Brava gente!

Ιταλοί Μπερσαλιέροι στο Στάλινο (σημερινό Ντονιέτσκ) της ανατολικής Ουκρανίας

Όψη 1η

«Η νύχτα των Χριστουγέννων έπεσε πάνω από τη λευκή έκταση. Συγκλόνιζε και σπάραζε την καρδιά, όπως μπορούν να νιώσουν μοναχά οι στρατιώτες στα χαρακώματα, μακριά από κάθε αγαθό, σκορπισμένοι μέσα στη σιωπή, δίπλα στ’ αστέρια…» [Τζούλιο Μπεντέσκι «Centomila gavette di ghiaccio»]

«Όταν μπήκαμε στη Νίκαια ήταν προφανές ότι οι Γάλλοι μάς υποδέχτηκαν με ένα συναίσθημα χειρότερο από το μίσος, την περιφρόνηση. Δεν σταματούσαν να λένε ότι το μοναδικό αήττητο γαλλικό στράτευμα ήταν η Στρατιά των Άλπεων που μας είχε νικήσει στο πεδίο της μάχης. Διατείνονταν ότι οι Ιταλοί δεν θα έμεναν στη Γαλλία παρά μόνο λίγους μήνες. Κι έλεγαν κοροϊδευτικά ότι οι Μπερσαλιέροι που έφτασαν φορώντας φτερά στα καπέλα θα έφευγαν με το φτερό στον κ…» [λοχαγός Μπρόκι, αξιωματικός της υπηρεσίας πληροφοριών του ιταλικού στρατού, Νοέμβριος 1942]

Το στερεότυπο για τον Ιταλό στρατιώτη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου παραπέμπει σε ένα μάλλον συμπαθητικό τύπο που παίζει μαντολίνο, τραγουδά και φλερτάρει τις κοπέλες. Οι επιδόσεις του στο πεδίο της μάχης απέχουν πολύ από το να μπορούν να θεωρηθούν αξιοσημείωτες. Σύμμαχοι και αντίπαλοι μιλούν υποτιμητικά για τις ικανότητές του.

Εκ πρώτης όψεως, τα ιστορικά γεγονότα επιβεβαιώνουν τις εντύπωση αυτή. Ήττα στις Άλπεις από τις δυνάμεις ενός γαλλικού στρατού που ήδη έχει συντριβεί από τη Βέρμαχτ, στραπάτσο στον Ελληνοϊταλικό Πόλεμο, αποτυχίες στη Βόρειο Αφρική. Μια προσεκτικότερη ματιά, ωστόσο, αποκαλύπτει μια αλήθεια πιο σύνθετη. Αν οι ιταλικές επιδόσεις στον πόλεμο δεν είναι λαμπρές, αυτό δεν οφείλεται κατ’ ανάγκη σε κάποια εγγενή αδυναμία ή αδιαφορία για το αιματηρό «άθλημα» του πολέμου. Η όχι ιδιαίτερα προικισμένη πολιτική και στρατιωτική ηγεσία, η προβληματική διοικητική μέριμνα κι ο πλημμελής εξοπλισμός εξηγούν πολλά (οι υποτιθέμενες μηχανοκίνητες -autotrasportate- μονάδες του ιταλικού στρατού είχαν τόσο μεγάλες ελλείψεις σε οχήματα που οι στρατιώτες που υπηρετούσαν σ’ αυτές τις αποκαλούσαν autoscarpe, σαν να έλεγαν, δηλαδή, ότι το μόνο μηχανοκίνητο στοιχείο της μονάδας ήταν τα παπούτσια των ίδιων των φαντάρων).

Στην πραγματικότητα, ο ιταλικός στρατός ήταν ένα στράτευμα όπως όλα τ’ άλλα. Είχε κι αυτός να επιδείξει πράξεις ηρωϊσμού, ακριβώς όπως και το δικό του παθητικό το βάρυναν εγκλήματα πολέμου.

—————————————————————————–

Η φασιστική Ιταλία συμμετείχε στην προσπάθεια του Χίτλερ να πραγματοποιήσει το παράλογο σχέδιο κατάκτησης της ΕΣΣΔ με ένα εκστρατευτικό σώμα (ARMIR) που αριθμούσε περίπου 250.000 άνδρες. Οι μισοί από αυτούς δεν επέστρεψαν ποτέ στην πατρίδα τους.

Μολονότι συνήθως οι ιταλικές δυνάμεις αποτελούσαν εύκολη λεία για τον Κόκκινο Στρατό, σε κάποιες περιπτώσεις οι Ιταλοί πολέμησαν με απαράμιλλη ανδρεία. Τον Ιανουάριο του 1943, ενώ η 6η Στρατιά του Πάουλους εξοντώνεται πολιορκημένη στο Σταλινγκράντ, τρεις ορεινές μεραρχίες (Γιούλια, Κουνεένσε και Τριντεντίνα) επιλέγουν την αυτοθυσία ώστε να καταστήσουν δυνατή την υποχώρηση των συμπολεμιστών τους, Γερμανών και Ιταλών, από την περιοχή του Ντον.

Η υποχώρηση του ιταλικού πεζικού στην περιοχή του ποταμού Ντον

«Προτίμησαν να δώσουν φονικές μάχες οπισθοφυλακής, την ώρα που παρενοχλούνταν διαρκώς από παρτιζάνους, παρά να παραδοθούν. Με τίμημα μεγάλες απώλειες, διέσχισαν 350 χιλιόμετρα πεζοί, μέσα στο χιόνι και το κρύο, με θερμοκρασίες χαμηλότερες από 30, 40, ακόμα και 50 βαθμούς υπό το μηδέν, χωρίς οχήματα, χωρίς εφόδια, χωρίς αντιαρματικά όπλα, χωρίς αεροπορική κάλυψη, χωρίς ασυρμάτους.» [Hubert Heyriès σε J. Lopez και Olivier Wieviorka (επιμ.) «Les mythes de la seconde guerre mondiale», εκδ. Perrin, Παρίσι, 2015, σελ. 205 επ., ειδικ. σελ. 219-220]

«Έβλεπα να περνά μπροστά μου μια ατέλειωτη φάλαγγα φαντασμάτων, μορφών που δεν είχαν πια τίποτε το ανθρώπινο. Προχωρούσαν τρεκλίζοντας, παραπατώντας, σέρνοντας τα πόδια τους στο χιόνι, σιωπηλοί. Η όψη αυτών των σκαμμένων, αποστεωμένων προσώπων, το βλέμμα που διάβαζε κάποιος σε αυτά τα κοκκινισμένα μάτια, τα χαμένα σε παραισθήσεις, έδιναν την εντύπωση μια παρέλασης πλασμάτων τα οποία, έχοντας υποστεί ένα παρατεταμένο μαρτύριο, είχαν χάσει το φως της λογικής». [λοχαγός Τζιοβάννι Μπαττίστα Στούκι, 31 Ιανουαρίου 1943]

Ελάχιστοι κατόρθωσαν να διασπάσουν τον κλοιό του Κόκκινου Στρατού και να ξεφύγουν, Ανάμεσά τους, ο Τζούλιο Μπεντέσκι, που υπηρετούσε ως ανθυπίατρος στην 3η Ορεινή Μεραρχία «Γιούλια» και ο οποίος περιέγραψε γλαφυρά το έπος των συμπολεμιστών του στο μυθιστόρημα «Centomila gavette di ghiaccio» [(«Εκατό χιλάδες παγωμένες καραβάνες»), εκδ. Mursia, Μιλάνο, 1963]

Εξώφυλλο του βιβλίου του Μπεντέσκι

[ο Μπεντέσκι δεν ήταν, βέβαια, κάποιος άγιος. Ιδεολογικά κοντά στο φασιστικό κόμμα, προτίμησε το θέρος του 1943 να συνταχθεί με την Ιταλική Κοινωνική Δημοκρατία. Μεταπολεμικά καταδικάστηκε σε στέρηση πολιτικών δικαιωμάτων και εκτόπιση στη Σικελία.]

Όψη 2η

Όταν γίνεται λόγος για εγκλήματα πολέμου στην Ελλάδα κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, τα ονόματα που έρχονται στο μυαλό είναι γνωστά: Δίστομο, Καλάβρυτα, ενδεχομένως μαζί με την Κάντανο ή το Κοντομαρί, τους μαρτυρικούς τόπους των σφαγών στην Κρήτη που προηγήθηκαν χρονικά εκείνων στην ηπειρωτική Ελλάδα. Σε όλες τις περιπτώσεις, αυτουργός ήταν η Βέρμαχτ. Και είναι δύσκολο να ξεχαστούν τα δράματα αυτά. Το ίδιο το ελληνικό κράτος τιμά με κάθε επισημότητα τη μνήμη των θυμάτων, ενώ φορείς και άτομα συνεχίζουν να διεκδικούν πολεμικές αποζημιώσεις από τη Γερμανία. Πόσοι, όμως, θυμούνται ή γνωρίζουν το Δομένικο;

Ακριβώς όπως ο τόσο υποτιμημένος ιταλικός στρατός είχε να επιδείξει ανδραγαθήματα, ομοίως βαρύνεται και με εγκλήματα πολέμου. Όχι σπάνια η εικόνα του ως στρατού κατοχής δεν ήταν σύμφωνη με το στερεότυπο του ευγενικού στρατεύματος του οποίου τα σοβαρότερα εγκλήματα ήταν η διατάραξη κοινής ησυχίας, από τις καντάδες των στρατιωτών του, και το φλερτ στα κορίτσια των υπό κατοχή περιοχών.

Η σφαγή στο Δομένικο είναι, ίσως, το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα. Νωρίς το πρωί της 16ης Φεβρουαρίου 1943 μια ιταλική φάλαγγα πέφτει σε ενέδρα ανταρτών του ΕΛΑΣ έξω από το χωριό Δομένικο της επαρχίας Ελασσόνας. Στη συμπλοκή που ακολουθεί σκοτώνονται 9 Ιταλοί στρατιώτες. Η απάντηση της 24ης Μεραρχίας Πεζικού «Πινερόλο» η οποία στρατοπεδεύει στη Λάρισα και την οποία διοικεί ο στρατηγός Τσέζαρε Μπενέλλι είναι άμεση. Λίγες ώρες μετά το συμβάν, οι άνδρες της μπαίνουν στο Δομένικο και αρχίζουν να πυρπολούν τα σπίτια του χωριού. Συγκεντρώνουν τον πληθυσμό στην πλατεία και ξεχωρίζουν όλους τους άρρενες μεταξύ 14 και 80 ετών, τους οποίους και εκτελούν στη συνέχεια σε διάφορα σημεία. Οι επιχειρήσεις συνεχίζονται και την επομένη με τον εντοπισμό και την εκτέλεση όσων είχαν ξεφύγει από την πρώτη μαζική σύλληψη. Ο συνολικός αριθμός των θυμάτων ανέρχεται, τουλάχιστον, στα 150.

Η σφαγή στο Δομένικο

Η σφαγή στο Δομένικο είναι ίσως το πιο αιματηρό συμβάν, αλλά δεν αποτελεί μεμονωμένη περίπτωση. Ανάλογες σφαγές διαπράττονται στην Τσαρίτσανη, τον Δομοκό και τα Φάρσαλα, χωρίς να ξεχνούμε τις εκτελέσεις κρατουμένων στο στρατόπεδο της Λάρισας. Ανάλογη είναι η συμπεριφορά των ιταλικών κατοχικών δυνάμεων και εκτός Ελλάδας. Στις αρχές του 1942, ο στρατηγός Μάριο Ροάττα (που διατέλεσε δύο φορές αρχηγός γενικού επιτελείου), τότε διοικητής των ιταλικών δυνάμεων σε Σλοβενία και Δαλματία, εκδίδει την αριθ. 3C εγκύκλιο, πραγματικό εγχειρίδιο καταστολής του ανταρτοπολέμου, με την οποία επιβάλλει τη χρήση σκληρών αντιποίνων κατά του άμαχου πληθυσμού. Η εγκύκλιος αυτή δεν έμεινε, βεβαίως, ανεφάρμοστη. Τέλος, στη Βόρεια Αφρική, τα θύματα είναι συνήθως άμαχοι προερχόμενοι από τον ιθαγενή πληθυσμό και αιχμάλωτοι Ινδοί στρατιώτες του βρετανικού στρατού.

Στρατηγός Μάριο Ροάττα

Το καλοκαίρι του 1943, μετά την ανατροπή του καθεστώτος Μουσσολίνι, η Ιταλία βρέθηκε στο στρατόπεδο των συμμάχων. Μεταπολεμικά, δεν έπρεπε να θιγεί σε καμία περίπτωση το κύρος ενός πυλώνα του δυτικού κόσμου. Ως εκ τούτου, δεν υπήρξε ιταλική Νυρεμβέργη. Το ιταλικό κράτος διέγραψε τα εγκλήματα πολέμου από τη συλλογική ιστορική μνήμη, το ίδιο δε έπραξαν κι οι κυβερνήσεις των χωρών των θυμάτων. Όλα ξεχάστηκαν. Το ντοκιμαντέρ του Τζοβάνι Ντονφραντσέσκο «La guerra sporca di Mussolin» («Ο βρόμικος πόλεμος του Μουσσολίνι») προβλήθηκε το 2008 στο History Channel. Στην Ιταλία κανένας τηλεοπτικός σταθμός δεν ενδιαφέρθηκε ή δεν θέλησε να το προβάλει.

Brava gente… αλλά ο ιταλικός στρατός συμπεριφέρθηκε όπως κάθε στρατός κατοχής. Βίαια και ενίοτε εγκληματικά.

[πηγές: Hubert Heyriès σε J. Lopez και Olivier Wieviorka (επιμ.) «Les mythes de la seconde guerre mondiale», εκδ. Perrin, Παρίσι, 2015, σελ. 205 επ./ Lidia Santarelli «Muted violence: Italian war crimes in occupied Greece«, Journal of Modern Italian Studies τ. 9, αριθ. 3, 2004, σελ. 280 επ./ Davide Rodogno σε J. Lopez και Olivier Wieviorka (επιμ.) «Les mythes de la seconde guerre mondiale, volume 2», εκδ. Perrin, Παρίσι, 2017, σελ. 183 επ.]

[αρχική δημοσίευση: ΦΜΠ, 27 Νοεμβρίου και 30 Νοεμβρίου 2019]

Ανατομία μιας εκλογικής αποτυχίας

Δύσκολα μπορεί να αντισταθεί κάποιος στον πειρασμό να επιχειρήσει να εξηγήσει τους λόγους της παταγώδους (για κόμμα εξουσίας) αποτυχίας του ΣΥΡΙΖΑ στις πρόσφατες ευρωεκλογές, η οποία τον φέρνει αντιμέτωπο με μια σχεδόν βέβαιη απώλεια της εξουσίας στις επερχόμενες βουλευτικές εκλογές. Το ουσιωδώς χρήσιμο σε ένα τέτοιο εγχείρημα είναι να μη ληφθούν υπόψη στοιχεία που ικανοποιούν ιδεολογικά ή συναισθηματικά τον γράφοντα, αλλά μόνον όσα απορρέουν από τη λογική ανάλυση των πραγμάτων. Για τον λόγο αυτό, αφετηρία της ανάλυσης είναι η παραδοχή ότι η διακυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ δεν διαφοροποιείται ουσιωδώς από τις πρακτικές των προηγούμενων κυβερνήσεων της Μεταπολίτευσης (κάτι που για εμένα προσωπικά αποτελεί αντικειμενικό στοιχείο, μολονότι γνωρίζω ότι οι περισσότεροι θα διαφωνήσετε). Ομοίως, δεν πρόκειται να ληφθούν υπόψη στοιχεία που άπτονται της προσωπικότητας πολιτικών (λ.χ. ο α΄ είναι ψεύτης, ενώ ο β΄ ειλικρινής – ο α΄ εμφορείται από κοινωνικές ευαισθησίες, ενώ ο β΄ είναι αναίσθητος στα βάσανα του λαού), διότι κατά βάθος τέτοιου είδους πεποιθήσεις δεν καθορίζουν τις εκλογικές προτιμήσεις των ψηφοφόρων, παρά τις περί του αντιθέτου πεποιθήσεις. Ας δούμε, επομένως, τα στοιχεία που μετά βεβαιότητος ζημίωσαν τις εκλογικές επιδόσεις του κυβερνώντος κόμματος (Ι), εκείνα που ενδεχομένως του προκάλεσαν φθορά (ΙΙ) και, τέλος, τους στερούμενους σημασίας παράγοντες (ΙΙΙ).

Ι.   Οι βεβαιότητες.

  1. Η νομοτελειακή φθορά κάθε κυβέρνησης (α), ιδίως μιας κυβέρνησης σε εποχή μνημονίων και οικονομικής επιτήρησης (β).

α. Ο εκλογέας ψηφίζει με βασικό κίνητρο να τιμωρήσει εκείνον που τον κυβέρνησε κατά το προηγούμενο χρονικό διάστημα, συνήθως με αλαζονεία, αδεξιότητα και (όπως τουλάχιστον ο ψηφοφόρος αισθάνεται) αδικία. Κοινοτοπία αφόρητη, αλλά ποιος σας είπε ότι οι κοινοτοπίες δεν εκφράζουν μέρος, τουλάχιστον, της αλήθειας; Στην «Πόλη των Φαντασμάτων», ο Μαζάουερ γράφει ότι, όταν ο σουλτάνος ανακαλούσε τον εκάστοτε πασά της Σαλονίκης με σκοπό να τον μεταθέσει, στους δρόμους της πόλης έστηναν γιορτή και πανηγύρι, μια και θα έφευγε «ο πιο ανίκανος και διεφθαρμένος πασάς που είχε γνωρίσει η Θεσσαλονίκη». Λίγους μήνες μετά τον διορισμό του νέου πασά, εκείνοι που γιόρταζαν ήταν πλέον πεπεισμένοι ότι ο νέος ήταν ακόμη πιο ανίκανος και διεφθαρμένος από τον παλιό. Έτσι, όμως, πάνε τα πράγματα.

β.   Το όπλο μιας κυβέρνησης για να αντισταθμίσει τις απώλειες αυτές είναι, βέβαια, οι παροχές προς τον λαό, συνήθως προς το τέλος της θητείας, όσο πλησιάζουν οι επόμενες εκλογές. Τα περιθώρια για παροχές, όμως, στην εποχή της οικονομικής επιτήρησης είναι πολύ μικρά. Χρειάζεται μεγάλη επιδεξιότητα (επικοινωνιακή και ουσιαστική) για να αντλήσει μια κυβέρνηση όφελος από αυτά. Στην προκειμένη περίπτωση δεν συνέβη κάτι τέτοιο, εκτός των άλλων διότι η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ έδινε διαρκώς την εντύπωση ότι πατούσε σε δύο βάρκες.

  1. Πατώντας σε δύο βάρκες.

Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν αντιμετώπιζε απλώς τον περιορισμό που ανέκυπτε από την ανάγκη τήρησης των όσων επέτασσαν τα μνημόνια. Έπρεπε να αποδεχθεί και μια αναγκαιότητα: αν ήθελε να εδραιωθεί ως κόμμα εξουσίας στο πλαίσιο μιας δυτικής δημοκρατίας, θα έπρεπε οπωσδήποτε να μεταλλαχθεί σε κεντροαριστερό κόμμα (δεν λέω σοσιαλδημοκρατικό, διότι όπως, πάνε τα πράγματα, πιο εύκολα τη βγάζει καθαρή αυτός που έχει βεβαρυμένο με ανθρωποκτονία ποινικό μητρώο, παρά εκείνος που διακηρύσσει ότι είναι σοσιαλδημοκράτης), ξεχνώντας τη ριζοσπαστική ρητορική και τις αντίστοιχες στοχεύσεις. Η προσπάθεια συμβιβασμού μεταξύ της ανάγκης να επιδειχθεί πολιτικός ρεαλισμός και εκείνης που ήθελε να διασωθούν έστω και τα προσχήματα αριστεροσύνης οδήγησε σε παλινωδίες, ανεπιτυχείς συμβιβασμούς και αδεξιότητες.

