Μπουλγκάκοφ και Σίμονοφ – Βίοι όχι ακριβώς παράλληλοι

Νεανική φωτογραφία του Μ. Α. Μπουλγκάκοφ

Νεανική φωτογραφία του Μ. Α. Μπουλγκάκοφ

Ο Κ. Μ. Σίμονοφ στα χρόνια του Μεγάλου Πατριωτικού Πολέμου

Ο Κ. Μ. Σίμονοφ στα χρόνια του Μεγάλου Πατριωτικού Πολέμου

I. Ο Μιχαήλ Αφανάσιεβιτς Μπουλγκάκοφ ήταν μάλλον δυστυχισμένος άνθρωπος. Εκεί που το είχε σχεδόν βέβαιο πως με το έργο του θα καθιερωνόταν στο λογοτεχνικό στερέωμα ως ο Μεγάλος Ρώσος Λογοτέχνης του 20ού αιώνα, διαπίστωνε πως είχε λογαριάσει δίχως τη λογοκρισία. Ό,τι και να έδινε κρινόταν ακατάλληλο προς δημοσίευση. Μα είναι αλήθεια πως κι αυτός ο ίδιος, ο πρώην στρατιωτικός ιατρός από το Κίεβο με το μονόκλ, το παπιγιόν και την εμφάνιση εν γένει αστού δανδή, δεν βοηθούσε ιδιαίτερα την υπόθεσή του.

Το πρώτο του μυθιστόρημα έφερε τον εύγλωττο τίτλο «Η Λευκή Φρουρά» . Πραγματευόταν τα δραματικά γεγονότα στο Κίεβο κατά το χρονικό διάστημα 1918-1920, όταν η ουκρανική πρωτεύουσα είχε αλλάξει χέρια τουλάχιστον δεκαπέντε φορές. Το έργο αυτό, διασκευασμένο σε θεατρικό υπό τον τίτλο «Ημέρες των Τουρμπίν», ανέβηκε το 1926 στο Θέατρο Τέχνης της Μόσχας, σκηνοθετημένο από τον μεγάλο Στανισλάφσκι. Αποθεώθηκε από το κοινό, αλλά η καθεστωτική κριτική υπήρξε λυσσαλέα: «έργο αστικής ηθικής και ιδεολογίας», «αντεπαναστατικό, εξιδανικεύει τους Λευκούς». Ο ίδιος ο Στάλιν το επέκρινε δημόσια (μολονότι το είχε παρακολουθήσει δεκαπέντε φορές!), ενώ τελικά το θεατρικό χαρακτηρίσθηκε κι επίσημα ως απαγορευμένο.

Από το ανέβασμα του θεατρικού του Μπουλγκάκοφ «Ημέρες των Τουρμπίν» στο Θέατρο Τέχνης της Μόσχας

Από το ανέβασμα του θεατρικού του Μπουλγκάκοφ «Ημέρες των Τουρμπίν» στο Θέατρο Τέχνης της Μόσχας

Ο Μπουλγκάκοφ είχε πλέον απογοητευτεί. Άρχισε να εκφράζει τη δυσαρέσκειά του φωναχτά σε φίλους και γνωστούς και να διατείνεται ότι ίσως να ήταν καλύτερα να πάει να ζήσει κάπου αλλού, σε κάποια χώρα όπου τουλάχιστον τα βιβλία του θα δημοσιεύονταν κι η αξία του ίσως και να αναγνωριζόταν. Και κάποια ημέρα χτυπά το τηλέφωνο και στην άλλη άκρη της γραμμής είναι ο Ιωσήφ Βησσαριόνοβιτς αυτοπροσώπως!

«- Τι πληροφορούμαι, πολίτη Μπουλγκάκοφ! Μα, επιθυμείτε στ’ αλήθεια να εγκαταλείψετε τη Σοβιετική Ένωση;

Η αλήθεια είναι πως ένας Ρώσος συγγραφέας δεν μπορεί να ζήσει μακριά από την πατρίδα του.

