Θύματα του… Κιουτσούκ-Καϊναρτζή

Τάταροι συγκρούονται με δυνάμεις της Πολωνολιθουανικής Κοινοπολιτείας, πιθανώς στα μέα του 17ου αιώνα - πίνακας του Πολωνού Γιούλιους Κόσσακ 19ος αι.

Τάταροι συγκρούονται με δυνάμεις της Πολωνολιθουανικής Κοινοπολιτείας, πιθανώς στα μέσα του 17ου αιώνα – πίνακας του Πολωνού Γιούλιους Κόσσακ 19ος αι.

Η Ιστορία των Τατάρων της Κριμαίας αποτελεί μάλλον τυπική περίπτωση εθνότητας που υπήρξε κυρίαρχη σε ορισμένο τόπο, πριν βρεθεί στη θέση του υποτελούς.

Η εθνογένεσή τους και η δημιουργία του χανάτου τους συνιστούν μακρόχρονες διαδικασίες που ξεκινούν στα τέλη του 13ου αιώνα (όταν κάποιες τουρκόφωνες φυλές που βρίσκονται υπό την κυριαρχία της μογγολικής Χρυσής Ορδής μετακινούνται προς δυσμάς), για να αποκρυσταλλωθούν κατά τη διάρκειά του 15ου. Η ανθρώπινη πρώτη ύλη της εθνογένεσης είναι οι Τούρκοι Κιπτσάκ, γνωστοί μας και με τα ονόματα Κουμάνοι ή Πολοφτσοί, που αφομοιώνουν στο πέρασμά τους στοιχεία από το εθνοτικό μωσαϊκό των περιοχών που κατακτούν. Τρία είναι τα κύρια χαρακτηριστικά αυτής της διαδικασίας: η σταδιακή απεξάρτηση από τη Χρυσή Ορδή, η εγκατάλειψη του σαμανισμού/ ανιμισμού και ο συνακόλουθος εξισλαμισμός, η εκδίωξη των τελευταίων δυνάμεων που ασκούσαν κάποια μορφή κυριαρχίας σε εδάφη της Κριμαίας, δηλαδή των Βυζαντινών και των Γενουατών.

Τάταρος έφιππος τοξότης (σχέδιο του Βάτσουαφ Παβλίσακ, 1866-1905)

Τάταρος έφιππος τοξότης (σχέδιο του Βάτσουαφ Παβλίσακ, 1866-1905)

Περίπου το 1420, οι Τάταροι της Κριμαίας κάλεσαν τον Χατζί Γκιράι, έναν τσενγκισχανίδη που ζούσε εξόριστος στη Λιθουανία, να διοικήσει την περιοχή και του έδωσαν τον τίτλο του χάνου. Η δυναστεία των Γκιράι επρόκειτο να ηγεμονεύσει στο κριμαϊκό χανάτο για τους επόμενους τρεις και πλέον αιώνες. Η εγκαθίδρυσή της οφείλει πολλά σε παιχνίδια συμμαχιών με τις μεγάλες δυνάμεις του ισλάμ και πιο συγκεκριμένα στην υποστήριξη της ανερχόμενης Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Οι Οσμανλήδες καθίστανται επικυρίαρχοι του χανάτου της Κριμαίας. Ενώ, όμως, έχουν λόγο στη διαδοχή (που κατά κανόνα προκαλεί διαμάχες κι εμφύλιους πολέμους μεταξύ των Τατάρων), η εποπτεία τους είναι μάλλον χαλαρή κι επιτρέπει στο χανάτο να ασκεί πραγματικά ανεξάρτητη εξωτερική πολιτική.

Μπαχτσίσαράυ: τα ανάκτορα των χάνων της Κριμαίας

Ο 16ος αιώνας συνιστά το απόγειο της ισχύος του Χανάτου της Κριμαίας που εμφανίζεται ως νόμιμος κυρίαρχος των ισλαμικών περιοχών της ανατολικής Ευρώπης και ειδικά του Χανάτου του Καζάν, ενώ ταυτόχρονα πλουτίζει από το εμπόριο σκλάβων. Το 1571 οι ταταρικές δυνάμεις του Ντεβλέτ Α΄ Γκιράι λεηλατούν τη Μόσχα του Ιβάν Δ΄ του Τρομερού κι επιστρέφουν στην Κριμαία με δεκάδες χιλιάδες σκλάβους. Την επόμενη χρονιά, όμως, συντρίβονται από τον στρατό της Μοσχοβίας στη Μάχη του Μολοντί. Από το σημείο αυτό και πέρα, η ισορροπία δυνάμεων αντιστρέφεται προς όφελος των Ρώσων και ξεκινά περίοδος παρακμής για το ταταρικό χανάτο, παρακμή την οποία εντείνει η ταυτόχρονη εξασθένιση της μεγάλης προστάτιδας, της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Ο τσάρος Ιβάν Δ΄ ο Τρομερός συγχαίρει τον πρίγκιπα Μιχαήλ Ιβάνοβιτς Βοροτίνσκι για τη νίκη του στη Μάχη του Μολοντί.

Ο τσάρος Ιβάν Δ΄ ο Τρομερός συγχαίρει τον πρίγκιπα Μιχαήλ Ιβάνοβιτς Βοροτίνσκι για τη νίκη του στη Μάχη του Μολοντί.

Το χανάτο της Κριμαίας θα εξακολουθήσει να έχει σημαντικό ρόλο στα πράγματα της Ανατολής και τον 17ο αιώνα. Την εποχή της εξέγερσης του Μπογκντάν Χμελνίτσκι θα συνταχθούν με τους Κοζάκους εναντίον των Πολωνών, συμβάλλοντας καθοριστικά στην επικράτηση των πρώτων στη μάχη του Ζόφτι Βόντι (1648), πριν αλλάξουν στρατόπεδο πληροφορούμενοι τη συμμαχία του αταμάνου των Κοζάκων με τους Ρώσους. Ωστόσο η δύναμή του αδυνατίζει όλο και περισσότερο την ώρα που οι αντίπαλοί του ενισχύονται. Η παρακμή δεν είναι αναστρέψιμη.

Σαχίν Γκιράι, ο τελευταίος Τάταρος Χάνος της Κριμαίας

Σαχίν Γκιράι, ο τελευταίος Τάταρος Χάνος της Κριμαίας

Η τελευταία πράξη του δράματος ξεκινά με τον Ρωσοτουρκικό Πόλεμο του 1768-1774. Με τη Συνθήκη του Κιουτσούκ-Καϊναρτζή η τσαρική Ρωσική Αυτοκρατορία αναγνωρίζεται ως επικυρίαρχος της Κριμαίας. Λίγο αργότερα, το 1783, κι εκμεταλλευόμενη μιαν ακόμη εμφύλια σύγκρουση για τη διαδοχή στο χανάτο, η Αικατερίνη Β΄ εύρισκε την ευκαιρία για να προσαρτήσει οριστικά κι αμετάκλητα την Κριμαία στην αυτοκρατορία της. Ο τελευταίος χάνος της Κριμαίας, ο Σαχίν Γκιράι, τελείωνε άδοξα τη σταδιοδρομία του, εξόριστος στη Ρόδο (εκτελέστηκε από τους Οθωμανούς ως προδότης). Οι Τάταροι υποβιβάζονταν από τη θέση της κυρίαρχης εθνότητας σ’ εκείνην της υποτελούς, ενώ η περιοχή τους αποικίζονταν από Ρώσους, Ουκρανούς, Γερμανούς κι Έλληνες του Πόντου.

Τάταρος μουλάς (από το βιβλίο του Γκούσταφ-Τέοντορ Πάουλι "Εθνογραφική περιγραφή των λαών της Ρωσίας", Πετρούπολη 1862)

Τάταρος μουλάς (από το βιβλίο του Γκούσταφ-Τέοντορ Πάουλι «Εθνογραφική περιγραφή των λαών της Ρωσίας», Πετρούπολη 1862)

Περίπου 160 χρόνια αργότερα, εν μέσω του γερμανοσοβιετικού πολέμου, ορισμένες ταταρικές ελίτ έκριναν ότι συντασσόμενοι με τους Γερμανούς κατακτητές θα μπορούσαν να βελτιώσουν τη θέση της εθνότητάς τους. Η συνεργασία αυτή είχε πολύ ακριβό τίμημα. Στις 11 Μαΐου 1944, μόλις δύο ημέρες μετά την ανακατάληψη της Σεβαστούπολής και την ολοκλήρωση της απελευθέρωσης της Κριμαίας, η κυβερνητική επιτροπή άμυνας της ΕΣΣΔ αποφασίζει την εκτόπιση του συνόλου του ταταρικού πληθυσμού της Κριμαίας λόγω συνεργασίας με τον εχθρό και τη μεταφορά του στην Κεντρική Ασία (κυρίως στο Ουζμπεκιστάν)! Η διαταγή θα εκτελεστεί μέσα σε τρεις ημέρες (18-21 Μαΐου) με τον γνωστό ζήλο (και την επίσης συνήθη έλλειψη προγραμματισμού). Με την ολοκλήρωση της επιχείρησης ποσοστό μεγαλύτερο του 40 % των εκτοπισμένων θα έχει χάσει τη ζωή του.