  • Ενώ θα μπορούσε να προβάλλει διαρκώς ότι αποδείχθηκε η συνεπέστερη κυβέρνηση ως προς την τήρηση των μνημονιακών απαιτήσεων, ο ΣΥΡΙΖΑ ομφαλοσκοπούσε επαναλαμβάνοντας ότι «το πρόγραμμα αυτό δεν είναι δικό μας». Όταν άρχισε να διακινεί το αφήγημα της εξόδου από τα μνημόνια ήταν πολύ αργά. Κι ό,τι έλεγε, δεν το έλεγε με πειστικό, για το εκλογικό σώμα, τρόπο.
  • Επιχειρώντας να τηρήσει τις μνημονιακές απαιτήσεις ακολούθησε την πεπατημένη των ελληνικών κυβερνήσεων, δηλαδή την υπερφορολόγηση. Το αποτέλεσμα ήταν να απογοητεύσει τα, εν ευρεία εννοία, μεσαία στρώματα που του χάρισαν τη νίκη το 2015. Όταν είχε την ευκαιρία να προβεί σε κάποιες παροχές, η αριστερή λογική επέβαλε να ενισχυθούν οι πλέον αδύναμες οικονομικά τάξεις. Δεν είναι παράλογο, δεν είναι ανήθικο (το αντίθετο, μάλλον), αλλά πρακτικά ζημίωσε και μάλιστα σοβαρά την κυβέρνηση. Όταν ο «μεγαλοσυνταξιούχος» των 800 ευρώ ανακάλυπτε ότι αυτό που του διαφήμιζαν ως 13η σύνταξη αντιστοιχούσε στο ένα τρίτο της συνήθους μηνιαίας σύνταξής του, ήταν λογικό να εκλάβει την κίνηση ως κοροϊδία. Με μια διαφορετική προσέγγιση (και επικοινωνιακή) ο ΣΥΡΙΖΑ θα μπορούσε να περιορίσει τις ζημιές, αλλά κάτι τέτοιο δεν συνέβη ποτέ.

Ο διχασμός προσωπικότητας είχε και άλλες σοβαρές επιπτώσεις, τόσο σε επίπεδο πολιτικών συμμαχιών όσο και στελέχωσης της διοίκησης.

  1. Επιζήμιες συμμαχίες.

Το πνεύμα πολιτικού ρεαλισμού υπερίσχυσε στον τομέα αυτό σε τέτοιο βαθμό που ο ρεαλισμός κατέληγε να είναι κυνισμός και μάλιστα όχι πολύ επιδέξιος. Δεν θα σταματήσω να γράφω πόσο ολέθρια ήταν για τον ΣΥΡΙΖΑ η αφύσικη συμμαχία με τους Αν.Έλ. Ο αντίλογος είναι ότι χωρίς αυτούς δεν θα κυβερνούσε ποτέ. Μπορεί (αν και δεν είμαι πεπεισμένος για αυτό). Στην πράξη, όμως, η πολιτική συμμαχία αυτή ζημίωσε τρομακτικά τον ΣΥΡΙΖΑ σε επίπεδο αξιοπιστίας, επικοινωνιακής διαχείρισης και (πρωτίστως) κυβερνητικής αποτελεσματικότητας. Όταν το έργο αυτό έφτασε στο τέλος του, το διαδέχθηκε μια πρακτική ψευδοοππορτουνιστικών συμμαχιών με ρετάλια κομμάτων γραφικών και με κατόχους της σφραγίδας κομμάτων με μηδενική απήχηση στο εκλογικό σώμα.

Το μόνο που απομένει είναι να βρεθεί ο ευφάνταστος συγγραφέας κάποιας Ουχρονίας στο πλαίσιο της οποίας ο ΣΥΡΙΖΑ σχηματίζει κυβέρνηση με το Ποτάμι και/ή το ΚΙΝΑΛ, παρακάμπτοντας και το δράμα του αρχικού εξαμήνου της πρώτης διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ.

  1. Προβληματική στελέχωση του κρατικού μηχανισμού.

Η αποτελεσματικότητα μιας κυβέρνησης κρίνεται συνήθως σε επίπεδο μεσαίων (και μεγαλομεσαίων) στελεχών του κρατικού μηχανισμού. Ο ΣΥΡΙΖΑ έκανε κάποιες κινήσεις προς τη σωστή κατεύθυνση, μόνο που δεν ήταν καθόλου επαρκείς. Η ανάγκη να ικανοποιηθούν οι ευκαιριακοί ή λιγότερο ευκαιριακοί πολιτικοί σύμμαχοι οδηγούσε και στην τοποθέτηση σε κρίσιμες θέσεις ανθρώπων που υποδείκνυαν κάθε λογής προβληματικοί συνεταίροι (Αν.Έλ., κατάλοιπα του ΠΑΣΟΚ ή της καραμανλικής ΝΔ κ.ο.κ.). Ποτέ δεν επικράτησε η αντίληψη ότι θα έπρεπε να χρησιμοποιηθούν άνθρωποι με επαρκή επαγγελματική κατάρτιση για τις θέσεις που επρόκειτο να καλύψουν. Η ειρωνεία έγκειται στο ότι το κυβερνών κόμμα θα μπορούσε να εκμεταλλευτεί πολύ καλύτερα προς τον σκοπό αυτό τη δεξαμενή στελεχών και συμπαθούντων.

[η προφανής δικαιολογία είναι η ομολογουμένως κακή συναφώς παράδοση των ελληνικών κομμάτων εξουσίας. Τις καλύτερες επιδόσεις σε επίπεδο στελέχωσης του κρατικού μηχανισμού τις είχε το εκσυγχρονιστικό ΠΑΣΟΚ. Τότε, όμως, «λεφτά υπήρχαν» (πραγματικά ή δανεικά), οπότε μπορούσαν να συνυπάρχουν επαγγελματικά στελέχη και αδηφάγα κομματικά].

ΙΙ.   Οι αμφίβολοι παράγοντες

  1. Η τραγωδία στο Μάτι: σε περιπτώσεις τέτοιας έκτασης τραγωδιών, μια κυβέρνηση φέρει αντικειμενική ευθύνη, ακόμη κι αν αποδείξει ότι έπραξε εν προκειμένω ό,τι ήταν ανθρωπίνως δυνατό. Η ευθύνη ενισχύεται όταν δεν έχει συμβεί κάτι τέτοιο κι όταν οι επικοινωνιακοί χειρισμοί είναι το λιγότερο αδέξιοι. Εντούτοις, οι τραγωδίες αυτές επιδρούν σε επίπεδο πρωτίστως συναισθηματικό: όσοι δεν επρόκειτο να ψηφίσουν ποτέ ΣΥΡΙΖΑ εδραίωσαν την πεποίθηση ότι η επιλογή τους είναι ορθή. Όσοι, πάλι, επρόκειτο να τον ψηφίσουν, επιχείρησαν να εκλογικεύσουν τα δεδομένα και να ικανοποιηθούν με το επιχείρημα ότι «όποια κυβέρνηση και να ήταν δεν θα κατόρθωνε κάτι καλύτερο». Μένουν οι αναποφάσιστοι. Ατυχώς, η ανίχνευση ψυχολογικών διαθέσεων είναι εξαιρετικά δυσχερής. Για πόσους η συγκεκριμένη τραγωδία αποτέλεσε καθοριστικό παράγοντα για την επιλογή στις εκλογές; Αν λάβουμε υπόψη το μοναδικό πρόσφατο ανάλογο παράδειγμα, όχι για πολλούς: το 2007, οι καταστροφικές πυρκαγιές ήταν εντελώς πρόσφατες, πλην όμως δεν φαίνεται να προκάλεσαν ουσιαστική φθορά στην απερχόμενη κυβέρνηση Καραμανλή, η οποία και εξασφάλισε την επανεκλογή της.
  2. Η συμφωνία των Πρεσπών: η ΝΔ ακολούθησε με επιτυχία την τακτική του παραδοσιακού ελληνικού εθνικισμού. Και φαίνεται να ενίσχυσε τα ποσοστά της στη Βόρεια Ελλάδα. Το πρόβλημα έγκειται στο ότι η συγκεκριμένη περιοχή ήταν παραδοσιακά για τον ΣΥΡΙΖΑ χώρος χαμηλών επιδόσεων. Τα αποτελέσματα της προηγούμενης Κυριακής δείχνουν ότι το «Μακεδονικό» έφθειρε μεν την παρούσα κυβέρνηση, όχι όμως και σε βαθμό αποφασιστικό.

ΙΙΙ.   Παράγοντες που δεν άσκησαν επιρροή.

Αναφερόμαστε στη θεωρία ότι ο ΣΥΡΙΖΑ πρόδωσε τις αρχές της Αριστεράς, δεν άσκησε πραγματικά αριστερή πολιτική, δεν εφήρμοσε το «πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης», δεν ήρθε σε ρήξη με την ΕΕ κ.λπ. Ωραία όλα αυτά, μόνο που οι εκλογείς οι οποίοι χάρισαν στον ΣΥΡΙΖΑ δύο φορές την πρωτιά το 2015 δεν είχαν τέτοιες προσδοκίες ή ψευδαισθήσεις. Αν ίσχυε κάτι τέτοιο, τότε Μέρα25, Πλεύση Ελευθερίας και ΛΑΕ θα συγκέντρωναν ποσοστό περί το 40 %. Εάν ο ΣΥΡΙΖΑ ακολουθούσε τέτοιου είδους γραμμή θα διεκδικούσε κάποιο μονοψήφιο ποσοστό (αν τα πράγματα συνεχίζονταν φυσιολογικά σε μια χώρα που θα είχε διακτινιστεί σε περίεργη τροχιά κάπου στο σύμπαν).

Όπως διαπιστώνετε, ούτε καν εξετάζω το ζήτημα του «επικοινωνιακού πολέμου» που φέρεται να δέχθηκε η νυν κυβέρνηση. Το 2015 τα πράγματα ήταν ακόμη χειρότερα. Δεν λέω ότι δεν είχε κάποια σημασία η πολεμική δύο ομίλων ΜΜΕ, απλώς νομίζω ότι δεν ήταν αυτή το καθοριστικό στοιχείο για τις εξελίξεις.

Μια τελευταία επισήμανση. Η εσπευσμένη προκήρυξη πρόωρων εκλογών μετά τα αποτελέσματα της 26ης Μαΐου συνιστά κίνηση πανικού. Δίνει την εντύπωση ότι κάποιοι πιστεύουν ότι κάθε μέρα επιφέρει και περαιτέρω μείωση των ποσοστών του κυβερνώντος κόμματος. Εκτός κι αν υπάρχει πρόγραμμα κομμάντο για την αντιστροφή της διαπιστωμένης τάσης. Ως τέτοιο δεν εννοώ, φυσικά, το να αρχίσουν άπαντες οι συμπαθούντες το κυβερνών κόμμα να αναρτούν κείμενα που θα μας προειδοποιούν για τις συμφορές που συνεπάγεται η άνοδος της ΝΔ στην εξουσία. Εννοώ ένα πρόγραμμα που θα εκπλήξει ευχάριστα τους αναποφάσιστους *. [το οποίο, προς το παρόν, δεν βλέπω, βέβαια]

*Λ.χ., όσον αφορά το ζήτημα της επιλογής της ηγεσίας των ανωτάτων δικαστηρίων: να ενθάρρυνε η κυβέρνηση τα ανώτατα δικαστήρια να επιλέξουν μόνα τους ηγεσία, δεσμευόμενη ότι θα σεβαστεί την επιλογή τους και θα προβεί σε ανάλογη πρόταση προς τον ΠτΔ. Πώς, όμως, να βρεθεί τέτοια φαντασία;

Επιμύθιο: Αν η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ υπήρξε καταρχήν μια ελληνική κυβέρνηση όπως όλες οι άλλες, τι θα έκανε εντύπωση σε όποιον εξετάσει τα πεπραγμένα της στο μέλλον; Κατά την άποψή μου, ένα διττό παράδοξο (εκ πρώτης όψεως).

1. Αποδείχθηκε η πιο συνεπής μνημονιακή κυβέρνηση στα χρόνια της ελληνικής κρίσης. Θα αντιταχθεί το εύλογο επιχείρημα ότι δεν είχε κι άλλη επιλογή, αν ήθελε να κυβερνήσει. Πιθανότατα. Ας δούμε τότε και αυτά στα οποία είχε μεγαλύτερα περιθώρια ευελιξίας.

2. Ήταν η κυβέρνηση που επιδίωξε με τον μεγαλύτερο ζήλο και συνέπεια την υλοποίηση διεθνών σχεδίων που εκπονήθηκαν υπερατλαντικά ή είχαν τις ευλογίες της υπερδύναμης (και των περισσότερων Ευρωπαίων εταίρων).

– Σε ό,τι αφορά το ουκρανικό ζήτημα, στάθηκε από την πρώτη στιγμή στο πλευρό του Ποροσένκο, δεν δίστασε να έρθει σε ρήξη με τη Μόσχα, υποστήριξε το σχέδιο δημιουργίας της Αυτοκέφαλης Εκκλησίας της Ουκρανίας (που υλοποίησε το Οικουμενικό Πατριαρχείο), σκοπός του οποίου ήταν να συγκεντρωθεί μεγάλο μέρος από τα διάσπαρτα κομμάτια του ουκρανικού εκκλησιαστικού παζλ και να μειωθεί η επιρροή του μοσχοβίτικου πατριαρχείου.

– Έκλεισε επιτυχώς το ζήτημα της σχετικής με την ονομασία διένεξης με την ΠΓΔΜ (και νυν Βόρεια Μακεδονία) με τη Συμφωνία των Πρεσπών.

– Συμμετείχε πρόθυμα και ενεργώς σε όλες τις διεθνείς πρωτοβουλίες που ανέλαβε η Πολωνία, αναβιώνοντας το κατά Πιουσούτσκι σχέδιο της «Διαθαλάσσιας Συμμαχίας» (Międzymorze).

Τα υπόλοιπα μου φαίνονται πιο εφήμερα…

[δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά στο ΦΜΠ, στις 2 Ιουνίου 2019]

 

Ο Κρητικός μεγιστάνας της Γαλικίας

Κωνσταντίνος Κορνιακτός, αρχές του 17ου αι., Ναός της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, Λβίου, Ουκρανία

Λένε πως όποια πέτρα κι αν σηκώσεις, κάποιον Έλληνα θα βρεις. Κάποιες φορές η λαϊκή ρήση αυτή επιβεβαιώνεται με τρόπο εντυπωσιακό στα πλέον απροσδόκητα μέρη. Τι θα μπορούσε να συνδέει, άλλωστε, το Ηράκλειο με την ουκρανική Λεόπολη;

Στην πρωτεύουσα της Γαλικίας, την πόλη που οι Ουκρανοί αποκαλούν Λβίου (Львів), οι Πολωνοί Λβουφ, οι γερμανόφωνοι Λέμπεργκ κι οι Ρώσοι Λβοφ, ένα από τα πιο επιβλητικά κτήρια της ιστορικότατης Πλατείας της Αγοράς (ουκρ.: Площа Ринок, πολ.: Rynek we Lwowie) είναι το Μέγαρο Κορνιακτού (Палац Корнякта).

Άποψη της πρωτεύουσας της Γαλικίας/ πηγή Wikipedia, χρήστης Lestat (Jan Mehlich)

Ο Κωνσταντίνος Κορνιακτός γεννήθηκε το 1517 (ή το 1520) στο Ηράκλειο, τον Χάνδακα της ενετοκρατούμενης Κρήτης. Έφηβος ακόμη μετοίκησε στην Κωνσταντινούπολη για να ασχοληθεί με το εμπόριο. Οι ικανότητές του νεαρού Κρητικού ήταν τόσο μεγάλες που γρήγορα απέκτησε σημαντική περιουσία. Την περιουσία αυτή την αύξησε ακόμη περισσότερο επεκτείνοντας τις δραστηριότητές του στη Μολδαβία. Στην παραδουνάβια αυτή ηγεμονία ανέλαβε την άσκηση μιας από τις πιο επικερδείς δραστηριότητες της εποχής: τη διαχείριση τελωνείων και την είσπραξη των αντίστοιχων δασμών για λογαριασμό των υποτελών στην Οθωμανική Αυτοκρατορία ηγεμόνων της περιοχής. Στοχεύοντας πάντα ψηλότερα, ο Κορνιακτός αποφάσισε να μετακινηθεί βορειότερα, χωρίς πάντως να εγκαταλείψει τις επιχειρήσεις του στη Μολδαβία και στην Πόλη. Κι έτσι, κάποια στιγμή, ίσως στα μέσα της δεκαετίας του 1550, βρέθηκε στην πόλη όπου επρόκειτο να ριζώσει, το πολωνικό τότε Λβουφ.

Μέγαρο Κορνιακτού, Λβίου/Λβουφ (πηγή: Wikipedia, χρήστης Gryffindor)

Σε μια εποχή κατά την οποία η πανίσχυρη Πολωνολιθουανική Κοινοπολιτεία βρίσκεται στη μέγιστη ακμή της, η Γαλικία αποτελεί τόπο που προσφέρει εξαιρετικές επιχειρηματικές ευκαιρίες. Ήδη ισχυρότατος οικονομικά, ο Κρητικός επιχειρηματίας θα γίνει μέσα σε λίγα χρόνια ο πλουσιότερος άνθρωπος στη Γαλικία. Τρεις είναι οι κύριοι τομείς δραστηριοτήτων του: πρώτον, το διεθνές εμπόριο διαφόρων προϊόντων (κρασιά, μέλι, υφάσματα, βαμβάκι, δέρματα και γούνες) από και προς την Πολωνία και Λιθουανία, τις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες της Μολδαβίας και της Βλαχίας, τα υπόλοιπα εδάφη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και τη Γερμανία. Δεύτερον, η είσπραξη φόρων, τελών και δασμών. Τρίτον, οι τραπεζικές επιχειρήσεις: ο Κορνιακτός δανείζει μεγάλα ποσά όχι μόνο στα μέλη της πολωνικής αριστοκρατίας (szlachta), αλλά και στους ίδιους τους Πολωνούς βασιλείς (μεταξύ των οποίων, στον Σιγισμούνδο Β΄ Αύγουστο). Για τις υπηρεσίες του αυτές ανταμείβεται με τον τίτλο του ευγενούς (1571) και την παραχώρηση σημαντικών φέουδων στη Γαλικία.

Τη δεκαετία του 1570 ξεκινά και η ανέγερση του ιδιωτικού μεγάρου του Κορνιακτού, στην πλατεία της κεντρικής αγοράς του Λβουφ. Τα σχέδια εκπονεί ο Ιταλοπολωνός αρχιτέκτονας Πιοτρ Μπάρμπον (ή Πιέτρο Μπαρμπόνε ή Πιέτρο ντι Μπαρμπόνα), πιθανώς με τη βοήθεια ενός ακόμη Ιταλοπολωνού, του Πάβεου Ζιμιάνιν (ή Πάολο Ρομάνο). Το αναγεννησιακού ρυθμού κτίσμα ολοκληρώνεται πριν από το 1580.

Μέγαρο Κορνιακτού, η εσωτερική αυλή/ πηγή: Wikipedia, χρήστης Stako (Stanislaw Kosiedowski)

Σε ώριμη ηλικία, το 1575, ο Κωνσταντίνος Κορνιακτός νυμφεύεται την Άννα Τζεντουσίτσκι, κόρη αριστοκρατικής οικογένειας ρουθηνικής καταγωγής. Αποκτούν επτά παιδιά, τρεις γιους και τέσσερις κόρες.

Ιδιαιτέρως πιστός, ο Κρητικός μεγιστάνας ενισχύει με κάθε τρόπο την Ορθόδοξη Εκκλησία. Προβαίνει σε σημαντικές οικονομικές δωρεές, αναζητεί χρηματοδότες μεταξύ κυρίως των Ρουθηνών ευγενών και των ηγεμόνων της Μολδοβλαχίας, μεσολαβεί ώστε να εξασφαλισθεί η εύνοια των Πολωνών βασιλέων προς την ορθοδοξία. Πρωτοστατεί στην ίδρυση της Αδελφότητας της Κοιμήσεως της Θεοτόκου και χρηματοδοτεί την ανέγερση σημαντικού μέρους του αρχιτεκτονικού συμπλέγματος του ομώνυμου ναού στο Λβουφ, ο οποίος θεωρείται σήμερα ένα από τα σπουδαιότερα ιστορικά μνημεία της Ουκρανίας.

Ο ναός της Κοιμήσεως της Θεοτόκου στο Λβίου/Λβουφ/ πηγή: Wikipedia, χρήστης Lestat (Jan Mehlich)

Πεθαίνει το 1603, έχοντας κατορθώσει να είναι ένας από τους ισχυρότερους, πολιτικά και οικονομικά, ανθρώπους στην Πολωνολιθουανική Κοινοπολιτεία. Μετά τον θάνατο του Κορνιακτού, τα παιδιά του ασπάζονται τον καθολικισμό και εκπολωνίζονται πλήρως. Ο Κωνσταντίνος Κορνιακτός ο Νεότερος, που θα αναλάβει το μεγαλύτερο μέρος των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων του πατέρα του, εγκαθίσταται στο οικογενειακό φέουδο του Μπιαουόμποκ (ουκρ.: Μπιλόμποκ) όπου και οικοδομείται το κάστρο του. Θα ζήσει μια ιδιαίτερα ταραχώδη ζωή, εμπλεκόμενος σε συνεχείς και εξαιρετικά βίαιες έριδες με τους Πολωνούς ευγενείς (αρκετοί από τους οποίους τον αντιμετωπίζουν ως ξένο και παρείσακτο), ιδίως δε με τον Στανίσουαφ Σταντνίτσκι, τον (όχι άδικα) επονομαζόμενο και Διάβολο.

