Μια πρόχειρη και κάπως βιωματική εισαγωγή στο «Δικό μας Αίμα» του Γιώργου Ιωάννου

«Πρόσεξε να μην τους πεις πως ορισμένες φορές οι πόλεις ακολουθούν η μία την άλλη στον ίδιο τόπο και με το ίδιο όνομα, γεννιούνται και πεθαίνουν δίχως να γνωρίζει η μία την άλλη, δίχως να συγκοινωνούν μεταξύ τους. Κάποτε ως και τα ονόματα των κατοίκων μένουν τα ίδια, κι ο ήχος των φωνών τους, και τα χαρακτηριστικά των προσώπων τους. Οι θεοί, όμως, που ζουν πέρα από τα ονόματα και πάνω από τους τόπους έχουν φύγει δίχως να πουν λέξη κι άλλοι έχουν πάρει τη θέση τους».

[Ίταλο Καλβίνο «Οι Αόρατες Πόλεις», 1972, απόσπασμα που παραθέτει ο Μ. Μαζάουερ στη «Θεσσαλονίκη, Πόλη των Φαντασμάτων», 2004]

Ι.   Πρέπει να είμαι ο πλέον ακατάλληλος άνθρωπος για να κάνω την εισαγωγή σε ένα βιβλίο νεοελληνικής λογοτεχνίας. Όσοι με γνωρίζουν καλά, γνωρίζουν ότι δεν είμαι κι ο πλέον επιμελής αναγνώστης της ημέτερης λογοτεχνικής παραγωγής. Υπήρχαν, όμως, και υπάρχουν πάντα κι οι εξαιρέσεις. Ο Γιώργος Ιωάννου καταλέγεται σ’ αυτές.

Η γνωριμία μου με το έργο του Ιωάννου ανάγεται, δίχως καμία πρωτοτυπία, στα σχολικά μου χρόνια. Κάτι πρέπει να διδασκόμασταν από αυτό. Κι ο φιλόλογός μας μιλούσε αρκετά επαινετικά για τον Θεσσαλονικιό λογοτέχνη. Ίσως και να τον γνώριζε και προσωπικά, αλλά πάνε πια πολλά χρόνια και η μνήμη μου δεν με βοηθά για να απαντήσω με βεβαιότητα. Έπειτα, ο συγγραφέας ζούσε τότε κι είχαμε την ευκαιρία να τον δούμε σε τηλεοπτικές εκπομπές να μιλά για το έργο και για την πόλη του. Φαινόταν ενδιαφέρων άνθρωπος, το δίχως άλλο. Αλλά κι ο γραπτός του λόγος, άμεσος και ζωντανός, σε κέρδιζε μάλλον εύκολα. Τέλος, έγραφε πρωτίστως για τη Θεσσαλονίκη. Κι αυτό ήταν για μένα το πιο σημαντικό.

Για κάποιον που μεγάλωνε στην Αθήνα της δεκαετίας του 1980, η Θεσσαλονίκη ασκούσε ακατανίκητη γοητεία, περιβαλλόταν από μυστήριο, αποκτούσε φήμη διαστάσεων σχεδόν μυθολογικών. Η Αθήνα ήταν μια μεγαλούπολη απομονωμένη και μονοπολιτισμική, άρχων και φορέας της ιδεολογίας και της νοοτροπίας του νεότερου ελληνικού κράτους. Αν κάπως έστρεφε το βλέμμα της προς τα έξω, αυτό προς το οποίο κοίταζε ήταν η δυτική Ευρώπη. Μια Ευρώπη, όμως, μακρινή κι εξιδανικευμένη, περισσότερο είδωλο παρά πραγματικότητα, κάτι το ιδωμένο μέσα από το πρίσμα πολλαπλών συμπλεγμάτων. Η Θεσσαλονίκη, με όλη την παρακμή της (ή, ίσως, και για αυτό), ήταν κάτι το διαφορετικό.

Σε κάποια από τις επισκέψεις μου στη Θεσσαλονίκη, ενήλικος πια, ανέβηκα στη Μονή Βλατάδων, εκτός των άλλων και για να θαυμάσω τη μαγευτική θέα που προσφέρει. Ενώ μας περιέβαλλαν οχυρώσεις βυζαντικές, ενετικές κι οθωμανικές, η ματιά μας έφτανε στον Θερμαϊκό. Η πόλη απλωνόταν στα πόδια μας. Ανάμεσα στις θλιβερές νεοελληνικές πολυκατοικίες (οι οποίες στη Θεσσαλονίκη ίσως και να δείχνουν ακόμη πιο θλιβερές), ξεχώριζαν ρωμαϊκά ερείπια και βυζαντινοί ναοί. Ακριβώς μπροστά μας, τα σπίτια της κάποτε τουρκικής Άνω Πόλης. Από κάποιο από αυτά άρχισαν ξαφνικά να ακούγονται αμανέδες. Η πόλη ήταν πράγματι διαφορετική. Κάτω από το βερνίκι της συμπρωτεύουσας, πέρα από τον ραγδαίο εξελληνισμό της και τη δραματική αλλαγή της πληθυσμιακής της σύνθεσης, έφερε πάνω της τα σημάδια του παρελθόντος. Το βλέμμα της έμοιαζε να στρέφεται προς τα Βαλκάνια και την Ανατολή.

