας.

Πριν από μερικά χρόνια η Πλατεία Αμίλιους αποτελούσε χώρο κατεξοχήν δημόσιο. Εκεί βρίσκονταν το κέντρο διοικητικών υπηρεσιών του δήμου, το οποίο εξυπηρετούσε τους πολίτες, η αστυνομία, το ταχυδρομικό μέγαρο και, βέβαια, οι στάσεις των λεωφορείων. Η πλατεία δεν ήταν ακριβώς όμορφη. Τα τελευταία νεοκλασσικά και λοιπά κτίρια υψηλής αισθητικής του τέλους του 19ου και των αρχών του 20ού αιώνα παραδίνονταν στις μπουλντόζες κι έδιναν τη θέση τους σε απρόσωπα κτίρια γραφείων που μετά από μια δεκαετία μόλις έδειχναν ήδη κακογερασμένα. Ήταν ωστόσο ένας χώρος φιλόξενος για τους κατοίκους και τους επισκέπτες. Οι στάσεις των λεωφορείων ήταν λειτουργικές, διέθεταν στέγαστρα, παρείχαν στον πολίτη τη δυνατότητα να περιμένει σε συνθήκες ανθρώπινες. Η αισθητική του χώρου διασωζόταν από το υπέροχο ταχυδρομικό μέγαρο, έργο του αρχιτέκτονα Σωσθένη Βάις στις αρχές του περασμένου αιώνα. Τέλος, η πλατεία αποτελούσε την πύλη εισόδου στο ιστορικό κέντρο της πόλης. Ο ανοιχτός της χώρος σε προσκαλούσε να προχωρήσεις και να επισκεφθείς τα πολύ ομορφότερα σημεία που σε περίμεναν στη συνέχεια του δρόμου σου.

Την ίδια στιγμή ο Δήμος Λουξεμβούργου εκπονούσε το σχέδιο που, σύμφωνα με τους εμπνευστές του θα έφερνε την Πόλη του Λουξεμβούργου στον 21ο αιώνα. Ποιον, όμως, 21ο αιώνα και με βάση ποιες ακριβώς αντιλήψεις; Το φαραωνικό σχέδιο, το οποίο η πόλη θα ανέθετε σε κάποιον διεθνούς φήμης αρχιτέκτονα κατόπιν διαγωνισμού, προέβλεπε ένα τεράστιο συγκρότημα το οποίο θα κάλυπτε όχι μόνον τον χώρο της Πλατείας Αμίλιους, αλλά θα συνεπαγόταν και την απαλλοτρίωση σειράς κτιρίων επί του Μπουλβάρ Ρουαγιάλ, και το οποίο θα περιελάμβανε εμπορικό κέντρο, πολυώροφο γκαράζ και διαμερίσματα κατοικιών. Οι διαγωνισμοί προκηρύχθηκαν και διενεργήθηκαν, ο σχεδιασμός ανατέθηκε στον Βρετανό σερ Νόρμαν Φόστερ, οι εργολάβοι ορίστηκαν. Το κέντρο της πόλης μετατράπηκε για μια πενταετία σε ένα κακάσχημο αχανές εργοτάξιο, με αίσθηση Βερολίνου του 1945. Ανυπολόγιστη η ζημιά για τα καταστήματα κι εστιατόρια της περιοχής. Απίστευτη η ταλαιπωρία των κατοίκων και των επισκεπτών της πόλης. Το σύστημα των δημόσιων συγκοινωνιών μεταρρυθμίσθηκε ριζικά. Το κοινό των στάσεων της πλατείας μεταφέρθηκε σε δύο στάσεις, Μπουλβάρ Ρουαγιάλ-Αμίλιους και Ίδρυμα Πεσκατόρ, συνωστιζόμενο σε στενά πεζοδρόμια, περιμένοντας κάτω από τη βροχή, το χιόνι ή τον ήλιο, σχηματίζοντας ουρές μήκους 500 μέτρων. Οι άνθρωποι διαγκωνίζονταν για να κατορθώσουν να φτάσουν στο απρόβλεπτο σημείο όπου στάθμευε το λεωφορείο που περίμεναν, αγωνίζονταν να αποφύγουν ποδηλάτες και οδηγούς ηλεκτρικών πατινιών που θεωρούσαν ότι είναι οι απόλυτοι κύριοι του πεζοδρομίου κι αποφάσιζαν να επιταχύνουν μέσα στο πλήθος…

Η νέα μορφή της πλατείας (πηγή: ιστότοπος του νέου συγκροτήματος royal-hamilius, http://www.royal-hamilius.lu)]

Και κάποια στιγμή το έργο ολοκληρώθηκε. Ένα μαμούθ από γυαλί και μέταλλο. Κρύο. Όχι ιδιαιτέρως όμορφο. Με την παραδοξότητα να διακόπτεται από μια γερασμένη πολυκατοικία (της οποίας δεν συμφώνησαν όλοι οι ιδιοκτήτες με την απαλλοτρίωση) της δεκαετίας του 1970 για να συνεχιστεί μετά… Ένας γίγαντας που κρύβει το όμορφο ταχυδρομικό μέγαρο. Οι μόνοι που θα έχουν τη δυνατότητα να το θαυμάζουν είναι οι ένοικοι των διαμερισμάτων τους συγκροτήματος. Άνθρωποι που πλήρωσαν κοντά 20 χιλιάδες ευρώ το τετραγωνικό μέτρο, χωρίς μάλιστα να αποκτούν πλήρη κυριότητα, αλλά στο πλαίσιο απλώς εμφυτευτικής μίσθωσης ισχύος 100 ετών. Οι υπόλοιποι θα μπορούν απλώς να το βλέπουν μέσα από την «κλειδαρότρυπα» της στενής οδού την οποία καταδέχτηκε να παραχωρήσει το συγκρότημα ανάμεσα στα δύο μέρη του. Πράσινο δεν υπάρχει πουθενά, εκτός από την οροφή του εμπορικού κέντρου. Κι αν αναρωτιέστε μήπως κέρδισε κάτι ο καταναλωτής, η απάντηση φοβούμαι ότι δεν θα είναι ενθαρρυντική. Το τμήμα βιβλίων της Φνακ είναι θλιβερά μικρό. Οι νέες Γκαλλερί Λαφαγιέτ άνοιξαν διατυμπανίζοντας τη συνεργασία τους με γνωστό λουξεμβουργιανό κατάστημα πώλησης ενδυμάτων. Σε τελική ανάλυση προσφέρουν αυτά που ήδη έβρισκε ο καταναλωτής και πριν…

Η μεταμόρφωση ολοκληρώθηκε κι η γεύση που αφήνει είναι μάλλον πικρή. Το ελάχιστο και σχετικό κέρδος δεν αντισταθμίζει την ταλαιπωρία πέντε δύσκολων χρόνων ούτε, κατά μείζονα λόγο, τις απώλειες για τον πολίτη. Ο δημόσιος χώρος ιδιωτικοποιήθηκε σχεδόν ολοκληρωτικά. Το άτομο αντιμετωπίζεται λιγότερο ως πολίτης και πολύ περισσότερο ως πελάτης-καταναλωτής. Το Βασιλικό Βουλεβάρτο από πύλη εισόδου στο ιστορικό κέντρο μετατράπηκε σε τείχος που διώχνει τον επισκέπτη κάνοντάς τον να αισθανθεί παρείσακτος. Η ίδια η πόλη χάνει την ιστορική της συνέχεια, απεμπολεί το παρελθόν της. Είναι λογικό όταν, βάσει πνεύματος νεοπλουτισμού, τα πρότυπα είναι το Μανχάταν και το Ντουμπάι.

Παραφράζοντας ελαφρώς την κατακλείδα του άρθρου που αποτέλεσε την πηγή έμπνευσης για την ανάρτηση, οι επιλογές αυτές είναι ουσιωδώς πολιτικές. Όσο, όμως, οι άνθρωποι βρίσκουν φτηνά επώνυμα ρούχα, σημεία φόρτισης του κινητού τους και σάντουιτς με αβοκάντο δεν υπάρχει περίπτωση να αναλογισθούν τις ανισότητες που χαρακτηρίζουν τις δυτικές κοινωνίες του πρώτου τετάρτου του 21ου αιώνα.

[αρχική δημοσίευση: ΦΜΠ, 15 Δεκεμβρίου 2019]

Brava gente!

Ιταλοί Μπερσαλιέροι στο Στάλινο (σημερινό Ντονιέτσκ) της ανατολικής Ουκρανίας

Όψη 1η

«Η νύχτα των Χριστουγέννων έπεσε πάνω από τη λευκή έκταση. Συγκλόνιζε και σπάραζε την καρδιά, όπως μπορούν να νιώσουν μοναχά οι στρατιώτες στα χαρακώματα, μακριά από κάθε αγαθό, σκορπισμένοι μέσα στη σιωπή, δίπλα στ’ αστέρια…» [Τζούλιο Μπεντέσκι «Centomila gavette di ghiaccio»]

«Όταν μπήκαμε στη Νίκαια ήταν προφανές ότι οι Γάλλοι μάς υποδέχτηκαν με ένα συναίσθημα χειρότερο από το μίσος, την περιφρόνηση. Δεν σταματούσαν να λένε ότι το μοναδικό αήττητο γαλλικό στράτευμα ήταν η Στρατιά των Άλπεων που μας είχε νικήσει στο πεδίο της μάχης. Διατείνονταν ότι οι Ιταλοί δεν θα έμεναν στη Γαλλία παρά μόνο λίγους μήνες. Κι έλεγαν κοροϊδευτικά ότι οι Μπερσαλιέροι που έφτασαν φορώντας φτερά στα καπέλα θα έφευγαν με το φτερό στον κ…» [λοχαγός Μπρόκι, αξιωματικός της υπηρεσίας πληροφοριών του ιταλικού στρατού, Νοέμβριος 1942]

Το στερεότυπο για τον Ιταλό στρατιώτη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου παραπέμπει σε ένα μάλλον συμπαθητικό τύπο που παίζει μαντολίνο, τραγουδά και φλερτάρει τις κοπέλες. Οι επιδόσεις του στο πεδίο της μάχης απέχουν πολύ από το να μπορούν να θεωρηθούν αξιοσημείωτες. Σύμμαχοι και αντίπαλοι μιλούν υποτιμητικά για τις ικανότητές του.