Κωνσταντίνος Κορνιακτός ο Νεότερος (Κονστάντυ Κορνιάκτ), 17ος αι., Μουσείο Ιστορίας του Λβίου

Το Μέγαρο Κορνιακτού θα αγοραστεί το 1640 από τη φημισμένη οικογένεια Σομπιέσκι. Θα αποτελέσει την κατοικία του επιφανέστερου μέλους της, του Πολωνού βασιλέα Ιωάννη Γ΄ Σομπιέσκι, του ανθρώπου που συνέτριψε τις οθωμανικές δυνάμεις έξω από τη Βιέννη το 1683. Δεν είναι τυχαίο ότι οι Πολωνοί εξακολουθούν να ονομάζουν το μέγαρο «Βασιλική Κατοικία στο Λβουφ» (Kamienica Królewska we Lwowie). Σήμερα, το κτήριο στεγάζει το Μουσείο Ιστορίας της πόλης.

Θύματα του… Κιουτσούκ-Καϊναρτζή

Τάταροι συγκρούονται με δυνάμεις της Πολωνολιθουανικής Κοινοπολιτείας, πιθανώς στα μέα του 17ου αιώνα - πίνακας του Πολωνού Γιούλιους Κόσσακ 19ος αι.

Τάταροι συγκρούονται με δυνάμεις της Πολωνολιθουανικής Κοινοπολιτείας, πιθανώς στα μέσα του 17ου αιώνα – πίνακας του Πολωνού Γιούλιους Κόσσακ 19ος αι.

Η Ιστορία των Τατάρων της Κριμαίας αποτελεί μάλλον τυπική περίπτωση εθνότητας που υπήρξε κυρίαρχη σε ορισμένο τόπο, πριν βρεθεί στη θέση του υποτελούς.

Η εθνογένεσή τους και η δημιουργία του χανάτου τους συνιστούν μακρόχρονες διαδικασίες που ξεκινούν στα τέλη του 13ου αιώνα (όταν κάποιες τουρκόφωνες φυλές που βρίσκονται υπό την κυριαρχία της μογγολικής Χρυσής Ορδής μετακινούνται προς δυσμάς), για να αποκρυσταλλωθούν κατά τη διάρκειά του 15ου. Η ανθρώπινη πρώτη ύλη της εθνογένεσης είναι οι Τούρκοι Κιπτσάκ, γνωστοί μας και με τα ονόματα Κουμάνοι ή Πολοφτσοί, που αφομοιώνουν στο πέρασμά τους στοιχεία από το εθνοτικό μωσαϊκό των περιοχών που κατακτούν. Τρία είναι τα κύρια χαρακτηριστικά αυτής της διαδικασίας: η σταδιακή απεξάρτηση από τη Χρυσή Ορδή, η εγκατάλειψη του σαμανισμού/ ανιμισμού και ο συνακόλουθος εξισλαμισμός, η εκδίωξη των τελευταίων δυνάμεων που ασκούσαν κάποια μορφή κυριαρχίας σε εδάφη της Κριμαίας, δηλαδή των Βυζαντινών και των Γενουατών.

Τάταρος έφιππος τοξότης (σχέδιο του Βάτσουαφ Παβλίσακ, 1866-1905)

Τάταρος έφιππος τοξότης (σχέδιο του Βάτσουαφ Παβλίσακ, 1866-1905)

Περίπου το 1420, οι Τάταροι της Κριμαίας κάλεσαν τον Χατζί Γκιράι, έναν τσενγκισχανίδη που ζούσε εξόριστος στη Λιθουανία, να διοικήσει την περιοχή και του έδωσαν τον τίτλο του χάνου. Η δυναστεία των Γκιράι επρόκειτο να ηγεμονεύσει στο κριμαϊκό χανάτο για τους επόμενους τρεις και πλέον αιώνες. Η εγκαθίδρυσή της οφείλει πολλά σε παιχνίδια συμμαχιών με τις μεγάλες δυνάμεις του ισλάμ και πιο συγκεκριμένα στην υποστήριξη της ανερχόμενης Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Οι Οσμανλήδες καθίστανται επικυρίαρχοι του χανάτου της Κριμαίας. Ενώ, όμως, έχουν λόγο στη διαδοχή (που κατά κανόνα προκαλεί διαμάχες κι εμφύλιους πολέμους μεταξύ των Τατάρων), η εποπτεία τους είναι μάλλον χαλαρή κι επιτρέπει στο χανάτο να ασκεί πραγματικά ανεξάρτητη εξωτερική πολιτική.

Μπαχτσίσαράυ: τα ανάκτορα των χάνων της Κριμαίας

Ο 16ος αιώνας συνιστά το απόγειο της ισχύος του Χανάτου της Κριμαίας που εμφανίζεται ως νόμιμος κυρίαρχος των ισλαμικών περιοχών της ανατολικής Ευρώπης και ειδικά του Χανάτου του Καζάν, ενώ ταυτόχρονα πλουτίζει από το εμπόριο σκλάβων. Το 1571 οι ταταρικές δυνάμεις του Ντεβλέτ Α΄ Γκιράι λεηλατούν τη Μόσχα του Ιβάν Δ΄ του Τρομερού κι επιστρέφουν στην Κριμαία με δεκάδες χιλιάδες σκλάβους. Την επόμενη χρονιά, όμως, συντρίβονται από τον στρατό της Μοσχοβίας στη Μάχη του Μολοντί. Από το σημείο αυτό και πέρα, η ισορροπία δυνάμεων αντιστρέφεται προς όφελος των Ρώσων και ξεκινά περίοδος παρακμής για το ταταρικό χανάτο, παρακμή την οποία εντείνει η ταυτόχρονη εξασθένιση της μεγάλης προστάτιδας, της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Ο τσάρος Ιβάν Δ΄ ο Τρομερός συγχαίρει τον πρίγκιπα Μιχαήλ Ιβάνοβιτς Βοροτίνσκι για τη νίκη του στη Μάχη του Μολοντί.

Ο τσάρος Ιβάν Δ΄ ο Τρομερός συγχαίρει τον πρίγκιπα Μιχαήλ Ιβάνοβιτς Βοροτίνσκι για τη νίκη του στη Μάχη του Μολοντί.

Το χανάτο της Κριμαίας θα εξακολουθήσει να έχει σημαντικό ρόλο στα πράγματα της Ανατολής και τον 17ο αιώνα. Την εποχή της εξέγερσης του Μπογκντάν Χμελνίτσκι θα συνταχθούν με τους Κοζάκους εναντίον των Πολωνών, συμβάλλοντας καθοριστικά στην επικράτηση των πρώτων στη μάχη του Ζόφτι Βόντι (1648), πριν αλλάξουν στρατόπεδο πληροφορούμενοι τη συμμαχία του αταμάνου των Κοζάκων με τους Ρώσους. Ωστόσο η δύναμή του αδυνατίζει όλο και περισσότερο την ώρα που οι αντίπαλοί του ενισχύονται. Η παρακμή δεν είναι αναστρέψιμη.

Σαχίν Γκιράι, ο τελευταίος Τάταρος Χάνος της Κριμαίας

Σαχίν Γκιράι, ο τελευταίος Τάταρος Χάνος της Κριμαίας

Η τελευταία πράξη του δράματος ξεκινά με τον Ρωσοτουρκικό Πόλεμο του 1768-1774. Με τη Συνθήκη του Κιουτσούκ-Καϊναρτζή η τσαρική Ρωσική Αυτοκρατορία αναγνωρίζεται ως επικυρίαρχος της Κριμαίας. Λίγο αργότερα, το 1783, κι εκμεταλλευόμενη μιαν ακόμη εμφύλια σύγκρουση για τη διαδοχή στο χανάτο, η Αικατερίνη Β΄ εύρισκε την ευκαιρία για να προσαρτήσει οριστικά κι αμετάκλητα την Κριμαία στην αυτοκρατορία της. Ο τελευταίος χάνος της Κριμαίας, ο Σαχίν Γκιράι, τελείωνε άδοξα τη σταδιοδρομία του, εξόριστος στη Ρόδο (εκτελέστηκε από τους Οθωμανούς ως προδότης). Οι Τάταροι υποβιβάζονταν από τη θέση της κυρίαρχης εθνότητας σ’ εκείνην της υποτελούς, ενώ η περιοχή τους αποικίζονταν από Ρώσους, Ουκρανούς, Γερμανούς κι Έλληνες του Πόντου.

Τάταρος μουλάς (από το βιβλίο του Γκούσταφ-Τέοντορ Πάουλι "Εθνογραφική περιγραφή των λαών της Ρωσίας", Πετρούπολη 1862)

Τάταρος μουλάς (από το βιβλίο του Γκούσταφ-Τέοντορ Πάουλι «Εθνογραφική περιγραφή των λαών της Ρωσίας», Πετρούπολη 1862)

Περίπου 160 χρόνια αργότερα, εν μέσω του γερμανοσοβιετικού πολέμου, ορισμένες ταταρικές ελίτ έκριναν ότι συντασσόμενοι με τους Γερμανούς κατακτητές θα μπορούσαν να βελτιώσουν τη θέση της εθνότητάς τους. Η συνεργασία αυτή είχε πολύ ακριβό τίμημα. Στις 11 Μαΐου 1944, μόλις δύο ημέρες μετά την ανακατάληψη της Σεβαστούπολής και την ολοκλήρωση της απελευθέρωσης της Κριμαίας, η κυβερνητική επιτροπή άμυνας της ΕΣΣΔ αποφασίζει την εκτόπιση του συνόλου του ταταρικού πληθυσμού της Κριμαίας λόγω συνεργασίας με τον εχθρό και τη μεταφορά του στην Κεντρική Ασία (κυρίως στο Ουζμπεκιστάν)! Η διαταγή θα εκτελεστεί μέσα σε τρεις ημέρες (18-21 Μαΐου) με τον γνωστό ζήλο (και την επίσης συνήθη έλλειψη προγραμματισμού). Με την ολοκλήρωση της επιχείρησης ποσοστό μεγαλύτερο του 40 % των εκτοπισμένων θα έχει χάσει τη ζωή του.

Η ιστορία των Τάταρων της Κριμαίας δεν διαφέρει ουσιωδώς από εκείνη μιας σειράς εθνοτήτων της ΕΣΣΔΑ που κατηγορήθηκαν για συνεργασία με τον εχθρό. Καλμούκοι, Βαλκάριοι, Καρατσάι, Τσετσένοι, Γερμανοί του Βόλγα. Η εθνότητά τους αποκαταστάθηκε συλλογικά από την κατηγορία το 1967 (οι Γερμανοί του Βόλγα είχαν αποκατασταθεί το 1964). Σε αντίθεση με άλλες εθνότητες δεν τους επετράπη να επιστρέψουν στα πατρογονικά εδάφη τους παρά μόνον στα χρόνια της διακυβέρνησης Γκορμπατσόφ (στους Γερμανούς του Βόλγα δεν επετράπη ποτέ κάτι τέτοιο).

Η τραγική ειρωνία συνίσταται στο ότι η μοίρα των Τατάρων δεν θα άλλαζε κατ’ ανάγκη αν στον πόλεμο επικρατούσαν οι Ναζί! Η Κριμαία αποτελούσε ξεχωριστή περίπτωση για τους Γερμανούς: ολόκληρος ο πληθυσμός της θα εκτοπιζόταν, ακόμη κι οι Τάταροι που είχαν συνεργαστεί με ζήλο με τους κατακτητές, προκειμένου η χερσόνησος να μετατραπεί σε γερμανική Ριβιέρα (ως κι ο ίδιος ο Χίτλερ ονειρευόταν να περάσει την εποχή της σύνταξής του σε κάποια έπαυλη της Κριμαίας!). Για να θεμελιωθεί η διεκδίκηση, ο θεωρητικός του ναζιστικού καθεστώτος Άλφρεντ Ρόζενμπεργκ υποστήριζε ότι η Κριμαία ήταν περιοχή που ανήκε στο παρελθόν στους Γότθους: για τον λόγο αυτό, άλλωστε, θα μετονομαζόταν σε Gotenland!

Οι σχέσεις εξουσιαστών κι εξουσιαζομένων είναι πάντα σκληρές κι αμείλικτες, κατά μείζονα λόγο όταν ερμηνεύονται με όρους εθνοτικούς. Και γίνονται ακόμη πιο απάνθρωπες στα χρόνια των πολέμων.

Και, τελικά, αν οι αντιπαραθέσεις των ισχυρών φέρνουν κάποτε στην επιφάνεια τις εθνικές τραγωδίες ορισμένων, υπάρχουν πάντα ιστορίες που δεν θα τις διηγηθεί ποτέ κανείς. Όπως αυτή των Ρομά της Κριμαίας που για αιώνες υπήρξαν οι βοσκοί και οι τεχνίτες των Τάταρων κυρίαρχων. Η ιστορία τους, όμως, δεν ενδιαφέρει, κατά πως φαίνεται, κανέναν.

Μπουλγκάκοφ και Σίμονοφ – Βίοι όχι ακριβώς παράλληλοι

Νεανική φωτογραφία του Μ. Α. Μπουλγκάκοφ

Νεανική φωτογραφία του Μ. Α. Μπουλγκάκοφ

Ο Κ. Μ. Σίμονοφ στα χρόνια του Μεγάλου Πατριωτικού Πολέμου

Ο Κ. Μ. Σίμονοφ στα χρόνια του Μεγάλου Πατριωτικού Πολέμου

I. Ο Μιχαήλ Αφανάσιεβιτς Μπουλγκάκοφ ήταν μάλλον δυστυχισμένος άνθρωπος. Εκεί που το είχε σχεδόν βέβαιο πως με το έργο του θα καθιερωνόταν στο λογοτεχνικό στερέωμα ως ο Μεγάλος Ρώσος Λογοτέχνης του 20ού αιώνα, διαπίστωνε πως είχε λογαριάσει δίχως τη λογοκρισία. Ό,τι και να έδινε κρινόταν ακατάλληλο προς δημοσίευση. Μα είναι αλήθεια πως κι αυτός ο ίδιος, ο πρώην στρατιωτικός ιατρός από το Κίεβο με το μονόκλ, το παπιγιόν και την εμφάνιση εν γένει αστού δανδή, δεν βοηθούσε ιδιαίτερα την υπόθεσή του.

Το πρώτο του μυθιστόρημα έφερε τον εύγλωττο τίτλο «Η Λευκή Φρουρά» . Πραγματευόταν τα δραματικά γεγονότα στο Κίεβο κατά το χρονικό διάστημα 1918-1920, όταν η ουκρανική πρωτεύουσα είχε αλλάξει χέρια τουλάχιστον δεκαπέντε φορές. Το έργο αυτό, διασκευασμένο σε θεατρικό υπό τον τίτλο «Ημέρες των Τουρμπίν», ανέβηκε το 1926 στο Θέατρο Τέχνης της Μόσχας, σκηνοθετημένο από τον μεγάλο Στανισλάφσκι. Αποθεώθηκε από το κοινό, αλλά η καθεστωτική κριτική υπήρξε λυσσαλέα: «έργο αστικής ηθικής και ιδεολογίας», «αντεπαναστατικό, εξιδανικεύει τους Λευκούς». Ο ίδιος ο Στάλιν το επέκρινε δημόσια (μολονότι το είχε παρακολουθήσει δεκαπέντε φορές!), ενώ τελικά το θεατρικό χαρακτηρίσθηκε κι επίσημα ως απαγορευμένο.

Από το ανέβασμα του θεατρικού του Μπουλγκάκοφ «Ημέρες των Τουρμπίν» στο Θέατρο Τέχνης της Μόσχας

Από το ανέβασμα του θεατρικού του Μπουλγκάκοφ «Ημέρες των Τουρμπίν» στο Θέατρο Τέχνης της Μόσχας

Ο Μπουλγκάκοφ είχε πλέον απογοητευτεί. Άρχισε να εκφράζει τη δυσαρέσκειά του φωναχτά σε φίλους και γνωστούς και να διατείνεται ότι ίσως να ήταν καλύτερα να πάει να ζήσει κάπου αλλού, σε κάποια χώρα όπου τουλάχιστον τα βιβλία του θα δημοσιεύονταν κι η αξία του ίσως και να αναγνωριζόταν. Και κάποια ημέρα χτυπά το τηλέφωνο και στην άλλη άκρη της γραμμής είναι ο Ιωσήφ Βησσαριόνοβιτς αυτοπροσώπως!

«- Τι πληροφορούμαι, πολίτη Μπουλγκάκοφ! Μα, επιθυμείτε στ’ αλήθεια να εγκαταλείψετε τη Σοβιετική Ένωση;

Η αλήθεια είναι πως ένας Ρώσος συγγραφέας δεν μπορεί να ζήσει μακριά από την πατρίδα του.

Ά, πολύ ωραία, Μπουλγκάκοφ. Πολύ ωραία! Λοιπόν, ακούστε τι θα γίνει. Θα δουλέψετε και πάλι στο Θέατρο Τέχνης ως βοηθός σκηνοθέτη, ίσως κι αλλού ως λιμπρετίστας για όπερες. Για τη δημοσίευση των έργων σας, θα δούμε εν καιρώ.»

Ι. Β. Στάλιν

Ι. Β. Στάλιν

Ο Στάλιν τήρησε την υπόσχεσή του κι ίσως έκανε και κάτι παραπάνω. Την παραμονή των Χριστουγέννων του 1931, παρακολουθεί μαζί με την ακολουθία του, στο Θέατρο Τέχνης της Μόσχας και σε ειδική παράσταση, το θεατρικό του Αλεξάντρ Νικολάγεβιτς Αφινογκένοφ «Ο Φόβος». Ο συγγραφέας είναι ένθερμος κομμουνιστής, υπόδειγμα προλετάριου λογοτέχνη κι αγαπημένος του καθεστώτος. Το συγκεκριμένο έργο θα χαρακτηρισθεί ως το αριστούργημά του.

Ο Γεωργιανός δικτάτορας, όμως, έχει άλλη άποψη. Το έργο δεν του αρέσει καθόλου. Απόλυτο φέσι. Υπόδειγμα βαρεμάρας κι έλλειψης έμπνευσης. Γυρίζει και λέει στους υπεύθυνους του θεάτρου: «Εντελώς απογοητευτικό. Απαράδεκτο! Πρέπει να σας θυμίσω ότι έχετε στο ρεπερτόριό σας ένα εξαιρετικό έργο, τις Ημέρες των Τουρμπίν του Μπουλγκάκοφ. Γιατί δεν το ανεβάζετε ξανά

Στις 15 Ιανουαρίου 1932, η διεύθυνση του θεάτρου γνωστοποιούσε στον έκπληκτο Μπουλγκάκοφ ότι οι «Ημέρες των Τουρμπίν» θα ανέβαιναν ξανά. Οι παραστάσεις στη Μόσχα επρόκειτο να συνεχιστούν για εννέα ολόκληρες σαιζόν (χωρίς να λάβουμε υπόψη τις πολυάριθμες περιοδείες στην επαρχία).

Ως εκεί, όμως…

II. Νεότερος κατά 24 χρόνια του Μπουλγκάκοφ, ο Κονσταντίν Μιχάιλοβιτς Σίμονοφ (που οι γονείς του τον είχαν βαφτίσει Κύριλλο) ήταν παιδί ευγενών. Τα ίχνη του πατέρα του, ανώτατου αξιωματικού του τσαρικού στρατού, χάθηκαν κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1920 κάπου στην Πολωνία, εκεί όπου είχε καταφύγει συμμετέχοντας, κατά πάσα πιθανότητα, στις προσπάθειες ανατροπής του καθεστώτος των Μπολσεβίκων. Ο ευφυής νεαρός Σίμονοφ είχε βάλει σκοπό του όχι απλώς να ενταχθεί στη σοβιετική κοινωνία, αλλά να πετύχει πραγματικά στη ζωή του. Για τον λόγο αυτό, παρά τις έντονες αντιδράσεις της μητέρας και των συγγενών του, αποφάσισε να γραφτεί σε νυχτερινό τεχνικό λύκειο και να δουλεύει τα πρωινά σε εργοστάσιο. Μόνον έτσι θα μπορούσε να φοιτήσει σε κάποια από τις επίλεκτες πανεπιστημιακές σχολές, όπως στη φημισμένη Κρατική Σχολή Λογοτεχνίας της Μόσχας, στην οποία κι έγινε αργότερα δεκτός. Γνώριζε πολύ καλά πως για να παραμείνει μέλος της ελίτ θα έπρεπε να αλλάξει ταξική ταυτότητα κι από αριστοκράτης να μεταμορφωθεί σε προλετάριος, έστω και μόνο για τους τύπους.