ΙΙ.   Ο Γιώργος Ιωάννου γεννιέται στη Θεσσαλονίκη το 1927, παιδί προσφύγων από την Ανατολική Θράκη. Σπουδάζει στη Φιλοσοφική Σχολή του ΑΠΘ. Ύστερα από ένα σύντομο διάστημα, κατά το οποίο υπηρετεί ως βοηθός στο Πανεπιστήμιο, εργάζεται ως καθηγητής μέσης εκπαίδευσης σε ιδιωτικά και δημόσια σχολείο. Το 1971 εγκαταλείπει τη γενέτειρά του για να εγκατασταθεί στην Αθήνα, εργαζόμενος στο Υπουργείο Παιδείας.

Ο Ιωάννου ασχολήθηκε με πολλά: ποίηση, έργα για παιδιά, λαογραφικές μελέτες, μεταφράσεις της αρχαιοελληνικής και λατινικής γραμματείας, επιμέλεια εκδόσεων και έκδοση λογοτεχνικών περιοδικών. Το είδος, όμως, στο οποίο κυρίως διακρίθηκε ήταν το πεζογράφημα, είδος υβριδικό μεταξύ του δοκιμίου και της διήγησης των ψυχικών καταστάσεων του αφηγητή. Εξέδωσε συνολικά 12 συλλογές πεζογραφημάτων, από το «Για ένα Φιλότιμο» (1964) και τη «Σαρκοφάγο» (1971) ως την «Πρωτεύουσα των Προσφύγων» (1984).

Το νήμα της ζωής του κόβεται πρόωρα το 1985, εξαιτίας των επιπλοκών εγχείρησης προστάτη. Εγχείρησης η οποία χαρακτηριζόταν ως «απλή επέμβαση ρουτίνας».

ΙΙΙ.   «Το Δικό μας Αίμα» είναι η τέταρτη κατά σειρά έκδοσης συλλογή πεζογραφημάτων του Γιώργου Ιωάννου και αποτελεί ένα από τα πλέον χαρακτηριστικά δείγματα της γραφής του και της θεματολογίας του. Περιλαμβάνει 17 πεζογραφήματα, τα οποία είχαν δημοσιευθεί σε πρωτόλεια μορφή στην εφημερίδα «Καθημερινή» και τα οποία ο συγγραφέας ξαναδούλεψε πριν από την έκδοσή τους στη συλλογή, το 1978. Θέμα όλων είναι, φυσικά, η Θεσσαλονίκη, κυρίως η Θεσσαλονίκη των παιδικών, εφηβικών και φοιτητικών χρόνων του συγγραφέα, δηλαδή των δεκαετιών του 1930 και του 1940, αλλά όχι μόνο. Ο Ιωάννου γράφει για τις συνοικίες της προπολεμικής Θεσσαλονίκης και τη ζωή σ’ αυτές («Εις τόπον λεγόμενον Λιθόστρωτον»), το προσφυγικό στοιχείο («Η παρέλαση των προσφύγων»), τα χρόνια της κατοχής («Το δικό μας αίμα», «Θεσσαλονίκη: 25 Μαρτίου 1944») και την απελευθέρωση («Η παραπεταμένη απελευθέρωση»), τον αφανισμό των Εβραίων της πόλης («Το ξεκλήρισμα των Εβραίων») ή για τα φοιτητικά του χρόνια και τις αναμνήσεις από τους καθηγητές του στο ΑΠΘ («Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης: Τα πενήντα χρόνια του»), φτάνοντας μέχρι τους πρόσφατους τότε σεισμούς που είχαν πλήξει την συμπρωτεύουσα («Για τις περιβόητες πολυκατοικίες», «Απογραφή ζημιών») *.

Ο λόγος του Ιωάννου είναι απλός, άμεσος και βιωματικός. Κατά τον ίδιο «καλή λογοτεχνία δεν μπορεί να γραφεί όταν ο λόγος δεν έχει βιωματικό βάρος και όταν ο λογοτέχνης δεν τον έχει ψηλαφίσει με την ψυχή και το πνεύμα του». Στα πεζογραφήματα που περιλαμβάνει «Το Δικό μας Αίμα», ο Ιωάννου είναι απολύτως πιστός στην αρχή αυτή. Η επιλογή της Θεσσαλονίκης ως θέματος μοιάζει απολύτως φυσική, με τον συγγραφέα να φτάνει μέχρι του σημείου να γράψει:

«Παρομοιάζω το σώμα μου με την πόλη αυτή – είναι, άλλωστε, η γενέτειρά μου και προς αυτήν πάντοτε κατατείνω. Τόσο τυραννικά διακατέχομαι, ώστε, πράγμα αστείο ίσως, νιώθω καμιά φορά να χαράζεται η τοπογραφία της απάνω μου, με τα σημάδια της, τα σχήματα και τα χρώματά της». [«Με τα σημάδια της απάνω μου», σελ. 183].