Εκ πρώτης όψεως, τα ιστορικά γεγονότα επιβεβαιώνουν τις εντύπωση αυτή. Ήττα στις Άλπεις από τις δυνάμεις ενός γαλλικού στρατού που ήδη έχει συντριβεί από τη Βέρμαχτ, στραπάτσο στον Ελληνοϊταλικό Πόλεμο, αποτυχίες στη Βόρειο Αφρική. Μια προσεκτικότερη ματιά, ωστόσο, αποκαλύπτει μια αλήθεια πιο σύνθετη. Αν οι ιταλικές επιδόσεις στον πόλεμο δεν είναι λαμπρές, αυτό δεν οφείλεται κατ’ ανάγκη σε κάποια εγγενή αδυναμία ή αδιαφορία για το αιματηρό «άθλημα» του πολέμου. Η όχι ιδιαίτερα προικισμένη πολιτική και στρατιωτική ηγεσία, η προβληματική διοικητική μέριμνα κι ο πλημμελής εξοπλισμός εξηγούν πολλά (οι υποτιθέμενες μηχανοκίνητες -autotrasportate- μονάδες του ιταλικού στρατού είχαν τόσο μεγάλες ελλείψεις σε οχήματα που οι στρατιώτες που υπηρετούσαν σ’ αυτές τις αποκαλούσαν autoscarpe, σαν να έλεγαν, δηλαδή, ότι το μόνο μηχανοκίνητο στοιχείο της μονάδας ήταν τα παπούτσια των ίδιων των φαντάρων).

Στην πραγματικότητα, ο ιταλικός στρατός ήταν ένα στράτευμα όπως όλα τ’ άλλα. Είχε κι αυτός να επιδείξει πράξεις ηρωϊσμού, ακριβώς όπως και το δικό του παθητικό το βάρυναν εγκλήματα πολέμου.

—————————————————————————–

Η φασιστική Ιταλία συμμετείχε στην προσπάθεια του Χίτλερ να πραγματοποιήσει το παράλογο σχέδιο κατάκτησης της ΕΣΣΔ με ένα εκστρατευτικό σώμα (ARMIR) που αριθμούσε περίπου 250.000 άνδρες. Οι μισοί από αυτούς δεν επέστρεψαν ποτέ στην πατρίδα τους.

Μολονότι συνήθως οι ιταλικές δυνάμεις αποτελούσαν εύκολη λεία για τον Κόκκινο Στρατό, σε κάποιες περιπτώσεις οι Ιταλοί πολέμησαν με απαράμιλλη ανδρεία. Τον Ιανουάριο του 1943, ενώ η 6η Στρατιά του Πάουλους εξοντώνεται πολιορκημένη στο Σταλινγκράντ, τρεις ορεινές μεραρχίες (Γιούλια, Κουνεένσε και Τριντεντίνα) επιλέγουν την αυτοθυσία ώστε να καταστήσουν δυνατή την υποχώρηση των συμπολεμιστών τους, Γερμανών και Ιταλών, από την περιοχή του Ντον.

Η υποχώρηση του ιταλικού πεζικού στην περιοχή του ποταμού Ντον

«Προτίμησαν να δώσουν φονικές μάχες οπισθοφυλακής, την ώρα που παρενοχλούνταν διαρκώς από παρτιζάνους, παρά να παραδοθούν. Με τίμημα μεγάλες απώλειες, διέσχισαν 350 χιλιόμετρα πεζοί, μέσα στο χιόνι και το κρύο, με θερμοκρασίες χαμηλότερες από 30, 40, ακόμα και 50 βαθμούς υπό το μηδέν, χωρίς οχήματα, χωρίς εφόδια, χωρίς αντιαρματικά όπλα, χωρίς αεροπορική κάλυψη, χωρίς ασυρμάτους.» [Hubert Heyriès σε J. Lopez και Olivier Wieviorka (επιμ.) «Les mythes de la seconde guerre mondiale», εκδ. Perrin, Παρίσι, 2015, σελ. 205 επ., ειδικ. σελ. 219-220]

«Έβλεπα να περνά μπροστά μου μια ατέλειωτη φάλαγγα φαντασμάτων, μορφών που δεν είχαν πια τίποτε το ανθρώπινο. Προχωρούσαν τρεκλίζοντας, παραπατώντας, σέρνοντας τα πόδια τους στο χιόνι, σιωπηλοί. Η όψη αυτών των σκαμμένων, αποστεωμένων προσώπων, το βλέμμα που διάβαζε κάποιος σε αυτά τα κοκκινισμένα μάτια, τα χαμένα σε παραισθήσεις, έδιναν την εντύπωση μια παρέλασης πλασμάτων τα οποία, έχοντας υποστεί ένα παρατεταμένο μαρτύριο, είχαν χάσει το φως της λογικής». [λοχαγός Τζιοβάννι Μπαττίστα Στούκι, 31 Ιανουαρίου 1943]

Ελάχιστοι κατόρθωσαν να διασπάσουν τον κλοιό του Κόκκινου Στρατού και να ξεφύγουν, Ανάμεσά τους, ο Τζούλιο Μπεντέσκι, που υπηρετούσε ως ανθυπίατρος στην 3η Ορεινή Μεραρχία «Γιούλια» και ο οποίος περιέγραψε γλαφυρά το έπος των συμπολεμιστών του στο μυθιστόρημα «Centomila gavette di ghiaccio» [(«Εκατό χιλάδες παγωμένες καραβάνες»), εκδ. Mursia, Μιλάνο, 1963]

Εξώφυλλο του βιβλίου του Μπεντέσκι

[ο Μπεντέσκι δεν ήταν, βέβαια, κάποιος άγιος. Ιδεολογικά κοντά στο φασιστικό κόμμα, προτίμησε το θέρος του 1943 να συνταχθεί με την Ιταλική Κοινωνική Δημοκρατία. Μεταπολεμικά καταδικάστηκε σε στέρηση πολιτικών δικαιωμάτων και εκτόπιση στη Σικελία.]

Όψη 2η

Όταν γίνεται λόγος για εγκλήματα πολέμου στην Ελλάδα κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, τα ονόματα που έρχονται στο μυαλό είναι γνωστά: Δίστομο, Καλάβρυτα, ενδεχομένως μαζί με την Κάντανο ή το Κοντομαρί, τους μαρτυρικούς τόπους των σφαγών στην Κρήτη που προηγήθηκαν χρονικά εκείνων στην ηπειρωτική Ελλάδα. Σε όλες τις περιπτώσεις, αυτουργός ήταν η Βέρμαχτ. Και είναι δύσκολο να ξεχαστούν τα δράματα αυτά. Το ίδιο το ελληνικό κράτος τιμά με κάθε επισημότητα τη μνήμη των θυμάτων, ενώ φορείς και άτομα συνεχίζουν να διεκδικούν πολεμικές αποζημιώσεις από τη Γερμανία. Πόσοι, όμως, θυμούνται ή γνωρίζουν το Δομένικο;

Ακριβώς όπως ο τόσο υποτιμημένος ιταλικός στρατός είχε να επιδείξει ανδραγαθήματα, ομοίως βαρύνεται και με εγκλήματα πολέμου. Όχι σπάνια η εικόνα του ως στρατού κατοχής δεν ήταν σύμφωνη με το στερεότυπο του ευγενικού στρατεύματος του οποίου τα σοβαρότερα εγκλήματα ήταν η διατάραξη κοινής ησυχίας, από τις καντάδες των στρατιωτών του, και το φλερτ στα κορίτσια των υπό κατοχή περιοχών.

Η σφαγή στο Δομένικο είναι, ίσως, το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα. Νωρίς το πρωί της 16ης Φεβρουαρίου 1943 μια ιταλική φάλαγγα πέφτει σε ενέδρα ανταρτών του ΕΛΑΣ έξω από το χωριό Δομένικο της επαρχίας Ελασσόνας. Στη συμπλοκή που ακολουθεί σκοτώνονται 9 Ιταλοί στρατιώτες. Η απάντηση της 24ης Μεραρχίας Πεζικού «Πινερόλο» η οποία στρατοπεδεύει στη Λάρισα και την οποία διοικεί ο στρατηγός Τσέζαρε Μπενέλλι είναι άμεση. Λίγες ώρες μετά το συμβάν, οι άνδρες της μπαίνουν στο Δομένικο και αρχίζουν να πυρπολούν τα σπίτια του χωριού. Συγκεντρώνουν τον πληθυσμό στην πλατεία και ξεχωρίζουν όλους τους άρρενες μεταξύ 14 και 80 ετών, τους οποίους και εκτελούν στη συνέχεια σε διάφορα σημεία. Οι επιχειρήσεις συνεχίζονται και την επομένη με τον εντοπισμό και την εκτέλεση όσων είχαν ξεφύγει από την πρώτη μαζική σύλληψη. Ο συνολικός αριθμός των θυμάτων ανέρχεται, τουλάχιστον, στα 150.

Η σφαγή στο Δομένικο

Η σφαγή στο Δομένικο είναι ίσως το πιο αιματηρό συμβάν, αλλά δεν αποτελεί μεμονωμένη περίπτωση. Ανάλογες σφαγές διαπράττονται στην Τσαρίτσανη, τον Δομοκό και τα Φάρσαλα, χωρίς να ξεχνούμε τις εκτελέσεις κρατουμένων στο στρατόπεδο της Λάρισας. Ανάλογη είναι η συμπεριφορά των ιταλικών κατοχικών δυνάμεων και εκτός Ελλάδας. Στις αρχές του 1942, ο στρατηγός Μάριο Ροάττα (που διατέλεσε δύο φορές αρχηγός γενικού επιτελείου), τότε διοικητής των ιταλικών δυνάμεων σε Σλοβενία και Δαλματία, εκδίδει την αριθ. 3C εγκύκλιο, πραγματικό εγχειρίδιο καταστολής του ανταρτοπολέμου, με την οποία επιβάλλει τη χρήση σκληρών αντιποίνων κατά του άμαχου πληθυσμού. Η εγκύκλιος αυτή δεν έμεινε, βεβαίως, ανεφάρμοστη. Τέλος, στη Βόρεια Αφρική, τα θύματα είναι συνήθως άμαχοι προερχόμενοι από τον ιθαγενή πληθυσμό και αιχμάλωτοι Ινδοί στρατιώτες του βρετανικού στρατού.