Κ. Μ. Σίμονοφ «Οι Ζωντανοί και οι Νεκροί (Живые и мёртвые)»

Κ. Μ. Σίμονοφ «Οι Ζωντανοί και οι Νεκροί (Живые и мёртвые)»

Στις δεκαετίες του 1940 και του 1950 ο Σίμονοφ υπήρξε ο δημοφιλέστερος Σοβιετικός λογοτέχνης. Το ποίημά του «Περίμενέ με» («Жди меня») έγινε το αγαπημένο των ανδρών του Κόκκινου Στρατού που πολέμησαν τους Γερμανούς εισβολείς. Αρκετά αργότερα, με το μυθιστόρημά του «Οι Ζωντανοί και οι Νεκροί» («Живые и мёртвые») κατόρθωσε να περιγράψει με τον πιο γλαφυρό τρόπο τα χρόνια του Μεγάλου Πατριωτικού Πολέμου. Την εποχή του ταραχώδους γάμου του με τη δημοφιλέστατη ηθοποιό Βαλεντίνα Σερόβα, ενσάρκωσε μαζί με την τότε σύζυγό του το απόλυτο glamour της σταλινικής ΕΣΣΔ. Ισχυρός άνδρας της Εταιρίας Σοβιετικών Λογοτεχνών κι αρχισυντάκτης διάφορων λογοτεχνικών εντύπων, ο Σίμονοφ, χάρη και στις διασυνδέσεις του με το καθεστώς και την προσωπική φιλία του με τον Στάλιν, είχε τεράστια δύναμη.

III. Ο Μπουλγκάκοφ δούλευε και ξαναδούλευε το μυθιστόρημα που επρόκειτο να είναι το τελευταίο του. Τα χειρόγραφα της πρώτης εκδοχής του έργου αυτού κατέληξαν στη σόμπα του μοσχοβίτικου διαμερίσματος του λογοτέχνη. Ακολούθησαν άλλες τρεις. Την τελευταία από αυτές ο Μπουλγάκοφ πάσχιζε να την τελειοποιήσει σχεδόν μέχρι τον πρόωρο θάνατό του, το 1940, από κάποια εκφυλιστική πάθηση των νεφρών. Την τελική μορφή του μυθιστορήματος τη χρωστάμε μάλλον στη χήρα του λογοτέχνη, τη Γελένα Σεργκέγεβνα Μπουλγκάκοβα (Σιλόφσκαγια).

Ο Μ. Α. Μπουλγκάκοφ το 1926

Ο Μ. Α. Μπουλγκάκοφ το 1926

Μετά από αυτό, τα χειρόγραφα του μυθιστορήματος, που έφεραν πάνω τους τα ίχνη της μορφίνης, εξάρτηση στην οποία είχε ξανακυλήσει ο λογοτέχνης στην προσπάθειά του να απαλύνει τους πόνους της αρρώστιάς του, ξαναμπήκαν στα συρτάρια του γραφείου του εκλιπόντος όπου και θα παρέμεναν για πολλά χρόνια. Είναι αλήθεια πως το βιβλίο δεν είχε ουσιαστικές ελπίδες δημοσίευσης στη σταλινική ΕΣΣΔ. Χωρίς να είναι ευθέως ανατρεπτικό, «Ο Μαιτρ και η Μαργαρίτα» («Мастер и Маргарита») ήταν ένα μυθιστόρημα αρκετά παράξενο, υπερβολικά ελαφρύ και ταυτόχρονα υπερβολικά σοβαρό για τις καθεστωτικές αντιλήψεις: ο διάβολος ο ίδιος επισκέπτεται μαζί με την ακολουθία του τη σταλινική Μόσχα κι αναστατώνει τους λογοτεχνικούς κύκλους της. Όλα αυτά μέχρι να προσελκύσει στον ιστό των δαιμονικών σχεδίων του την όμορφη και μυστηριώδη Μαργαρίτα και τον παράνομο έρωτά της, έναν περιθωριακό διανοούμενο που εκείνη αποκαλεί Μαιτρ κι ο οποίος έχει γράψει ένα μυθιστόρημα με θέμα τον Πόντιο Πιλάτο. Στο επίκεντρο του έργου βρίσκονται οι βασανιστικές ασάφειες της ηθικής και της επιλογής ανάμεσα στο καλό και το κακό.

Η Γ. Σ. Μπουλγκάκοβα (ίσως το πρότυπο για τη Μαργαρίτα του μυθιστορήματος) σε φωτογραφία του 1928

Η Γ. Σ. Μπουλγκάκοβα (ίσως το πρότυπο για τη Μαργαρίτα του μυθιστορήματος) σε φωτογραφία του 1928

IV. Από τη δεκαετία του 1960 κι έπειτα, ο Σίμονοφ έβαλε σκοπό να εξοφλήσει τους λογαριασμούς του με τη ζωή, να εξιλεωθεί για όλους τους συμβιβασμούς που είχε κάνει στα χρόνια του σταλινισμού προκειμένου να παραμείνει επιτυχημένος κι ισχυρός. Πάσχιζε για την έκδοση απαγορευμένων βιβλίων, βοηθούσε οικονομικά συγγραφείς που είχαν υποστεί διώξεις από το καθεστώς. Όταν το 1965 οι φίλοι του διοργάνωσαν επίσημη τελετή για τον εορτασμό των 50ών γενεθλίων του, ο Σίμονοφ ανέβηκε στο βήμα κι εκφώνησε τον παρακάτω λόγο:

«Σε τέτοιες περιστάσεις, όταν κάποιος συμπληρώνει πενήντα χρόνια ζωής, είναι φυσικό οι άνθρωποι να θυμούνται κυρίως τα καλά που έχει κάνει. Θα ήθελα απλώς να πω στους παριστάμενους, στους συντρόφους μου που ήρθαν, ότι ντρέπομαι για πολλά από όσα έχω κάνει στη ζωή μου, να πω ότι δεν ήταν καλά όλα όσα έχω κάνει, το γνωρίζω, και να πω ότι δεν συμπεριφέρθηκα πάντα σύμφωνα με τις υψηλότερες ηθικές αρχές, ούτε τις πολιτικές ή τις ανθρώπινες. Υπάρχουν στη ζωή μου πράγματα που δεν τα θυμούμαι με ικανοποίηση, περιπτώσεις στις οποίες δεν ενήργησα με αρκετή θέληση, με αρκετό θάρρος. Το γνωρίζω. Και δεν τα λέω όλα αυτά με σκοπό κάποιας μορφής εξιλέωση, γιατί αυτή είναι προσωπική υπόθεση ενός ανθρώπου, αλλά απλώς επειδή όταν κάποιος θυμάται θέλει να αποφύγει την επανάληψη των ιδίων σφαλμάτων. Θα προσπαθήσω να μην τα επαναλάβω. Από εδώ και πέρα, όποιο κι αν είναι το κόστος, δεν θα επαναλάβω τους ηθικούς συμβιβασμούς που κάποτε έκανα

Ο Κ. Μ. Σίμονοφ σε ώριμη ηλικία

Ο Κ. Μ. Σίμονοφ σε ώριμη ηλικία

V. Η Γελένα Μπουλγκάκοβα γνώριζε προσωπικά τον Σίμονοφ (και πιο πριν τη μητέρα του συγγραφέα). Το 1956 τον όρισε υπεύθυνο για τη διαχείριση του αρχείου του εκλιπόντος συζύγου της. Δέκα χρόνια αργότερα, ο Σίμονοφ αποφάσισε ότι ήταν καιρός να κάνει ό,τι ήταν δυνατό για να επιτύχει τη δημοσίευση του «Μαιτρ και Μαργαρίτα». Έπεισε πρώτα τη χήρα του Μπουλγκάκοφ να δεχτεί ενδεχόμενες περικοπές που θα επέβαλλε η λογοκρισία. Έπειτα, έδωσε τα χειρόγραφα στη δεύτερη από τις τέσσερις συζύγους του, τη Γεβγκένιγια (Ζένια) Λάσκινα, η οποία εργαζόταν τότε στο λογοτεχνικό περιοδικό «Μασκβά». Το έντυπο αντιμετώπιζε διάφορα προβλήματα στις αρχές του μπρεζνιεφικού καθεστώτος. Η ύλη του είχε καταντήσει βαρετή (οτιδήποτε ενδιαφέρον δεν μπορούσε να περάσει από τη λογοκρισία) και οι συνδρομές είχαν πέσει κατακόρυφα. Η Λάσκινα μίλησε για το σχέδιο δημοσίευσης του «Μαιτρ και Μαργαρίτα» στον αρχισυντάκτη Γεβγκένι Ποπόφκιν, ο οποίος δίσταζε να προχωρήσει. Απευθύνθηκαν τελικά σε ένα συνταξιούχο συντάκτη του εντύπου, ο οποίος είχε εργαστεί παλιότερα για χρόνια ως λογοκριτής και στη συνέχεια, ως αρχισυντάκτης εντύπων, επιτύγχανε πάντα τη δημοσίευση των κειμένων που υπέβαλλε προς έγκριση. Το μυθιστόρημα, αφού κόπηκε περίπου το 10 % και τροποποιήθηκε άλλο ένα 15 % της ύλης του, εγκρίθηκε! Δημοσιεύθηκε στο «Μασκβά» σε δύο μέρη (στο τελευταίο τεύχος του 1966 και το πρώτο του 1967), γνωρίζοντας απίστευτη επιτυχία. Τα τεύχη εξαντλήθηκαν, οι συνδρομές στο περιοδικό απογειώθηκαν.

Η πρώτη δημοσίευση του Μαιτρ και Μαργαρίτα στο περιοδικό Μασκβά

Η πρώτη δημοσίευση του Μαιτρ και Μαργαρίτα στο περιοδικό Μασκβά

Για να γιορτάσουν την επιτυχία, ο Σίμονοφ κι η Λάσκινα ετοίμασαν σε τρία αντίτυπα ένα πρόχειρο βιβλίο με το πλήρες κείμενο του μυθιστορήματος. Κράτησαν ο καθένας από ένα αντίτυπο κι έδωσαν το τρίτο στη Γελένα Μπουλγκάκοβα. Λίγους μήνες μετά, «Ο Μαιτρ και η Μαργαρίτα» εκδιδόταν στη Δύση με όλα τα αποσπάσματα που είχε αφαιρέσει η λογοκρισία. Η πρώτη πλήρης, μη λογοκριμένη, έκδοση του έργου στην ΕΣΣΔ θα κυκλοφορούσε το 1973. «Ο Μαιτρ και η Μαργαρίτα» θα γινόταν αντικείμενο λατρείας από το σοβιετικό (και όχι μόνο) κοινό.

Σοβιετικό γραμματόσημο για τα 100 χρόνια από τη γέννηση του Μπουλγκάκοφ, με θέμα το Μαιτρ και Μαργαρίτα

Σοβιετικό γραμματόσημο για τα 100 χρόνια από τη γέννηση του Μπουλγκάκοφ, με θέμα το Μαιτρ και Μαργαρίτα

[πηγή, για τις προσπάθειες του Σίμονοφ να αποκαταστήσει το έργο του Μπουλγκάκοφ: Orlando FIGES «The Whisperers (Private life in Stalin’s Russia)», Allen Lane 2007/ Penguin 2008]

Πού πηγαίνουν τ’ αστέρια σαν σβήσουν;

Βαλεντίνα Σερόβα/ πηγή: ιστότοπος repin.info/ Неизвестные знаменитости/ Актриса Валентина Серова - муза и трагедия Константина Симонова

Βαλεντίνα Σερόβα/ πηγή: ιστότοπος repin.info/ Неизвестные знаменитости/ Актриса Валентина Серова – муза и трагедия Константина Симонова

Η Βαλεντίνα Βασίλιεβνα Σερόβα γεννήθηκε στους δίδυμους αστερισμούς της επιτυχίας και της τραγωδίας. Για δεκαπέντε τουλάχιστον χρόνια υπήρξε η απόλυτη σταρ του σοβιετικού θεάτρου και κινηματογράφου. Κι έπειτα ακολούθησε η βασανιστική συνεχής παρακμή. Παντρεύτηκε δύο διασημότητες της εποχής της. Χήρεψε από τον πρώτο άντρα της ακριβώς στην επέτειο του γάμου τους. Η σχέση της με τον δεύτερο ξεκίνησε παθιασμένα για να εκφυλιστεί σε αδιαφορία και αποξένωση, ενώ η ίδια βυθιζόταν όλο και περισσότερο στον αλκοολισμό. Πέθανε υπό αδιευκρίνιστες συνθήκες πριν συμπληρώσει το 58ο έτος της ζωής της.

Η Βαλεντίνα γεννιέται στο Χάρκοβο της Ουκρανίας, στις 23 Δεκεμβρίου 1917, κόρη της ηθοποιού Κλάβντιγια Πολοβίκοβα και του μηχανικού Βασίλι Πολοβίκ. Ζει τα πρώτα χρόνια με τον παππού και τη γιαγιά της στην Ουκρανία. Σε ηλικία έξι ετών ακολουθεί τη μητέρα της στη Μόσχα, όπου έχει εγκατασταθεί η δεύτερη για λόγους καρριέρας. Ακριβώς χάρη στη μητέρα της παίζει από μικρή ηλικία διάφορους παιδικούς ρόλους σε θεατρικά έργα. Το 1934 κερδίζει ένα μικρό κινηματογραφικό ρόλο, αλλά η σκηνή της κόβεται τελικά στο μοντάζ της ταινίας. Αρχίζει να γίνεται δημοφιλής χάρη στις εμφανίσεις της στο θέατρο (σε ρεπερτόριο μάλλον ελαφρύ). Περίπου την ίδια εποχή, ο πατέρας της συλλαμβάνεται και καταλήγει σε κάποιο από τα στρατόπεδα του Γκουλάγκ.

Η Βαλεντίνα γνωρίζει κι ερωτεύεται τον Ανατόλι Κονσταντίνοβιτς Σερόφ, διάσημο πιλότο που είχε δακριθεί στον Ισπανικό Εμφύλιο. Παντρεύονται στις 11 Μαΐου 1938. Η ευτυχία τους δεν θα διαρκέσει πολύ. Την ημέρα της πρώτης επετείου του γάμου τους, ο Σερόφ σκοτώνεται σε αεροπορικό δυστύχημα κατά τη διάρκεια δοκιμαστικής πτήσης κι ενώ η Βαλεντίνα είναι έγκυος στο πρώτο τους παιδί. Ο Ανατόλι Σερόφ ο νεότερος θα γεννηθεί τον Σεπτέμβριο του 1939 χωρίς να γνωρίσει ποτέ τον πατέρα του.

Η Βαλεντίνα Σερόβα με τον πρώτο της σύζυγο Ανατόλι Σερόφ (πηγή: ιστότοπος Repin.info, όπ. π.)

Η Βαλεντίνα Σερόβα με τον πρώτο της σύζυγο Ανατόλι Σερόφ (πηγή: ιστότοπος repin.info, όπ. π.)

Κ. Μ. Σίμονοφ

Κ. Μ. Σίμονοφ

Την τραγωδία, όμως, θα τη συνοδέψει η επιτυχία στον κινηματογράφο, κυρίως σε κομεντί και μελό ταινίες, ξεκινώντας από το  «Κορίτσι με χαρακτήρα», το 1939. Και, στο μεταξύ, ξεσπά ο πόλεμος. Τη γνωρίζει και την ερωτεύεται παράφορα ο λογοτέχνης και δημοσιογράφος Κονσταντίν Μιχάιλοβιτς Σίμονοφ, ο άνθρωπος που με το ποίημά του «Περίμενέ με» («Жди меня») κατόρθωσε να περιγράψει με τον πιο ακριβή και γλαφυρό τρόπο τα συναισθήματα του στρατιώτη του Κόκκινου Στρατού στο Μέτωπο. Αρχικά, η Σερόβα αποκρούει το φλερτ του Σίμονοφ. Λέγεται ότι την εποχή εκείνη ήταν ερωτευμένη με τον στρατηγό Κονσταντίν Ροκοσσόφσκι. Σύμφωνα με την ίδια ιστορία, η Σερόβα υπέβαλε τον καψούρη Σίμονοφ στην πλέον ακραία ταπείνωση, αναθέτοντάς του να παραδώσει ο ίδιος μια ερωτική επιστολή της στον στρατηγό. Η σχέση Σερόβα και Ροκοσσόφσκι, αν υποτεθεί ότι υπήρξε, τερματίστηκε γρήγορα, μια και, καθώς λένε, παρενέβη ο Στάλιν αυτοπροσώπως: υπενθύμισε στον Ροκοσσόφσκι ότι ήταν παντρεμένος κι ότι δεν θα έδινε και το καλύτερο παράδειγμα αν μαθευόταν ότι ένας από τους καλύτερους στρατηγούς του Κόκκινου Στρατού διατηρεί εξωσυζυγική σχέση!

Η επιμονή του Σίμονοφ ανταμείβεται. Το 1943, η Βαλεντίνα τον παντρεύεται! Την ίδια χρονιά, πρωταγωνιστεί στο φιλμ «Περίμενέ με» των Μπορίς Ιβανόφ και Αλεξάντρ Στόλπερ, σε σενάριο του ίδιου του Σίμονοφ (η ταινία εμπνέεται… χαλαρά από το ομώνυμο ποίημά του). Οι δυο τους περιοδεύουν στα διάφορα μέτωπα του πολέμου για να εμψυχώσουν τους στρατιώτες του Κόκκινου Στρατού.

1944: Σερόβα και Σίμονοφ σε περιοδεία, κάπου στο Μέτωπο του Λενινγκράντ (πηγή: repin.info, όπ. π.)

1944: Σερόβα και Σίμονοφ σε περιοδεία, κάπου στο Μέτωπο του Λενινγκράντ (πηγή: repin.info, όπ. π.)

Με το θριαμβευτικό για την ΕΣΣΔ τέλος του «Μεγάλου Πατριωτικού Πολέμου», η Σερόβα και ο Σίμονοφ είναι το πιο διάσημο σοβιετικό ζευγάρι. Ζουν στη Μόσχα σε συνθήκες χλιδής (για τα δεδομένα της χώρας και της εποχής) και ενσαρκώνουν το απόλυτο glamour της σταλινικής περιόδου. Η Σερόβα πρωταγωνιστεί και σε ταινίες μεγαλύτερων καλλιτεχνικών αξιώσεων (όπως η κινηματογραφική βιογραφία του μεγάλου Ρώσου συνθέτη Μιχαήλ Γκλίνκα, το 1946). Μόνο που όλα αυτά αποδεικνύονται μια τεράστια ψευδαίσθηση που δεν θα αργήσει να θρυμματιστεί… Ο Σίμονοφ αφοσιώνεται όλο και περισσότερο στο συγγραφικό του έργο και στα καθήκοντά του στην Εταιρία Σοβιετικών Συγγραφέων και στη διεύθυνση και αρχισυνταξία των μεγαλύτερων λογοτεχνικών εντύπων. Η Σερόβα αρχίζει να βρίσκει αγχολυτικό καταφύγιο στο ποτό. Ο Σίμονοφ, κατά τα λοιπά άνθρωπος με βαθύτατες ευαισθησίες, ο οποίος όμως έχει μάθει να αντιμετωπίζει με πειθαρχία κάθε αντιξοότητα της ζωής, δεν συγχωρεί στη σύζυγό του την αδυναμία της να διαχειριστεί την επιτυχία και μια, κατά τα φαινόμενα, ευτυχισμένη οικογενειακή ζωή. Η σχέση τους δηλητηριάζεται κι από το γεγονός ότι ο συγγραφέας δεν μπόρεσε ποτέ να έχει καλές σχέσεις με τον γιο της Σερόβα από τον πρώτο της γάμο, τον Ανατόλι. Στο τέλος, κατορθώνει να κλείσει τον μικρό Τόλια σε κάποιο ορφανοτροφείο πέρα από τα Ουράλια!

Το 1950, ο λογοτέχνης και η ηθοποιός αποκτούν την κόρη τους Μάσα. Αντί, όμως, η γέννηση του παιδιού να βελτιώσει τη σχέση τους, επιταχύνει την κατάρρευσή της. Ο Σίμονοφ διακόπτει πολύ γρήγορα κάθε επικοινωνία με το κοριτσάκι (σχεδόν μέχρι την ενηλικίωσή της αρνιόταν να τη δει και να την παρουσιάσει στους συγγενείς του). Κι όχι μόνο αυτό, αλλά κατορθώνει να αφαιρέσει την επιμέλειά της κι από την ίδια τη Βαλεντίνα (η Μάσα ανατράφηκε από τη μητέρα της Βαλεντίνας). Το 1957 εκδίδεται το διαζύγιο κι από εκεί και πέρα η σταδιοδρομία της Σερόβα παίρνει την κάτω βόλτα.