Όποτε το επιθυμεί, ο συγγραφέας γίνεται ειρωνικός, σαρκαστικός και καυστικός (λ.χ. «Η Πλατεία του Αγίου Βαρδαρίου» σελ. 46 επ., όπου μιλά για τις μετονομασίες αναλόγως των πολιτικών μεταβολών, «Η παραπεταμένη απελευθέρωση», σελ. 108, για τους αστούς που την τελευταία στιγμή βγάζουν στα μπαλκόνια τις σημαίες των συμμάχων), κάποιες φορές με τρόπο ανεπανάληπτα μεγαλειώδη:

«Μια καθυστερημένη διαδήλωση πλησίαζε από τα βάθη της Εγνατίας, το ανταριασμένο Βαρδάρι. Έστριψαν γοργά από τη Βενιζέλου για το Διοικητήριο, θαρρείς για να προλάβουνε τη νύχτα. Θά ’ταν καμιά διακοσαριά, σκελετωμένοι και κουρελήδες. Έμοιαζαν κρατούμενοι από το στρατόπεδο Παύλου Μελά. Κραύγαζαν ξέφρενα, φανατικά, κουνούσαν τη γροθιά με ορμή τόση, που νόμιζες πως θα τους φύγει προς τον ουρανό το χέρι. Τεράστιες παντιέρες ολοκόκκινες, καμωμένες από αλεξίπτωτα γερμανικά, χαϊδεύαν τα κουρεμένα κεφάλια. Για πού τραβούσαν τέτοια ώρα οι κολασμένοι αυτοί; “Πολύ κόκκινο, πολύ”, φιθύρισε κάποιος δίπλα μου. Τον ήξερα αυτόν, και με ήξερε, γι’ αυτό άλλωστε, μουρμούριζε μέσα στ’ αυτί μου. Πριν λίγες μέρες έλεγε θριαμβικά: “Ήρθε η ώρα που θα τρώμε με χρυσά κουτάλια”. Τώρα, οι κουρελήδες αυτοί με την ανατριχιαστική λύσσα τους θολώναν κάπως το σχέδιο για τα χρυσά κουτάλια. Όμως η ιδέα, η σύλληψη της ιδέας, παρά τα τρεμοσβησίματά της, αποδείχτηκε κατά βάση σωστή. Το Σχέδιο Μάρσαλ, καθώς και όλα τα παρόμοια σχέδια, χάρισαν σ’ αυτόν και τους επιτήδειους ομοίους τους όχι μονάχα τα χρυσά κουτάλια, μα και τα χρυσά πιρούνια και τα χρυσά μαχαίρια, ακόμα και τις αλυσίδες τις ολόχρυσες.

Δεν ήταν, λοιπόν, τόσο απλό ούτε τόσο απαλό το τέλος.» [«Η παραπεταμένη απελευθέρωση», σελ. 112]

Αν κάπου φαίνεται η ηλικία των κειμένων, αυτό, όπως ξαναδιαβάζω το βιβλίο 30 και περισσότερα χρόνια μετά, είναι στην έλλειψη πολιτικής ορθότητας. Πνεύμα πατριωτικό οδηγεί τον συγγραφέα να εξυμνεί την ελληνική φυλή. Συλλήβδην οι ξένοι υποτιμούνται. Απέχθεια φανερώνεται για τους διάφορους κατακτητές της πόλης, από τους Ενετούς και τους Τούρκους ως τους Γερμανούς. Ακόμη κι όταν μιλά για τους Εβραίους (κι ο Ιωάννου είναι από τους πρώτους που έγραψαν για τον αφανισμό του εβραϊκού στοιχείου της Θεσσαλονίκης, για το πανεπιστήμιο που οικοδομήθηκε πάνω στο εβραϊκό νεκροταφείο) δεν αποφεύγει κάποια σχόλια που σήμερα θα μπορούσαν να εκληφθούν ως υποτιμητικά. Ο Ιωάννου δεν έχει κανένα πρόβλημα να φανερώσει την απέχθειά του για το «καταπιεστικό κράτος των Αθηνών», να μιλήσει υποτιμητικά για τους προερχόμενους από την Παλαιά Ελλάδα και ειδικά τους Μοραΐτες (κι όταν θέλει να μειώσει τους Δυτικομακεδόνες τους χαρακτηρίζει ως «Μοραΐτες» της Βόρειας Ελλάδας!).

Αυτά, όμως, περισσότερο φανερώνουν ότι ο συγγραφέας, όπως ήταν λογικό, ήταν άνθρωπος της εποχής του, παρά τον χαρακτηρίζουν. Άλλωστε, το απόσπασμα που παραθέτει στο τέλος του  «Με τα σημάδια της απάνω μου» (σελ. 195) δεν είναι, εκτός από όλα τα άλλα, κι ένας ύμνος στο διαπολιτισμικό παρελθόν της πόλης;

«Μαζί σαπίζουμε, Νύμφη του Θερμαϊκού. Είσαι Νύμφη και είμαι Νυμφίος. Και είσαι η γενέτειρά μου. Εσύ, βέβαια, κάποτε θα ξανανιώσεις, όταν όλα αυτά τα μπετά ξαναγίνουνε, έτσι ή αλλιώς, χώματα. Και στον καιρό της νέας δόξας σου, της νέας αναγέννησής σου, αν είσαι η μάνα, η ανά, η μάικω, ή η μάντρε, εμάς, Μπαγιάτιδες και Γιουνάνιδες, Αποικιστές κι Αποίκους, που όμως φέρνουμε τις ουλές και τα σφραγίσματά σου, μη μας πατικώσεις μες στην ανωνυμία και τη λησμονιά, όπως τόσο καλά ξέρεις, αλλά να μας ξαναθυμηθείς, να μας πεις υιούς σου και να μας εξυψώσεις».