Η ιστορία των Τάταρων της Κριμαίας δεν διαφέρει ουσιωδώς από εκείνη μιας σειράς εθνοτήτων της ΕΣΣΔΑ που κατηγορήθηκαν για συνεργασία με τον εχθρό. Καλμούκοι, Βαλκάριοι, Καρατσάι, Τσετσένοι, Γερμανοί του Βόλγα. Η εθνότητά τους αποκαταστάθηκε συλλογικά από την κατηγορία το 1967 (οι Γερμανοί του Βόλγα είχαν αποκατασταθεί το 1964). Σε αντίθεση με άλλες εθνότητες δεν τους επετράπη να επιστρέψουν στα πατρογονικά εδάφη τους παρά μόνον στα χρόνια της διακυβέρνησης Γκορμπατσόφ (στους Γερμανούς του Βόλγα δεν επετράπη ποτέ κάτι τέτοιο).

Η τραγική ειρωνία συνίσταται στο ότι η μοίρα των Τατάρων δεν θα άλλαζε κατ’ ανάγκη αν στον πόλεμο επικρατούσαν οι Ναζί! Η Κριμαία αποτελούσε ξεχωριστή περίπτωση για τους Γερμανούς: ολόκληρος ο πληθυσμός της θα εκτοπιζόταν, ακόμη κι οι Τάταροι που είχαν συνεργαστεί με ζήλο με τους κατακτητές, προκειμένου η χερσόνησος να μετατραπεί σε γερμανική Ριβιέρα (ως κι ο ίδιος ο Χίτλερ ονειρευόταν να περάσει την εποχή της σύνταξής του σε κάποια έπαυλη της Κριμαίας!). Για να θεμελιωθεί η διεκδίκηση, ο θεωρητικός του ναζιστικού καθεστώτος Άλφρεντ Ρόζενμπεργκ υποστήριζε ότι η Κριμαία ήταν περιοχή που ανήκε στο παρελθόν στους Γότθους: για τον λόγο αυτό, άλλωστε, θα μετονομαζόταν σε Gotenland!

Οι σχέσεις εξουσιαστών κι εξουσιαζομένων είναι πάντα σκληρές κι αμείλικτες, κατά μείζονα λόγο όταν ερμηνεύονται με όρους εθνοτικούς. Και γίνονται ακόμη πιο απάνθρωπες στα χρόνια των πολέμων.

Και, τελικά, αν οι αντιπαραθέσεις των ισχυρών φέρνουν κάποτε στην επιφάνεια τις εθνικές τραγωδίες ορισμένων, υπάρχουν πάντα ιστορίες που δεν θα τις διηγηθεί ποτέ κανείς. Όπως αυτή των Ρομά της Κριμαίας που για αιώνες υπήρξαν οι βοσκοί και οι τεχνίτες των Τάταρων κυρίαρχων. Η ιστορία τους, όμως, δεν ενδιαφέρει, κατά πως φαίνεται, κανέναν.

Advertisements

Μπουλγκάκοφ και Σίμονοφ – Βίοι όχι ακριβώς παράλληλοι

Νεανική φωτογραφία του Μ. Α. Μπουλγκάκοφ

Νεανική φωτογραφία του Μ. Α. Μπουλγκάκοφ

Ο Κ. Μ. Σίμονοφ στα χρόνια του Μεγάλου Πατριωτικού Πολέμου

Ο Κ. Μ. Σίμονοφ στα χρόνια του Μεγάλου Πατριωτικού Πολέμου

I. Ο Μιχαήλ Αφανάσιεβιτς Μπουλγκάκοφ ήταν μάλλον δυστυχισμένος άνθρωπος. Εκεί που το είχε σχεδόν βέβαιο πως με το έργο του θα καθιερωνόταν στο λογοτεχνικό στερέωμα ως ο Μεγάλος Ρώσος Λογοτέχνης του 20ού αιώνα, διαπίστωνε πως είχε λογαριάσει δίχως τη λογοκρισία. Ό,τι και να έδινε κρινόταν ακατάλληλο προς δημοσίευση. Μα είναι αλήθεια πως κι αυτός ο ίδιος, ο πρώην στρατιωτικός ιατρός από το Κίεβο με το μονόκλ, το παπιγιόν και την εμφάνιση εν γένει αστού δανδή, δεν βοηθούσε ιδιαίτερα την υπόθεσή του.

Το πρώτο του μυθιστόρημα έφερε τον εύγλωττο τίτλο «Η Λευκή Φρουρά» . Πραγματευόταν τα δραματικά γεγονότα στο Κίεβο κατά το χρονικό διάστημα 1918-1920, όταν η ουκρανική πρωτεύουσα είχε αλλάξει χέρια τουλάχιστον δεκαπέντε φορές. Το έργο αυτό, διασκευασμένο σε θεατρικό υπό τον τίτλο «Ημέρες των Τουρμπίν», ανέβηκε το 1926 στο Θέατρο Τέχνης της Μόσχας, σκηνοθετημένο από τον μεγάλο Στανισλάφσκι. Αποθεώθηκε από το κοινό, αλλά η καθεστωτική κριτική υπήρξε λυσσαλέα: «έργο αστικής ηθικής και ιδεολογίας», «αντεπαναστατικό, εξιδανικεύει τους Λευκούς». Ο ίδιος ο Στάλιν το επέκρινε δημόσια (μολονότι το είχε παρακολουθήσει δεκαπέντε φορές!), ενώ τελικά το θεατρικό χαρακτηρίσθηκε κι επίσημα ως απαγορευμένο.

Από το ανέβασμα του θεατρικού του Μπουλγκάκοφ «Ημέρες των Τουρμπίν» στο Θέατρο Τέχνης της Μόσχας

Από το ανέβασμα του θεατρικού του Μπουλγκάκοφ «Ημέρες των Τουρμπίν» στο Θέατρο Τέχνης της Μόσχας

Ο Μπουλγκάκοφ είχε πλέον απογοητευτεί. Άρχισε να εκφράζει τη δυσαρέσκειά του φωναχτά σε φίλους και γνωστούς και να διατείνεται ότι ίσως να ήταν καλύτερα να πάει να ζήσει κάπου αλλού, σε κάποια χώρα όπου τουλάχιστον τα βιβλία του θα δημοσιεύονταν κι η αξία του ίσως και να αναγνωριζόταν. Και κάποια ημέρα χτυπά το τηλέφωνο και στην άλλη άκρη της γραμμής είναι ο Ιωσήφ Βησσαριόνοβιτς αυτοπροσώπως!

«- Τι πληροφορούμαι, πολίτη Μπουλγκάκοφ! Μα, επιθυμείτε στ’ αλήθεια να εγκαταλείψετε τη Σοβιετική Ένωση;

Η αλήθεια είναι πως ένας Ρώσος συγγραφέας δεν μπορεί να ζήσει μακριά από την πατρίδα του.

Ά, πολύ ωραία, Μπουλγκάκοφ. Πολύ ωραία! Λοιπόν, ακούστε τι θα γίνει. Θα δουλέψετε και πάλι στο Θέατρο Τέχνης ως βοηθός σκηνοθέτη, ίσως κι αλλού ως λιμπρετίστας για όπερες. Για τη δημοσίευση των έργων σας, θα δούμε εν καιρώ.»

Ι. Β. Στάλιν

Ι. Β. Στάλιν

Ο Στάλιν τήρησε την υπόσχεσή του κι ίσως έκανε και κάτι παραπάνω. Την παραμονή των Χριστουγέννων του 1931, παρακολουθεί μαζί με την ακολουθία του, στο Θέατρο Τέχνης της Μόσχας και σε ειδική παράσταση, το θεατρικό του Αλεξάντρ Νικολάγεβιτς Αφινογκένοφ «Ο Φόβος». Ο συγγραφέας είναι ένθερμος κομμουνιστής, υπόδειγμα προλετάριου λογοτέχνη κι αγαπημένος του καθεστώτος. Το συγκεκριμένο έργο θα χαρακτηρισθεί ως το αριστούργημά του.

Ο Γεωργιανός δικτάτορας, όμως, έχει άλλη άποψη. Το έργο δεν του αρέσει καθόλου. Απόλυτο φέσι. Υπόδειγμα βαρεμάρας κι έλλειψης έμπνευσης. Γυρίζει και λέει στους υπεύθυνους του θεάτρου: «Εντελώς απογοητευτικό. Απαράδεκτο! Πρέπει να σας θυμίσω ότι έχετε στο ρεπερτόριό σας ένα εξαιρετικό έργο, τις Ημέρες των Τουρμπίν του Μπουλγκάκοφ. Γιατί δεν το ανεβάζετε ξανά

Στις 15 Ιανουαρίου 1932, η διεύθυνση του θεάτρου γνωστοποιούσε στον έκπληκτο Μπουλγκάκοφ ότι οι «Ημέρες των Τουρμπίν» θα ανέβαιναν ξανά. Οι παραστάσεις στη Μόσχα επρόκειτο να συνεχιστούν για εννέα ολόκληρες σαιζόν (χωρίς να λάβουμε υπόψη τις πολυάριθμες περιοδείες στην επαρχία).