Στρατηγός Μάριο Ροάττα

Το καλοκαίρι του 1943, μετά την ανατροπή του καθεστώτος Μουσσολίνι, η Ιταλία βρέθηκε στο στρατόπεδο των συμμάχων. Μεταπολεμικά, δεν έπρεπε να θιγεί σε καμία περίπτωση το κύρος ενός πυλώνα του δυτικού κόσμου. Ως εκ τούτου, δεν υπήρξε ιταλική Νυρεμβέργη. Το ιταλικό κράτος διέγραψε τα εγκλήματα πολέμου από τη συλλογική ιστορική μνήμη, το ίδιο δε έπραξαν κι οι κυβερνήσεις των χωρών των θυμάτων. Όλα ξεχάστηκαν. Το ντοκιμαντέρ του Τζοβάνι Ντονφραντσέσκο «La guerra sporca di Mussolin» («Ο βρόμικος πόλεμος του Μουσσολίνι») προβλήθηκε το 2008 στο History Channel. Στην Ιταλία κανένας τηλεοπτικός σταθμός δεν ενδιαφέρθηκε ή δεν θέλησε να το προβάλει.

Brava gente… αλλά ο ιταλικός στρατός συμπεριφέρθηκε όπως κάθε στρατός κατοχής. Βίαια και ενίοτε εγκληματικά.

[πηγές: Hubert Heyriès σε J. Lopez και Olivier Wieviorka (επιμ.) «Les mythes de la seconde guerre mondiale», εκδ. Perrin, Παρίσι, 2015, σελ. 205 επ./ Lidia Santarelli «Muted violence: Italian war crimes in occupied Greece«, Journal of Modern Italian Studies τ. 9, αριθ. 3, 2004, σελ. 280 επ./ Davide Rodogno σε J. Lopez και Olivier Wieviorka (επιμ.) «Les mythes de la seconde guerre mondiale, volume 2», εκδ. Perrin, Παρίσι, 2017, σελ. 183 επ.]

[αρχική δημοσίευση: ΦΜΠ, 27 Νοεμβρίου και 30 Νοεμβρίου 2019]

Ανατομία μιας εκλογικής αποτυχίας

Δύσκολα μπορεί να αντισταθεί κάποιος στον πειρασμό να επιχειρήσει να εξηγήσει τους λόγους της παταγώδους (για κόμμα εξουσίας) αποτυχίας του ΣΥΡΙΖΑ στις πρόσφατες ευρωεκλογές, η οποία τον φέρνει αντιμέτωπο με μια σχεδόν βέβαιη απώλεια της εξουσίας στις επερχόμενες βουλευτικές εκλογές. Το ουσιωδώς χρήσιμο σε ένα τέτοιο εγχείρημα είναι να μη ληφθούν υπόψη στοιχεία που ικανοποιούν ιδεολογικά ή συναισθηματικά τον γράφοντα, αλλά μόνον όσα απορρέουν από τη λογική ανάλυση των πραγμάτων. Για τον λόγο αυτό, αφετηρία της ανάλυσης είναι η παραδοχή ότι η διακυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ δεν διαφοροποιείται ουσιωδώς από τις πρακτικές των προηγούμενων κυβερνήσεων της Μεταπολίτευσης (κάτι που για εμένα προσωπικά αποτελεί αντικειμενικό στοιχείο, μολονότι γνωρίζω ότι οι περισσότεροι θα διαφωνήσετε). Ομοίως, δεν πρόκειται να ληφθούν υπόψη στοιχεία που άπτονται της προσωπικότητας πολιτικών (λ.χ. ο α΄ είναι ψεύτης, ενώ ο β΄ ειλικρινής – ο α΄ εμφορείται από κοινωνικές ευαισθησίες, ενώ ο β΄ είναι αναίσθητος στα βάσανα του λαού), διότι κατά βάθος τέτοιου είδους πεποιθήσεις δεν καθορίζουν τις εκλογικές προτιμήσεις των ψηφοφόρων, παρά τις περί του αντιθέτου πεποιθήσεις. Ας δούμε, επομένως, τα στοιχεία που μετά βεβαιότητος ζημίωσαν τις εκλογικές επιδόσεις του κυβερνώντος κόμματος (Ι), εκείνα που ενδεχομένως του προκάλεσαν φθορά (ΙΙ) και, τέλος, τους στερούμενους σημασίας παράγοντες (ΙΙΙ).

Ι.   Οι βεβαιότητες.

  1. Η νομοτελειακή φθορά κάθε κυβέρνησης (α), ιδίως μιας κυβέρνησης σε εποχή μνημονίων και οικονομικής επιτήρησης (β).

α. Ο εκλογέας ψηφίζει με βασικό κίνητρο να τιμωρήσει εκείνον που τον κυβέρνησε κατά το προηγούμενο χρονικό διάστημα, συνήθως με αλαζονεία, αδεξιότητα και (όπως τουλάχιστον ο ψηφοφόρος αισθάνεται) αδικία. Κοινοτοπία αφόρητη, αλλά ποιος σας είπε ότι οι κοινοτοπίες δεν εκφράζουν μέρος, τουλάχιστον, της αλήθειας; Στην «Πόλη των Φαντασμάτων», ο Μαζάουερ γράφει ότι, όταν ο σουλτάνος ανακαλούσε τον εκάστοτε πασά της Σαλονίκης με σκοπό να τον μεταθέσει, στους δρόμους της πόλης έστηναν γιορτή και πανηγύρι, μια και θα έφευγε «ο πιο ανίκανος και διεφθαρμένος πασάς που είχε γνωρίσει η Θεσσαλονίκη». Λίγους μήνες μετά τον διορισμό του νέου πασά, εκείνοι που γιόρταζαν ήταν πλέον πεπεισμένοι ότι ο νέος ήταν ακόμη πιο ανίκανος και διεφθαρμένος από τον παλιό. Έτσι, όμως, πάνε τα πράγματα.

β.   Το όπλο μιας κυβέρνησης για να αντισταθμίσει τις απώλειες αυτές είναι, βέβαια, οι παροχές προς τον λαό, συνήθως προς το τέλος της θητείας, όσο πλησιάζουν οι επόμενες εκλογές. Τα περιθώρια για παροχές, όμως, στην εποχή της οικονομικής επιτήρησης είναι πολύ μικρά. Χρειάζεται μεγάλη επιδεξιότητα (επικοινωνιακή και ουσιαστική) για να αντλήσει μια κυβέρνηση όφελος από αυτά. Στην προκειμένη περίπτωση δεν συνέβη κάτι τέτοιο, εκτός των άλλων διότι η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ έδινε διαρκώς την εντύπωση ότι πατούσε σε δύο βάρκες.

  1. Πατώντας σε δύο βάρκες.

Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν αντιμετώπιζε απλώς τον περιορισμό που ανέκυπτε από την ανάγκη τήρησης των όσων επέτασσαν τα μνημόνια. Έπρεπε να αποδεχθεί και μια αναγκαιότητα: αν ήθελε να εδραιωθεί ως κόμμα εξουσίας στο πλαίσιο μιας δυτικής δημοκρατίας, θα έπρεπε οπωσδήποτε να μεταλλαχθεί σε κεντροαριστερό κόμμα (δεν λέω σοσιαλδημοκρατικό, διότι όπως, πάνε τα πράγματα, πιο εύκολα τη βγάζει καθαρή αυτός που έχει βεβαρυμένο με ανθρωποκτονία ποινικό μητρώο, παρά εκείνος που διακηρύσσει ότι είναι σοσιαλδημοκράτης), ξεχνώντας τη ριζοσπαστική ρητορική και τις αντίστοιχες στοχεύσεις. Η προσπάθεια συμβιβασμού μεταξύ της ανάγκης να επιδειχθεί πολιτικός ρεαλισμός και εκείνης που ήθελε να διασωθούν έστω και τα προσχήματα αριστεροσύνης οδήγησε σε παλινωδίες, ανεπιτυχείς συμβιβασμούς και αδεξιότητες.

  • Ενώ θα μπορούσε να προβάλλει διαρκώς ότι αποδείχθηκε η συνεπέστερη κυβέρνηση ως προς την τήρηση των μνημονιακών απαιτήσεων, ο ΣΥΡΙΖΑ ομφαλοσκοπούσε επαναλαμβάνοντας ότι «το πρόγραμμα αυτό δεν είναι δικό μας». Όταν άρχισε να διακινεί το αφήγημα της εξόδου από τα μνημόνια ήταν πολύ αργά. Κι ό,τι έλεγε, δεν το έλεγε με πειστικό, για το εκλογικό σώμα, τρόπο.
  • Επιχειρώντας να τηρήσει τις μνημονιακές απαιτήσεις ακολούθησε την πεπατημένη των ελληνικών κυβερνήσεων, δηλαδή την υπερφορολόγηση. Το αποτέλεσμα ήταν να απογοητεύσει τα, εν ευρεία εννοία, μεσαία στρώματα που του χάρισαν τη νίκη το 2015. Όταν είχε την ευκαιρία να προβεί σε κάποιες παροχές, η αριστερή λογική επέβαλε να ενισχυθούν οι πλέον αδύναμες οικονομικά τάξεις. Δεν είναι παράλογο, δεν είναι ανήθικο (το αντίθετο, μάλλον), αλλά πρακτικά ζημίωσε και μάλιστα σοβαρά την κυβέρνηση. Όταν ο «μεγαλοσυνταξιούχος» των 800 ευρώ ανακάλυπτε ότι αυτό που του διαφήμιζαν ως 13η σύνταξη αντιστοιχούσε στο ένα τρίτο της συνήθους μηνιαίας σύνταξής του, ήταν λογικό να εκλάβει την κίνηση ως κοροϊδία. Με μια διαφορετική προσέγγιση (και επικοινωνιακή) ο ΣΥΡΙΖΑ θα μπορούσε να περιορίσει τις ζημιές, αλλά κάτι τέτοιο δεν συνέβη ποτέ.

Ο διχασμός προσωπικότητας είχε και άλλες σοβαρές επιπτώσεις, τόσο σε επίπεδο πολιτικών συμμαχιών όσο και στελέχωσης της διοίκησης.

  1. Επιζήμιες συμμαχίες.

Το πνεύμα πολιτικού ρεαλισμού υπερίσχυσε στον τομέα αυτό σε τέτοιο βαθμό που ο ρεαλισμός κατέληγε να είναι κυνισμός και μάλιστα όχι πολύ επιδέξιος. Δεν θα σταματήσω να γράφω πόσο ολέθρια ήταν για τον ΣΥΡΙΖΑ η αφύσικη συμμαχία με τους Αν.Έλ. Ο αντίλογος είναι ότι χωρίς αυτούς δεν θα κυβερνούσε ποτέ. Μπορεί (αν και δεν είμαι πεπεισμένος για αυτό). Στην πράξη, όμως, η πολιτική συμμαχία αυτή ζημίωσε τρομακτικά τον ΣΥΡΙΖΑ σε επίπεδο αξιοπιστίας, επικοινωνιακής διαχείρισης και (πρωτίστως) κυβερνητικής αποτελεσματικότητας. Όταν το έργο αυτό έφτασε στο τέλος του, το διαδέχθηκε μια πρακτική ψευδοοππορτουνιστικών συμμαχιών με ρετάλια κομμάτων γραφικών και με κατόχους της σφραγίδας κομμάτων με μηδενική απήχηση στο εκλογικό σώμα.