* Το πεζογράφημα της συγκεκριμένης συλλογής που διαφέρει από τα υπόλοιπα είναι μάλλον το «Βουκουρέστι, αχ Βουκουρέστι», στο οποίο αφιέρωσε πρόσφατη ανάρτησή του ο Νίκος Σαραντάκος. Όπως σημειώνει ο Ν. Σ., πρόκειται για το μόνο από τα διηγήματα του βιβλίου που δεν είναι «πολεογραφικό», «αφού διηγείται ιστορίες ανθρώπων πιο πολύ και όχι της πόλης». Είναι, άλλωστε, το πιο σύνθετο από τα πεζογραφήματα, καθώς έχει διττή θεματολογία: σε πρώτο επίπεδο, ο κομμουνισμός, ή μάλλον η φοβία για τον κομμουνισμό. Σε δεύτερο (και ουσιαστικότερο) επίπεδο, η ελευθερία στον έρωτα.

[το κείμενο αυτό αποτέλεσε την εισήγηση στο εν λόγω βιβλίο του Γιώργου Ιωάννου στο πλαίσιο συνάντησης της Ελληνικής Λέσχης Ανάγνωσης Λουξεμβούργου (Ε.Λέ.Α.Λ.), στις 17 Μαΐου 2019]

Ο Κρητικός μεγιστάνας της Γαλικίας

Κωνσταντίνος Κορνιακτός, αρχές του 17ου αι., Ναός της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, Λβίου, Ουκρανία

Λένε πως όποια πέτρα κι αν σηκώσεις, κάποιον Έλληνα θα βρεις. Κάποιες φορές η λαϊκή ρήση αυτή επιβεβαιώνεται με τρόπο εντυπωσιακό στα πλέον απροσδόκητα μέρη. Τι θα μπορούσε να συνδέει, άλλωστε, το Ηράκλειο με την ουκρανική Λεόπολη;

Στην πρωτεύουσα της Γαλικίας, την πόλη που οι Ουκρανοί αποκαλούν Λβίου (Львів), οι Πολωνοί Λβουφ, οι γερμανόφωνοι Λέμπεργκ κι οι Ρώσοι Λβοφ, ένα από τα πιο επιβλητικά κτήρια της ιστορικότατης Πλατείας της Αγοράς (ουκρ.: Площа Ринок, πολ.: Rynek we Lwowie) είναι το Μέγαρο Κορνιακτού (Палац Корнякта).

Άποψη της πρωτεύουσας της Γαλικίας/ πηγή Wikipedia, χρήστης Lestat (Jan Mehlich)

Ο Κωνσταντίνος Κορνιακτός γεννήθηκε το 1517 (ή το 1520) στο Ηράκλειο, τον Χάνδακα της ενετοκρατούμενης Κρήτης. Έφηβος ακόμη μετοίκησε στην Κωνσταντινούπολη για να ασχοληθεί με το εμπόριο. Οι ικανότητές του νεαρού Κρητικού ήταν τόσο μεγάλες που γρήγορα απέκτησε σημαντική περιουσία. Την περιουσία αυτή την αύξησε ακόμη περισσότερο επεκτείνοντας τις δραστηριότητές του στη Μολδαβία. Στην παραδουνάβια αυτή ηγεμονία ανέλαβε την άσκηση μιας από τις πιο επικερδείς δραστηριότητες της εποχής: τη διαχείριση τελωνείων και την είσπραξη των αντίστοιχων δασμών για λογαριασμό των υποτελών στην Οθωμανική Αυτοκρατορία ηγεμόνων της περιοχής. Στοχεύοντας πάντα ψηλότερα, ο Κορνιακτός αποφάσισε να μετακινηθεί βορειότερα, χωρίς πάντως να εγκαταλείψει τις επιχειρήσεις του στη Μολδαβία και στην Πόλη. Κι έτσι, κάποια στιγμή, ίσως στα μέσα της δεκαετίας του 1550, βρέθηκε στην πόλη όπου επρόκειτο να ριζώσει, το πολωνικό τότε Λβουφ.