Ως εκεί, όμως…

II. Νεότερος κατά 24 χρόνια του Μπουλγκάκοφ, ο Κονσταντίν Μιχάιλοβιτς Σίμονοφ (που οι γονείς του τον είχαν βαφτίσει Κύριλλο) ήταν παιδί ευγενών. Τα ίχνη του πατέρα του, ανώτατου αξιωματικού του τσαρικού στρατού, χάθηκαν κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1920 κάπου στην Πολωνία, εκεί όπου είχε καταφύγει συμμετέχοντας, κατά πάσα πιθανότητα, στις προσπάθειες ανατροπής του καθεστώτος των Μπολσεβίκων. Ο ευφυής νεαρός Σίμονοφ είχε βάλει σκοπό του όχι απλώς να ενταχθεί στη σοβιετική κοινωνία, αλλά να πετύχει πραγματικά στη ζωή του. Για τον λόγο αυτό, παρά τις έντονες αντιδράσεις της μητέρας και των συγγενών του, αποφάσισε να γραφτεί σε νυχτερινό τεχνικό λύκειο και να δουλεύει τα πρωινά σε εργοστάσιο. Μόνον έτσι θα μπορούσε να φοιτήσει σε κάποια από τις επίλεκτες πανεπιστημιακές σχολές, όπως στη φημισμένη Κρατική Σχολή Λογοτεχνίας της Μόσχας, στην οποία κι έγινε αργότερα δεκτός. Γνώριζε πολύ καλά πως για να παραμείνει μέλος της ελίτ θα έπρεπε να αλλάξει ταξική ταυτότητα κι από αριστοκράτης να μεταμορφωθεί σε προλετάριος, έστω και μόνο για τους τύπους.

Κ. Μ. Σίμονοφ «Οι Ζωντανοί και οι Νεκροί (Живые и мёртвые)»

Κ. Μ. Σίμονοφ «Οι Ζωντανοί και οι Νεκροί (Живые и мёртвые)»

Στις δεκαετίες του 1940 και του 1950 ο Σίμονοφ υπήρξε ο δημοφιλέστερος Σοβιετικός λογοτέχνης. Το ποίημά του «Περίμενέ με» («Жди меня») έγινε το αγαπημένο των ανδρών του Κόκκινου Στρατού που πολέμησαν τους Γερμανούς εισβολείς. Αρκετά αργότερα, με το μυθιστόρημά του «Οι Ζωντανοί και οι Νεκροί» («Живые и мёртвые») κατόρθωσε να περιγράψει με τον πιο γλαφυρό τρόπο τα χρόνια του Μεγάλου Πατριωτικού Πολέμου. Την εποχή του ταραχώδους γάμου του με τη δημοφιλέστατη ηθοποιό Βαλεντίνα Σερόβα, ενσάρκωσε μαζί με την τότε σύζυγό του το απόλυτο glamour της σταλινικής ΕΣΣΔ. Ισχυρός άνδρας της Εταιρίας Σοβιετικών Λογοτεχνών κι αρχισυντάκτης διάφορων λογοτεχνικών εντύπων, ο Σίμονοφ, χάρη και στις διασυνδέσεις του με το καθεστώς και την προσωπική φιλία του με τον Στάλιν, είχε τεράστια δύναμη.

III. Ο Μπουλγκάκοφ δούλευε και ξαναδούλευε το μυθιστόρημα που επρόκειτο να είναι το τελευταίο του. Τα χειρόγραφα της πρώτης εκδοχής του έργου αυτού κατέληξαν στη σόμπα του μοσχοβίτικου διαμερίσματος του λογοτέχνη. Ακολούθησαν άλλες τρεις. Την τελευταία από αυτές ο Μπουλγάκοφ πάσχιζε να την τελειοποιήσει σχεδόν μέχρι τον πρόωρο θάνατό του, το 1940, από κάποια εκφυλιστική πάθηση των νεφρών. Την τελική μορφή του μυθιστορήματος τη χρωστάμε μάλλον στη χήρα του λογοτέχνη, τη Γελένα Σεργκέγεβνα Μπουλγκάκοβα (Σιλόφσκαγια).

Ο Μ. Α. Μπουλγκάκοφ το 1926

Ο Μ. Α. Μπουλγκάκοφ το 1926

Μετά από αυτό, τα χειρόγραφα του μυθιστορήματος, που έφεραν πάνω τους τα ίχνη της μορφίνης, εξάρτηση στην οποία είχε ξανακυλήσει ο λογοτέχνης στην προσπάθειά του να απαλύνει τους πόνους της αρρώστιάς του, ξαναμπήκαν στα συρτάρια του γραφείου του εκλιπόντος όπου και θα παρέμεναν για πολλά χρόνια. Είναι αλήθεια πως το βιβλίο δεν είχε ουσιαστικές ελπίδες δημοσίευσης στη σταλινική ΕΣΣΔ. Χωρίς να είναι ευθέως ανατρεπτικό, «Ο Μαιτρ και η Μαργαρίτα» («Мастер и Маргарита») ήταν ένα μυθιστόρημα αρκετά παράξενο, υπερβολικά ελαφρύ και ταυτόχρονα υπερβολικά σοβαρό για τις καθεστωτικές αντιλήψεις: ο διάβολος ο ίδιος επισκέπτεται μαζί με την ακολουθία του τη σταλινική Μόσχα κι αναστατώνει τους λογοτεχνικούς κύκλους της. Όλα αυτά μέχρι να προσελκύσει στον ιστό των δαιμονικών σχεδίων του την όμορφη και μυστηριώδη Μαργαρίτα και τον παράνομο έρωτά της, έναν περιθωριακό διανοούμενο που εκείνη αποκαλεί Μαιτρ κι ο οποίος έχει γράψει ένα μυθιστόρημα με θέμα τον Πόντιο Πιλάτο. Στο επίκεντρο του έργου βρίσκονται οι βασανιστικές ασάφειες της ηθικής και της επιλογής ανάμεσα στο καλό και το κακό.

Η Γ. Σ. Μπουλγκάκοβα (ίσως το πρότυπο για τη Μαργαρίτα του μυθιστορήματος) σε φωτογραφία του 1928

Η Γ. Σ. Μπουλγκάκοβα (ίσως το πρότυπο για τη Μαργαρίτα του μυθιστορήματος) σε φωτογραφία του 1928

IV. Από τη δεκαετία του 1960 κι έπειτα, ο Σίμονοφ έβαλε σκοπό να εξοφλήσει τους λογαριασμούς του με τη ζωή, να εξιλεωθεί για όλους τους συμβιβασμούς που είχε κάνει στα χρόνια του σταλινισμού προκειμένου να παραμείνει επιτυχημένος κι ισχυρός. Πάσχιζε για την έκδοση απαγορευμένων βιβλίων, βοηθούσε οικονομικά συγγραφείς που είχαν υποστεί διώξεις από το καθεστώς. Όταν το 1965 οι φίλοι του διοργάνωσαν επίσημη τελετή για τον εορτασμό των 50ών γενεθλίων του, ο Σίμονοφ ανέβηκε στο βήμα κι εκφώνησε τον παρακάτω λόγο:

«Σε τέτοιες περιστάσεις, όταν κάποιος συμπληρώνει πενήντα χρόνια ζωής, είναι φυσικό οι άνθρωποι να θυμούνται κυρίως τα καλά που έχει κάνει. Θα ήθελα απλώς να πω στους παριστάμενους, στους συντρόφους μου που ήρθαν, ότι ντρέπομαι για πολλά από όσα έχω κάνει στη ζωή μου, να πω ότι δεν ήταν καλά όλα όσα έχω κάνει, το γνωρίζω, και να πω ότι δεν συμπεριφέρθηκα πάντα σύμφωνα με τις υψηλότερες ηθικές αρχές, ούτε τις πολιτικές ή τις ανθρώπινες. Υπάρχουν στη ζωή μου πράγματα που δεν τα θυμούμαι με ικανοποίηση, περιπτώσεις στις οποίες δεν ενήργησα με αρκετή θέληση, με αρκετό θάρρος. Το γνωρίζω. Και δεν τα λέω όλα αυτά με σκοπό κάποιας μορφής εξιλέωση, γιατί αυτή είναι προσωπική υπόθεση ενός ανθρώπου, αλλά απλώς επειδή όταν κάποιος θυμάται θέλει να αποφύγει την επανάληψη των ιδίων σφαλμάτων. Θα προσπαθήσω να μην τα επαναλάβω. Από εδώ και πέρα, όποιο κι αν είναι το κόστος, δεν θα επαναλάβω τους ηθικούς συμβιβασμούς που κάποτε έκανα