Ά, πολύ ωραία, Μπουλγκάκοφ. Πολύ ωραία! Λοιπόν, ακούστε τι θα γίνει. Θα δουλέψετε και πάλι στο Θέατρο Τέχνης ως βοηθός σκηνοθέτη, ίσως κι αλλού ως λιμπρετίστας για όπερες. Για τη δημοσίευση των έργων σας, θα δούμε εν καιρώ.»

Ι. Β. Στάλιν

Ι. Β. Στάλιν

Ο Στάλιν τήρησε την υπόσχεσή του κι ίσως έκανε και κάτι παραπάνω. Την παραμονή των Χριστουγέννων του 1931, παρακολουθεί μαζί με την ακολουθία του, στο Θέατρο Τέχνης της Μόσχας και σε ειδική παράσταση, το θεατρικό του Αλεξάντρ Νικολάγεβιτς Αφινογκένοφ «Ο Φόβος». Ο συγγραφέας είναι ένθερμος κομμουνιστής, υπόδειγμα προλετάριου λογοτέχνη κι αγαπημένος του καθεστώτος. Το συγκεκριμένο έργο θα χαρακτηρισθεί ως το αριστούργημά του.

Ο Γεωργιανός δικτάτορας, όμως, έχει άλλη άποψη. Το έργο δεν του αρέσει καθόλου. Απόλυτο φέσι. Υπόδειγμα βαρεμάρας κι έλλειψης έμπνευσης. Γυρίζει και λέει στους υπεύθυνους του θεάτρου: «Εντελώς απογοητευτικό. Απαράδεκτο! Πρέπει να σας θυμίσω ότι έχετε στο ρεπερτόριό σας ένα εξαιρετικό έργο, τις Ημέρες των Τουρμπίν του Μπουλγκάκοφ. Γιατί δεν το ανεβάζετε ξανά

Στις 15 Ιανουαρίου 1932, η διεύθυνση του θεάτρου γνωστοποιούσε στον έκπληκτο Μπουλγκάκοφ ότι οι «Ημέρες των Τουρμπίν» θα ανέβαιναν ξανά. Οι παραστάσεις στη Μόσχα επρόκειτο να συνεχιστούν για εννέα ολόκληρες σαιζόν (χωρίς να λάβουμε υπόψη τις πολυάριθμες περιοδείες στην επαρχία).

Ως εκεί, όμως…

II. Νεότερος κατά 24 χρόνια του Μπουλγκάκοφ, ο Κονσταντίν Μιχάιλοβιτς Σίμονοφ (που οι γονείς του τον είχαν βαφτίσει Κύριλλο) ήταν παιδί ευγενών. Τα ίχνη του πατέρα του, ανώτατου αξιωματικού του τσαρικού στρατού, χάθηκαν κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1920 κάπου στην Πολωνία, εκεί όπου είχε καταφύγει συμμετέχοντας, κατά πάσα πιθανότητα, στις προσπάθειες ανατροπής του καθεστώτος των Μπολσεβίκων. Ο ευφυής νεαρός Σίμονοφ είχε βάλει σκοπό του όχι απλώς να ενταχθεί στη σοβιετική κοινωνία, αλλά να πετύχει πραγματικά στη ζωή του. Για τον λόγο αυτό, παρά τις έντονες αντιδράσεις της μητέρας και των συγγενών του, αποφάσισε να γραφτεί σε νυχτερινό τεχνικό λύκειο και να δουλεύει τα πρωινά σε εργοστάσιο. Μόνον έτσι θα μπορούσε να φοιτήσει σε κάποια από τις επίλεκτες πανεπιστημιακές σχολές, όπως στη φημισμένη Κρατική Σχολή Λογοτεχνίας της Μόσχας, στην οποία κι έγινε αργότερα δεκτός. Γνώριζε πολύ καλά πως για να παραμείνει μέλος της ελίτ θα έπρεπε να αλλάξει ταξική ταυτότητα κι από αριστοκράτης να μεταμορφωθεί σε προλετάριος, έστω και μόνο για τους τύπους.