Μέγαρο Κορνιακτού, Λβίου/Λβουφ (πηγή: Wikipedia, χρήστης Gryffindor)

Σε μια εποχή κατά την οποία η πανίσχυρη Πολωνολιθουανική Κοινοπολιτεία βρίσκεται στη μέγιστη ακμή της, η Γαλικία αποτελεί τόπο που προσφέρει εξαιρετικές επιχειρηματικές ευκαιρίες. Ήδη ισχυρότατος οικονομικά, ο Κρητικός επιχειρηματίας θα γίνει μέσα σε λίγα χρόνια ο πλουσιότερος άνθρωπος στη Γαλικία. Τρεις είναι οι κύριοι τομείς δραστηριοτήτων του: πρώτον, το διεθνές εμπόριο διαφόρων προϊόντων (κρασιά, μέλι, υφάσματα, βαμβάκι, δέρματα και γούνες) από και προς την Πολωνία και Λιθουανία, τις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες της Μολδαβίας και της Βλαχίας, τα υπόλοιπα εδάφη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και τη Γερμανία. Δεύτερον, η είσπραξη φόρων, τελών και δασμών. Τρίτον, οι τραπεζικές επιχειρήσεις: ο Κορνιακτός δανείζει μεγάλα ποσά όχι μόνο στα μέλη της πολωνικής αριστοκρατίας (szlachta), αλλά και στους ίδιους τους Πολωνούς βασιλείς (μεταξύ των οποίων, στον Σιγισμούνδο Β΄ Αύγουστο). Για τις υπηρεσίες του αυτές ανταμείβεται με τον τίτλο του ευγενούς (1571) και την παραχώρηση σημαντικών φέουδων στη Γαλικία.

Τη δεκαετία του 1570 ξεκινά και η ανέγερση του ιδιωτικού μεγάρου του Κορνιακτού, στην πλατεία της κεντρικής αγοράς του Λβουφ. Τα σχέδια εκπονεί ο Ιταλοπολωνός αρχιτέκτονας Πιοτρ Μπάρμπον (ή Πιέτρο Μπαρμπόνε ή Πιέτρο ντι Μπαρμπόνα), πιθανώς με τη βοήθεια ενός ακόμη Ιταλοπολωνού, του Πάβεου Ζιμιάνιν (ή Πάολο Ρομάνο). Το αναγεννησιακού ρυθμού κτίσμα ολοκληρώνεται πριν από το 1580.

Μέγαρο Κορνιακτού, η εσωτερική αυλή/ πηγή: Wikipedia, χρήστης Stako (Stanislaw Kosiedowski)

Σε ώριμη ηλικία, το 1575, ο Κωνσταντίνος Κορνιακτός νυμφεύεται την Άννα Τζεντουσίτσκι, κόρη αριστοκρατικής οικογένειας ρουθηνικής καταγωγής. Αποκτούν επτά παιδιά, τρεις γιους και τέσσερις κόρες.

Ιδιαιτέρως πιστός, ο Κρητικός μεγιστάνας ενισχύει με κάθε τρόπο την Ορθόδοξη Εκκλησία. Προβαίνει σε σημαντικές οικονομικές δωρεές, αναζητεί χρηματοδότες μεταξύ κυρίως των Ρουθηνών ευγενών και των ηγεμόνων της Μολδοβλαχίας, μεσολαβεί ώστε να εξασφαλισθεί η εύνοια των Πολωνών βασιλέων προς την ορθοδοξία. Πρωτοστατεί στην ίδρυση της Αδελφότητας της Κοιμήσεως της Θεοτόκου και χρηματοδοτεί την ανέγερση σημαντικού μέρους του αρχιτεκτονικού συμπλέγματος του ομώνυμου ναού στο Λβουφ, ο οποίος θεωρείται σήμερα ένα από τα σπουδαιότερα ιστορικά μνημεία της Ουκρανίας.

Ο ναός της Κοιμήσεως της Θεοτόκου στο Λβίου/Λβουφ/ πηγή: Wikipedia, χρήστης Lestat (Jan Mehlich)

Πεθαίνει το 1603, έχοντας κατορθώσει να είναι ένας από τους ισχυρότερους, πολιτικά και οικονομικά, ανθρώπους στην Πολωνολιθουανική Κοινοπολιτεία. Μετά τον θάνατο του Κορνιακτού, τα παιδιά του ασπάζονται τον καθολικισμό και εκπολωνίζονται πλήρως. Ο Κωνσταντίνος Κορνιακτός ο Νεότερος, που θα αναλάβει το μεγαλύτερο μέρος των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων του πατέρα του, εγκαθίσταται στο οικογενειακό φέουδο του Μπιαουόμποκ (ουκρ.: Μπιλόμποκ) όπου και οικοδομείται το κάστρο του. Θα ζήσει μια ιδιαίτερα ταραχώδη ζωή, εμπλεκόμενος σε συνεχείς και εξαιρετικά βίαιες έριδες με τους Πολωνούς ευγενείς (αρκετοί από τους οποίους τον αντιμετωπίζουν ως ξένο και παρείσακτο), ιδίως δε με τον Στανίσουαφ Σταντνίτσκι, τον (όχι άδικα) επονομαζόμενο και Διάβολο.

Κωνσταντίνος Κορνιακτός ο Νεότερος (Κονστάντυ Κορνιάκτ), 17ος αι., Μουσείο Ιστορίας του Λβίου

Το Μέγαρο Κορνιακτού θα αγοραστεί το 1640 από τη φημισμένη οικογένεια Σομπιέσκι. Θα αποτελέσει την κατοικία του επιφανέστερου μέλους της, του Πολωνού βασιλέα Ιωάννη Γ΄ Σομπιέσκι, του ανθρώπου που συνέτριψε τις οθωμανικές δυνάμεις έξω από τη Βιέννη το 1683. Δεν είναι τυχαίο ότι οι Πολωνοί εξακολουθούν να ονομάζουν το μέγαρο «Βασιλική Κατοικία στο Λβουφ» (Kamienica Królewska we Lwowie). Σήμερα, το κτήριο στεγάζει το Μουσείο Ιστορίας της πόλης.