Το μόνο που απομένει είναι να βρεθεί ο ευφάνταστος συγγραφέας κάποιας Ουχρονίας στο πλαίσιο της οποίας ο ΣΥΡΙΖΑ σχηματίζει κυβέρνηση με το Ποτάμι και/ή το ΚΙΝΑΛ, παρακάμπτοντας και το δράμα του αρχικού εξαμήνου της πρώτης διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ.

  1. Προβληματική στελέχωση του κρατικού μηχανισμού.

Η αποτελεσματικότητα μιας κυβέρνησης κρίνεται συνήθως σε επίπεδο μεσαίων (και μεγαλομεσαίων) στελεχών του κρατικού μηχανισμού. Ο ΣΥΡΙΖΑ έκανε κάποιες κινήσεις προς τη σωστή κατεύθυνση, μόνο που δεν ήταν καθόλου επαρκείς. Η ανάγκη να ικανοποιηθούν οι ευκαιριακοί ή λιγότερο ευκαιριακοί πολιτικοί σύμμαχοι οδηγούσε και στην τοποθέτηση σε κρίσιμες θέσεις ανθρώπων που υποδείκνυαν κάθε λογής προβληματικοί συνεταίροι (Αν.Έλ., κατάλοιπα του ΠΑΣΟΚ ή της καραμανλικής ΝΔ κ.ο.κ.). Ποτέ δεν επικράτησε η αντίληψη ότι θα έπρεπε να χρησιμοποιηθούν άνθρωποι με επαρκή επαγγελματική κατάρτιση για τις θέσεις που επρόκειτο να καλύψουν. Η ειρωνεία έγκειται στο ότι το κυβερνών κόμμα θα μπορούσε να εκμεταλλευτεί πολύ καλύτερα προς τον σκοπό αυτό τη δεξαμενή στελεχών και συμπαθούντων.

[η προφανής δικαιολογία είναι η ομολογουμένως κακή συναφώς παράδοση των ελληνικών κομμάτων εξουσίας. Τις καλύτερες επιδόσεις σε επίπεδο στελέχωσης του κρατικού μηχανισμού τις είχε το εκσυγχρονιστικό ΠΑΣΟΚ. Τότε, όμως, «λεφτά υπήρχαν» (πραγματικά ή δανεικά), οπότε μπορούσαν να συνυπάρχουν επαγγελματικά στελέχη και αδηφάγα κομματικά].

ΙΙ.   Οι αμφίβολοι παράγοντες

  1. Η τραγωδία στο Μάτι: σε περιπτώσεις τέτοιας έκτασης τραγωδιών, μια κυβέρνηση φέρει αντικειμενική ευθύνη, ακόμη κι αν αποδείξει ότι έπραξε εν προκειμένω ό,τι ήταν ανθρωπίνως δυνατό. Η ευθύνη ενισχύεται όταν δεν έχει συμβεί κάτι τέτοιο κι όταν οι επικοινωνιακοί χειρισμοί είναι το λιγότερο αδέξιοι. Εντούτοις, οι τραγωδίες αυτές επιδρούν σε επίπεδο πρωτίστως συναισθηματικό: όσοι δεν επρόκειτο να ψηφίσουν ποτέ ΣΥΡΙΖΑ εδραίωσαν την πεποίθηση ότι η επιλογή τους είναι ορθή. Όσοι, πάλι, επρόκειτο να τον ψηφίσουν, επιχείρησαν να εκλογικεύσουν τα δεδομένα και να ικανοποιηθούν με το επιχείρημα ότι «όποια κυβέρνηση και να ήταν δεν θα κατόρθωνε κάτι καλύτερο». Μένουν οι αναποφάσιστοι. Ατυχώς, η ανίχνευση ψυχολογικών διαθέσεων είναι εξαιρετικά δυσχερής. Για πόσους η συγκεκριμένη τραγωδία αποτέλεσε καθοριστικό παράγοντα για την επιλογή στις εκλογές; Αν λάβουμε υπόψη το μοναδικό πρόσφατο ανάλογο παράδειγμα, όχι για πολλούς: το 2007, οι καταστροφικές πυρκαγιές ήταν εντελώς πρόσφατες, πλην όμως δεν φαίνεται να προκάλεσαν ουσιαστική φθορά στην απερχόμενη κυβέρνηση Καραμανλή, η οποία και εξασφάλισε την επανεκλογή της.
  2. Η συμφωνία των Πρεσπών: η ΝΔ ακολούθησε με επιτυχία την τακτική του παραδοσιακού ελληνικού εθνικισμού. Και φαίνεται να ενίσχυσε τα ποσοστά της στη Βόρεια Ελλάδα. Το πρόβλημα έγκειται στο ότι η συγκεκριμένη περιοχή ήταν παραδοσιακά για τον ΣΥΡΙΖΑ χώρος χαμηλών επιδόσεων. Τα αποτελέσματα της προηγούμενης Κυριακής δείχνουν ότι το «Μακεδονικό» έφθειρε μεν την παρούσα κυβέρνηση, όχι όμως και σε βαθμό αποφασιστικό.

ΙΙΙ.   Παράγοντες που δεν άσκησαν επιρροή.

Αναφερόμαστε στη θεωρία ότι ο ΣΥΡΙΖΑ πρόδωσε τις αρχές της Αριστεράς, δεν άσκησε πραγματικά αριστερή πολιτική, δεν εφήρμοσε το «πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης», δεν ήρθε σε ρήξη με την ΕΕ κ.λπ. Ωραία όλα αυτά, μόνο που οι εκλογείς οι οποίοι χάρισαν στον ΣΥΡΙΖΑ δύο φορές την πρωτιά το 2015 δεν είχαν τέτοιες προσδοκίες ή ψευδαισθήσεις. Αν ίσχυε κάτι τέτοιο, τότε Μέρα25, Πλεύση Ελευθερίας και ΛΑΕ θα συγκέντρωναν ποσοστό περί το 40 %. Εάν ο ΣΥΡΙΖΑ ακολουθούσε τέτοιου είδους γραμμή θα διεκδικούσε κάποιο μονοψήφιο ποσοστό (αν τα πράγματα συνεχίζονταν φυσιολογικά σε μια χώρα που θα είχε διακτινιστεί σε περίεργη τροχιά κάπου στο σύμπαν).

Όπως διαπιστώνετε, ούτε καν εξετάζω το ζήτημα του «επικοινωνιακού πολέμου» που φέρεται να δέχθηκε η νυν κυβέρνηση. Το 2015 τα πράγματα ήταν ακόμη χειρότερα. Δεν λέω ότι δεν είχε κάποια σημασία η πολεμική δύο ομίλων ΜΜΕ, απλώς νομίζω ότι δεν ήταν αυτή το καθοριστικό στοιχείο για τις εξελίξεις.

Μια τελευταία επισήμανση. Η εσπευσμένη προκήρυξη πρόωρων εκλογών μετά τα αποτελέσματα της 26ης Μαΐου συνιστά κίνηση πανικού. Δίνει την εντύπωση ότι κάποιοι πιστεύουν ότι κάθε μέρα επιφέρει και περαιτέρω μείωση των ποσοστών του κυβερνώντος κόμματος. Εκτός κι αν υπάρχει πρόγραμμα κομμάντο για την αντιστροφή της διαπιστωμένης τάσης. Ως τέτοιο δεν εννοώ, φυσικά, το να αρχίσουν άπαντες οι συμπαθούντες το κυβερνών κόμμα να αναρτούν κείμενα που θα μας προειδοποιούν για τις συμφορές που συνεπάγεται η άνοδος της ΝΔ στην εξουσία. Εννοώ ένα πρόγραμμα που θα εκπλήξει ευχάριστα τους αναποφάσιστους *. [το οποίο, προς το παρόν, δεν βλέπω, βέβαια]

*Λ.χ., όσον αφορά το ζήτημα της επιλογής της ηγεσίας των ανωτάτων δικαστηρίων: να ενθάρρυνε η κυβέρνηση τα ανώτατα δικαστήρια να επιλέξουν μόνα τους ηγεσία, δεσμευόμενη ότι θα σεβαστεί την επιλογή τους και θα προβεί σε ανάλογη πρόταση προς τον ΠτΔ. Πώς, όμως, να βρεθεί τέτοια φαντασία;

Επιμύθιο: Αν η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ υπήρξε καταρχήν μια ελληνική κυβέρνηση όπως όλες οι άλλες, τι θα έκανε εντύπωση σε όποιον εξετάσει τα πεπραγμένα της στο μέλλον; Κατά την άποψή μου, ένα διττό παράδοξο (εκ πρώτης όψεως).

1. Αποδείχθηκε η πιο συνεπής μνημονιακή κυβέρνηση στα χρόνια της ελληνικής κρίσης. Θα αντιταχθεί το εύλογο επιχείρημα ότι δεν είχε κι άλλη επιλογή, αν ήθελε να κυβερνήσει. Πιθανότατα. Ας δούμε τότε και αυτά στα οποία είχε μεγαλύτερα περιθώρια ευελιξίας.

2. Ήταν η κυβέρνηση που επιδίωξε με τον μεγαλύτερο ζήλο και συνέπεια την υλοποίηση διεθνών σχεδίων που εκπονήθηκαν υπερατλαντικά ή είχαν τις ευλογίες της υπερδύναμης (και των περισσότερων Ευρωπαίων εταίρων).

– Σε ό,τι αφορά το ουκρανικό ζήτημα, στάθηκε από την πρώτη στιγμή στο πλευρό του Ποροσένκο, δεν δίστασε να έρθει σε ρήξη με τη Μόσχα, υποστήριξε το σχέδιο δημιουργίας της Αυτοκέφαλης Εκκλησίας της Ουκρανίας (που υλοποίησε το Οικουμενικό Πατριαρχείο), σκοπός του οποίου ήταν να συγκεντρωθεί μεγάλο μέρος από τα διάσπαρτα κομμάτια του ουκρανικού εκκλησιαστικού παζλ και να μειωθεί η επιρροή του μοσχοβίτικου πατριαρχείου.

– Έκλεισε επιτυχώς το ζήτημα της σχετικής με την ονομασία διένεξης με την ΠΓΔΜ (και νυν Βόρεια Μακεδονία) με τη Συμφωνία των Πρεσπών.