Τα προβλήματά της με το ποτό επιδεινώνονται διαρκώς. Χάνει πρόβες και παραστάσεις, απολύεται από το ένα θέατρο μετά το άλλο. Τραγική ειρωνεία: κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1960 η μοναδική απασχόληση της Σερόβα ήταν ένας ρόλος σε θεατρικό του τέως συζύγου της [«Άνθρωποι της Ρωσίας» («Русские люди»)]. Η τελευταία της κινηματογραφική εμφάνιση ήταν σε μια ταινία του 1973.

1939: η Σερόβα με τον μικρό Τόλια (πηγή: http://www.liveinternet.ru/users/lora_norton/post208414955/)

1939: η Σερόβα με τον μικρό Τόλια (πηγή: http://www.liveinternet.ru/users/lora_norton/post208414955/)

Ο γιος της, μεγαλωμένος στο αφιλόξενο περιβάλλον του ορφανοτροφείου, κατέληξε μπλεγμένος με τον υπόκοσμο και βαριά αλκοολικός. Έζησε μεταξύ αναμορφωτηρίων, στρατοπέδων και φυλακών, πριν το αλκοόλ κόψει το νήμα της ζωής του το 1975.

Λίγους μήνες αργότερα, το βράδυ της 11ης προς τη 12η Δεκεμβρίου 1975, η Βαλεντίνα Σερόβα βρισκόταν νεκρή στο διαμέρισμά της στη Μόσχα. Τα αίτια του θανάτου της δεν διαλευκάνθηκαν ποτέ. Πάνω στο φέρετρό της υπήρχε μια ανθοδέσμη με 58 τριαντάφυλλα. Ήταν το τελευταίο δώρο του Κονσταντίν Σίμονοφ προς τον μεγάλο έρωτα της ζωής του.

[πηγές: Βικιπαίδεια/ ιστότοπος repin.info/ Неизвестные знаменитости: «Актриса Валентина Серова – муза и трагедия Константина Симонова», 23.6.2013/ Orlando Figes «The Whisperers: Private Life in Stalin’s Russia», 2007]

Γράμματα από το Μέτωπο

Lettres de la wehrmacht«[Υπάρχει] βεβαίως μια σημαντική διαφορά μεταξύ του αυτουργού και του θύματος του εγκλήματος. Για τον αυτουργό, το έγκλημα είναι ένα στοιχείο της Ιστορίας και όχι η κύρια πλοκή της. Για το θύμα, το έγκλημα είναι η ίδια η Ιστορία.» (Τίμοθυ Σνάυντερ, πρόλογος στο « Lettres de la Wehrmacht » της Μαρί Μουτιέ, σελ. 8)

Στο βιβλίο της «Επιστολές της Βέρμαχτ» που κυκλοφόρησε τον περασμένο Σεπτέμβριο, η νεαρή Γαλλίδα ιστορικός Μαρί Μουτιέ παραθέτει και σχολιάζει περισσότερες από εκατό επιστολές που έγραψαν Γερμανοί στρατιώτες, υπαξιωματικοί και αξιωματικοί (σχεδόν σε όλες τις περιπτώσεις προερχόμενοι εξ εφέδρων) κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Οι επιστολές προέρχονται από το αρχείο του Μουσείου Επικοινωνιών στο Βερολίνο. Αυτές που επελέγησαν να δημοσιευθούν καλύπτουν ολόκληρη τη χρονική διάρκεια κι όλα τα μέτωπα του πολέμου. Παρουσιάζονται με χρονολογική σειρά, σε τρία μέρη που αντιστοιχούν στις κύριες φάσεις του Β΄ ΠΠ: 1939-1941, δηλαδή την εποχή των θριάμβων της Βέρμαχτ, 1942-1943, όταν η πολεμική σύγκρουση φτάνει στον παροξυσμό της, και 1944-1945, εποχή της υποχώρησης και της τελικής ήττας. Σε κάποιες περιπτώσεις, περιλαμβάνονται περισσότερες της μίας επιστολές του ίδιου στρατιώτη, στοιχείο που παρέχει στον αναγνώστη τη δυνατότητα να παρακολουθήσει τις ψυχολογικές μεταπτώσεις του επιστολογράφου αναλόγως της εξέλιξης του πολέμου.

Τα γράμματα αυτά δεν έχουν ιδιαίτερες λογοτεχνικές ή φιλοσοφικές αξιώσεις. Οι στρατιώτες της Βέρμαχτ απευθύνονται στα προσφιλή τους πρόσωπα (τις γυναίκες και τα παιδιά τους, τους γονείς και τ’ αδέλφια τους). Γράφουν συνήθως για το φαγητό και τις συνθήκες διαβίωσης, ρωτούν για τα προβλήματα που απασχολούν τους οικείους τους στην καθημερινότητά τους. Ο ίδιος ο πόλεμος εμφανίζεται στις επιστολές με όσο πιο διακριτικό τρόπο γίνεται: οι άνδρες της Βέρμαχτ δεν θέλουν σε καμιά περίπτωση να επιτείνουν την ανησυχία των αγαπημένων τους. Από όλες αυτές τις απόψεις, οι επιστολές καταδεικνύουν το απολύτως ανθρώπινο πρόσωπο των ανδρών που διεξήγαγαν τον πιο φονικό πόλεμο της Ιστορίας.

Οι ελληνικές επιστολές: Τρεις από τις επιστολές παρουσιάζουν ελληνικό ενδιαφέρον. Η επιστολή της 12ης Μαΐου 1941 γράφτηκε στο Λουτράκι από έναν αλεξιπτωτιστή 22 ετών (κεφ. 19, Ένας αλεξιπτωτιστής στην Ελλάδα, σελ. 107-108). Η κύρια έγνοια του είναι ο ανεφοδιασμός κι η εξεύρεση τροφής. Κατά τα λοιπά, αναρωτιέται με κάποια δόση ειρωνίας «πού πρόκειται να προσγειωθούμε στη συνέχεια, ανάμεσα στους Ινδούς ή στους Ζουλού;… Αφού κατακτήσουμε τον Νότιο Πόλο, θα χρειαστεί να πολεμήσουμε και για τον Βόρειο!». Οκτώ ημέρες αργότερα, ο αλεξιπτωτιστής Χουμπέρτους Γκ, της 7ης Μεραρχίας θα σκοτωθεί στη Μάχη της Κρήτης.

Γερμανοί αλεξιπτωτιστές στην Κρήτη, Μάιος του 1941. Πηγή: Bundesarchiv, Bild 141-0864 / CC-BY-SA

Γερμανοί αλεξιπτωτιστές στην Κρήτη, Μάιος του 1941. Πηγή: Bundesarchiv, Bild 141-0864 / CC-BY-SA

Οι άλλες δύο «ελληνικές» επιστολές ανήκουν στον Καρλ Κ., διδάκτορα φιλοσοφίας από το Μεκλεμβούργο, ο οποίος εργαζόταν ως καθηγητής σε λύκειο (κεφ. 27, Πύρρειος νίκη, σελ. 129-132/ κεφ. 41, Ελληνικά κεράσια, σελ. 177-178). Υπηρετεί σε μονάδα αντιαεροπορικής άμυνας της Λουφτβάφφε και με την ιδιότητα αυτή βρίσκεται στην Κρήτη αμέσως μετά την κατάληψή της από τους Γερμανούς. Το μεγαλύτερο μέρος της πρώτης επιστολής, η οποία γράφτηκε στις 21 Αυγούστου 1941 κι απευθύνεται στη μητέρα του συγγραφέα, είναι αφιερωμένο στους συντρόφους που έπεσαν στη μάχη και στη σθεναρή αντίσταση που προβάλλουν οι Κρητικοί αντάρτες. Οι εκτελέσεις ως αντίποινα παρουσιάζονται με απόλυτη φυσικότητα ως η δέουσα απάντηση, Ωστόσο, ο Καρλ Κ. αφήνει να φανούν και τα πιο λόγια ενδιαφέροντά του: επισημαίνει ότι για να πάει από το σχολείο που χρησιμοποιεί η μονάδα του ως στρατώνα στην πόλη του Ηρακλείου πρέπει να περάσει από το ενετικό φρούριο του λιμανιού. Και στη δεύτερη επιστολή του (16-18 Μαΐου 1942) μνημονεύει τις επισκέψεις του στους αρχαιολογικούς χώρους της Κνωσσού και της Φαιστού.

Βία κι εγκλήματα πολέμου: Η βία και τα εγκλήματα πολέμου εμφανίζονται μάλλον σπάνια στα γράμματα των στρατιωτών και δικαιολογούνται σχεδόν πάντα με τα στερεότυπα της ναζιστικής προπαγάνδας (οι «εκφυλισμένοι» Γάλλοι, οι «βρόμικοι καθυστερημένοι υπάνθρωποι» Σλάβοι, η «ιουδαιοπλουτοκρατία» κ.ο.κ.). Η σφαγή του Μπάμπι Γιαρ, οι χιλιάδες Εβραίοι και Ρώσοι εκτελεσμένοι μνημονεύονται απλώς ως αριθμοί, ως αναγκαία θύματα για την επικράτηση της Νέας Τάξης. Στην καλύτερη των περιπτώσεων κάποιος στρατιώτης μπορεί να εκφράσει θεωρητικά τη συμπάθειά του για τα βάσανα του Άλλου, αλλά αυτή η συμπάθεια δεν μπορεί να μεταφραστεί σε πράξεις, μια και το καθήκον επιτάσσει διαφορετικά.

Ενδεικτική της τελευταίας κατηγορίας είναι η επιστολή του Κουρτ Χ., γεννημένου στο Βερολίνο το 1903 και κοσμηματοπώλη εν καιρώ ειρήνης (κεφ. 37, Ο Δεσμοφύλακας, 20 Μαρτίου 1942, σελ. 163-166). Ο Κουρτ Χ. υπηρετεί στο 303ο Τάγμα Πεζικού: βρίσκεται στο Κόβελ της βορειοδυτικής Ουκρανίας και η αποστολή του είναι να φρουρεί Σοβιετικούς αιχμαλώτους πολέμου. Το γράμμα του είναι, κατά το μεγαλύτερο μέρος, μια ερωτική εξομολόγηση προς τη γυναίκα του Κουρτ, την Ντίτα: ξεκινά με εντελώς ρομαντικό ύφος («Τ’ αστέρια λάμπουν! Διάλεξα το πιο ωραίο, εσένα!») για να εξελιχθεί σε προτάσεις σεξουαλικού περιεχομένου και να ολοκληρωθεί με μια πραγματεία περί συζυγικής πίστης κι απιστίας, διανθισμένη με παραδείγματα. Πιο πριν, όμως, ο Κουρτ Χ. έχει μιλήσει για τα μαρτύρια των αιχμαλώτων κι έχει εγκωμιάσει την αφοσίωση των γυναικών τους, οι οποίες δεν διστάζουν να διανύσουν με τα πόδια τα 500 χιλιόμετρα που χωρίζουν το Κόβελ από το Κίεβο, μέσα στο χιόνι, το πολικό ψύχος, το σκοτάδι και τους κινδύνους του πολέμου, μόνο και μόνο για να δουν μήπως ο άντρας τους βρίσκεται μεταξύ των αιχμαλώτων, πολλές φορές μάταια, κάποιες άλλες δίχως να έχουν καν τη δυνατότητα να του μιλήσουν έστω και για δυο λεπτά!  Ο δεσμοφύλακας νιώθει συμπόνια, αλλά το καθήκον δεν του επιτρέπει να κάνει κάτι. Και το καθήκον δεν είναι δυνατό να τεθεί υπό αμφισβήτηση.

Γερμανοί στρατιώτους προχωρούν στη ρωσική στέπα, πιθανότατα προς το Σταλινγκράντ (Αύγουστος ή Σεπτέμβριος 1942). Πηγή: Bundesarchiv, Bild 101I-217-0465-32A / Klintzsch / CC-BY-SA

Γερμανοί στρατιώτες προχωρούν στη ρωσική στέπα, πιθανότατα προς το Σταλινγκράντ (Αύγουστος ή Σεπτέμβριος 1942). Πηγή: Bundesarchiv, Bild 101I-217-0465-32A / Klintzsch / CC-BY-SA

Αμφισβήτηση: Όποιος αναζητήσει στις επιστολές αυτές στοιχεία αμφισβήτησης του ναζιστικού συστήματος αξιών και του «δίκαιου» χαρακτήρα του πολέμου που διεξάγει η Γερμανία θα απογοητευθεί. Ακόμη και τα γράμματα των τελευταίων μηνών του πολέμου, που αποπνέουν αναμφίβολα μια μοιρολατρική αποδοχή της συντριβής, δεν εκφράζουν κάποια αμφισβήτηση. Στην πραγματικότητα, η μεγάλη πλειονότητα των επιστολών είναι σύμφωνη με το ιδεώδες πρότυπο του γενναίου στρατιώτη που πάνω απ’ όλα βάζει το καθήκον του προς την πατρίδα. Οι λιγοστές που αποκλίνουν από το πρότυπο αυτό εκφράζουν είτε δυσκολίες προσαρμογής (κάποιος νέος από αριστοκρατική οικογένεια νιώθει να πνίγεται ανάμεσα σε παιδιά λαϊκότερων τάξεων που αδυνατούν να εκτιμήσουν τα ενδιαφέροντά του για τα γράμματα και τις τέχνες) είτε τον προσωπικό φόβο κάποιου για τη ζωή του (χαρακτηριστικό το παράδειγμα ενός στρατιώτη που τελικά λιποτακτεί στους Αμερικανούς ενώ υπηρετεί στην Ιταλία).

Ζωή και πεπρωμένο: Ποιο είναι τελικά το στοιχείο που καθιστά ορισμένες επιστολές πραγματικά συγκλονιστικές; Μα, φυσικά, η συγκυρία και το ιστορικό πλαίσιο στο οποίο αυτές εντάσσονται. Το γεγονός ότι κάποιες από αυτές είναι και οι τελευταίες του επιστολογράφου, όπως εκείνη που υπαγορεύει ο βαριά τραυματίας στη μητέρα ενός άλλου τραυματισμένου συντρόφου του σ’ ένα στρατιωτικό νοσοκομείο του Τορν, λίγες μέρες πριν πεθάνει. Πρωτίστως, η αποδοχή του πεπρωμένου, του ενδεχόμενου του θανάτου.

Κάποιες φορές, η στάση αυτή συνοδεύεται από ηρωικές δηλώσεις, από τη διατράνωση της πίστης στα εθνικά ιδεώδη. Όπως ακριβώς στην επιστολή που γράφει την Πρωτοχρονιά του 1945, κάπου στην Τσεχοσλοβακία, ο Άντολφ Ντ. από το Αννόβερο στη γυναίκα του, ενώ το σπίτι τους έχει καταστραφεί από τους συμμαχικούς βομβαρδισμούς (κεφ. 89, Πρωτοχρονιά 1945, σελ. 303-306):

«Όταν θα ξαναβρεθώ κοντά σας, θα τα ξαναχτίσουμε όλα μαζί… Αν πάλι η μοίρα δεν το θελήσει να ξαναγυρίσω, μη με θρηνήσεις, θα έχω δώσει τη ζωή μου για σένα και τα παιδιά, για να μπορέσουν αυτά να μεγαλώσουν σ’ ένα καλύτερο κόσμο κι εσύ να τα συνοδέψεις σ’ ένα λαμπρότερο μέλλον. Οργάνωσε το σπίτι μας σαν να βρίσκομαι πάντα δίπλα σας. Θέλω να συνεχίσετε να ζείτε ευτυχισμένοι και δίχως εμένα…» [ο Άντολφ Ντ. αιχμαλωτίστηκε από τους Αμερικανούς λίγο πριν το τέλος του πολέμου κι είχε την τύχη να επιστρέψει στην οικογένειά του μετά από λίγες μόνο ημέρες αιχμαλωσίας].

Μάρτιος 1944, γερμανικές μονάδες τεθωρακισμένων προχωρούν για να ενισχύσουν τον θύλακο του Κορσούν. Πηγή: Bundesarchiv, Bild 101I-090-3913-24 / Etzhold / CC-BY-SA

Μάρτιος 1944, γερμανικές μονάδες τεθωρακισμένων προχωρούν για να ενισχύσουν τον θύλακο του Κορσούν. Πηγή: Bundesarchiv, Bild 101I-090-3913-24 / Etzhold / CC-BY-SA

Σε άλλες περιπτώσεις όμως, κι αυτό είναι ακόμη πιο τραγικό, ο στρατιώτης που έχει συμβιβαστεί με την ιδέα του θανάτου προσπαθεί να πείσει την οικογένειά του ότι όλα πηγαίνουν καλά, σχεδόν σαν να απουσιάζει απλώς σε κάποιο επαγγελματικό ταξίδι. Χαρακτηριστικά είναι τα τελευταία γράμματα του Αλόις Σ. από το Ζάαρ στη γυναίκα του, ενώ ο στρατιώτης υπηρετεί στο Ανατολικό Μέτωπο, τον Νοέμβριο του 1942 (κεφ. 54, Τα Σκοτάδια, σελ 209-211).

«Ανατολικό Μέτωπο, 25 Νοεμβρίου 1942

Γλυκιά, μικρή μου Φρίντα!

Μια και δεν έχω πολύ χρόνο στη διάθεσή μου για να σου γράψω γράμμα, αλλά δεν θέλω και να σε κάνω να περιμένεις, σου στέλνω αυτήν την καρτούλα.Είμαι πάντα καλά, το ίδιο ελπίζω και για σας στο σπίτι! Σε φιλώ! Πολλά φιλιά και στα παιδιά μας!

Ο Αλόις σου, ο μπαμπάς σας».

Την ίδια μέρα, ο Κόκκινος Στρατός εξαπολύει μια φοβερή αντεπίθεση κατά των γερμανικών δυνάμεων του θυλάκου του Ρζέφ. Ο Αλόις Σ. πέφτει στο πεδίο της μάχης λίγες ώρες αφότου διαβεβαίωνε τη γυναίκα και τα παιδιά του ότι όλα πήγαιναν καλά…

Η ιστορικός επισημαίνει ότι αυτοί, οι τόσο ανθρώπινοι και τρυφεροί στρατιώτες, ήταν ακριβώς εκείνοι που «διέπραξαν το ανεπανόρθωτο». Η οικειότητα που δημιουργεί η ανάγνωση των επιστολών αυτών αποτελεί ευκαιρία περισυλλογής σχετικά με τον ανθρώπινο χαρακτήρα και τον διαρκή κίνδυνο επανάληψης μιας δολοφονικής επιχείρησης τέτοιου μεγέθους. «Ο πόλεμος, κατά μείζονα λόγο ο πιο φρικαλέος δυνατός, δεν είναι υπόθεση γραφειοκρατικών μηχανών. Ήταν, είναι και θα είναι υπόθεση ανθρώπων» (σελ. 40).

[Marie MOUTIER, avec la participation de Fanny CHASSAIN-PICHON, préface de Timothy SNYDER «Lettres de la Wehrmacht», Perrin, Παρίσι 2014, 338 σελ.]

Μέσα από τη νύχτα

Το Κίεβο κατά τον Β΄ ΠΠ

Το Κίεβο κατά τον Β΄ ΠΠ

Από τις αρχές Αυγούστου του 1941 ο Χίτλερ είχε αποφασίσει να δοθεί προτεραιότητα στην προέλαση στην Ουκρανία, καθυστερώντας το σχέδιο επίθεσης κατά της Μόσχας. Μεταξύ κακής οργάνωσης και πανικού, ο Κόκκινος Στρατός υποχωρούσε στα περισσότερα σημεία του μετώπου. Στις αρχές του Σεπτέμβρη το Κίεβο δεν ήταν παρά το άκρο ενός ιδιαίτερα επιμήκους σοβιετικού θυλάκου ο οποίος μέρα με τη μέρα συρρικνωνόταν δραματικά, μια και τόσο στο βορρά όσο και στο νότο οι γερμανικές δυνάμεις είχαν ήδη προχωρήσει κατά πολύ ανατολικότερα της ουκρανικής πρωτεύουσας.