Θύματα του… Κιουτσούκ-Καϊναρτζή

Τάταροι συγκρούονται με δυνάμεις της Πολωνολιθουανικής Κοινοπολιτείας, πιθανώς στα μέα του 17ου αιώνα - πίνακας του Πολωνού Γιούλιους Κόσσακ 19ος αι.

Τάταροι συγκρούονται με δυνάμεις της Πολωνολιθουανικής Κοινοπολιτείας, πιθανώς στα μέσα του 17ου αιώνα – πίνακας του Πολωνού Γιούλιους Κόσσακ 19ος αι.

Η Ιστορία των Τατάρων της Κριμαίας αποτελεί μάλλον τυπική περίπτωση εθνότητας που υπήρξε κυρίαρχη σε ορισμένο τόπο, πριν βρεθεί στη θέση του υποτελούς.

Η εθνογένεσή τους και η δημιουργία του χανάτου τους συνιστούν μακρόχρονες διαδικασίες που ξεκινούν στα τέλη του 13ου αιώνα (όταν κάποιες τουρκόφωνες φυλές που βρίσκονται υπό την κυριαρχία της μογγολικής Χρυσής Ορδής μετακινούνται προς δυσμάς), για να αποκρυσταλλωθούν κατά τη διάρκειά του 15ου. Η ανθρώπινη πρώτη ύλη της εθνογένεσης είναι οι Τούρκοι Κιπτσάκ, γνωστοί μας και με τα ονόματα Κουμάνοι ή Πολοφτσοί, που αφομοιώνουν στο πέρασμά τους στοιχεία από το εθνοτικό μωσαϊκό των περιοχών που κατακτούν. Τρία είναι τα κύρια χαρακτηριστικά αυτής της διαδικασίας: η σταδιακή απεξάρτηση από τη Χρυσή Ορδή, η εγκατάλειψη του σαμανισμού/ ανιμισμού και ο συνακόλουθος εξισλαμισμός, η εκδίωξη των τελευταίων δυνάμεων που ασκούσαν κάποια μορφή κυριαρχίας σε εδάφη της Κριμαίας, δηλαδή των Βυζαντινών και των Γενουατών.

Τάταρος έφιππος τοξότης (σχέδιο του Βάτσουαφ Παβλίσακ, 1866-1905)

Τάταρος έφιππος τοξότης (σχέδιο του Βάτσουαφ Παβλίσακ, 1866-1905)

Περίπου το 1420, οι Τάταροι της Κριμαίας κάλεσαν τον Χατζί Γκιράι, έναν τσενγκισχανίδη που ζούσε εξόριστος στη Λιθουανία, να διοικήσει την περιοχή και του έδωσαν τον τίτλο του χάνου. Η δυναστεία των Γκιράι επρόκειτο να ηγεμονεύσει στο κριμαϊκό χανάτο για τους επόμενους τρεις και πλέον αιώνες. Η εγκαθίδρυσή της οφείλει πολλά σε παιχνίδια συμμαχιών με τις μεγάλες δυνάμεις του ισλάμ και πιο συγκεκριμένα στην υποστήριξη της ανερχόμενης Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Οι Οσμανλήδες καθίστανται επικυρίαρχοι του χανάτου της Κριμαίας. Ενώ, όμως, έχουν λόγο στη διαδοχή (που κατά κανόνα προκαλεί διαμάχες κι εμφύλιους πολέμους μεταξύ των Τατάρων), η εποπτεία τους είναι μάλλον χαλαρή κι επιτρέπει στο χανάτο να ασκεί πραγματικά ανεξάρτητη εξωτερική πολιτική.

Μπαχτσίσαράυ: τα ανάκτορα των χάνων της Κριμαίας

Ο 16ος αιώνας συνιστά το απόγειο της ισχύος του Χανάτου της Κριμαίας που εμφανίζεται ως νόμιμος κυρίαρχος των ισλαμικών περιοχών της ανατολικής Ευρώπης και ειδικά του Χανάτου του Καζάν, ενώ ταυτόχρονα πλουτίζει από το εμπόριο σκλάβων. Το 1571 οι ταταρικές δυνάμεις του Ντεβλέτ Α΄ Γκιράι λεηλατούν τη Μόσχα του Ιβάν Δ΄ του Τρομερού κι επιστρέφουν στην Κριμαία με δεκάδες χιλιάδες σκλάβους. Την επόμενη χρονιά, όμως, συντρίβονται από τον στρατό της Μοσχοβίας στη Μάχη του Μολοντί. Από το σημείο αυτό και πέρα, η ισορροπία δυνάμεων αντιστρέφεται προς όφελος των Ρώσων και ξεκινά περίοδος παρακμής για το ταταρικό χανάτο, παρακμή την οποία εντείνει η ταυτόχρονη εξασθένιση της μεγάλης προστάτιδας, της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Ο τσάρος Ιβάν Δ΄ ο Τρομερός συγχαίρει τον πρίγκιπα Μιχαήλ Ιβάνοβιτς Βοροτίνσκι για τη νίκη του στη Μάχη του Μολοντί.