Ο Κ. Μ. Σίμονοφ σε ώριμη ηλικία

Ο Κ. Μ. Σίμονοφ σε ώριμη ηλικία

V. Η Γελένα Μπουλγκάκοβα γνώριζε προσωπικά τον Σίμονοφ (και πιο πριν τη μητέρα του συγγραφέα). Το 1956 τον όρισε υπεύθυνο για τη διαχείριση του αρχείου του εκλιπόντος συζύγου της. Δέκα χρόνια αργότερα, ο Σίμονοφ αποφάσισε ότι ήταν καιρός να κάνει ό,τι ήταν δυνατό για να επιτύχει τη δημοσίευση του «Μαιτρ και Μαργαρίτα». Έπεισε πρώτα τη χήρα του Μπουλγκάκοφ να δεχτεί ενδεχόμενες περικοπές που θα επέβαλλε η λογοκρισία. Έπειτα, έδωσε τα χειρόγραφα στη δεύτερη από τις τέσσερις συζύγους του, τη Γεβγκένιγια (Ζένια) Λάσκινα, η οποία εργαζόταν τότε στο λογοτεχνικό περιοδικό «Μασκβά». Το έντυπο αντιμετώπιζε διάφορα προβλήματα στις αρχές του μπρεζνιεφικού καθεστώτος. Η ύλη του είχε καταντήσει βαρετή (οτιδήποτε ενδιαφέρον δεν μπορούσε να περάσει από τη λογοκρισία) και οι συνδρομές είχαν πέσει κατακόρυφα. Η Λάσκινα μίλησε για το σχέδιο δημοσίευσης του «Μαιτρ και Μαργαρίτα» στον αρχισυντάκτη Γεβγκένι Ποπόφκιν, ο οποίος δίσταζε να προχωρήσει. Απευθύνθηκαν τελικά σε ένα συνταξιούχο συντάκτη του εντύπου, ο οποίος είχε εργαστεί παλιότερα για χρόνια ως λογοκριτής και στη συνέχεια, ως αρχισυντάκτης εντύπων, επιτύγχανε πάντα τη δημοσίευση των κειμένων που υπέβαλλε προς έγκριση. Το μυθιστόρημα, αφού κόπηκε περίπου το 10 % και τροποποιήθηκε άλλο ένα 15 % της ύλης του, εγκρίθηκε! Δημοσιεύθηκε στο «Μασκβά» σε δύο μέρη (στο τελευταίο τεύχος του 1966 και το πρώτο του 1967), γνωρίζοντας απίστευτη επιτυχία. Τα τεύχη εξαντλήθηκαν, οι συνδρομές στο περιοδικό απογειώθηκαν.

Η πρώτη δημοσίευση του Μαιτρ και Μαργαρίτα στο περιοδικό Μασκβά

Η πρώτη δημοσίευση του Μαιτρ και Μαργαρίτα στο περιοδικό Μασκβά

Για να γιορτάσουν την επιτυχία, ο Σίμονοφ κι η Λάσκινα ετοίμασαν σε τρία αντίτυπα ένα πρόχειρο βιβλίο με το πλήρες κείμενο του μυθιστορήματος. Κράτησαν ο καθένας από ένα αντίτυπο κι έδωσαν το τρίτο στη Γελένα Μπουλγκάκοβα. Λίγους μήνες μετά, «Ο Μαιτρ και η Μαργαρίτα» εκδιδόταν στη Δύση με όλα τα αποσπάσματα που είχε αφαιρέσει η λογοκρισία. Η πρώτη πλήρης, μη λογοκριμένη, έκδοση του έργου στην ΕΣΣΔ θα κυκλοφορούσε το 1973. «Ο Μαιτρ και η Μαργαρίτα» θα γινόταν αντικείμενο λατρείας από το σοβιετικό (και όχι μόνο) κοινό.

Σοβιετικό γραμματόσημο για τα 100 χρόνια από τη γέννηση του Μπουλγκάκοφ, με θέμα το Μαιτρ και Μαργαρίτα

Σοβιετικό γραμματόσημο για τα 100 χρόνια από τη γέννηση του Μπουλγκάκοφ, με θέμα το Μαιτρ και Μαργαρίτα

[πηγή, για τις προσπάθειες του Σίμονοφ να αποκαταστήσει το έργο του Μπουλγκάκοφ: Orlando FIGES «The Whisperers (Private life in Stalin’s Russia)», Allen Lane 2007/ Penguin 2008]

Ρέκβιεμ για την Τρόικα;

Σύμβολο μιας πολιτικής σκληρής λιτότητας, που οδήγησε την ελληνική οικονομία σε μαρασμό και συρρίκνωση και μέρος του πληθυσμού σε εξαθλίωση, η «Τρόϊκα» αποτελεί κόκκινο πανί για αρκετούς Έλληνες, όπως και για την κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ. Πόσο ρεαλιστική είναι, όμως, η επιθυμία να απαλλαγεί αμέσως η χώρα από την εποπτεία της;

Έχει εκφρασθεί η άποψη ότι κάτι τέτοιο ίσως είναι δυνατό σε νομικό επίπεδο, μέσω της αμφισβήτησης της νομιμότητάς της έναντι του πρωτογενούς και παράγωγου ενωσιακού δικαίου. Η άποψη αυτή, ωστόσο, είναι αμφιλεγόμενη τόσο σε νομικό όσο και σε πρακτικό επίπεδο. Το ουσιώδες ζήτημα, όσον αφορά την τρόικα δεν είναι η νομιμότητά της, η οποία δεν μπορεί να αμφισβητηθεί με ιδιαιτέρως βάσιμες πιθανότητες επιτυχίας: η σύσταση του εν λόγω μηχανισμού προβλέφθηκε από συγκεκριμένες πράξεις και νομοθετικά κείμενα της Ένωσης (σημειωτέον ότι το άρθρο 13, παράγραφος 7, της Συνθήκης για τη θέσπιση του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας που υπογράφηκε στις Βρυξέλλες στις 2 Φεβρουαρίου 2012 διατήρησε την τρόικα ως εποπτική λύση και για τις μεταγενέστερες περιπτώσεις βοήθειας προς κράτη-μέλη, κάτι που διαπιστώθηκε και στην περίπτωση της Κύπρου). Επιπροσθέτως, τυχόν αποκλίσεις από το ενωσιακό δίκαιο θα μπορούσαν ενδεχομένως να δικαιολογηθούν με την επίκληση των έκτακτων συνθηκών στις οποίες η τρόικα οφείλει την ύπαρξή της: επρόκειτο για θεσμό που έπρεπε να στηθεί βιαστικά στην προσπάθεια άμεσης αντιμετώπισης μιας σοβαρής διατάραξης της οικονομίας κράτους μέλους.

Στη συνέχεια, δεν είναι βέβαιος ο τρόπος με τον οποίο θα ήταν δυνατό να αμφισβητηθεί η νομιμότητά της. Μπορεί, άραγε, να γίνει δεκτό ότι χωρεί ευθεία προσφυγή ιδιώτη ή κράτους-μέλους; Και ποια ακριβώς πράξη θα προσβληθεί; Επισημαίνεται ότι το Γενικό Δικαστήριο της ΕΕ, το οποίο αποφαίνεται ως πρωτοβάθμιο δικαιοδοτικό όργανο της Ένωσης επί ορισμένων θεμάτων, απέρριψε πρόσφατα σειρά προσφυγών που είχαν ασκήσει φυσικά και νομικά πρόσωπα κατά του Μνημονίου που υπέγραψαν η Κύπρος και ο Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Σταθερότητας (ΕΜΣ). Το Γενικό Δικαστήριο είναι αρμόδιο να ελέγχει τη νομιμότητα των πράξεων των θεσμικών και λοιπών οργάνων και οργανισμών της Ένωσης, πλην όμως, στην περίπτωση του κυπριακού μνημονίου, αποφάνθηκε ότι, καθόσον ούτε η Κύπρος ούτε ο ΕΜΣ «περιλαμβάνονται στα θεσμικά ή άλλα όργανα ή οργανισμούς της Ένωσης […] δεν έχει αρμοδιότητα να ελέγξει τη νομιμότητα των πράξεων που εγκρίνουν από κοινού» (απόφαση T‑289/13, Ledra Advertising Ltd).

Απομένει, ως «ασφαλής» λύση, η υποβολή στο Δικαστήριο της ΕΕ σχετικής αίτησης προδικαστικής απόφασης από κάποιο ελληνικό δικαστήριο. Ποια θα ήταν, όμως, και στην περίπτωση αυτή τα προδικαστικά ερωτήματα; Θα μπορούσαν να περιλαμβάνουν και τη νομιμότητα του ίδιου του οργάνου παρακολούθησης της συμμόρφωσης προς τους όρους που συνοδεύουν τη χρηματοπιστωτική συνδρομή ή το λογικότερο θα ήταν να ζητηθεί απάντηση σχετικά με το αν είναι σύμφωνες με το ενωσιακό δίκαιο συγκεκριμένες προβλέψεις των μνημονίων (λ.χ. σχετικές με το εργατικό δίκαιο); Όποια κι αν είναι η απάντηση, η διαδικασία είναι χρονοβόρα. Θα χρειαστεί, υπό τις καλύτερες συνθήκες, περίπου ένα έτος για την έκδοση μιας απόφασης με αβέβαιο αποτέλεσμα, ενώ οι πολιτικές ανάγκες απαιτούν ταχύτατες λύσεις.