– Συμμετείχε πρόθυμα και ενεργώς σε όλες τις διεθνείς πρωτοβουλίες που ανέλαβε η Πολωνία, αναβιώνοντας το κατά Πιουσούτσκι σχέδιο της «Διαθαλάσσιας Συμμαχίας» (Międzymorze).

Τα υπόλοιπα μου φαίνονται πιο εφήμερα…

[δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά στο ΦΜΠ, στις 2 Ιουνίου 2019]

 

Θύματα του… Κιουτσούκ-Καϊναρτζή

Τάταροι συγκρούονται με δυνάμεις της Πολωνολιθουανικής Κοινοπολιτείας, πιθανώς στα μέα του 17ου αιώνα - πίνακας του Πολωνού Γιούλιους Κόσσακ 19ος αι.

Τάταροι συγκρούονται με δυνάμεις της Πολωνολιθουανικής Κοινοπολιτείας, πιθανώς στα μέσα του 17ου αιώνα – πίνακας του Πολωνού Γιούλιους Κόσσακ 19ος αι.

Η Ιστορία των Τατάρων της Κριμαίας αποτελεί μάλλον τυπική περίπτωση εθνότητας που υπήρξε κυρίαρχη σε ορισμένο τόπο, πριν βρεθεί στη θέση του υποτελούς.

Η εθνογένεσή τους και η δημιουργία του χανάτου τους συνιστούν μακρόχρονες διαδικασίες που ξεκινούν στα τέλη του 13ου αιώνα (όταν κάποιες τουρκόφωνες φυλές που βρίσκονται υπό την κυριαρχία της μογγολικής Χρυσής Ορδής μετακινούνται προς δυσμάς), για να αποκρυσταλλωθούν κατά τη διάρκειά του 15ου. Η ανθρώπινη πρώτη ύλη της εθνογένεσης είναι οι Τούρκοι Κιπτσάκ, γνωστοί μας και με τα ονόματα Κουμάνοι ή Πολοφτσοί, που αφομοιώνουν στο πέρασμά τους στοιχεία από το εθνοτικό μωσαϊκό των περιοχών που κατακτούν. Τρία είναι τα κύρια χαρακτηριστικά αυτής της διαδικασίας: η σταδιακή απεξάρτηση από τη Χρυσή Ορδή, η εγκατάλειψη του σαμανισμού/ ανιμισμού και ο συνακόλουθος εξισλαμισμός, η εκδίωξη των τελευταίων δυνάμεων που ασκούσαν κάποια μορφή κυριαρχίας σε εδάφη της Κριμαίας, δηλαδή των Βυζαντινών και των Γενουατών.

Τάταρος έφιππος τοξότης (σχέδιο του Βάτσουαφ Παβλίσακ, 1866-1905)

Τάταρος έφιππος τοξότης (σχέδιο του Βάτσουαφ Παβλίσακ, 1866-1905)

Περίπου το 1420, οι Τάταροι της Κριμαίας κάλεσαν τον Χατζί Γκιράι, έναν τσενγκισχανίδη που ζούσε εξόριστος στη Λιθουανία, να διοικήσει την περιοχή και του έδωσαν τον τίτλο του χάνου. Η δυναστεία των Γκιράι επρόκειτο να ηγεμονεύσει στο κριμαϊκό χανάτο για τους επόμενους τρεις και πλέον αιώνες. Η εγκαθίδρυσή της οφείλει πολλά σε παιχνίδια συμμαχιών με τις μεγάλες δυνάμεις του ισλάμ και πιο συγκεκριμένα στην υποστήριξη της ανερχόμενης Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Οι Οσμανλήδες καθίστανται επικυρίαρχοι του χανάτου της Κριμαίας. Ενώ, όμως, έχουν λόγο στη διαδοχή (που κατά κανόνα προκαλεί διαμάχες κι εμφύλιους πολέμους μεταξύ των Τατάρων), η εποπτεία τους είναι μάλλον χαλαρή κι επιτρέπει στο χανάτο να ασκεί πραγματικά ανεξάρτητη εξωτερική πολιτική.

Μπαχτσίσαράυ: τα ανάκτορα των χάνων της Κριμαίας

Ο 16ος αιώνας συνιστά το απόγειο της ισχύος του Χανάτου της Κριμαίας που εμφανίζεται ως νόμιμος κυρίαρχος των ισλαμικών περιοχών της ανατολικής Ευρώπης και ειδικά του Χανάτου του Καζάν, ενώ ταυτόχρονα πλουτίζει από το εμπόριο σκλάβων. Το 1571 οι ταταρικές δυνάμεις του Ντεβλέτ Α΄ Γκιράι λεηλατούν τη Μόσχα του Ιβάν Δ΄ του Τρομερού κι επιστρέφουν στην Κριμαία με δεκάδες χιλιάδες σκλάβους. Την επόμενη χρονιά, όμως, συντρίβονται από τον στρατό της Μοσχοβίας στη Μάχη του Μολοντί. Από το σημείο αυτό και πέρα, η ισορροπία δυνάμεων αντιστρέφεται προς όφελος των Ρώσων και ξεκινά περίοδος παρακμής για το ταταρικό χανάτο, παρακμή την οποία εντείνει η ταυτόχρονη εξασθένιση της μεγάλης προστάτιδας, της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Ο τσάρος Ιβάν Δ΄ ο Τρομερός συγχαίρει τον πρίγκιπα Μιχαήλ Ιβάνοβιτς Βοροτίνσκι για τη νίκη του στη Μάχη του Μολοντί.

Ο τσάρος Ιβάν Δ΄ ο Τρομερός συγχαίρει τον πρίγκιπα Μιχαήλ Ιβάνοβιτς Βοροτίνσκι για τη νίκη του στη Μάχη του Μολοντί.

Το χανάτο της Κριμαίας θα εξακολουθήσει να έχει σημαντικό ρόλο στα πράγματα της Ανατολής και τον 17ο αιώνα. Την εποχή της εξέγερσης του Μπογκντάν Χμελνίτσκι θα συνταχθούν με τους Κοζάκους εναντίον των Πολωνών, συμβάλλοντας καθοριστικά στην επικράτηση των πρώτων στη μάχη του Ζόφτι Βόντι (1648), πριν αλλάξουν στρατόπεδο πληροφορούμενοι τη συμμαχία του αταμάνου των Κοζάκων με τους Ρώσους. Ωστόσο η δύναμή του αδυνατίζει όλο και περισσότερο την ώρα που οι αντίπαλοί του ενισχύονται. Η παρακμή δεν είναι αναστρέψιμη.

Σαχίν Γκιράι, ο τελευταίος Τάταρος Χάνος της Κριμαίας

Σαχίν Γκιράι, ο τελευταίος Τάταρος Χάνος της Κριμαίας

Η τελευταία πράξη του δράματος ξεκινά με τον Ρωσοτουρκικό Πόλεμο του 1768-1774. Με τη Συνθήκη του Κιουτσούκ-Καϊναρτζή η τσαρική Ρωσική Αυτοκρατορία αναγνωρίζεται ως επικυρίαρχος της Κριμαίας. Λίγο αργότερα, το 1783, κι εκμεταλλευόμενη μιαν ακόμη εμφύλια σύγκρουση για τη διαδοχή στο χανάτο, η Αικατερίνη Β΄ εύρισκε την ευκαιρία για να προσαρτήσει οριστικά κι αμετάκλητα την Κριμαία στην αυτοκρατορία της. Ο τελευταίος χάνος της Κριμαίας, ο Σαχίν Γκιράι, τελείωνε άδοξα τη σταδιοδρομία του, εξόριστος στη Ρόδο (εκτελέστηκε από τους Οθωμανούς ως προδότης). Οι Τάταροι υποβιβάζονταν από τη θέση της κυρίαρχης εθνότητας σ’ εκείνην της υποτελούς, ενώ η περιοχή τους αποικίζονταν από Ρώσους, Ουκρανούς, Γερμανούς κι Έλληνες του Πόντου.

Τάταρος μουλάς (από το βιβλίο του Γκούσταφ-Τέοντορ Πάουλι "Εθνογραφική περιγραφή των λαών της Ρωσίας", Πετρούπολη 1862)

Τάταρος μουλάς (από το βιβλίο του Γκούσταφ-Τέοντορ Πάουλι «Εθνογραφική περιγραφή των λαών της Ρωσίας», Πετρούπολη 1862)

Περίπου 160 χρόνια αργότερα, εν μέσω του γερμανοσοβιετικού πολέμου, ορισμένες ταταρικές ελίτ έκριναν ότι συντασσόμενοι με τους Γερμανούς κατακτητές θα μπορούσαν να βελτιώσουν τη θέση της εθνότητάς τους. Η συνεργασία αυτή είχε πολύ ακριβό τίμημα. Στις 11 Μαΐου 1944, μόλις δύο ημέρες μετά την ανακατάληψη της Σεβαστούπολής και την ολοκλήρωση της απελευθέρωσης της Κριμαίας, η κυβερνητική επιτροπή άμυνας της ΕΣΣΔ αποφασίζει την εκτόπιση του συνόλου του ταταρικού πληθυσμού της Κριμαίας λόγω συνεργασίας με τον εχθρό και τη μεταφορά του στην Κεντρική Ασία (κυρίως στο Ουζμπεκιστάν)! Η διαταγή θα εκτελεστεί μέσα σε τρεις ημέρες (18-21 Μαΐου) με τον γνωστό ζήλο (και την επίσης συνήθη έλλειψη προγραμματισμού). Με την ολοκλήρωση της επιχείρησης ποσοστό μεγαλύτερο του 40 % των εκτοπισμένων θα έχει χάσει τη ζωή του.

Η ιστορία των Τάταρων της Κριμαίας δεν διαφέρει ουσιωδώς από εκείνη μιας σειράς εθνοτήτων της ΕΣΣΔΑ που κατηγορήθηκαν για συνεργασία με τον εχθρό. Καλμούκοι, Βαλκάριοι, Καρατσάι, Τσετσένοι, Γερμανοί του Βόλγα. Η εθνότητά τους αποκαταστάθηκε συλλογικά από την κατηγορία το 1967 (οι Γερμανοί του Βόλγα είχαν αποκατασταθεί το 1964). Σε αντίθεση με άλλες εθνότητες δεν τους επετράπη να επιστρέψουν στα πατρογονικά εδάφη τους παρά μόνον στα χρόνια της διακυβέρνησης Γκορμπατσόφ (στους Γερμανούς του Βόλγα δεν επετράπη ποτέ κάτι τέτοιο).