Ο τσάρος Ιβάν Δ΄ ο Τρομερός συγχαίρει τον πρίγκιπα Μιχαήλ Ιβάνοβιτς Βοροτίνσκι για τη νίκη του στη Μάχη του Μολοντί.

Το χανάτο της Κριμαίας θα εξακολουθήσει να έχει σημαντικό ρόλο στα πράγματα της Ανατολής και τον 17ο αιώνα. Την εποχή της εξέγερσης του Μπογκντάν Χμελνίτσκι θα συνταχθούν με τους Κοζάκους εναντίον των Πολωνών, συμβάλλοντας καθοριστικά στην επικράτηση των πρώτων στη μάχη του Ζόφτι Βόντι (1648), πριν αλλάξουν στρατόπεδο πληροφορούμενοι τη συμμαχία του αταμάνου των Κοζάκων με τους Ρώσους. Ωστόσο η δύναμή του αδυνατίζει όλο και περισσότερο την ώρα που οι αντίπαλοί του ενισχύονται. Η παρακμή δεν είναι αναστρέψιμη.

Σαχίν Γκιράι, ο τελευταίος Τάταρος Χάνος της Κριμαίας

Σαχίν Γκιράι, ο τελευταίος Τάταρος Χάνος της Κριμαίας

Η τελευταία πράξη του δράματος ξεκινά με τον Ρωσοτουρκικό Πόλεμο του 1768-1774. Με τη Συνθήκη του Κιουτσούκ-Καϊναρτζή η τσαρική Ρωσική Αυτοκρατορία αναγνωρίζεται ως επικυρίαρχος της Κριμαίας. Λίγο αργότερα, το 1783, κι εκμεταλλευόμενη μιαν ακόμη εμφύλια σύγκρουση για τη διαδοχή στο χανάτο, η Αικατερίνη Β΄ εύρισκε την ευκαιρία για να προσαρτήσει οριστικά κι αμετάκλητα την Κριμαία στην αυτοκρατορία της. Ο τελευταίος χάνος της Κριμαίας, ο Σαχίν Γκιράι, τελείωνε άδοξα τη σταδιοδρομία του, εξόριστος στη Ρόδο (εκτελέστηκε από τους Οθωμανούς ως προδότης). Οι Τάταροι υποβιβάζονταν από τη θέση της κυρίαρχης εθνότητας σ’ εκείνην της υποτελούς, ενώ η περιοχή τους αποικίζονταν από Ρώσους, Ουκρανούς, Γερμανούς κι Έλληνες του Πόντου.

Τάταρος μουλάς (από το βιβλίο του Γκούσταφ-Τέοντορ Πάουλι "Εθνογραφική περιγραφή των λαών της Ρωσίας", Πετρούπολη 1862)

Τάταρος μουλάς (από το βιβλίο του Γκούσταφ-Τέοντορ Πάουλι «Εθνογραφική περιγραφή των λαών της Ρωσίας», Πετρούπολη 1862)

Περίπου 160 χρόνια αργότερα, εν μέσω του γερμανοσοβιετικού πολέμου, ορισμένες ταταρικές ελίτ έκριναν ότι συντασσόμενοι με τους Γερμανούς κατακτητές θα μπορούσαν να βελτιώσουν τη θέση της εθνότητάς τους. Η συνεργασία αυτή είχε πολύ ακριβό τίμημα. Στις 11 Μαΐου 1944, μόλις δύο ημέρες μετά την ανακατάληψη της Σεβαστούπολής και την ολοκλήρωση της απελευθέρωσης της Κριμαίας, η κυβερνητική επιτροπή άμυνας της ΕΣΣΔ αποφασίζει την εκτόπιση του συνόλου του ταταρικού πληθυσμού της Κριμαίας λόγω συνεργασίας με τον εχθρό και τη μεταφορά του στην Κεντρική Ασία (κυρίως στο Ουζμπεκιστάν)! Η διαταγή θα εκτελεστεί μέσα σε τρεις ημέρες (18-21 Μαΐου) με τον γνωστό ζήλο (και την επίσης συνήθη έλλειψη προγραμματισμού). Με την ολοκλήρωση της επιχείρησης ποσοστό μεγαλύτερο του 40 % των εκτοπισμένων θα έχει χάσει τη ζωή του.

Η ιστορία των Τάταρων της Κριμαίας δεν διαφέρει ουσιωδώς από εκείνη μιας σειράς εθνοτήτων της ΕΣΣΔΑ που κατηγορήθηκαν για συνεργασία με τον εχθρό. Καλμούκοι, Βαλκάριοι, Καρατσάι, Τσετσένοι, Γερμανοί του Βόλγα. Η εθνότητά τους αποκαταστάθηκε συλλογικά από την κατηγορία το 1967 (οι Γερμανοί του Βόλγα είχαν αποκατασταθεί το 1964). Σε αντίθεση με άλλες εθνότητες δεν τους επετράπη να επιστρέψουν στα πατρογονικά εδάφη τους παρά μόνον στα χρόνια της διακυβέρνησης Γκορμπατσόφ (στους Γερμανούς του Βόλγα δεν επετράπη ποτέ κάτι τέτοιο).