Η σοβιετική ηγεσία δεν ήταν βέβαιη για τη στρατηγική που έπρεπε να ακολουθήσει. Ο Στάλιν δεν ήθελε καν να ακούσει για υποχώρηση. Ο γενικός γραμματέας του ΚΚ Ουκρανίας Νικήτα Χρουστσόφ είχε καταβάλει κάθε δυνατή προσπάθεια για να τονώσει το πατριωτικό φρόνημα των κατοίκων του Κιέβου. Η πόλη, όμως, παρουσίαζε κάποιες ιδιαιτερότητες που προκαλούσαν στη Μόσχα αμφιβολίες για την πίστη των κατοίκων στο σοβιετικό καθεστώς σε περίπτωση ιδιαιτέρως αντίξοων συνθηκών. Πράγματι, κατά την ταραγμένη διετία 1918-1920, μεταξύ του τέλους του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου και του ρωσικού εμφυλίου, το Κίεβο είχε αλλάξει χέρια 16 φορές! Αρχικά την πόλη κατέλαβαν οι Γερμανοί και οι Αυστριακοί. Φεύγοντας, εγκατέστησαν μια «ανεξάρτητη ουκρανική κυβέρνηση» ανδρεικέλων με επικεφαλής τον Πάβλο Σκοροπάντσκι, ο οποίος είχε αυτοανακηρυχθεί «Μέγας Αταμάνος των Κοζάκων». Ακολούθησαν οι Ουκρανοί εθνικιστές του Πετλιούρα, οι Μπολσεβίκοι, οι Λευκοί και πάλι οι Μπολσεβίκοι, ενώ ενδιάμεσα είχε κάνει ένα σύντομο πέρασμα από το Κίεβο κι ο πολωνικός στρατός του Πιουσούντσκι. Οι μεγαλύτεροι θυμούνταν ότι, από όλους αυτούς, οι Γερμανοί κι οι Αυστριακοί δεν ήταν οι χειρότεροι.

Μ. Π. Κιρπανός

Μ. Π. Κιρπανός

Καθώς ολοκληρωνόταν το πρώτο δεκαήμερο του Σεπτέμβρη ο Χρουστσόφ, ο διοικητής του Νοτιοδυτικού Άξονα Σιμιόν Μιχάιλαβιτς Μπουντιόννι κι ο υπεύθυνος για την υπεράσπιση του Κιέβου διοικητής του Νοτιοδυτικού Μετώπου Μιχαήλ Πιτρόβιτς Κιρπανός * αντιλήφθηκαν τον τρομερό κίνδυνο: ήταν πλέον εξαιρετικά πιθανό οι υπερασπιστές της πόλης να περικυκλωθούν από τις γερμανικές δυνάμεις! Λαμβάνοντας υπόψη την αδυναμία ουσιαστικής ενίσχυσής τους, ζήτησαν από τον Στάλιν την άδεια να εκκενώσουν το Κίεβο. Ο σοβιετικός ηγέτης αρνήθηκε επανειλημμένα. Απάλλαξε μάλιστα τον Μπουντιόννι από τα καθήκοντά του, αντικαθιστώντας τον με τον Σεμιόν Τιμοσένκο.

Καθώς η κατάσταση γινόταν όλο και χειρότερη Χρουστσόφ και Κιρπανός συνέχιζαν να ικετεύουν να τους επιτραπεί η εκκένωση του Κιέβου. Ο γερμανικός κλοιός έσφιγγε ολοένα και περισσότερο. Η άδεια δόθηκε από τον Μπαρίς Σάπόσνικαφ, αρχηγό του γενικού επιτελείου, μόλις λίγο πριν το μεσημέρι της 17ης Σεπτεμβρίου. Οι γερμανικές δυνάμεις είχαν ήδη περικυκλώσει ουσιαστικά εκείνες του Κόκκινου Στρατού. Τέσσερις σοβιετικές στρατιές βρίσκονταν μέσα στην παγίδα, ανάμεσά τους κι η 37η που υπερασπιζόταν το Κίεβο.

Τα σοβιετικά στρατεύματα προσπάθησαν απεγνωσμένα να σπάσουν τον εχθρικό κλοιό. Λίγοι, πολύ λίγοι ήταν εκείνοι που το κατόρθωσαν. Οι ναζιστικές δυνάμεις αιχμαλώτισαν ασύλληπτο αριθμό σοβιετικών στρατιωτών. Η Βέρμαχτ ισχυριζόταν ότι αιχμαλώτισε περισσότερους από 650.000 στρατιώτες. Η σοβιετική ηγεσία διατεινόταν ότι ο αριθμός των αιχμαλώτων δεν ξεπερνούσε τις 175.000. Η αλήθεια πρέπει να βρισκόταν κάπου στη μέση, ίσως πιο κοντά στους γερμανικούς ισχυρισμούς. Το ίδιο το Κίεβο έπεφτε στα χέρια των ναζί στις 19 Σεπτεμβρίου.

Λ. Ν. Ραμπινόβιτς (Λ. Βαλίνσκι)

Λ. Ν. Ραμπινόβιτς (Λ. Βαλίνσκι)

Ήταν η αρχή πολλών τραγωδιών. Μία από αυτές ήταν εκείνη των σοβιετικών αιχμαλώτων πολέμου. Την ιστορία τους τη διηγήθηκε με τον πιο παραστατικό και δραματικό τρόπο ο συγγραφέας και καλλιτέχνης Λιανίντ Ναούμαβιτς Ραμπινόβιτς, γνωστότερος με το ψευδώνυμο Λιανίντ Βαλίνσκι, στο διήγημά του «Μέσα από τη νύχτα» («Сквозь Ночь»), που δημοσιεύθηκε το 1963. Το διήγημα παρουσιάζεται ως μυθοπλασία, ωστόσο είναι βασισμένο στην προσωπική εμπειρία του συγγραφέα ο οποίος αιχμαλωτίστηκε από τους Γερμανούς, αλλά τελικά κατάφερε να αποδράσει.

Η αφήγηση ξεκινά στις 17 Σεπτεμβρίου 1941 σε κάποιο χωριό της Ουκρανίας, ενώ οι Γερμανοί έχουν σχεδόν περικυκλώσει τους Ρώσους.

Εξώφυλλο του "Μέσα από τη Νύχτα"

Εξώφυλλο του «Μέσα από τη Νύχτα»

«Μετά από αρκετά χρόνια διάβασα το βιβλίο του Γερμανού στρατηγού φον Τίππελσκιρχ: η άποψή του ήταν ότι η περικύκλωση των στρατευμάτων μας ανατολικά του Κιέβου απαίτησε τη συμμετοχή σημαντικών γερμανικών δυνάμεων και ουσιαστικά κατέστρεψε τα σχέδια του Χίτλερ, καθυστερώντας την επίθεση κατά της Μόσχας.

Εμείς, όμως, δεν γνωρίζαμε τίποτε. Οι νύχτες εκείνες, όταν εκατοντάδες χιλιάδες άνδρες προσπάθησαν να διασπάσουν τον γερμανικό κλοιό, αναζητώντας τον δρόμο τους μέσα από δάση και έλη κάτω από βροχή γερμανικών βομβών κι οβίδων… όλα αυτά δεν ήταν παρά μια τεράστια κι ανεξήγητη τραγωδία.

Τη νύχτα της 17ης Σεπτεμβρίου περιπλανιόμουν… είδα στον δρόμο χιλιάδες οχήματα να καίγονται. Δεν έπρεπε να τα βρουν οι Γερμανοί. Διέκρινα μια ομάδα δέκα περίπου ανώτερων κι ανώτατων αξιωματικών που κατευθύνονταν προς τη Λόχβιτσα, πιστεύοντας ότι εκεί ο δρόμος ήταν ακόμη ελεύθερος. Ανάμεσά τους αναγνώρισα τον διοικητή του Μετώπου, τον στρατηγό Κιρπανός.

Μόνο μετά από χρόνια έμαθα ότι εκείνη τη νύχτα (ή ίσως την επόμενη) είχε αυτοκτονήσει, αφού πρώτα αρνήθηκε να επιβιβαστεί στο αεροσκάφος που του είχαν στείλει με μεγάλη δυσκολία από τη Μόσχα… Μαζί του σκοτώθηκε κι ο Μιχαήλ Μπουρμίστενκο, το πολιτικό μέλος της Επιτροπής του Πολέμου, που πριν από τον πόλεμο ήταν δεύτερος γραμματέας του ΚΚ Ουκρανίας….

Το επόμενο πρωί, μαζί με άλλους τρεις συντρόφους είδαμε γερμανικά τεθωρακισμένα. Κρυφτήκαμε σ’ ένα χαντάκι. Οι Γερμανοί μας εντόπισαν κι άρχισαν να μας πυροβολούν με πολυβόλο. Ένας από μας σκοτώθηκε, οι υπόλοιποι παραδοθήκαμε. Ένας Γερμανός στρατιώτης που στην όψη έδειχνε εντάξει άνθρωπος, συμπαθητικός θα έλεγε κανείς, μας χαστούκισε και μας διέταξε να αδειάσουμε τις τσέπες μας. Μας ανάγκασαν να προχωρήσουμε τρέχοντας, ενώ μας ακολουθούσε ένα τεθωρακισμένο, μέχρι που φτάσαμε σε κάποιο χωριό που λεγόταν Κοβαλί. Στο τέλος της ημέρας είχαν συγκεντρωθεί εκεί δέκα χιλιάδες αιχμάλωτοι.

Την επομένη μας πρόσταξαν να παραταχθούμε. «Οι κομμισσάριοι, οι [υπόλοιποι] κομμουνιστές και οι Εβραίοι» διατάχθηκαν να παρουσιαστούν. Μόλις είχαν φτάσει δεκαπέντε άντρες των Ες Ες με μαύρες στολές και μια νεκροκεφαλή στα κασκέτα τους. Κάπου τριακόσιοι από μας προχώρησαν. Τους διέταξαν να μείνουν γυμνοί από τη μέση και πάνω και να παραταχθούν στην πλατεία. Τότε ο διερμηνέας των Γερμανών, που η έντονη προφορά του πρόδιδε ότι καταγόταν από τη Γαλικία, άρχισε να ουρλιάζει ότι δεν μπορεί να ήταν μόνο αυτοί, κρύβονταν κι άλλοι ανάμεσά μας. Σε όποιον κατέδιδε κάποιον κομμουνιστή, κομμισσάριο ή Εβραίο, υποσχέθηκε ότι θα μπορούσε να πάρει τα ρούχα και τα προσωπικά αντικείμενα του θύματος…. Αναμεσα σε δέκα χιλιάδες άνδρες πάντα βρίσκεται μια ντουζίνα ανθρώπων αυτού του είδους. Το ποσοστό δεν είναι μεγάλο, αλλά υπάρχει… Πάντα θα υπάρχουν άνθρωποι αυτού του είδους.

Τελικά, εκτελέσθηκαν κάπου τετρακόσιοι άνθρωποι, ανά ομάδες των δέκα, αφού πρώτα υποχρεώθηκαν να σκάψουν οι ίδιοι τους τάφους τους.

Οκτώβριος 1941: Σοβιετικοί αιχμάλωτοι στο Μάουτχάουζεν - Bundesarchiv, Bild 192-100 / CC-BY-SA

Οκτώβριος 1941: Σοβιετικοί αιχμάλωτοι στο Μάουτχάουζεν – Bundesarchiv, Bild 192-100 / CC-BY-SA

Τους υπόλοιπους μας οδήγησαν σε ένα στρατόπεδο, έπειτα σε κάποιο άλλο… οι Γερμανοί στρατιώτες, άντρες που έδειχναν να είναι εντάξει άνθρωποι, ποιος ξέρει ίσως να ήταν κι εργάτες, σκότωναν χωρίς δεύτερη σκέψη όποιον καθυστερούσε στην πορεία ή κατέρρεε από την εξάντληση…»

Η μοίρα των Σοβιετικών αιχμαλώτων ήταν το κρύο, η πείνα, οι αρρώστιες, οι συνεχείς ταπεινώσεις, η απώλεια κάθε ίχνους ανθρώπινης αξιοπρέπειας και, τελικά, για τη συντριπτική πλειονότητά τους, ο θάνατος.

[πηγή: Alexander Werth (Александр Верт) «Russia At War, 1941-1945«, Barrie & Rockliff, Λονδίνο, 1964/ γαλλική έκδοση: « La Russie en guerre », t. 1 « La patrie en danger, 1941-1942 », τελευταία αναθεωρημένη έκδοση, Tallandier, σειρά Texto, Παρίσι, 2012, σελ. 287 επ., ειδ. 295-296]

* Με βάση την οργάνωση του Κόκκινου Στρατού εκείνη την εποχή (λίγο αργότερα εγκαταλείφθηκε), οι Άξονες αποτελούσαν το αντίστοιχο των τριών γερμανικών Ομάδων Στρατιών. Κάθε άξονας περιελάμβανε περισσότερα Μέτωπα.

Τα κύματα του… Ήρεμου Ντον

quiet donO «Ήρεμος Ντον» του Μιχαήλ Αλιξάντροβιτς Σόλαχαφ είναι ένα από τα σημαντικότερα μυθιστορήματα που γράφτηκαν στα χρόνια της ΕΣΣΔ. Έως το 1980 είχαν πωληθεί περίπου 80 εκατομμύρια αντίτυπα του βιβλίου, το οποίο είχε μεταφραστεί σε 84 τουλάχιστον γλώσσες. Χάρισε στον συγγραφέα το Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνίας της ΕΣΣΔ (τότε Βραβείο Στάλιν) το 1941 κι ένα Νομπέλ το 1965, μαζί με απίστευτα εγκώμια εκ μέρους των κριτικών, οι οποίοι χαρακτήριζαν τον Σόλαχαφ ως «Σοβιετικό Ταλστόι».

Μ. Α. Σόλαχαφ, φωτογραφία του 1938

Μ. Α. Σόλαχαφ, φωτογραφία του 1938

Το τετράτομο έργο (με 8 μέρη) γράφτηκε από το 1926 έως το 1940 και δημοσιευόταν σε συνέχειες σε διάφορα έντυπα [π.χ. τα λογοτεχνικά περιοδικά «Октябрь» (Οχτώβρης) και «Новый мир» (Νέος Κόσμος)]. Περιγράφει τις περιπέτειες μιας οικογένειας Κοζάκων εγκατεστημένων στην περιοχή της Βιοσένσκαγια, κοντά στο Ραστόφ. Ο πατριάρχης των Μέλεχοφ, παππούς του κεντρικού ήρωα του μυθιστορήματος, επέστρεψε από τον Κριμαϊκό Πόλεμο παντρεμένος με μια Τατάρισσα, η οποία είχε αντιμετωπιστεί από τους συγχωριανούς με περιφρόνηση και φόβο κι είχε κατηγορηθεί για μάγισσα. Ακόμη και στην εποχή κατά την οποία διαδραματίζεται η υπόθεση του έργου τα μέλη της οικογένειας έχουν το προσωνύμιο «Τούρκοι»

Η συνάντηση του Γκριγκόρι και της Αξίνιας (σκίτσο του Σ. Καραλκόφ, 1935)

Η συνάντηση του Γκριγκόρι και της Αξίνιας (σκίτσο του Σ. Καραλκόφ, 1935)

Βρισκόμαστε στις αρχές του 20ού αιώνα, λίγο πριν ξεσπάσει ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος. Το βιβλίο περιγράφει με τα πιο ειδυλλιακά χρώματα τη φύση της περιοχής κοντά στις εκβολές του Ντον και την ειρηνική ζωή των χωρικών. Ο Γκριγκόρι Παντελέγιεβιτς Μέλεχοφ είναι ένας νεαρός αξιωματικός που ερωτεύεται την Αξίνια, σύζυγο του οικογενειακού φίλου Στεπάν Αστάχαφ. Οι παράνομοι εραστές κλέβονται, γεγονός που προκαλεί έριδα ανάμεσα στις δύο οικογένειες. Η έναρξη του πολέμου επισκιάζει τις διαμάχες τις οποίες προκάλεσαν τα ερωτικά πάθη. Ο Γκριγκόρι επιστρατεύεται και βρίσκεται να πολεμά εναντίον των δυνάμεων της Αυστροουγγρικής Αυτοκρατορίας. Σε μια μάχη θα σώσει τη ζωή του αντίζηλού του. Ούτε αυτή η πράξη, όμως, θα δώσει τέλος στη διαμάχη μεταξύ του Γκριγκόρι και του Στεπάν. Θα ακολουθήσει η Οκτωβριανή Επανάσταση, η επιστροφή στην πατρίδα, ο εμφύλιος πόλεμος στην Ουκρανία και την περιοχή του Ντον. Ο Γκριγκόρι θ’ αλλάξει στρατόπεδο πολλές φορές για να βρεθεί τελικά σ’ αυτό των ηττημένων.

Роман-газеты_1928_гΠαρά την τεράστια επιτυχία του και την καταξίωση που προσέφερε στον συγγραφέα, το μυθιστόρημα είχε ταραχώδη ιστορία, αντιμετωπίζοντας ευθύς εξαρχής κατηγορίες για λογοκλοπή. Με το που άρχισε να δημοσιεύεται το έργο σε συνέχειες, υπήρξαν αρκετοί που υποστήριξαν ότι ο Σόλαχαφ είχε απλώς αντιγράψει το αδημοσίευτο βιβλίο του Κοζάκου συγγραφέα και φανατικού αντιμπολσεβίκου Φιόνταρ Ντμίτριεβιτς Κριούκοφ, ο οποίος πέθανε το 1920 από τυφοειδή πυρετό. Οι κατηγορίες αναζωπυρώθηκαν το 1974, όταν δημοσιεύθηκε στο Παρίσι ένα ανώνυμο άρθρο, γραμμένο από κάποιον κριτικό λογοτεχνίας. Μεταξύ των προσώπων που σε διάφορες εποχές κατηγόρησαν τον Σόλαχαφ για λογοκλοπή καταλέγονταν η Σβιτλάνα Αλλιλούγεβα, κόρη του Στάλιν, κι ένας από τους γνωστότερους Ρώσους αντιφρονούντες, ο συγγραφέας Αλιξάντρ Σαλζενίτσιν. Ακόμη κι αν δεχθούμε ότι το θέμα δεν έχει κλείσει οριστικά, η επικρατούσα άποψη συνηγορεί υπέρ της γνησιότητας του έργου (ακόμη και η στατιστική ανάλυση φαίνεται να την αποδεικνύει, ενώ έχουν βρεθεί και τα χειρόγραφα του Σόλαχαφ, για τα οποία όλοι πίστευαν ότι είχαν χαθεί κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου).

Θα ήταν ίσως άδικο να σταθούμε στην ιστορία της λογοκλοπής. Όχι μόνο γιατί, κατά πάσα πιθανότητα, δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, αλλά και γιατί δεν ωφελεί να χρονοτριβούμε με ορισμένα ζητήματα όταν η Ιστορία της λογοτεχνίας έχει ήδη αποφανθεί, άλλως θα αρχίσουμε να διαφωνούμε για την πατρότητα π.χ. των σαιξπηρικών έργων.

Κυρίως, όμως, θα αδικούσαμε την αδιαμφισβήτητη λογοτεχνική αξία του μυθιστορήματος. Πρόκειται για μια αριστοτεχνική παρουσίαση ενός θέματος κλασσικού για την παγκόσμια λογοτεχνία: πώς οι απλοί άνθρωποι παρασύρονται στη δίνη των γεγονότων της Μεγάλης Ιστορίας. Από την άποψη αυτή, η σύγκριση με τον Ταλστόι και ειδικότερα το «Πόλεμος και Ειρήνη» είναι απολύτως επιτυχημένη. Άδικη είναι επίσης η κατηγορία περί έργου φιλοσοβιετικής προπαγάνδας. Ο Γκριγκόρι απέχει πολύ από το πρότυπο του σοβιετικού ήρωα (καταλήγει, άλλωστε, αντίπαλος των μπολσεβίκων), ενώ το μυθιστόρημα υπέστη εκτεταμένη λογοκρισία για να πάρει άδεια δημοσίευσης.

Η αφίσα του κατά Μπανταρτσούκ "Ήρεμου Ντον"

Η αφίσα του κατά Μπανταρτσούκ «Ήρεμου Ντον»

Ο «Ήρεμος Ντον» μεταφέρθηκε τρεις φορές στον κινηματογράφο, την πρώτη μάλιστα χωρίς καν να έχει ολοκληρωθεί (1930, σκηνοθεσία Όλγκα Πριαμπραζένσκαγια και Ιβάν Πράβαφ). Η πιο κλασσική είναι μάλλον αυτή του 1957-1958 (σε τρία μέρη) από τον Σιργκέι Γκεράσιμαφ, με τον Πιοτρ Γκλέμπαφ ως Γκριγκόρι και την Ελίνα Μπιστρίτσκαγια ως Αξίνια. Η τρίτη απόπειρα μεταφοράς του μυθιστορήματος στη μεγάλη οθόνη ήταν αυτή του Σιργκέι Μπανταρτσούκ το 1992-1993, με τον Ρούπερτ Έβερεττ και τη Γαλλίδα Ντελφίν Φορέ στους βασικούς ρόλους. Έμεινε ανολοκλήρωτη εξαιτίας του θανάτου του σκηνοθέτη το 1994. Ο γιος του, ο Φιόνταρ Μπανταρτσούκ, κατόρθωσε κατά κάποιο τρόπο να την ολοκληρώσει: το φιλμ προβλήθηκε στη ρωσική τηλεόραση με τη μορφή μίνι τηλεοπτικής σειράς.