Η τραγική ειρωνία συνίσταται στο ότι η μοίρα των Τατάρων δεν θα άλλαζε κατ’ ανάγκη αν στον πόλεμο επικρατούσαν οι Ναζί! Η Κριμαία αποτελούσε ξεχωριστή περίπτωση για τους Γερμανούς: ολόκληρος ο πληθυσμός της θα εκτοπιζόταν, ακόμη κι οι Τάταροι που είχαν συνεργαστεί με ζήλο με τους κατακτητές, προκειμένου η χερσόνησος να μετατραπεί σε γερμανική Ριβιέρα (ως κι ο ίδιος ο Χίτλερ ονειρευόταν να περάσει την εποχή της σύνταξής του σε κάποια έπαυλη της Κριμαίας!). Για να θεμελιωθεί η διεκδίκηση, ο θεωρητικός του ναζιστικού καθεστώτος Άλφρεντ Ρόζενμπεργκ υποστήριζε ότι η Κριμαία ήταν περιοχή που ανήκε στο παρελθόν στους Γότθους: για τον λόγο αυτό, άλλωστε, θα μετονομαζόταν σε Gotenland!

Οι σχέσεις εξουσιαστών κι εξουσιαζομένων είναι πάντα σκληρές κι αμείλικτες, κατά μείζονα λόγο όταν ερμηνεύονται με όρους εθνοτικούς. Και γίνονται ακόμη πιο απάνθρωπες στα χρόνια των πολέμων.

Και, τελικά, αν οι αντιπαραθέσεις των ισχυρών φέρνουν κάποτε στην επιφάνεια τις εθνικές τραγωδίες ορισμένων, υπάρχουν πάντα ιστορίες που δεν θα τις διηγηθεί ποτέ κανείς. Όπως αυτή των Ρομά της Κριμαίας που για αιώνες υπήρξαν οι βοσκοί και οι τεχνίτες των Τάταρων κυρίαρχων. Η ιστορία τους, όμως, δεν ενδιαφέρει, κατά πως φαίνεται, κανέναν.

Μπουλγκάκοφ και Σίμονοφ – Βίοι όχι ακριβώς παράλληλοι

Νεανική φωτογραφία του Μ. Α. Μπουλγκάκοφ

Νεανική φωτογραφία του Μ. Α. Μπουλγκάκοφ

Ο Κ. Μ. Σίμονοφ στα χρόνια του Μεγάλου Πατριωτικού Πολέμου

Ο Κ. Μ. Σίμονοφ στα χρόνια του Μεγάλου Πατριωτικού Πολέμου

I. Ο Μιχαήλ Αφανάσιεβιτς Μπουλγκάκοφ ήταν μάλλον δυστυχισμένος άνθρωπος. Εκεί που το είχε σχεδόν βέβαιο πως με το έργο του θα καθιερωνόταν στο λογοτεχνικό στερέωμα ως ο Μεγάλος Ρώσος Λογοτέχνης του 20ού αιώνα, διαπίστωνε πως είχε λογαριάσει δίχως τη λογοκρισία. Ό,τι και να έδινε κρινόταν ακατάλληλο προς δημοσίευση. Μα είναι αλήθεια πως κι αυτός ο ίδιος, ο πρώην στρατιωτικός ιατρός από το Κίεβο με το μονόκλ, το παπιγιόν και την εμφάνιση εν γένει αστού δανδή, δεν βοηθούσε ιδιαίτερα την υπόθεσή του.

Το πρώτο του μυθιστόρημα έφερε τον εύγλωττο τίτλο «Η Λευκή Φρουρά» . Πραγματευόταν τα δραματικά γεγονότα στο Κίεβο κατά το χρονικό διάστημα 1918-1920, όταν η ουκρανική πρωτεύουσα είχε αλλάξει χέρια τουλάχιστον δεκαπέντε φορές. Το έργο αυτό, διασκευασμένο σε θεατρικό υπό τον τίτλο «Ημέρες των Τουρμπίν», ανέβηκε το 1926 στο Θέατρο Τέχνης της Μόσχας, σκηνοθετημένο από τον μεγάλο Στανισλάφσκι. Αποθεώθηκε από το κοινό, αλλά η καθεστωτική κριτική υπήρξε λυσσαλέα: «έργο αστικής ηθικής και ιδεολογίας», «αντεπαναστατικό, εξιδανικεύει τους Λευκούς». Ο ίδιος ο Στάλιν το επέκρινε δημόσια (μολονότι το είχε παρακολουθήσει δεκαπέντε φορές!), ενώ τελικά το θεατρικό χαρακτηρίσθηκε κι επίσημα ως απαγορευμένο.

Από το ανέβασμα του θεατρικού του Μπουλγκάκοφ «Ημέρες των Τουρμπίν» στο Θέατρο Τέχνης της Μόσχας

Από το ανέβασμα του θεατρικού του Μπουλγκάκοφ «Ημέρες των Τουρμπίν» στο Θέατρο Τέχνης της Μόσχας

Ο Μπουλγκάκοφ είχε πλέον απογοητευτεί. Άρχισε να εκφράζει τη δυσαρέσκειά του φωναχτά σε φίλους και γνωστούς και να διατείνεται ότι ίσως να ήταν καλύτερα να πάει να ζήσει κάπου αλλού, σε κάποια χώρα όπου τουλάχιστον τα βιβλία του θα δημοσιεύονταν κι η αξία του ίσως και να αναγνωριζόταν. Και κάποια ημέρα χτυπά το τηλέφωνο και στην άλλη άκρη της γραμμής είναι ο Ιωσήφ Βησσαριόνοβιτς αυτοπροσώπως!

«- Τι πληροφορούμαι, πολίτη Μπουλγκάκοφ! Μα, επιθυμείτε στ’ αλήθεια να εγκαταλείψετε τη Σοβιετική Ένωση;

Η αλήθεια είναι πως ένας Ρώσος συγγραφέας δεν μπορεί να ζήσει μακριά από την πατρίδα του.

Ά, πολύ ωραία, Μπουλγκάκοφ. Πολύ ωραία! Λοιπόν, ακούστε τι θα γίνει. Θα δουλέψετε και πάλι στο Θέατρο Τέχνης ως βοηθός σκηνοθέτη, ίσως κι αλλού ως λιμπρετίστας για όπερες. Για τη δημοσίευση των έργων σας, θα δούμε εν καιρώ.»

Ι. Β. Στάλιν

Ι. Β. Στάλιν

Ο Στάλιν τήρησε την υπόσχεσή του κι ίσως έκανε και κάτι παραπάνω. Την παραμονή των Χριστουγέννων του 1931, παρακολουθεί μαζί με την ακολουθία του, στο Θέατρο Τέχνης της Μόσχας και σε ειδική παράσταση, το θεατρικό του Αλεξάντρ Νικολάγεβιτς Αφινογκένοφ «Ο Φόβος». Ο συγγραφέας είναι ένθερμος κομμουνιστής, υπόδειγμα προλετάριου λογοτέχνη κι αγαπημένος του καθεστώτος. Το συγκεκριμένο έργο θα χαρακτηρισθεί ως το αριστούργημά του.

Ο Γεωργιανός δικτάτορας, όμως, έχει άλλη άποψη. Το έργο δεν του αρέσει καθόλου. Απόλυτο φέσι. Υπόδειγμα βαρεμάρας κι έλλειψης έμπνευσης. Γυρίζει και λέει στους υπεύθυνους του θεάτρου: «Εντελώς απογοητευτικό. Απαράδεκτο! Πρέπει να σας θυμίσω ότι έχετε στο ρεπερτόριό σας ένα εξαιρετικό έργο, τις Ημέρες των Τουρμπίν του Μπουλγκάκοφ. Γιατί δεν το ανεβάζετε ξανά

Στις 15 Ιανουαρίου 1932, η διεύθυνση του θεάτρου γνωστοποιούσε στον έκπληκτο Μπουλγκάκοφ ότι οι «Ημέρες των Τουρμπίν» θα ανέβαιναν ξανά. Οι παραστάσεις στη Μόσχα επρόκειτο να συνεχιστούν για εννέα ολόκληρες σαιζόν (χωρίς να λάβουμε υπόψη τις πολυάριθμες περιοδείες στην επαρχία).

Ως εκεί, όμως…

II. Νεότερος κατά 24 χρόνια του Μπουλγκάκοφ, ο Κονσταντίν Μιχάιλοβιτς Σίμονοφ (που οι γονείς του τον είχαν βαφτίσει Κύριλλο) ήταν παιδί ευγενών. Τα ίχνη του πατέρα του, ανώτατου αξιωματικού του τσαρικού στρατού, χάθηκαν κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1920 κάπου στην Πολωνία, εκεί όπου είχε καταφύγει συμμετέχοντας, κατά πάσα πιθανότητα, στις προσπάθειες ανατροπής του καθεστώτος των Μπολσεβίκων. Ο ευφυής νεαρός Σίμονοφ είχε βάλει σκοπό του όχι απλώς να ενταχθεί στη σοβιετική κοινωνία, αλλά να πετύχει πραγματικά στη ζωή του. Για τον λόγο αυτό, παρά τις έντονες αντιδράσεις της μητέρας και των συγγενών του, αποφάσισε να γραφτεί σε νυχτερινό τεχνικό λύκειο και να δουλεύει τα πρωινά σε εργοστάσιο. Μόνον έτσι θα μπορούσε να φοιτήσει σε κάποια από τις επίλεκτες πανεπιστημιακές σχολές, όπως στη φημισμένη Κρατική Σχολή Λογοτεχνίας της Μόσχας, στην οποία κι έγινε αργότερα δεκτός. Γνώριζε πολύ καλά πως για να παραμείνει μέλος της ελίτ θα έπρεπε να αλλάξει ταξική ταυτότητα κι από αριστοκράτης να μεταμορφωθεί σε προλετάριος, έστω και μόνο για τους τύπους.

Κ. Μ. Σίμονοφ «Οι Ζωντανοί και οι Νεκροί (Живые и мёртвые)»

Κ. Μ. Σίμονοφ «Οι Ζωντανοί και οι Νεκροί (Живые и мёртвые)»

Στις δεκαετίες του 1940 και του 1950 ο Σίμονοφ υπήρξε ο δημοφιλέστερος Σοβιετικός λογοτέχνης. Το ποίημά του «Περίμενέ με» («Жди меня») έγινε το αγαπημένο των ανδρών του Κόκκινου Στρατού που πολέμησαν τους Γερμανούς εισβολείς. Αρκετά αργότερα, με το μυθιστόρημά του «Οι Ζωντανοί και οι Νεκροί» («Живые и мёртвые») κατόρθωσε να περιγράψει με τον πιο γλαφυρό τρόπο τα χρόνια του Μεγάλου Πατριωτικού Πολέμου. Την εποχή του ταραχώδους γάμου του με τη δημοφιλέστατη ηθοποιό Βαλεντίνα Σερόβα, ενσάρκωσε μαζί με την τότε σύζυγό του το απόλυτο glamour της σταλινικής ΕΣΣΔ. Ισχυρός άνδρας της Εταιρίας Σοβιετικών Λογοτεχνών κι αρχισυντάκτης διάφορων λογοτεχνικών εντύπων, ο Σίμονοφ, χάρη και στις διασυνδέσεις του με το καθεστώς και την προσωπική φιλία του με τον Στάλιν, είχε τεράστια δύναμη.