Η τραγική ειρωνία συνίσταται στο ότι η μοίρα των Τατάρων δεν θα άλλαζε κατ’ ανάγκη αν στον πόλεμο επικρατούσαν οι Ναζί! Η Κριμαία αποτελούσε ξεχωριστή περίπτωση για τους Γερμανούς: ολόκληρος ο πληθυσμός της θα εκτοπιζόταν, ακόμη κι οι Τάταροι που είχαν συνεργαστεί με ζήλο με τους κατακτητές, προκειμένου η χερσόνησος να μετατραπεί σε γερμανική Ριβιέρα (ως κι ο ίδιος ο Χίτλερ ονειρευόταν να περάσει την εποχή της σύνταξής του σε κάποια έπαυλη της Κριμαίας!). Για να θεμελιωθεί η διεκδίκηση, ο θεωρητικός του ναζιστικού καθεστώτος Άλφρεντ Ρόζενμπεργκ υποστήριζε ότι η Κριμαία ήταν περιοχή που ανήκε στο παρελθόν στους Γότθους: για τον λόγο αυτό, άλλωστε, θα μετονομαζόταν σε Gotenland!

Οι σχέσεις εξουσιαστών κι εξουσιαζομένων είναι πάντα σκληρές κι αμείλικτες, κατά μείζονα λόγο όταν ερμηνεύονται με όρους εθνοτικούς. Και γίνονται ακόμη πιο απάνθρωπες στα χρόνια των πολέμων.

Και, τελικά, αν οι αντιπαραθέσεις των ισχυρών φέρνουν κάποτε στην επιφάνεια τις εθνικές τραγωδίες ορισμένων, υπάρχουν πάντα ιστορίες που δεν θα τις διηγηθεί ποτέ κανείς. Όπως αυτή των Ρομά της Κριμαίας που για αιώνες υπήρξαν οι βοσκοί και οι τεχνίτες των Τάταρων κυρίαρχων. Η ιστορία τους, όμως, δεν ενδιαφέρει, κατά πως φαίνεται, κανέναν.

Η Ελλάδα, τα Βαλκάνια κι ο Διαφωτισμός

Επειδή η ιστορική αλήθεια είναι πάντα πιο σύνθετη απ’ ό,τι νομίζουμε…

Πόσες φορές δεν έχουμε ακούσει ή διαβάσει, όταν περιγράφονται παθογένειες της νεοελληνικής κοινωνίας, τη φράση «τι περιμένεις από ανθρώπους μιας χώρας που δεν γνώρισε ποτέ τον Διαφωτισμό«; Ή, πάλι, ότι την ύπαρξή του το ελληνικό κράτος τη χρωστά στις Μεγάλες Δυνάμεις; Δίχως αμφιβολία και οι δύο φράσεις περιγράφουν μέρος της ιστορικής αλήθειας. Ίσως, όμως, και να μην αποκαλύπτουν ολόκληρη την αλήθεια.

Στο εξαιρετικά ενδιαφέρον τρίτομο έργο του «Η Ελλάδα και τα Βαλκάνια«, ο Γάλλος συγγραφέας Ολιβιέ Ντελόρμ παρουσιάζει μια αρκετά διαφορετική εικόνα του νεότερου ελληνισμού και της συμβολής του στη διαμόρφωση των Βαλκανίων. Παρούσα σε κάθε περιοχή της Βαλκανικής, η ελληνική ελίτ δεν αποτελεί μόνο το δεξί χέρι της οθωμανικής εξουσίας, αλλά και τον κύριο φορέα του γαλλικού Διαφωτισμού τον οποίο έχει ασπασθεί με πάθος. Με τα σχολεία, τις εφημερίδες, τις σχέσεις της με τη Δύση και τις ιδέες της ξυπνά παντού ανησυχίες πολιτικές, πολιτισμικές κι εθνικές, λειτουργώντας τελικά ως καταλύτης εθνικοαπελευθερωτικών τάσεων κι αγώνων. Η ανεξαρτησία (η ελληνική αλλά και των λοιπών Βαλκάνιων) δεν είναι, κατά τον Ντελόρμ, έργο των Μεγάλων Δυνάμεων, οι οποίες λειτούργησαν πάντα ανασχετικά, εμφορούμενες από συντηρητισμό και επιθυμία να ελέγξουν τα πάντα (προκρίνοντας, επομένως, να διατηρήσουν στη ζωή τον «Μεγάλο Ασθενή», μια κι αυτό εξυπηρετούσε καλύτερα τα συμφέροντά τους).

Συνολικά, μια εξαιρετικά κολακευτική παρουσίαση του νεότερου ελληνισμού από έναν άνθρωπο ερωτευμένο με την Ελλάδα, ο οποίος ζει μεταξύ Παρισιού και Νισύρου.

Olivier Delorme: «La Grèce et les Balkans«, 3 τόμοι, σειρά «Folio«, εκδ. Gallimard, Παρίσι, Οκτώβριος 2013

[βλ. και την παρουσίαση του βιβλίου από τον Μωρίς Σαρτρ στο τελευταίο τεύχος του «L’Histoire«, αριθ. 395, Ιανουάριος 2014, σελ. 90]

[Facebook, 13 Ιανουαρίου 2013]