Γκριγκόρι (Ρ. Έβερεττ) και Αξίνια (Ντ. Φορέ), από το φιλμ του Μπανταρτσούκ

Γκριγκόρι (Ρ. Έβερεττ) και Αξίνια (Ντ. Φορέ), από το φιλμ του Μπανταρτσούκ

* Και για το τέλος, σκηνές από την ανολοκλήρωτη ταινία του Μπανταρτσούκ με μουσική επένδυση ένα παραδοσιακό ουκρανικό τραγούδι το «Несе Галя воду» [δηλ. η Γκάλια ή… Χάλια, αν προτιμάτε μεταγραφή με βάση την ουκρανική προφορά, (υποκοριστικό της Γκαλίνας = Γαλήνης) φέρνει νερό]. Στο ποτάμι, συναντά τον νεαρό Ιβάνκο ο οποίος την φλερτάρει. Η κοπέλα του κάνει νάζια, αλλά, εμμέσως πλην σαφώς, του δίνει και ραντεβού. 😉

«Несе Галя воду,
Коромисло гнеться,
За нею Іванко,
Як барвінок, в»ється.

 

– Галю ж моя Галю,
Дай води напиться,
Ти така хороша,
Дай хоч подивиться!

 

– Вода у криниці,
Піди тай напийся,
Як буду в садочку,
Прийди подивися.

 

– Прийшов у садочок,
Зозуля кувала,
А ти ж мене, Галю,
Та й не шанувала.

 

– Стелися, барвінку,
Буду поливати,
Вернися, Іванку,
Буду шанувати.

 

– Скільки не стелився,
Ти не поливала,
Скільки не вертався,
Ти не шанувала».

Ουκρανία, δεύτερος γύρος

Η ώρα των υπερδυνάμεων κι ο ρόλος της Ευρώπης

Οι μέχρι σήμερα εξελίξεις στην Ουκρανία επιβεβαιώνουν, πιστεύω, την εκτίμηση περί αντιπαράθεσης ιδιόμορφα εθνοτικού χαρακτήρα, το κύριο διακύβευμα της οποίας δεν ήταν κάποια υποθετική προσχώρηση στην ενωμένη Ευρώπη, αλλά η απομάκρυνση ή όχι από τη ρωσική σφαίρα επιρροής. Επιβεβαιώθηκε επίσης η σύγχυση όσον αφορά τον τρόπο παρουσίασης της ουκρανικής κρίσης από τα ΜΜΕ, σύγχυση η οποία επιτείνεται από την επίμονη αναζήτηση «καλών» και «κακών» σε μια σκληρή σύγκρουση συμφερόντων και την αδυναμία ή την έλλειψη βούλησης ελέγχου των ειδήσεων (εντός κι εκτός εισαγωγικών), την ώρα που οι αντιμαχόμενες πλευρές (και, ιδίως, οι εξωτερικοί προστάτες τους) επιδίδονται, χωρίς ενδοιασμούς, σε πραγματικό πόλεμο προπαγάνδας.

Ι. Στο εσωτερικό της Ουκρανίας είναι σαφής η επικράτηση του συνασπισμού δυνάμεων που αντιπολιτεύονταν τον τελευταίο εκλεγμένο πρόεδρο της χώρας, Βίκτορ Γιανουκόβιτς. Θεωρώντας τους εαυτούς τους νικητές της «πολεμικής» αναμέτρησης, νέμονται αποκλειστικά πλέον την εξουσία στο Κίεβο, αθετώντας τη συμφωνία που είχε συναφθεί υπό την αιγίδα της ΕΕ και προέβλεπε τη συγκρότηση μεταβατικής κυβέρνησης κοινής αποδοχής με σκοπό τη διενέργεια εκλογών το συντομότερο δυνατό. Το συνεκτικό στοιχείο αυτού του καταρχήν ανομοιογενούς συνασπισμού που περιλαμβάνει από κεντροδεξιούς φιλελεύθερους μέχρι καθαρόαιμους ακροδεξιούς είναι ο ουκρανικός εθνικισμός νοούμενος πρωτίστως ως εναντίωση στη Ρωσία. Η ισχυρότερη πολιτική δύναμη της κυβέρνησης είναι η κεντροδεξιά Πανουκρανική Ένωση «Πατρίδα» (Всеукраїнське об’єднання «Батьківщина»), στην ηγεσία της οποίας βρίσκεται εκ των πραγμάτων, χάρη σε μια σειρά από επιδέξιους πολιτικούς ελιγμούς, ο νέος πρωθυπουργός Αρσένιι Γιατσενιούκ. Οι πολιτικές θέσεις τόσο του, αυτοπροσδιοριζόμενου ως κεντροδεξιού, πολιτικού κόμματος όσο και του Γιατσενιούκ προσωπικά αποτελούν μείγμα φιλελευθερισμού, λαϊκισμού και, βεβαίως, εθνικισμού.

Το πλέον απογοητευτικό στοιχείο των εξελίξεων είναι, όμως, η έντονη συμμετοχή των δυνάμεων της Ακροδεξιάς στο κυβερνητικό σχήμα: μέλη της Πανουκρανικής Ένωσης «Ελευθερία» (Всеукраїнське об’єднання «Свобода»), κατέχουν τέσσερις υπουργικούς θώκους (συν την επίζηλη θέση του γενικού εισαγγελέα). Η εξέλιξη δεν πρέπει να ξαφνιάζει. Σύμφωνα με τις μαρτυρίες, αποτελούσαν το ένα τρίτο περίπου των διαδηλωτών και την αιχμή του δόρατος στις συγκρούσεις με την αστυνομία. Η παρουσία της Ακροδεξιάς σε μια κυβέρνηση με κύριο χαρακτηριστικό τον εθνικισμό είναι μάλλον αναμενόμενη εξέλιξη. Και η σχετικά πρόσφατη Ιστορία του ουκρανικού εθνικισμού αποδεικνύει τη σύνδεσή του όχι απλώς με την Ακροδεξιά, αλλά με τον ίδιο τον ναζισμό. Ενδεικτικό είναι ίσως το γεγονός ότι το υποτίθεται πιο «ήπιο» στοιχείο της ουκρανικής Ακροδεξιάς, το Σβομπόντα, αποτελεί απευθείας εξέλιξη του, ιδρυθέντος το 1991, Εθνικοσοσιαλιστικού Κόμματος Ουκρανίας!

Όλα αυτά έχουν ως συνέπεια την επιτάχυνση του εγγενούς διχασμού του πληθυσμού και την αποξένωση του ρωσόφωνου στοιχείου της Ανατολής και των παραλίων της Μαύρης Θάλασσας. Δεν είναι τυχαίο ότι μια από τις πρώτες κινήσεις του ουκρανικού κοινοβουλίου μετά την επικράτηση του νέου συνασπισμού ήταν η κατάργηση του νόμου του 2012 περί γλωσσικού καθεστώτος, ο οποίος έδινε τη δυνατότητα σε οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης να χαρακτηρίζουν άλλη γλώσσα πλην της ουκρανικής ως «τοπική», επιτρέποντας τη χρήση της στις συναλλαγές με τις τοπικές αρχές [Σημείωση: ο μεταβατικός πρόεδρος Ολεκσάντρ Τουρτσύνοφ άσκησε βέτο κατά της απόφασης αυτής και προέβη στη σύσταση ειδικής επιτροπής που θα εξετάσει το θέμα και θα προτείνει νέο σχέδιο νόμου].Donetsk

ΙΙ. Είναι, όμως, σαφές ότι έχουμε περάσει σε μια δεύτερη φάση της ουκρανικής κρίσης, με πρωταγωνίστριες τις μεγάλες δυνάμεις.

Μέχρι τώρα, ο μεγάλος νικητής δεν είναι άλλος από τις ΗΠΑ. Κατόρθωσαν να δημιουργήσουν εστία έντασης στην αυλή του μεγάλου αντιπάλου, να συμβάλουν στην επικράτηση αντιρωσικών δυνάμεων και να επιβάλουν τον εκλεκτό τους Γιατσενιούκ ως πρωθυπουργό (παραμερίζοντας την επιλογή του Βερολίνου, τον πρώην πυγμάχο Βιτάλι Κλιτσκό). Επανέφεραν το σχέδιο προσχώρησης της Ουκρανίας στη Βορειοατλαντική Συμμαχία, απειλώντας να «περικυκλώσουν» τη Ρωσία με κράτη μέλη του ΝΑΤΟ. Ζητούν την επιβολή οικονομικών κυρώσεων λόγω «παράβασης του διεθνούς δικαίου» επιχειρώντας να εκφοβίσουν τον αντίπαλο. Ουσιαστικά, έχουν τη δυνατότητα να αυξομειώνουν την ένταση διακινδυνεύοντας ελάχιστα. Οι εμπορικές συναλλαγές ΗΠΑ-Ρωσίας είναι αμελητέου μεγέθους. Το μόνο ερωτηματικό για την υπερδύναμη είναι το εύρος των κερδών της.

Έχοντας βρεθεί σε θέση αμυνόμενου στο σκάκι της διεθνούς διπλωματίας, η Ρωσία, με την επέμβασή της στην Κριμαία και τις ενέργειες στις οποίες προέβη ή φέρεται να έχει προβεί, κάνει τα απαραίτητα για να δείξει ότι θα πράξει οτιδήποτε χρειαστεί για να διαφυλάξει όσα θεωρεί ζωτικά συμφέροντά της. Θα παλέψει λυσσαλέα για να αποτρέψει τις απώλειες κι έχει τα όπλα (και τα οικονομικά) για να διασπάσει τη συμμαχία των αντιπάλων της, αλλά διακινδυνεύει πολλά στην παρούσα κρίση.

ΙΙΙ. Και η Ευρώπη; Η Ευρώπη εξακολουθεί να επιδεικνύει την αδυναμία της να αρθρώσει συγκροτημένο πολιτικό λόγο. Προς το παρόν, φαίνεται να υπακούει στα κελεύσματα της συμμάχου υπερδύναμης. Πρέπει όμως να απαντήσει σε μια σειρά από ερωτήματα: τη συμφέρει η ύπαρξη εστίας έντασης στην ευρύτερη περιοχή της και μια ενδεχόμενη διχοτόμηση της Ουκρανίας με γνώμονα τα συμφέροντα άλλων; Μπορεί να αντέξει μια ευθεία οικονομική σύγκρουση με ένα σημαντικό εμπορικό εταίρο της;

Αντιθέτως προς ό,τι πιστεύουν οι περισσότεροι, το πρόβλημα της Ευρώπης δεν είναι η πολιτική ηγεμονία της Γερμανίας, αλλά η απροθυμία της να αναλάβει έναν τέτοιο ρόλο εκτός του αυστηρού ελέγχου των δημοσιονομικών της Ευρωζώνης. Όσο, όμως, κι αν αυτό δεν μας αρέσει, διαπιστώνεται στην πράξη ότι οι πρώτοι ρόλοι στη διεθνή σκηνή απαιτούν όχι μόνο οικονομική, αλλά και στρατιωτική ισχύ. Όταν οι μούδες των ενετικών εμπορικών διέσχιζαν τη μεσαιωνική Μεσόγειο συνοδεύονταν πάντα από πολεμικά πλοία της Γαληνοτάτης.

Θα ήταν άδικο, πάντως, αν δεν αναφερόταν ότι η Γερμανία έχει κρατήσει έως τώρα μετριοπαθή στάση, επιδιώκοντας σταθερά τη διπλωματική επίλυση της κρίσης. Κίνηση απλής λογικής για μια χώρα που αποτελεί τον μεγαλύτερο πελάτη παγκοσμίως ρωσικού φυσικού αερίου (το οποίο καλύπτει το ένα τρίτο, τουλάχιστον, των ενεργειακών αναγκών της Γερμανίας) κι έχει τον μεγαλύτερο (από κάθε άλλη ευρωπαϊκή χώρα) όγκο εμπορικών συναλλαγών με τη Μόσχα.

Επομένως, βασικός λόγος αισιοδοξίας για την αποκλιμάκωση της έντασης και την εξεύρεση συμβιβαστικής λύσης στο ουκρανικό ζήτημα είναι ακριβώς η απροθυμία των Ευρωπαίων να ακολουθήσουν τις ΗΠΑ σε μια μετωπική διπλωματική σύγκρουση με τη Ρωσία, καθώς οι οικονομικές συνέπειες θα είναι εξαιρετικά σοβαρές για την Ευρώπη. Για αυτό άλλωστε και η μόνη κύρωση που αποφασίστηκε είναι ένα μέτρο εντυπώσεων, το πάγωμα των συνομιλιών για τη διευκόλυνση της κυκλοφορίας Ρώσων υπηκόων εντός της ΕΕ, δηλαδή συνομιλιών που έχουν ουσιαστικά παγώσει εδώ και καιρό. Ένας άλλος είναι η ύπαρξη μετριοπαθών φωνών και εντός των ΗΠΑ: παραδόξως (;) η πιο αντικειμενική τοποθέτηση για την ουκρανική κρίση που δημοσιεύθηκε σε μεγάλο αμερικανικό ΜΜΕ ήταν το άρθρο του Χένρυ Κίσσιντζερ στη Γουώσινγκτον Ποστ της 5ης Μαρτίου. Για τον Κίσσιντζερ, η μόνη βιώσιμη λύση είναι αυτή της συμφιλίωσης και του συμβιβασμού, τόσο των αντιπάλων παρατάξεων στο εσωτερικό όσο και των εκτός Ουκρανίας εμπλεκομένων δυνάμεων, έτσι ώστε η χώρα, αντί για σημείο αντιπαράθεσης, να αποτελέσει τη γέφυρα μεταξύ Ανατολής και Δύσης.

[Γράφτηκε για τα Ενθέματα και δημοσιεύθηκε στο φύλλο της 9ης Μαρτίου 2014]

Ρινάτ Αχμέτοφ

Ρινάτ Αχμέτοφ

ΠΡΟΣΘΗΚΗ: [ανάρτηση της 10ης Μαρτίου 2014 στο Facebook] Στην Ουκρανία, μια δεκάδα άνθρωποι κατέχουν πάνω από το 50 % του οικονομικού πλούτου της χώρας και ελέγχουν πάνω από τους μισούς βουλευτές και εκλεγμένους τοπικούς άρχοντες. Ανάμεσά τους, ο τατάρικης καταγωγής Ρινάτ Αχμέτοφ, ιδοκτήτης του ποδοσφαιρικού συλλόγου της Σαχτιόρ/ Σαχτάρ του Ντανιέτσκ, ελέγχει πάνω από το 20 % των πλουτοπαραγωγικών πηγών της χώρας! Μιλάμε για ανθρώπους που απέκτησαν περιουσίες αμύθητης αξίας δαπανώντας ένα ελάχιστο τίμημα για την αγορά δημόσιας, μέχρι τη διάλυση της ΕΣΣΔ, περιουσίας, μέσω διαδικασιών που δύσκολα θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν διαφανείς. Οι ίδιοι άνθρωποι έχουν φυσικά προσπαθήσει να «οικοδομήσουν», ιδίως στη Δύση, εικόνα ευεργέτη μέσω διαφόρων κοινωφελών και φιλανθρωπικών ιδρυμάτων. Καθώς τα περιουσιακά στοιχεία τους βρίσκονται κυρίως στην πλούσια ανατολική Ουκρανία, είχαν αποτελέσει βασικά στηρίγματα του καθεστώτος Γιανουκόβιτς. Η νέα εξουσία στο Κίεβο επιχειρεί να τους προσεταιρισθεί, για να διασφαλίσει τον έλεγχο της χώρας. Η προσπάθεια αυτή είναι πιθανό να στεφθεί από επιτυχία: όχι μόνον οι ολιγάρχες προτιμούν την πολιτική σταθερότητα, αλλά προκρίνουν μια αδύναμη εξουσία στο Κίεβο από τον στενό έλεγχο του Κρεμλίνου.

Κατά τα λοιπά, εσείς μπορείτε να συνεχίσετε να αναζητείτε «καλούς» και «κακούς» σ’ αυτήν την αμείλικτη αντιπαράθεση συμφερόντων και να πιστεύετε ότι μια δήλωση καταδίκης (της ρωσικής επέμβασης στην Κριμαία ή της δράσης των ακροδεξιών στο Κίεβο και τη Δυτική Ουκρανία) θα κάνει τον κόσμο αυτομάτως καλύτερο και… θα οδηγήσει στην εκ νέου ενοποίηση… της Κύπρου.

Μια φωτογραφία

 

Kiev_Jew_Killings_in_Ivangorod_(1942)Άχαρη και δύσκολη αποστολή… όχι ακριβώς αυτή του δικηγόρου του διαβόλου, αλλά η εξέταση του απόλυτου κακού με τη στοιχειώδη αντικειμενικότητα.

Εξ αφορμής της επίσκεψης συγγνώμης του προέδρου της ΟΔΓ και σε μια προσπάθεια να αμφισβητηθεί η ειλικρίνεια ή έστω η πρακτική αποτελεσματικότητα τέτοιων ενεργειών κυκλοφορεί ευρέως στο ΦΜΠ μια φωτογραφία. Απεικονίζει ένα Γερμανό στρατιώτη που είναι έτοιμος να πυροβολήσει μια μητέρα που κρατά το παιδί της στην αγκαλιά. Στην εκδοχή που αναπαράγεται στα ΜΚΔ συνοδεύεται από τίτλο «Δίστομο. 10 Ιουνίου 1944. Ο Ναζί σκοτώνει τη μάνα που κρατάει στην αγκαλιά το παιδί της».

Η φωτογραφία, όμως, δεν έχει καμία σχέση με την απεχθέστατη σφαγή στο Δίστομο. Ούτε το τοπίο αντιστοιχεί στην ημιορεινή μορφολογία της βοιωτικής κωμόπολης ούτε ο στρατιώτης φέρει τα διακριτικά των Βάφφεν Ες Ες που διέπραξαν τη σφαγή.

Πρόκειται για μια από τις γνωστότερες φωτογραφίες που εξεικονίζουν τη ναζιστική θηριωδία. Σύμφωνα με την εκδοχή που υποστηρίζει τη γνησιότητα του ντοκουμέντου, φέρει στην οπίσθια πλευρά της σημείωση στα γερμανικά, με την οποία διευκρινίζεται ότι ελήφθη στο Ιβανγκόραντ της Ουκρανίας το 1942 και αφορά εκκαθαριστική επιχείρηση κατά των Εβραίων του Κιέβου. Εστάλη σε επιστολή από Γερμανό στρατιώτη που υπηρετούσε στο Ανατολικό Μέτωπο, αλλά την υπέκλεψαν στο ταχυδρομείο της Βαρσοβίας μέλη της πολωνικής αντίστασης. Κατέληξε στα χέρια του έφηβου τότε Γέρζυ Τομασέφσκι, ο οποίος την έστειλε προς δημοσίευση το 1959, με την ευκαιρία της έκδοσης ενός βιβλίου μνήμης για τα εγκλήματα του Β’ ΠΠ για την επιμέλεια του οποίου ήταν υπεύθυνος μαζί με τον Ταντέους Μάζουρ.

Το 1962 υποστηρίχθηκε στον γερμανικό Τύπο η άποψη ότι η φωτογραφία ήταν πλαστή, για τον λόγο ότι ο στρατιώτης της φωτογραφίας δεν φορά την κανονική γερμανική στολή ούτε κρατά όπλο από αυτά που χρησιμοποιούσαν οι ναζιστικές δυνάμεις. Προβλήθηκε επίσης το επιχείρημα ότι από τη φωτογραφία δεν προέκυπτε η οργάνωση, μεθοδικότητα και πειθαρχία που χαρακτήριζε τις επιχειρήσεις μαζικών εκτελέσεων που διέπραξαν οι Γερμανοί. Οι Τομασέφσκι και Μάζουρ απάντησαν δημοσιεύοντας κι άλλες φωτογραφίες από την ίδια επιχείρηση, μαζί με τις χειρόγραφες σημειώσεις στα γερμανικά που έφεραν στο πίσω μέρος τους.

Το συμπέρασμα είναι ότι η γνησιότητα της φωτογραφίας είναι μεν πιθανή, όχι όμως και απολύτως αποδεδειγμένη.