Η αποδοχή, όμως, της τυπικής νομιμότητας του μηχανισμού, είτε ως βεβαιότητα είτε ως πιθανότητα, δεν συνεπάγεται ότι ο συγκεκριμένος μηχανισμός παρακολούθησης πρέπει να αναχθεί περίπου σε τοτέμ της δημοσιονομικής σταθερότητας και να παρουσιασθεί ως η «καλύτερη δυνατή λύση». Κάτι τέτοιο θα παρέβλεπε τόσο τον ad hoc χαρακτήρα της ως θεσμού όσο και τις σοβαρές αντιρρήσεις που έχουν εκφρασθεί όχι μόνο για τη δημοκρατική νομιμοποίησή της, αλλά και για την αποτελεσματικότητά της από αμιγώς τεχνοκρατική άποψη.

Στην πραγματικότητα, το ζήτημα της τρόικας είναι πρωτίστως πολιτικό. Και οι αντιρρήσεις δεν προέρχονται μόνο από την Ελλάδα ή την Αριστερά. Εκτός από τη γνωστή έκθεση και το συνακόλουθο ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου (Μάρτιος 2014), ορισμένες από τις σοβαρότερες ενστάσεις έχουν προβληθεί από τον νυν πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,  Ζαν-Κλωντ Γιουνκέρ.

Την άνοιξη του 2014, και στο ίδιο το πρόγραμμά του ως υποψηφίου του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος, ο Γιουνκέρ υποστήριζε: «Στο μέλλον, θα πρέπει να μπορέσουμε να αντικαταστήσουμε την τρόικα με μια δομή που θα διαθέτει ευρύτερη δημοκρατική νομιμοποίηση και θα πρέπει να λογοδοτεί σε μεγαλύτερο βαθμό για τις πράξεις της, δομή που θα βασίζεται στα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα και θα υπόκειται σε ενισχυμένο κοινοβουλευτικό έλεγχο, τόσο σε ευρωπαϊκό όσο και σε εθνικό επίπεδο».

Στις 16 Ιανουαρίου 2015, σε ομιλία του στο Στρασβούργο προς τους σπουδαστές της γαλλικής εθνικής σχολής δημόσιας διοίκησης (ENA), ο πρόεδρος της Επιτροπής επαναλάμβανε: «οι μηχανισμοί διαχείρισης της κρίσης που είχαμε ως τώρα στη διάθεσή μας δεν ήταν ιδιαιτέρως δημοκρατικοί. Υποστήριζα ανέκαθεν ότι πρέπει να προσθέσουμε μια δόση δημοκρατίας στην τρόικα». Κατόπιν, επανέφερε στον προβληματισμό το νομικό επιχείρημα περί συμβατού χαρακτήρα με τις Συνθήκες της ΕΕ, αναφερόμενος στις πρόσφατες προτάσεις του γενικού εισαγγελέα του ΔΕΕ Π. Κρουθ-Βιγιαλόν στην υπόθεση Gauweiler κ.λπ. (C‑62/14), σχετικά με το πρόγραμμα αγοράς ομολόγων κρατών μελών από την ΕΚΤ: κατά τον Ισπανό γενικό εισαγγελέα, η ΕΚΤ δεν μπορεί να καθορίζει το πρόγραμμα και ταυτόχρονα να ελέγχει την εφαρμογή του. Ως εκ τούτου, είναι εκ των πραγμάτων πιθανό να οδηγηθούμε σε τροποποίηση της μορφής του εποπτικού μηχανισμού. «Τούτο αποτελεί ένδειξη περί του ότι η τρόικα, με τη μορφή που γνωρίσαμε, μέχρι σήμερα δεν πρέπει να έχει πολύ μέλλον μπροστά της».

Τούτων δοθέντων, μπορούμε να ευελπιστούμε ότι η τρόικα θα… εξαερωθεί στο προσεχές μέλλον; Μια τέτοια προσδοκία παραβλέπει το πόσο δύσκολο θα είναι για τα ισχυρότερα κράτη-μέλη (και ειδικά τη Γερμανία), αλλά και για την ίδια την Ένωση να παραδεχθούν ότι έσφαλαν όσον αφορά τον τρόπο αντιμετώπισης της οικονομικής κρίσης. Η παραδοχή αυτή θα είναι κατά μείζονα λόγο δυσχερής, εάν φανεί ότι οδηγήθηκαν σ’ αυτήν υπό την πίεση της αριστερής κυβέρνησης ενός κράτους-μέλους με σοβαρότατες οικονομικές δυσχέρειες.

Είναι, συνεπώς, εξαιρετικά πιθανό, εάν η ελληνική κυβέρνηση επιθυμεί να απαλλαγεί από την τρόικα, να κληθεί συντόμως να της δώσει εκ νέου όρκο πίστης. Παράδοξο και μάλιστα ιδιαιτέρως ενοχλητικό! Σε αυτό το παιχνίδι τύπου και ουσίας, όμως, στο οποίο είναι εξαιρετικά δυσχερές να διακρίνει κάποιος τι άπτεται του πρώτου και τι της δεύτερης, το παράδοξο ενδέχεται, σε κάποιες περιπτώσεις, να αποδειχθεί καθοριστικής σημασίας. Γιατί πώς αλλιώς θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί μια ενδεχόμενη συμφωνία, που θα προέβλεπε ρητά την επανεξέταση σε καθορισμένο χρόνο της μορφής του μηχανισμού παρακολούθησης; Είναι ωστόσο παράτολμο να διακινδυνεύσει κάποιος οποιαδήποτε πρόβλεψη, ειδικά σε μια περίοδο που οι βεβαιότητες μοιάζουν να αμφισβητούνται από τα γεγονότα.

[Γράφτηκε για τα ΕΝΘΕΜΑΤΑ και δημοσιεύθηκε στο φύλλο της 8ης Φεβρουαρίου 2015]

Ουκρανία, δεύτερος γύρος

Η ώρα των υπερδυνάμεων κι ο ρόλος της Ευρώπης

Οι μέχρι σήμερα εξελίξεις στην Ουκρανία επιβεβαιώνουν, πιστεύω, την εκτίμηση περί αντιπαράθεσης ιδιόμορφα εθνοτικού χαρακτήρα, το κύριο διακύβευμα της οποίας δεν ήταν κάποια υποθετική προσχώρηση στην ενωμένη Ευρώπη, αλλά η απομάκρυνση ή όχι από τη ρωσική σφαίρα επιρροής. Επιβεβαιώθηκε επίσης η σύγχυση όσον αφορά τον τρόπο παρουσίασης της ουκρανικής κρίσης από τα ΜΜΕ, σύγχυση η οποία επιτείνεται από την επίμονη αναζήτηση «καλών» και «κακών» σε μια σκληρή σύγκρουση συμφερόντων και την αδυναμία ή την έλλειψη βούλησης ελέγχου των ειδήσεων (εντός κι εκτός εισαγωγικών), την ώρα που οι αντιμαχόμενες πλευρές (και, ιδίως, οι εξωτερικοί προστάτες τους) επιδίδονται, χωρίς ενδοιασμούς, σε πραγματικό πόλεμο προπαγάνδας.

Ι. Στο εσωτερικό της Ουκρανίας είναι σαφής η επικράτηση του συνασπισμού δυνάμεων που αντιπολιτεύονταν τον τελευταίο εκλεγμένο πρόεδρο της χώρας, Βίκτορ Γιανουκόβιτς. Θεωρώντας τους εαυτούς τους νικητές της «πολεμικής» αναμέτρησης, νέμονται αποκλειστικά πλέον την εξουσία στο Κίεβο, αθετώντας τη συμφωνία που είχε συναφθεί υπό την αιγίδα της ΕΕ και προέβλεπε τη συγκρότηση μεταβατικής κυβέρνησης κοινής αποδοχής με σκοπό τη διενέργεια εκλογών το συντομότερο δυνατό. Το συνεκτικό στοιχείο αυτού του καταρχήν ανομοιογενούς συνασπισμού που περιλαμβάνει από κεντροδεξιούς φιλελεύθερους μέχρι καθαρόαιμους ακροδεξιούς είναι ο ουκρανικός εθνικισμός νοούμενος πρωτίστως ως εναντίωση στη Ρωσία. Η ισχυρότερη πολιτική δύναμη της κυβέρνησης είναι η κεντροδεξιά Πανουκρανική Ένωση «Πατρίδα» (Всеукраїнське об’єднання «Батьківщина»), στην ηγεσία της οποίας βρίσκεται εκ των πραγμάτων, χάρη σε μια σειρά από επιδέξιους πολιτικούς ελιγμούς, ο νέος πρωθυπουργός Αρσένιι Γιατσενιούκ. Οι πολιτικές θέσεις τόσο του, αυτοπροσδιοριζόμενου ως κεντροδεξιού, πολιτικού κόμματος όσο και του Γιατσενιούκ προσωπικά αποτελούν μείγμα φιλελευθερισμού, λαϊκισμού και, βεβαίως, εθνικισμού.