III. Ο Μπουλγκάκοφ δούλευε και ξαναδούλευε το μυθιστόρημα που επρόκειτο να είναι το τελευταίο του. Τα χειρόγραφα της πρώτης εκδοχής του έργου αυτού κατέληξαν στη σόμπα του μοσχοβίτικου διαμερίσματος του λογοτέχνη. Ακολούθησαν άλλες τρεις. Την τελευταία από αυτές ο Μπουλγάκοφ πάσχιζε να την τελειοποιήσει σχεδόν μέχρι τον πρόωρο θάνατό του, το 1940, από κάποια εκφυλιστική πάθηση των νεφρών. Την τελική μορφή του μυθιστορήματος τη χρωστάμε μάλλον στη χήρα του λογοτέχνη, τη Γελένα Σεργκέγεβνα Μπουλγκάκοβα (Σιλόφσκαγια).

Ο Μ. Α. Μπουλγκάκοφ το 1926

Ο Μ. Α. Μπουλγκάκοφ το 1926

Μετά από αυτό, τα χειρόγραφα του μυθιστορήματος, που έφεραν πάνω τους τα ίχνη της μορφίνης, εξάρτηση στην οποία είχε ξανακυλήσει ο λογοτέχνης στην προσπάθειά του να απαλύνει τους πόνους της αρρώστιάς του, ξαναμπήκαν στα συρτάρια του γραφείου του εκλιπόντος όπου και θα παρέμεναν για πολλά χρόνια. Είναι αλήθεια πως το βιβλίο δεν είχε ουσιαστικές ελπίδες δημοσίευσης στη σταλινική ΕΣΣΔ. Χωρίς να είναι ευθέως ανατρεπτικό, «Ο Μαιτρ και η Μαργαρίτα» («Мастер и Маргарита») ήταν ένα μυθιστόρημα αρκετά παράξενο, υπερβολικά ελαφρύ και ταυτόχρονα υπερβολικά σοβαρό για τις καθεστωτικές αντιλήψεις: ο διάβολος ο ίδιος επισκέπτεται μαζί με την ακολουθία του τη σταλινική Μόσχα κι αναστατώνει τους λογοτεχνικούς κύκλους της. Όλα αυτά μέχρι να προσελκύσει στον ιστό των δαιμονικών σχεδίων του την όμορφη και μυστηριώδη Μαργαρίτα και τον παράνομο έρωτά της, έναν περιθωριακό διανοούμενο που εκείνη αποκαλεί Μαιτρ κι ο οποίος έχει γράψει ένα μυθιστόρημα με θέμα τον Πόντιο Πιλάτο. Στο επίκεντρο του έργου βρίσκονται οι βασανιστικές ασάφειες της ηθικής και της επιλογής ανάμεσα στο καλό και το κακό.

Η Γ. Σ. Μπουλγκάκοβα (ίσως το πρότυπο για τη Μαργαρίτα του μυθιστορήματος) σε φωτογραφία του 1928

Η Γ. Σ. Μπουλγκάκοβα (ίσως το πρότυπο για τη Μαργαρίτα του μυθιστορήματος) σε φωτογραφία του 1928

IV. Από τη δεκαετία του 1960 κι έπειτα, ο Σίμονοφ έβαλε σκοπό να εξοφλήσει τους λογαριασμούς του με τη ζωή, να εξιλεωθεί για όλους τους συμβιβασμούς που είχε κάνει στα χρόνια του σταλινισμού προκειμένου να παραμείνει επιτυχημένος κι ισχυρός. Πάσχιζε για την έκδοση απαγορευμένων βιβλίων, βοηθούσε οικονομικά συγγραφείς που είχαν υποστεί διώξεις από το καθεστώς. Όταν το 1965 οι φίλοι του διοργάνωσαν επίσημη τελετή για τον εορτασμό των 50ών γενεθλίων του, ο Σίμονοφ ανέβηκε στο βήμα κι εκφώνησε τον παρακάτω λόγο:

«Σε τέτοιες περιστάσεις, όταν κάποιος συμπληρώνει πενήντα χρόνια ζωής, είναι φυσικό οι άνθρωποι να θυμούνται κυρίως τα καλά που έχει κάνει. Θα ήθελα απλώς να πω στους παριστάμενους, στους συντρόφους μου που ήρθαν, ότι ντρέπομαι για πολλά από όσα έχω κάνει στη ζωή μου, να πω ότι δεν ήταν καλά όλα όσα έχω κάνει, το γνωρίζω, και να πω ότι δεν συμπεριφέρθηκα πάντα σύμφωνα με τις υψηλότερες ηθικές αρχές, ούτε τις πολιτικές ή τις ανθρώπινες. Υπάρχουν στη ζωή μου πράγματα που δεν τα θυμούμαι με ικανοποίηση, περιπτώσεις στις οποίες δεν ενήργησα με αρκετή θέληση, με αρκετό θάρρος. Το γνωρίζω. Και δεν τα λέω όλα αυτά με σκοπό κάποιας μορφής εξιλέωση, γιατί αυτή είναι προσωπική υπόθεση ενός ανθρώπου, αλλά απλώς επειδή όταν κάποιος θυμάται θέλει να αποφύγει την επανάληψη των ιδίων σφαλμάτων. Θα προσπαθήσω να μην τα επαναλάβω. Από εδώ και πέρα, όποιο κι αν είναι το κόστος, δεν θα επαναλάβω τους ηθικούς συμβιβασμούς που κάποτε έκανα

Ο Κ. Μ. Σίμονοφ σε ώριμη ηλικία

Ο Κ. Μ. Σίμονοφ σε ώριμη ηλικία

V. Η Γελένα Μπουλγκάκοβα γνώριζε προσωπικά τον Σίμονοφ (και πιο πριν τη μητέρα του συγγραφέα). Το 1956 τον όρισε υπεύθυνο για τη διαχείριση του αρχείου του εκλιπόντος συζύγου της. Δέκα χρόνια αργότερα, ο Σίμονοφ αποφάσισε ότι ήταν καιρός να κάνει ό,τι ήταν δυνατό για να επιτύχει τη δημοσίευση του «Μαιτρ και Μαργαρίτα». Έπεισε πρώτα τη χήρα του Μπουλγκάκοφ να δεχτεί ενδεχόμενες περικοπές που θα επέβαλλε η λογοκρισία. Έπειτα, έδωσε τα χειρόγραφα στη δεύτερη από τις τέσσερις συζύγους του, τη Γεβγκένιγια (Ζένια) Λάσκινα, η οποία εργαζόταν τότε στο λογοτεχνικό περιοδικό «Μασκβά». Το έντυπο αντιμετώπιζε διάφορα προβλήματα στις αρχές του μπρεζνιεφικού καθεστώτος. Η ύλη του είχε καταντήσει βαρετή (οτιδήποτε ενδιαφέρον δεν μπορούσε να περάσει από τη λογοκρισία) και οι συνδρομές είχαν πέσει κατακόρυφα. Η Λάσκινα μίλησε για το σχέδιο δημοσίευσης του «Μαιτρ και Μαργαρίτα» στον αρχισυντάκτη Γεβγκένι Ποπόφκιν, ο οποίος δίσταζε να προχωρήσει. Απευθύνθηκαν τελικά σε ένα συνταξιούχο συντάκτη του εντύπου, ο οποίος είχε εργαστεί παλιότερα για χρόνια ως λογοκριτής και στη συνέχεια, ως αρχισυντάκτης εντύπων, επιτύγχανε πάντα τη δημοσίευση των κειμένων που υπέβαλλε προς έγκριση. Το μυθιστόρημα, αφού κόπηκε περίπου το 10 % και τροποποιήθηκε άλλο ένα 15 % της ύλης του, εγκρίθηκε! Δημοσιεύθηκε στο «Μασκβά» σε δύο μέρη (στο τελευταίο τεύχος του 1966 και το πρώτο του 1967), γνωρίζοντας απίστευτη επιτυχία. Τα τεύχη εξαντλήθηκαν, οι συνδρομές στο περιοδικό απογειώθηκαν.

Η πρώτη δημοσίευση του Μαιτρ και Μαργαρίτα στο περιοδικό Μασκβά

Η πρώτη δημοσίευση του Μαιτρ και Μαργαρίτα στο περιοδικό Μασκβά

Για να γιορτάσουν την επιτυχία, ο Σίμονοφ κι η Λάσκινα ετοίμασαν σε τρία αντίτυπα ένα πρόχειρο βιβλίο με το πλήρες κείμενο του μυθιστορήματος. Κράτησαν ο καθένας από ένα αντίτυπο κι έδωσαν το τρίτο στη Γελένα Μπουλγκάκοβα. Λίγους μήνες μετά, «Ο Μαιτρ και η Μαργαρίτα» εκδιδόταν στη Δύση με όλα τα αποσπάσματα που είχε αφαιρέσει η λογοκρισία. Η πρώτη πλήρης, μη λογοκριμένη, έκδοση του έργου στην ΕΣΣΔ θα κυκλοφορούσε το 1973. «Ο Μαιτρ και η Μαργαρίτα» θα γινόταν αντικείμενο λατρείας από το σοβιετικό (και όχι μόνο) κοινό.