Είναι θεμιτό να χρησιμοποιείται ως υπόμνηση της ναζιστικής θηριωδίας; Είναι σκόπιμο εν γένει να επιχειρούμε να προκαλέσουμε τη συναισθηματική φόρτιση σχετικά με θέματα που απαιτούν ψυχραιμία στην αντιμετώπισή τους, ακόμη και στην περίπτωση της επιβεβλημένης καταδίκης του απεχθέστερου κακού; Δεν έχω εύκολη απάντηση. Κι εγώ ο ίδιος έχω αναδημοσιεύσεις φωτογραφίες σχετικές με το Ολοκαύτωμα, επιδιώκοντας να συγκινήσω και να παρακινήσω με τον τρόπο αυτό στην καταδίκη των εγκλημάτων. Καταλήγω στην απάντηση ότι ναι, πρέπει, αλλά με προσοχή, υπευθυνότητα και δίχως λαθροχειρίες.

[Facebook, 8 Μαρτίου 2014]

Στις εσχατιές της Μεσευρώπης

Τσερνιβτσί: η Πλατεία Θεάτρου

Τσερνιβτσί: η Πλατεία Θεάτρου

Τον νέο Ουκρανό πρωθυπουργό τον έχετε ήδη δει οι περισσότεροι σε εκείνη τη φωτογραφία όπου φαίνεται να χαιρετά ναζιστικά. Οι περισσότεροι, επίσης, δεν γνωρίζετε τον τονισμό του ονόματός του, απολύτως δικαιολογημένα μια και στα ΜΜΕ εμφανίζονται όλοι οι πιθανοί εκτός από τον σωστό. Τυπική περίπτωση πολιτικού νέας κοπής στις χώρες του τέως ανατολικού μπλοκ, ο Αρσένιι Πετρόβιτς Γιατσενιούκ έχει να επιδείξει πολιτική σταδιοδρομία η οποία χαρακτηρίζεται μάλλον από οπορτουνισμό και ιδέες επιφανειακά «φιλοδυτικές», ταλαντευόμενες μεταξύ φιλελεύθερου και φιλολαϊκού (π.χ. «θέλουμε την Ευρώπη γιατί συνεπάγεται υψηλότερο επίπεδο παροχών στους τομείς της παιδείας και της υγείας») και σε αρκετές περιπτώσεις προδήλως αντιβαίνουσες στις δυτικές αντιλήψεις (άρνηση αναγνώρισης μειονοτικών γλωσσών, κατηγορηματική αντίθεση στην αναγνώριση του γάμου μεταξύ ατόμων του ιδίου φύλου). Ίσως τα σημαντικότερα στοιχεία να είναι ότι αποτελεί σαφώς εκπρόσωπο του ουκρανικού εθνικισμού και, ταυτόχρονα, τον εκλεκτό των ΗΠΑ στο πλαίσιο της ουκρανικής κρίσης.

 

Αρσένιι Γιατσενιούκ

Αρσένιι Γιατσενιούκ

Το πιο ενδιαφέρον, όμως, για μένα είναι η γενέτειρα του Γιατσενιούκ, το Τσερνιβτσί (Чернівці́) της Δυτικής Ουκρανίας [ρωσ.: Τσερνοβτσί (Черновцы και παλαιότερα Τσερνοβίτσι/ Чернови́цы), γερμανικά και γίντις: Τσέρνοβιτς (Czernowitz/ טשערנאָװיץ), ρουμανικά: Τσερνιάουτσι (Cernăuți), πολωνικά: Τσερνιόβτσε (Czerniowce)]. Ευρισκόμενο στην ιστορική περιοχή της Μπουκοβίνας, το Τσερνιβτσί ανήκε μέχρι το 1918 στην Αυστροουγγρική Αυτοκρατορία. Μετά τη διάλυση του κράτους των Αψβούργων πέρασε στο Βασίλειο της Ρουμανίας. Το 1940 την κατέλαβε η ΕΣΣΔ αποδίδοντάς την στη ΣΣΔ της Ουκρανίας. Με τη γερμανική εισβολή η πόλη επιστράφηκε στους Ρουμάνους συμμάχους του Γ΄ Ράιχ. Το 1944 ο Κόκκινος Στρατός ανακατέλαβε την πόλη, η οποία έκτοτε αποτελεί έδαφος της Ουκρανίας.

το κτιριακό συγκρότημα του Πανεπιστημίου της πόλης

το κτιριακό συγκρότημα του Πανεπιστημίου της πόλης

Είναι ενδιαφέρον ότι το 1930 η πληθυσμιακά κυρίαρχη στην πόλη εθνοτική ομάδα ήταν οι Εβραίοι (26,8 %), ακολουθούμενοι από τους Ρουμάνους (23,2 %), τους Γερμανούς (20,8 %) και τους Ουκρανούς (18,6 %). Στην πόλη ζούσαν επίσης αρκετοί Πολωνοί και σαφώς μικρότερος αριθμός Ρώσων και Ούγγρων. Από τότε η εθνοτική σύνθεση έχει αλλάξει: άλλωστε κατά τη διάρκεια του Β΄ ΠΠ τα 2/3 του εβραϊκού πληθυσμού της εξοντώθηκαν στα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Σήμερα η συντριπτική πλειονότητα των 260.000 κατοίκων της πόλης είναι Ουκρανοί (189.000).

Βέβαια, το πιο διάσημο πρόσωπο που έχει γεννηθεί στο Τσερνιβτσί δεν είναι ο Γιατσενιούκ.

Αλλά αυτή εδώ η κυρία:

Μίλα Κούνις: φωτό του χρήστη του flickr Gage Skidmore

Μίλα Κούνις: φωτό του χρήστη του flickr Gage Skidmore

Εάν, όμως, έπρεπε να μνημονεύσουμε το σημαντικότερο τέκνο του Τσερνιβτσί, αυτό δεν είναι άλλο από τον μεγάλο Πάουλ Τσέλαν.

Πάουλ Τσέλαν: φωτογραφία διαβατηρίου, 1938.

Πάουλ Τσέλαν: φωτογραφία διαβατηρίου, 1938.

[Facebook, 3 Μαρτίου 2014]

Σχετικά με το ουκρανικό ζήτημα: Σύγχυση γενικώς

Προκαλεί πράγματι εντύπωση ο απλοϊκός τρόπος με τον οποίο παρουσιάζονται στην Ελλάδα οι δραματικές εξελίξεις στην Ουκρανία. Από τη μία πλευρά, δημοσιεύονται πολιτικές αναλύσεις, υποτίθεται «φιλοευρωπαϊκές», τις οποίες υποψιάζομαι ότι, τηρουμένων των αναλογιών, δεν θα καταδεχόταν να υπογράψει ούτε κομματικός ινστρούχτορας μικρομεσαίας πόλης του Κάτω Βόλγα. Από την άλλη, είναι αδύνατο να συμφωνήσει κάποιος με απόψεις του τύπου «στην Ουκρανία την Ε.Ε. την υποστηρίζουν μόνον οι νεοναζί». Στην πραγματικότητα, μιλάμε για μια κρίση που μπορεί να εξηγηθεί με όρους γεωπολιτικής και η οποία έχει τα αίτιά της σε πολύ παλαιότερες εποχές. Για να είμαστε ακριβείς, η «καλή» ή «κακή» Ε.Ε. δεν είναι παρά μια πρόφαση, μια αφορμή· το διακύβευμα είναι εντελώς διαφορετικό.

Καταρχάς, πρέπει να επισημανθούν ορισμένα στοιχεία σχετικά με τα γεγονότα που αποτέλεσαν την αφορμή για να ξεσπάσει η κρίση στην Ουκρανία.

* Για μεγάλο χρονικό διάστημα, οι πολιτικές δυνάμεις που σήμερα χαρακτηρίζονται ως «αντιευρωπαϊκές» ήταν αυτές που «έτρεχαν» την υπόθεση της συμφωνίας σύνδεσης Ε.Ε.-Ουκρανίας. Επομένως, οι διακρίσεις με γνώμονα το ευρωπαϊκό κριτήριο δεν είναι τόσο ευχερείς.

* Η υπογραφή της συμφωνίας σύνδεσης είχε παγώσει για περίπου 1,5 χρόνο, επειδή η Ε.Ε. και τα κράτη μέλη ζητούσαν –όχι αδικαιολόγητα– από την Ουκρανία να προβεί σε μεταρρυθμίσεις του δικαστικού συστήματος και της έννομης τάξης της εν γένει (εμβληματικά επισημαινόταν η υπόθεση της συνεχιζόμενης φυλάκισης της πρώην προέδρου Τιμοσένκο).

* Είναι προφανές ότι πολλοί δεν γνωρίζουν τι ακριβώς είναι μια συμφωνία σύνδεσης. Πρόκειται για γενικού περιεχομένου συμφωνία με την οποία διακηρύσσεται ότι τα συμβαλλόμενα μέρη έχουν κοινές αρχές και η οποία συνοδεύεται ενίοτε (αλλά όχι κατ’ ανάγκη) με εμπορικά προνόμια για τη συνδεδεμένη χώρα και κάποιες διευκολύνσεις κυκλοφορίας εντός της Ε.Ε. για τους υπηκόους της. Δεν συνεπάγεται καμία απολύτως δέσμευση περί ένταξης, ούτε καν για έναρξη ενταξιακών διαπραγματεύσεων στο εγγύς ή το απώτερο μέλλον. Δεν είναι τυχαίο ότι η Ένωση έχει υπογράψει συμφωνία σύνδεσης με την Τουρκία ήδη από το 1963, χωρίς βέβαια η χώρα να ενταχθεί στην Ε.Ε. Συμφωνίες σύνδεσης έχουν υπογραφεί ακόμη με χώρες όπως το Μαρόκο ή η Χιλή. Δεν νομίζω να αναμένει κανείς ότι η Χιλή θα αποτελέσει το 29ο μέλος της Ένωσης.

Σημαντικότερα είναι, όμως, τα βαθύτερα αίτια της ουκρανικής κρίσης.

Τα εδάφη της Ουκρανίας υπήρξαν κάποτε κοιτίδα του ρωσικού κράτους (το οποίο, για να είμαστε ακριβείς, συγκροτήθηκε από Σκανδιναβούς). Τον 15ο αιώνα, όμως, βρέθηκαν υπό πολωνικό έλεγχο. Το 1648 η εξέγερση του Μπαγκντάν Χμελνίτσκι οδήγησε σε μια πρόσκαιρη ανεξαρτητοποίηση της Ουκρανίας, αρκετά επισφαλή πάντως ώστε να αναζητηθεί η βοήθεια του ομόδοξου ισχυρού γείτονα: τον Ιανουάριο του 1654, με τη Συνθήκη του Περεγιασλάβλ, οι Κοζάκοι αναγνώριζαν την επικυριαρχία του τσάρου Αλέξιου της Ρωσίας. Σχετικά γρήγορα η επικυριαρχία εξελίχθηκε σε απορρόφηση. Κατά τους αιώνες που ακολούθησαν, η τάση της αφομοίωσης από τη Ρωσία συνυπήρχε με τις δυνάμεις ενός πολύμορφου ουκρανικού εθνικισμού οι οποίες ενεργοποιούνταν αναλόγως των ιστορικών συγκυριών (μεταξύ των οποίων και η ναζιστική κατοχή).

Η Ουκρανία σήμερα δεν είναι μία χώρα· είναι δύο τουλάχιστον. Υπάρχει «ουκρανική» Δύση και «ρωσική» Ανατολή, κάτι πολύ λογικό για ένα λαό του οποίου η εθνογένεση δεν ολοκληρώθηκε ποτέ. Πολύ λογικό για μια χώρα της οποίας τα σύνορα χαράχτηκαν με γνώμονα πολλούς και διάφορους λόγους, έτσι ώστε σήμερα να περιλαμβάνει εδάφη που μέχρι τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο ήταν πολωνικά ή την έως το 1954 ρωσική Κριμαία η οποία ήταν το δώρο του Νικίτα Χρουστσόφ προς την Ουκρανία για τα 300 χρόνια από την «επανένωση Ρωσίας-Ουκρανίας».

Με απλά λόγια, το ζήτημα δεν είναι άλλο από την απομάκρυνση ή την προσάρτηση (όχι απαραίτητα τυπική) στη Ρωσία. Η Ε.Ε. είναι το πολύ ένα μέσο, τίποτε περισσότερο.

***

Το γεγονός ότι ίσως υπήρξε η διάθεση να «αποσπασθεί» από τη Ρωσία μια χώρα που ανήκει κατεξοχήν στη σφαίρα επιρροής της δεν είναι παράδοξο στο πλαίσιο των σύγχρονων γεωστρατηγικών συσχετισμών. Εφόσον όμως υπήρξε τέτοια βούληση, θα έπρεπε και τα μέσα να είναι ανάλογα (π.χ. γενναία οικονομική ενίσχυση, πολιτική στήριξη κ.ο.κ.). Στην προκειμένη περίπτωση, επιχειρήθηκε να γίνει επική παρτίδα πόκερ με μέσα που έφταναν για να παιχτεί το πολύ ένα άθλιο δελτίο ξυστού! Το αποτέλεσμα ήταν να απελευθερωθούν δυνάμεις που δεν μπορούν να ελεγχθούν και να προκληθεί αστάθεια που βλάπτει τα συμφέροντα της Ευρώπης, όπως κι αν τα εννοεί ο καθένας.

[Δημοσιεύθηκε στα Ενθέματα, στις 23 Φεβρουαρίου 2014. Αναδημοσιεύθηκε την επομένη στο ιστολόγιο του φίλου Νίκου Σαραντάκου «Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία«, με πλούσιο σχολιασμό]

Λιμοί και πολιτικά εγκλήματα – Голод/ Голодомор

Χάρτης των περιοχών τις οποίες έπληξαν κυρίως οι λιμοί του 1931-33

Χάρτης των περιοχών τις οποίες έπληξαν κυρίως οι λιμοί του 1931-33

Κατά το χρονικό διάστημα 1931-1933, τραγικές αποφάσεις της πολιτικής ηγεσίας της ΕΣΣΔ έχουν ως αποτέλεσμα την εκδήλωση σειράς φοβερών λιμών που θα πάρουν μαζί τους περισσότερες από 6 εκατομμύρια ανθρώπινες ζωές, κυρίως στην Ουκρανία, τη νότια Ρωσία (περιοχές του Κουμπάν και του Κάτω Βόλγα), τα νότια Ουράλια, τη Δυτική Σιβηρία και την Κεντρική Ασία.

Η βίαιη και αδέξια μετάβαση από την παραδοσιακή οργάνωση της αγροτικής οικονομίας στη σοβιετική των κολχόζ και σοβχόζ, η στενόμυαλη επιμονή να τηρηθούν απαρεγκλίτως εντελώς εξωπραγματικά οικονομικά πλάνα, η εγκληματική απαίτηση της πολιτικής ηγεσίας για συμμόρφωση προς τις αποφάσεις της ανεξαρτήτως κόστους, οδηγούν σε μια από τις μεγαλύτερες καταστροφές της σύγχρονης Ιστορίας.

Το ζήτημα αποτελεί σήμερα πεδίο έντονης αντιπαράθεσης μεταξύ Ουκρανίας και Ρωσίας, τόσο σε επίπεδο ιστορικών όσο και, κυρίως, πολιτικών. Για τους Ρώσους, ο λιμός του 1931-33 ήταν μια «ανθρωπιστική καταστροφή» που προκλήθηκε από εγκληματικά λάθη. Για την ουκρανική πλευρά (ή, ακριβέστερα, το «αντιρωσικό»/ «φιλοευρωπαϊκό» τμήμα της) επρόκειτο για «γενοκτονία του ουκρανικού λαού» την οποία διέπραξε το «(ρωσικό) κομμουνιστικό καθεστώς«. Στα χρόνια της «πορτοκαλί επανάστασης» (και επί προεδρίας Βίκτορ Γιούστσενκο), το ουκρανικό κοινοβούλιο αναγνώρισε επίσημα ότι ο λιμός εκείνος αποτελούσε «γενοκτονία«, χαρακτηρισμό που έχουν δεχθεί άλλες 24 χώρες (μεταξύ των οποίων, ΗΠΑ, Καναδάς, Πολωνία, οι 3 βαλτικές δημοκρατίες κ.λπ.), όχι όμως κι ο ΟΗΕ ή το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.

 

17 Μαΐου 2010, ο πρόεδρος της Ουκρανίας Βίκτορ Γιανουκόβιτς και ο Ρώσος τότε ομότιμός του Ντμίτριι Μεντβέντεφ μπροστά στο μνημείο των θυμάτων του ουκρανικού λιμού

17 Μαΐου 2010, ο πρόεδρος της Ουκρανίας Βίκτορ Γιανουκόβιτς και ο Ρώσος τότε ομότιμός του Ντμίτριι Μεντβέντεφ μπροστά στο μνημείο των θυμάτων του ουκρανικού λιμού

Πού ακριβώς βρίσκεται η αλήθεια; Αποτελεί ο λιμός που έπληξε τη σταλινική ΕΣΣΔ έγκλημα αντίστοιχο αυτών του ναζιστικού καθεστώτος; Οι δύο περιπτώσεις επιδέχονται σύγκριση όσον αφορά τον αριθμό θυμάτων. Υπάρχουν ωστόσο διαφορές. Στην περίπτωση των ναζί τα εγκλήματα απορρέουν ευθέως από μια ιδεολογία μίσους και ρατσισμού: Εβραίοι, Σλάβοι «υπάνθρωποι», Ρομά και άλλοι, αποτελούν ξένα σώματα για το Γ΄ Ράιχ, που δεν μπορούν και δεν πρέπει να ενσωματωθούν στο γερμανικό έθνος, για αυτό και πρέπει να εξοντωθούν. Ο δόλος είναι άμεσος: Οι ναζί επιδιώκουν το ολέθριο αποτέλεσμα, το έγκλημα τελείται διά πράξεων και όχι διά παραλείψεως. Για τη σταλινική ηγεσία της ΕΣΣΔ, τα στοιχεία είναι διαφορετικά: οι αποφάσεις δεν συνδέονται κατ’ ανάγκην με την κρατούσα ιδεολογία και δεν επιδιώκεται η εξαφάνιση μιας φυλής (π.χ. των Ουκρανών*), αλλά η επίτευξη στόχων, πίσω από τους οποίους υπάρχει ο σκοπός της άνευ όρων υποταγής στο καθεστώς και την ιδεολογία του. Ο δόλος είναι ενδεχόμενος: ο στόχος δεν είναι να εξοντώσω τους πολίτες μου, αλλά να τους «προσηλυτίσω» πολιτικά και ιδεολογικά. Οι αντιρρησίες (και αυτοί που θεωρούνται από το καθεστώς ως τέτοιοι) υφίστανται τέτοιες κυρώσεις και τιμωρίες που ενδέχεται να χάσουν τη ζωή τους.

Η τραγική ιστορία του μεγάλου λιμού είναι εξόχως διδακτική για πολλούς λόγους. Δείχνει πρωτίστως τα ολέθρια αποτελέσματα που μπορούν να έχουν αποφάσεις που λαμβάνονται «γραφειοκρατικά» από ένα στενό κύκλο προσώπων, ορισμένα από τα οποία είναι ιδεολογικά φανατισμένα σε βαθμό που να έχουν χάσει κάθε επαφή με την πραγματικότητα. Καταδεικνύει επίσης τον τρόπο αντίδρασης των απλών ανθρώπων, τον διχασμό και το μίσος που φέρνουν οι δυσχέρειες (προς μεγάλη ευχαρίστηση της εκάστοτε εξουσίας που σπεύδει να εκμεταλλευθεί τα στοιχεία αυτά, αν δεν τα έχει καλλιεργήσει εκ των προτέρων): όταν είναι σαφές ότι τα τρόφιμα δεν επαρκούν για όλους, η συνεργασία με το καθεστώς, η αποδοχή της ιδεολογίας του με θρησκευτικό φανατισμό και η εκτέλεση των διαταγών με ζήλο (συνήθως υπερβάλλοντα) αποτελούν στα μάτια πολλών την μόνη ελπίδα επιβίωσης. Προς γνώση και συμμόρφωση, λοιπόν…

* Η Ουκρανία έχασε περίπου το 12% του πληθυσμού της, όχι μόνον ουκρανικού ως προς την εθνοτική προέλευση. Υπήρξε, όμως, μια άλλη σοβιετική δημοκρατία που το διάστημα ’31-33 έχασε το ένα τρίτο του πληθυσμού της (και το 90% του ζωϊκού κεφαλαίου της)! Στο Καζακστάν, χώρα νομάδων οργανωμένων σε φυλές, το πέρασμα στη νέα σοβιετική οικονομία υπήρξε ακόμη πιο αδέξιο και καταστροφικό ως προς τα αποτελέσματά του. Τα θύματα του λιμού ήταν σχεδόν αποκλειστικά Καζάκοι – αυτοί που λάμβαναν τις αποφάσεις σχεδόν αποκλειστικά Ρώσοι (κι Ουκρανοί).

[Αναρτήθηκε στο Facebook στις 5 Δεκεμβρίου 2013 – αναδημοσιεύθηκε στο Portal στις 13 Δεκεμβρίου 2013]