Το πλέον απογοητευτικό στοιχείο των εξελίξεων είναι, όμως, η έντονη συμμετοχή των δυνάμεων της Ακροδεξιάς στο κυβερνητικό σχήμα: μέλη της Πανουκρανικής Ένωσης «Ελευθερία» (Всеукраїнське об’єднання «Свобода»), κατέχουν τέσσερις υπουργικούς θώκους (συν την επίζηλη θέση του γενικού εισαγγελέα). Η εξέλιξη δεν πρέπει να ξαφνιάζει. Σύμφωνα με τις μαρτυρίες, αποτελούσαν το ένα τρίτο περίπου των διαδηλωτών και την αιχμή του δόρατος στις συγκρούσεις με την αστυνομία. Η παρουσία της Ακροδεξιάς σε μια κυβέρνηση με κύριο χαρακτηριστικό τον εθνικισμό είναι μάλλον αναμενόμενη εξέλιξη. Και η σχετικά πρόσφατη Ιστορία του ουκρανικού εθνικισμού αποδεικνύει τη σύνδεσή του όχι απλώς με την Ακροδεξιά, αλλά με τον ίδιο τον ναζισμό. Ενδεικτικό είναι ίσως το γεγονός ότι το υποτίθεται πιο «ήπιο» στοιχείο της ουκρανικής Ακροδεξιάς, το Σβομπόντα, αποτελεί απευθείας εξέλιξη του, ιδρυθέντος το 1991, Εθνικοσοσιαλιστικού Κόμματος Ουκρανίας!

Όλα αυτά έχουν ως συνέπεια την επιτάχυνση του εγγενούς διχασμού του πληθυσμού και την αποξένωση του ρωσόφωνου στοιχείου της Ανατολής και των παραλίων της Μαύρης Θάλασσας. Δεν είναι τυχαίο ότι μια από τις πρώτες κινήσεις του ουκρανικού κοινοβουλίου μετά την επικράτηση του νέου συνασπισμού ήταν η κατάργηση του νόμου του 2012 περί γλωσσικού καθεστώτος, ο οποίος έδινε τη δυνατότητα σε οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης να χαρακτηρίζουν άλλη γλώσσα πλην της ουκρανικής ως «τοπική», επιτρέποντας τη χρήση της στις συναλλαγές με τις τοπικές αρχές [Σημείωση: ο μεταβατικός πρόεδρος Ολεκσάντρ Τουρτσύνοφ άσκησε βέτο κατά της απόφασης αυτής και προέβη στη σύσταση ειδικής επιτροπής που θα εξετάσει το θέμα και θα προτείνει νέο σχέδιο νόμου].Donetsk

ΙΙ. Είναι, όμως, σαφές ότι έχουμε περάσει σε μια δεύτερη φάση της ουκρανικής κρίσης, με πρωταγωνίστριες τις μεγάλες δυνάμεις.

Μέχρι τώρα, ο μεγάλος νικητής δεν είναι άλλος από τις ΗΠΑ. Κατόρθωσαν να δημιουργήσουν εστία έντασης στην αυλή του μεγάλου αντιπάλου, να συμβάλουν στην επικράτηση αντιρωσικών δυνάμεων και να επιβάλουν τον εκλεκτό τους Γιατσενιούκ ως πρωθυπουργό (παραμερίζοντας την επιλογή του Βερολίνου, τον πρώην πυγμάχο Βιτάλι Κλιτσκό). Επανέφεραν το σχέδιο προσχώρησης της Ουκρανίας στη Βορειοατλαντική Συμμαχία, απειλώντας να «περικυκλώσουν» τη Ρωσία με κράτη μέλη του ΝΑΤΟ. Ζητούν την επιβολή οικονομικών κυρώσεων λόγω «παράβασης του διεθνούς δικαίου» επιχειρώντας να εκφοβίσουν τον αντίπαλο. Ουσιαστικά, έχουν τη δυνατότητα να αυξομειώνουν την ένταση διακινδυνεύοντας ελάχιστα. Οι εμπορικές συναλλαγές ΗΠΑ-Ρωσίας είναι αμελητέου μεγέθους. Το μόνο ερωτηματικό για την υπερδύναμη είναι το εύρος των κερδών της.

Έχοντας βρεθεί σε θέση αμυνόμενου στο σκάκι της διεθνούς διπλωματίας, η Ρωσία, με την επέμβασή της στην Κριμαία και τις ενέργειες στις οποίες προέβη ή φέρεται να έχει προβεί, κάνει τα απαραίτητα για να δείξει ότι θα πράξει οτιδήποτε χρειαστεί για να διαφυλάξει όσα θεωρεί ζωτικά συμφέροντά της. Θα παλέψει λυσσαλέα για να αποτρέψει τις απώλειες κι έχει τα όπλα (και τα οικονομικά) για να διασπάσει τη συμμαχία των αντιπάλων της, αλλά διακινδυνεύει πολλά στην παρούσα κρίση.

ΙΙΙ. Και η Ευρώπη; Η Ευρώπη εξακολουθεί να επιδεικνύει την αδυναμία της να αρθρώσει συγκροτημένο πολιτικό λόγο. Προς το παρόν, φαίνεται να υπακούει στα κελεύσματα της συμμάχου υπερδύναμης. Πρέπει όμως να απαντήσει σε μια σειρά από ερωτήματα: τη συμφέρει η ύπαρξη εστίας έντασης στην ευρύτερη περιοχή της και μια ενδεχόμενη διχοτόμηση της Ουκρανίας με γνώμονα τα συμφέροντα άλλων; Μπορεί να αντέξει μια ευθεία οικονομική σύγκρουση με ένα σημαντικό εμπορικό εταίρο της;

Αντιθέτως προς ό,τι πιστεύουν οι περισσότεροι, το πρόβλημα της Ευρώπης δεν είναι η πολιτική ηγεμονία της Γερμανίας, αλλά η απροθυμία της να αναλάβει έναν τέτοιο ρόλο εκτός του αυστηρού ελέγχου των δημοσιονομικών της Ευρωζώνης. Όσο, όμως, κι αν αυτό δεν μας αρέσει, διαπιστώνεται στην πράξη ότι οι πρώτοι ρόλοι στη διεθνή σκηνή απαιτούν όχι μόνο οικονομική, αλλά και στρατιωτική ισχύ. Όταν οι μούδες των ενετικών εμπορικών διέσχιζαν τη μεσαιωνική Μεσόγειο συνοδεύονταν πάντα από πολεμικά πλοία της Γαληνοτάτης.

Θα ήταν άδικο, πάντως, αν δεν αναφερόταν ότι η Γερμανία έχει κρατήσει έως τώρα μετριοπαθή στάση, επιδιώκοντας σταθερά τη διπλωματική επίλυση της κρίσης. Κίνηση απλής λογικής για μια χώρα που αποτελεί τον μεγαλύτερο πελάτη παγκοσμίως ρωσικού φυσικού αερίου (το οποίο καλύπτει το ένα τρίτο, τουλάχιστον, των ενεργειακών αναγκών της Γερμανίας) κι έχει τον μεγαλύτερο (από κάθε άλλη ευρωπαϊκή χώρα) όγκο εμπορικών συναλλαγών με τη Μόσχα.

Επομένως, βασικός λόγος αισιοδοξίας για την αποκλιμάκωση της έντασης και την εξεύρεση συμβιβαστικής λύσης στο ουκρανικό ζήτημα είναι ακριβώς η απροθυμία των Ευρωπαίων να ακολουθήσουν τις ΗΠΑ σε μια μετωπική διπλωματική σύγκρουση με τη Ρωσία, καθώς οι οικονομικές συνέπειες θα είναι εξαιρετικά σοβαρές για την Ευρώπη. Για αυτό άλλωστε και η μόνη κύρωση που αποφασίστηκε είναι ένα μέτρο εντυπώσεων, το πάγωμα των συνομιλιών για τη διευκόλυνση της κυκλοφορίας Ρώσων υπηκόων εντός της ΕΕ, δηλαδή συνομιλιών που έχουν ουσιαστικά παγώσει εδώ και καιρό. Ένας άλλος είναι η ύπαρξη μετριοπαθών φωνών και εντός των ΗΠΑ: παραδόξως (;) η πιο αντικειμενική τοποθέτηση για την ουκρανική κρίση που δημοσιεύθηκε σε μεγάλο αμερικανικό ΜΜΕ ήταν το άρθρο του Χένρυ Κίσσιντζερ στη Γουώσινγκτον Ποστ της 5ης Μαρτίου. Για τον Κίσσιντζερ, η μόνη βιώσιμη λύση είναι αυτή της συμφιλίωσης και του συμβιβασμού, τόσο των αντιπάλων παρατάξεων στο εσωτερικό όσο και των εκτός Ουκρανίας εμπλεκομένων δυνάμεων, έτσι ώστε η χώρα, αντί για σημείο αντιπαράθεσης, να αποτελέσει τη γέφυρα μεταξύ Ανατολής και Δύσης.