Σοβιετικό γραμματόσημο για τα 100 χρόνια από τη γέννηση του Μπουλγκάκοφ, με θέμα το Μαιτρ και Μαργαρίτα

Σοβιετικό γραμματόσημο για τα 100 χρόνια από τη γέννηση του Μπουλγκάκοφ, με θέμα το Μαιτρ και Μαργαρίτα

[πηγή, για τις προσπάθειες του Σίμονοφ να αποκαταστήσει το έργο του Μπουλγκάκοφ: Orlando FIGES «The Whisperers (Private life in Stalin’s Russia)», Allen Lane 2007/ Penguin 2008]

Ρέκβιεμ για την Τρόικα;

Σύμβολο μιας πολιτικής σκληρής λιτότητας, που οδήγησε την ελληνική οικονομία σε μαρασμό και συρρίκνωση και μέρος του πληθυσμού σε εξαθλίωση, η «Τρόϊκα» αποτελεί κόκκινο πανί για αρκετούς Έλληνες, όπως και για την κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ. Πόσο ρεαλιστική είναι, όμως, η επιθυμία να απαλλαγεί αμέσως η χώρα από την εποπτεία της;

Έχει εκφρασθεί η άποψη ότι κάτι τέτοιο ίσως είναι δυνατό σε νομικό επίπεδο, μέσω της αμφισβήτησης της νομιμότητάς της έναντι του πρωτογενούς και παράγωγου ενωσιακού δικαίου. Η άποψη αυτή, ωστόσο, είναι αμφιλεγόμενη τόσο σε νομικό όσο και σε πρακτικό επίπεδο. Το ουσιώδες ζήτημα, όσον αφορά την τρόικα δεν είναι η νομιμότητά της, η οποία δεν μπορεί να αμφισβητηθεί με ιδιαιτέρως βάσιμες πιθανότητες επιτυχίας: η σύσταση του εν λόγω μηχανισμού προβλέφθηκε από συγκεκριμένες πράξεις και νομοθετικά κείμενα της Ένωσης (σημειωτέον ότι το άρθρο 13, παράγραφος 7, της Συνθήκης για τη θέσπιση του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας που υπογράφηκε στις Βρυξέλλες στις 2 Φεβρουαρίου 2012 διατήρησε την τρόικα ως εποπτική λύση και για τις μεταγενέστερες περιπτώσεις βοήθειας προς κράτη-μέλη, κάτι που διαπιστώθηκε και στην περίπτωση της Κύπρου). Επιπροσθέτως, τυχόν αποκλίσεις από το ενωσιακό δίκαιο θα μπορούσαν ενδεχομένως να δικαιολογηθούν με την επίκληση των έκτακτων συνθηκών στις οποίες η τρόικα οφείλει την ύπαρξή της: επρόκειτο για θεσμό που έπρεπε να στηθεί βιαστικά στην προσπάθεια άμεσης αντιμετώπισης μιας σοβαρής διατάραξης της οικονομίας κράτους μέλους.

Στη συνέχεια, δεν είναι βέβαιος ο τρόπος με τον οποίο θα ήταν δυνατό να αμφισβητηθεί η νομιμότητά της. Μπορεί, άραγε, να γίνει δεκτό ότι χωρεί ευθεία προσφυγή ιδιώτη ή κράτους-μέλους; Και ποια ακριβώς πράξη θα προσβληθεί; Επισημαίνεται ότι το Γενικό Δικαστήριο της ΕΕ, το οποίο αποφαίνεται ως πρωτοβάθμιο δικαιοδοτικό όργανο της Ένωσης επί ορισμένων θεμάτων, απέρριψε πρόσφατα σειρά προσφυγών που είχαν ασκήσει φυσικά και νομικά πρόσωπα κατά του Μνημονίου που υπέγραψαν η Κύπρος και ο Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Σταθερότητας (ΕΜΣ). Το Γενικό Δικαστήριο είναι αρμόδιο να ελέγχει τη νομιμότητα των πράξεων των θεσμικών και λοιπών οργάνων και οργανισμών της Ένωσης, πλην όμως, στην περίπτωση του κυπριακού μνημονίου, αποφάνθηκε ότι, καθόσον ούτε η Κύπρος ούτε ο ΕΜΣ «περιλαμβάνονται στα θεσμικά ή άλλα όργανα ή οργανισμούς της Ένωσης […] δεν έχει αρμοδιότητα να ελέγξει τη νομιμότητα των πράξεων που εγκρίνουν από κοινού» (απόφαση T‑289/13, Ledra Advertising Ltd).

Απομένει, ως «ασφαλής» λύση, η υποβολή στο Δικαστήριο της ΕΕ σχετικής αίτησης προδικαστικής απόφασης από κάποιο ελληνικό δικαστήριο. Ποια θα ήταν, όμως, και στην περίπτωση αυτή τα προδικαστικά ερωτήματα; Θα μπορούσαν να περιλαμβάνουν και τη νομιμότητα του ίδιου του οργάνου παρακολούθησης της συμμόρφωσης προς τους όρους που συνοδεύουν τη χρηματοπιστωτική συνδρομή ή το λογικότερο θα ήταν να ζητηθεί απάντηση σχετικά με το αν είναι σύμφωνες με το ενωσιακό δίκαιο συγκεκριμένες προβλέψεις των μνημονίων (λ.χ. σχετικές με το εργατικό δίκαιο); Όποια κι αν είναι η απάντηση, η διαδικασία είναι χρονοβόρα. Θα χρειαστεί, υπό τις καλύτερες συνθήκες, περίπου ένα έτος για την έκδοση μιας απόφασης με αβέβαιο αποτέλεσμα, ενώ οι πολιτικές ανάγκες απαιτούν ταχύτατες λύσεις.

Η αποδοχή, όμως, της τυπικής νομιμότητας του μηχανισμού, είτε ως βεβαιότητα είτε ως πιθανότητα, δεν συνεπάγεται ότι ο συγκεκριμένος μηχανισμός παρακολούθησης πρέπει να αναχθεί περίπου σε τοτέμ της δημοσιονομικής σταθερότητας και να παρουσιασθεί ως η «καλύτερη δυνατή λύση». Κάτι τέτοιο θα παρέβλεπε τόσο τον ad hoc χαρακτήρα της ως θεσμού όσο και τις σοβαρές αντιρρήσεις που έχουν εκφρασθεί όχι μόνο για τη δημοκρατική νομιμοποίησή της, αλλά και για την αποτελεσματικότητά της από αμιγώς τεχνοκρατική άποψη.

Στην πραγματικότητα, το ζήτημα της τρόικας είναι πρωτίστως πολιτικό. Και οι αντιρρήσεις δεν προέρχονται μόνο από την Ελλάδα ή την Αριστερά. Εκτός από τη γνωστή έκθεση και το συνακόλουθο ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου (Μάρτιος 2014), ορισμένες από τις σοβαρότερες ενστάσεις έχουν προβληθεί από τον νυν πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,  Ζαν-Κλωντ Γιουνκέρ.

Την άνοιξη του 2014, και στο ίδιο το πρόγραμμά του ως υποψηφίου του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος, ο Γιουνκέρ υποστήριζε: «Στο μέλλον, θα πρέπει να μπορέσουμε να αντικαταστήσουμε την τρόικα με μια δομή που θα διαθέτει ευρύτερη δημοκρατική νομιμοποίηση και θα πρέπει να λογοδοτεί σε μεγαλύτερο βαθμό για τις πράξεις της, δομή που θα βασίζεται στα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα και θα υπόκειται σε ενισχυμένο κοινοβουλευτικό έλεγχο, τόσο σε ευρωπαϊκό όσο και σε εθνικό επίπεδο».

Στις 16 Ιανουαρίου 2015, σε ομιλία του στο Στρασβούργο προς τους σπουδαστές της γαλλικής εθνικής σχολής δημόσιας διοίκησης (ENA), ο πρόεδρος της Επιτροπής επαναλάμβανε: «οι μηχανισμοί διαχείρισης της κρίσης που είχαμε ως τώρα στη διάθεσή μας δεν ήταν ιδιαιτέρως δημοκρατικοί. Υποστήριζα ανέκαθεν ότι πρέπει να προσθέσουμε μια δόση δημοκρατίας στην τρόικα». Κατόπιν, επανέφερε στον προβληματισμό το νομικό επιχείρημα περί συμβατού χαρακτήρα με τις Συνθήκες της ΕΕ, αναφερόμενος στις πρόσφατες προτάσεις του γενικού εισαγγελέα του ΔΕΕ Π. Κρουθ-Βιγιαλόν στην υπόθεση Gauweiler κ.λπ. (C‑62/14), σχετικά με το πρόγραμμα αγοράς ομολόγων κρατών μελών από την ΕΚΤ: κατά τον Ισπανό γενικό εισαγγελέα, η ΕΚΤ δεν μπορεί να καθορίζει το πρόγραμμα και ταυτόχρονα να ελέγχει την εφαρμογή του. Ως εκ τούτου, είναι εκ των πραγμάτων πιθανό να οδηγηθούμε σε τροποποίηση της μορφής του εποπτικού μηχανισμού. «Τούτο αποτελεί ένδειξη περί του ότι η τρόικα, με τη μορφή που γνωρίσαμε, μέχρι σήμερα δεν πρέπει να έχει πολύ μέλλον μπροστά της».

Τούτων δοθέντων, μπορούμε να ευελπιστούμε ότι η τρόικα θα… εξαερωθεί στο προσεχές μέλλον; Μια τέτοια προσδοκία παραβλέπει το πόσο δύσκολο θα είναι για τα ισχυρότερα κράτη-μέλη (και ειδικά τη Γερμανία), αλλά και για την ίδια την Ένωση να παραδεχθούν ότι έσφαλαν όσον αφορά τον τρόπο αντιμετώπισης της οικονομικής κρίσης. Η παραδοχή αυτή θα είναι κατά μείζονα λόγο δυσχερής, εάν φανεί ότι οδηγήθηκαν σ’ αυτήν υπό την πίεση της αριστερής κυβέρνησης ενός κράτους-μέλους με σοβαρότατες οικονομικές δυσχέρειες.

Είναι, συνεπώς, εξαιρετικά πιθανό, εάν η ελληνική κυβέρνηση επιθυμεί να απαλλαγεί από την τρόικα, να κληθεί συντόμως να της δώσει εκ νέου όρκο πίστης. Παράδοξο και μάλιστα ιδιαιτέρως ενοχλητικό! Σε αυτό το παιχνίδι τύπου και ουσίας, όμως, στο οποίο είναι εξαιρετικά δυσχερές να διακρίνει κάποιος τι άπτεται του πρώτου και τι της δεύτερης, το παράδοξο ενδέχεται, σε κάποιες περιπτώσεις, να αποδειχθεί καθοριστικής σημασίας. Γιατί πώς αλλιώς θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί μια ενδεχόμενη συμφωνία, που θα προέβλεπε ρητά την επανεξέταση σε καθορισμένο χρόνο της μορφής του μηχανισμού παρακολούθησης; Είναι ωστόσο παράτολμο να διακινδυνεύσει κάποιος οποιαδήποτε πρόβλεψη, ειδικά σε μια περίοδο που οι βεβαιότητες μοιάζουν να αμφισβητούνται από τα γεγονότα.

[Γράφτηκε για τα ΕΝΘΕΜΑΤΑ και δημοσιεύθηκε στο φύλλο της 8ης Φεβρουαρίου 2015]