[Γράφτηκε για τα Ενθέματα και δημοσιεύθηκε στο φύλλο της 9ης Μαρτίου 2014]

Ρινάτ Αχμέτοφ

Ρινάτ Αχμέτοφ

ΠΡΟΣΘΗΚΗ: [ανάρτηση της 10ης Μαρτίου 2014 στο Facebook] Στην Ουκρανία, μια δεκάδα άνθρωποι κατέχουν πάνω από το 50 % του οικονομικού πλούτου της χώρας και ελέγχουν πάνω από τους μισούς βουλευτές και εκλεγμένους τοπικούς άρχοντες. Ανάμεσά τους, ο τατάρικης καταγωγής Ρινάτ Αχμέτοφ, ιδοκτήτης του ποδοσφαιρικού συλλόγου της Σαχτιόρ/ Σαχτάρ του Ντανιέτσκ, ελέγχει πάνω από το 20 % των πλουτοπαραγωγικών πηγών της χώρας! Μιλάμε για ανθρώπους που απέκτησαν περιουσίες αμύθητης αξίας δαπανώντας ένα ελάχιστο τίμημα για την αγορά δημόσιας, μέχρι τη διάλυση της ΕΣΣΔ, περιουσίας, μέσω διαδικασιών που δύσκολα θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν διαφανείς. Οι ίδιοι άνθρωποι έχουν φυσικά προσπαθήσει να «οικοδομήσουν», ιδίως στη Δύση, εικόνα ευεργέτη μέσω διαφόρων κοινωφελών και φιλανθρωπικών ιδρυμάτων. Καθώς τα περιουσιακά στοιχεία τους βρίσκονται κυρίως στην πλούσια ανατολική Ουκρανία, είχαν αποτελέσει βασικά στηρίγματα του καθεστώτος Γιανουκόβιτς. Η νέα εξουσία στο Κίεβο επιχειρεί να τους προσεταιρισθεί, για να διασφαλίσει τον έλεγχο της χώρας. Η προσπάθεια αυτή είναι πιθανό να στεφθεί από επιτυχία: όχι μόνον οι ολιγάρχες προτιμούν την πολιτική σταθερότητα, αλλά προκρίνουν μια αδύναμη εξουσία στο Κίεβο από τον στενό έλεγχο του Κρεμλίνου.

Κατά τα λοιπά, εσείς μπορείτε να συνεχίσετε να αναζητείτε «καλούς» και «κακούς» σ’ αυτήν την αμείλικτη αντιπαράθεση συμφερόντων και να πιστεύετε ότι μια δήλωση καταδίκης (της ρωσικής επέμβασης στην Κριμαία ή της δράσης των ακροδεξιών στο Κίεβο και τη Δυτική Ουκρανία) θα κάνει τον κόσμο αυτομάτως καλύτερο και… θα οδηγήσει στην εκ νέου ενοποίηση… της Κύπρου.

Στις εσχατιές της Μεσευρώπης

Τσερνιβτσί: η Πλατεία Θεάτρου

Τσερνιβτσί: η Πλατεία Θεάτρου

Τον νέο Ουκρανό πρωθυπουργό τον έχετε ήδη δει οι περισσότεροι σε εκείνη τη φωτογραφία όπου φαίνεται να χαιρετά ναζιστικά. Οι περισσότεροι, επίσης, δεν γνωρίζετε τον τονισμό του ονόματός του, απολύτως δικαιολογημένα μια και στα ΜΜΕ εμφανίζονται όλοι οι πιθανοί εκτός από τον σωστό. Τυπική περίπτωση πολιτικού νέας κοπής στις χώρες του τέως ανατολικού μπλοκ, ο Αρσένιι Πετρόβιτς Γιατσενιούκ έχει να επιδείξει πολιτική σταδιοδρομία η οποία χαρακτηρίζεται μάλλον από οπορτουνισμό και ιδέες επιφανειακά «φιλοδυτικές», ταλαντευόμενες μεταξύ φιλελεύθερου και φιλολαϊκού (π.χ. «θέλουμε την Ευρώπη γιατί συνεπάγεται υψηλότερο επίπεδο παροχών στους τομείς της παιδείας και της υγείας») και σε αρκετές περιπτώσεις προδήλως αντιβαίνουσες στις δυτικές αντιλήψεις (άρνηση αναγνώρισης μειονοτικών γλωσσών, κατηγορηματική αντίθεση στην αναγνώριση του γάμου μεταξύ ατόμων του ιδίου φύλου). Ίσως τα σημαντικότερα στοιχεία να είναι ότι αποτελεί σαφώς εκπρόσωπο του ουκρανικού εθνικισμού και, ταυτόχρονα, τον εκλεκτό των ΗΠΑ στο πλαίσιο της ουκρανικής κρίσης.

 

Αρσένιι Γιατσενιούκ

Αρσένιι Γιατσενιούκ

Το πιο ενδιαφέρον, όμως, για μένα είναι η γενέτειρα του Γιατσενιούκ, το Τσερνιβτσί (Чернівці́) της Δυτικής Ουκρανίας [ρωσ.: Τσερνοβτσί (Черновцы και παλαιότερα Τσερνοβίτσι/ Чернови́цы), γερμανικά και γίντις: Τσέρνοβιτς (Czernowitz/ טשערנאָװיץ), ρουμανικά: Τσερνιάουτσι (Cernăuți), πολωνικά: Τσερνιόβτσε (Czerniowce)]. Ευρισκόμενο στην ιστορική περιοχή της Μπουκοβίνας, το Τσερνιβτσί ανήκε μέχρι το 1918 στην Αυστροουγγρική Αυτοκρατορία. Μετά τη διάλυση του κράτους των Αψβούργων πέρασε στο Βασίλειο της Ρουμανίας. Το 1940 την κατέλαβε η ΕΣΣΔ αποδίδοντάς την στη ΣΣΔ της Ουκρανίας. Με τη γερμανική εισβολή η πόλη επιστράφηκε στους Ρουμάνους συμμάχους του Γ΄ Ράιχ. Το 1944 ο Κόκκινος Στρατός ανακατέλαβε την πόλη, η οποία έκτοτε αποτελεί έδαφος της Ουκρανίας.

το κτιριακό συγκρότημα του Πανεπιστημίου της πόλης

το κτιριακό συγκρότημα του Πανεπιστημίου της πόλης

Είναι ενδιαφέρον ότι το 1930 η πληθυσμιακά κυρίαρχη στην πόλη εθνοτική ομάδα ήταν οι Εβραίοι (26,8 %), ακολουθούμενοι από τους Ρουμάνους (23,2 %), τους Γερμανούς (20,8 %) και τους Ουκρανούς (18,6 %). Στην πόλη ζούσαν επίσης αρκετοί Πολωνοί και σαφώς μικρότερος αριθμός Ρώσων και Ούγγρων. Από τότε η εθνοτική σύνθεση έχει αλλάξει: άλλωστε κατά τη διάρκεια του Β΄ ΠΠ τα 2/3 του εβραϊκού πληθυσμού της εξοντώθηκαν στα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Σήμερα η συντριπτική πλειονότητα των 260.000 κατοίκων της πόλης είναι Ουκρανοί (189.000).

Βέβαια, το πιο διάσημο πρόσωπο που έχει γεννηθεί στο Τσερνιβτσί δεν είναι ο Γιατσενιούκ.

Αλλά αυτή εδώ η κυρία:

Μίλα Κούνις: φωτό του χρήστη του flickr Gage Skidmore

Μίλα Κούνις: φωτό του χρήστη του flickr Gage Skidmore

Εάν, όμως, έπρεπε να μνημονεύσουμε το σημαντικότερο τέκνο του Τσερνιβτσί, αυτό δεν είναι άλλο από τον μεγάλο Πάουλ Τσέλαν.

Πάουλ Τσέλαν: φωτογραφία διαβατηρίου, 1938.

Πάουλ Τσέλαν: φωτογραφία διαβατηρίου, 1938.

[Facebook, 3 Μαρτίου 2014]

Σχετικά με το ουκρανικό ζήτημα: Σύγχυση γενικώς

Προκαλεί πράγματι εντύπωση ο απλοϊκός τρόπος με τον οποίο παρουσιάζονται στην Ελλάδα οι δραματικές εξελίξεις στην Ουκρανία. Από τη μία πλευρά, δημοσιεύονται πολιτικές αναλύσεις, υποτίθεται «φιλοευρωπαϊκές», τις οποίες υποψιάζομαι ότι, τηρουμένων των αναλογιών, δεν θα καταδεχόταν να υπογράψει ούτε κομματικός ινστρούχτορας μικρομεσαίας πόλης του Κάτω Βόλγα. Από την άλλη, είναι αδύνατο να συμφωνήσει κάποιος με απόψεις του τύπου «στην Ουκρανία την Ε.Ε. την υποστηρίζουν μόνον οι νεοναζί». Στην πραγματικότητα, μιλάμε για μια κρίση που μπορεί να εξηγηθεί με όρους γεωπολιτικής και η οποία έχει τα αίτιά της σε πολύ παλαιότερες εποχές. Για να είμαστε ακριβείς, η «καλή» ή «κακή» Ε.Ε. δεν είναι παρά μια πρόφαση, μια αφορμή· το διακύβευμα είναι εντελώς διαφορετικό.

Καταρχάς, πρέπει να επισημανθούν ορισμένα στοιχεία σχετικά με τα γεγονότα που αποτέλεσαν την αφορμή για να ξεσπάσει η κρίση στην Ουκρανία.

* Για μεγάλο χρονικό διάστημα, οι πολιτικές δυνάμεις που σήμερα χαρακτηρίζονται ως «αντιευρωπαϊκές» ήταν αυτές που «έτρεχαν» την υπόθεση της συμφωνίας σύνδεσης Ε.Ε.-Ουκρανίας. Επομένως, οι διακρίσεις με γνώμονα το ευρωπαϊκό κριτήριο δεν είναι τόσο ευχερείς.

* Η υπογραφή της συμφωνίας σύνδεσης είχε παγώσει για περίπου 1,5 χρόνο, επειδή η Ε.Ε. και τα κράτη μέλη ζητούσαν –όχι αδικαιολόγητα– από την Ουκρανία να προβεί σε μεταρρυθμίσεις του δικαστικού συστήματος και της έννομης τάξης της εν γένει (εμβληματικά επισημαινόταν η υπόθεση της συνεχιζόμενης φυλάκισης της πρώην προέδρου Τιμοσένκο).

* Είναι προφανές ότι πολλοί δεν γνωρίζουν τι ακριβώς είναι μια συμφωνία σύνδεσης. Πρόκειται για γενικού περιεχομένου συμφωνία με την οποία διακηρύσσεται ότι τα συμβαλλόμενα μέρη έχουν κοινές αρχές και η οποία συνοδεύεται ενίοτε (αλλά όχι κατ’ ανάγκη) με εμπορικά προνόμια για τη συνδεδεμένη χώρα και κάποιες διευκολύνσεις κυκλοφορίας εντός της Ε.Ε. για τους υπηκόους της. Δεν συνεπάγεται καμία απολύτως δέσμευση περί ένταξης, ούτε καν για έναρξη ενταξιακών διαπραγματεύσεων στο εγγύς ή το απώτερο μέλλον. Δεν είναι τυχαίο ότι η Ένωση έχει υπογράψει συμφωνία σύνδεσης με την Τουρκία ήδη από το 1963, χωρίς βέβαια η χώρα να ενταχθεί στην Ε.Ε. Συμφωνίες σύνδεσης έχουν υπογραφεί ακόμη με χώρες όπως το Μαρόκο ή η Χιλή. Δεν νομίζω να αναμένει κανείς ότι η Χιλή θα αποτελέσει το 29ο μέλος της Ένωσης.

Σημαντικότερα είναι, όμως, τα βαθύτερα αίτια της ουκρανικής κρίσης.

Τα εδάφη της Ουκρανίας υπήρξαν κάποτε κοιτίδα του ρωσικού κράτους (το οποίο, για να είμαστε ακριβείς, συγκροτήθηκε από Σκανδιναβούς). Τον 15ο αιώνα, όμως, βρέθηκαν υπό πολωνικό έλεγχο. Το 1648 η εξέγερση του Μπαγκντάν Χμελνίτσκι οδήγησε σε μια πρόσκαιρη ανεξαρτητοποίηση της Ουκρανίας, αρκετά επισφαλή πάντως ώστε να αναζητηθεί η βοήθεια του ομόδοξου ισχυρού γείτονα: τον Ιανουάριο του 1654, με τη Συνθήκη του Περεγιασλάβλ, οι Κοζάκοι αναγνώριζαν την επικυριαρχία του τσάρου Αλέξιου της Ρωσίας. Σχετικά γρήγορα η επικυριαρχία εξελίχθηκε σε απορρόφηση. Κατά τους αιώνες που ακολούθησαν, η τάση της αφομοίωσης από τη Ρωσία συνυπήρχε με τις δυνάμεις ενός πολύμορφου ουκρανικού εθνικισμού οι οποίες ενεργοποιούνταν αναλόγως των ιστορικών συγκυριών (μεταξύ των οποίων και η ναζιστική κατοχή).

Η Ουκρανία σήμερα δεν είναι μία χώρα· είναι δύο τουλάχιστον. Υπάρχει «ουκρανική» Δύση και «ρωσική» Ανατολή, κάτι πολύ λογικό για ένα λαό του οποίου η εθνογένεση δεν ολοκληρώθηκε ποτέ. Πολύ λογικό για μια χώρα της οποίας τα σύνορα χαράχτηκαν με γνώμονα πολλούς και διάφορους λόγους, έτσι ώστε σήμερα να περιλαμβάνει εδάφη που μέχρι τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο ήταν πολωνικά ή την έως το 1954 ρωσική Κριμαία η οποία ήταν το δώρο του Νικίτα Χρουστσόφ προς την Ουκρανία για τα 300 χρόνια από την «επανένωση Ρωσίας-Ουκρανίας».

Με απλά λόγια, το ζήτημα δεν είναι άλλο από την απομάκρυνση ή την προσάρτηση (όχι απαραίτητα τυπική) στη Ρωσία. Η Ε.Ε. είναι το πολύ ένα μέσο, τίποτε περισσότερο.

***

Το γεγονός ότι ίσως υπήρξε η διάθεση να «αποσπασθεί» από τη Ρωσία μια χώρα που ανήκει κατεξοχήν στη σφαίρα επιρροής της δεν είναι παράδοξο στο πλαίσιο των σύγχρονων γεωστρατηγικών συσχετισμών. Εφόσον όμως υπήρξε τέτοια βούληση, θα έπρεπε και τα μέσα να είναι ανάλογα (π.χ. γενναία οικονομική ενίσχυση, πολιτική στήριξη κ.ο.κ.). Στην προκειμένη περίπτωση, επιχειρήθηκε να γίνει επική παρτίδα πόκερ με μέσα που έφταναν για να παιχτεί το πολύ ένα άθλιο δελτίο ξυστού! Το αποτέλεσμα ήταν να απελευθερωθούν δυνάμεις που δεν μπορούν να ελεγχθούν και να προκληθεί αστάθεια που βλάπτει τα συμφέροντα της Ευρώπης, όπως κι αν τα εννοεί ο καθένας.

[Δημοσιεύθηκε στα Ενθέματα, στις 23 Φεβρουαρίου 2014. Αναδημοσιεύθηκε την επομένη στο ιστολόγιο του φίλου Νίκου Σαραντάκου «Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία«, με πλούσιο σχολιασμό]

Καινοτομίες

«Βαγγέλη, σε φώναξα γιατί δεν πάει άλλο! Οι δικοί μου θέλουν όλοι να μπουν σε εκλόγιμη θέση στο ψηφοδέλτιο για τις ευρωεκλογές και δεν ξέρω τι να κάνω. Τους έχω βαρεθεί. Βλέπεις και τι τραβάω με τους περιφερειάρχες, μια ο «Τζιτζι», την άλλη ο Γιαννόπουλος, αμάν πια. Το αποφάσισα, θα κάνουμε ευρωεκλογές με σταυρό! Θα γλιτώσω από τη γκρίνια και τη μιζέρια και πού είσαι… θα φτιάξουμε ένα ψηφοδέλτιο όλο τρέλα! Λαμπερό! Με γνωστά ονόματα, πασίγνωστα. Θα το βλέπουν οι ψηφοφόροι και θα τους τρέχουν τα σάλια. Μέχρι και το Σουλεϊμάν θα τους βάλω! Κι άντε μετά να τρέχουν οι άπλυτοι οι Συριζαίοι να κάνουν πρόταση στον Μωάμεθ τον Πορθητή. Και να πάρουν το ναι, θα έχουν ξεχάσει να ελέγξουν τον λογαριασμό του στο Φέισμπουκ και θα τους σκίσουμε μετά! Θρίαμβος, σου λέω!
– Χμ… δεν ακούγεται κι άσκημο. Μ’ αρέσει η ιδέα σου. θα κάνουμε, όμως, και μια νομοτεχνική βελτίωση.
-Δηλαδή;
– Να, οι υποψήφιοι για τις ευρωεκλογές θα είναι διπλάσιοι από τις έδρες. 42 αντί για 21.
– Μα, Βαγγέλη, δεν θα είναι κάπως πολλοί; Γίνεται αυτό το πράμα πουθενά αλλού;
– Και τι μας νοιάζει, Αντώνη, άμα το κάνουν έτσι κι οι κουτόφραγκοι; Η Ελλάδα είναι πάντα στην πρωτοπορία. Άλλωστε, έτσι θα φτιάξω όπως θέλω το ψηφοδέλτιο της μεγάλης κεντροαριστεράς. Κι ΕΛIΕΣ και 58 κι ό,τι άλλο θέλουν εκείνοι που γουστάρουν ανασυγκροτήσεις και κόλπα ζόρικα. Και φυσικά στο τέλος θα εκλεγούν οι δικοί μου, γιατί μόνον εγώ έχω κομματικό εκλογικό μηχανισμό, ενώ οι άλλοι μέχρι να πάρουν μυρωδιά θα έχει πετάξει το πουλάκι!
– Μπράβο, Βαγγέλη, καλά το λένε ότι είσαι ιδιοφυΐα. Και τώρα που το λες, έχω κι εγώ μια ιδέα.
-Τι ακριβώς, Αντώνη μου;
– Να, γιατί να μην κάνουμε το ίδιο με τους περιφερειάρχες; Κάθε κόμμα θα δίνει το χρίσμα σε δύο υποψήφιους και στο τέλος θα επιλέγει ο λαός. Έτσι τα προβλήματά μου θα εξαφανιστούν! Καλό δεν είναι;»

[Facebook, 10 Φεβρουαρίου 2014]