Κ. Μ. Σίμονοφ «Οι Ζωντανοί και οι Νεκροί (Живые и мёртвые)»

Κ. Μ. Σίμονοφ «Οι Ζωντανοί και οι Νεκροί (Живые и мёртвые)»

Στις δεκαετίες του 1940 και του 1950 ο Σίμονοφ υπήρξε ο δημοφιλέστερος Σοβιετικός λογοτέχνης. Το ποίημά του «Περίμενέ με» («Жди меня») έγινε το αγαπημένο των ανδρών του Κόκκινου Στρατού που πολέμησαν τους Γερμανούς εισβολείς. Αρκετά αργότερα, με το μυθιστόρημά του «Οι Ζωντανοί και οι Νεκροί» («Живые и мёртвые») κατόρθωσε να περιγράψει με τον πιο γλαφυρό τρόπο τα χρόνια του Μεγάλου Πατριωτικού Πολέμου. Την εποχή του ταραχώδους γάμου του με τη δημοφιλέστατη ηθοποιό Βαλεντίνα Σερόβα, ενσάρκωσε μαζί με την τότε σύζυγό του το απόλυτο glamour της σταλινικής ΕΣΣΔ. Ισχυρός άνδρας της Εταιρίας Σοβιετικών Λογοτεχνών κι αρχισυντάκτης διάφορων λογοτεχνικών εντύπων, ο Σίμονοφ, χάρη και στις διασυνδέσεις του με το καθεστώς και την προσωπική φιλία του με τον Στάλιν, είχε τεράστια δύναμη.

III. Ο Μπουλγκάκοφ δούλευε και ξαναδούλευε το μυθιστόρημα που επρόκειτο να είναι το τελευταίο του. Τα χειρόγραφα της πρώτης εκδοχής του έργου αυτού κατέληξαν στη σόμπα του μοσχοβίτικου διαμερίσματος του λογοτέχνη. Ακολούθησαν άλλες τρεις. Την τελευταία από αυτές ο Μπουλγάκοφ πάσχιζε να την τελειοποιήσει σχεδόν μέχρι τον πρόωρο θάνατό του, το 1940, από κάποια εκφυλιστική πάθηση των νεφρών. Την τελική μορφή του μυθιστορήματος τη χρωστάμε μάλλον στη χήρα του λογοτέχνη, τη Γελένα Σεργκέγεβνα Μπουλγκάκοβα (Σιλόφσκαγια).

Ο Μ. Α. Μπουλγκάκοφ το 1926

Ο Μ. Α. Μπουλγκάκοφ το 1926

Μετά από αυτό, τα χειρόγραφα του μυθιστορήματος, που έφεραν πάνω τους τα ίχνη της μορφίνης, εξάρτηση στην οποία είχε ξανακυλήσει ο λογοτέχνης στην προσπάθειά του να απαλύνει τους πόνους της αρρώστιάς του, ξαναμπήκαν στα συρτάρια του γραφείου του εκλιπόντος όπου και θα παρέμεναν για πολλά χρόνια. Είναι αλήθεια πως το βιβλίο δεν είχε ουσιαστικές ελπίδες δημοσίευσης στη σταλινική ΕΣΣΔ. Χωρίς να είναι ευθέως ανατρεπτικό, «Ο Μαιτρ και η Μαργαρίτα» («Мастер и Маргарита») ήταν ένα μυθιστόρημα αρκετά παράξενο, υπερβολικά ελαφρύ και ταυτόχρονα υπερβολικά σοβαρό για τις καθεστωτικές αντιλήψεις: ο διάβολος ο ίδιος επισκέπτεται μαζί με την ακολουθία του τη σταλινική Μόσχα κι αναστατώνει τους λογοτεχνικούς κύκλους της. Όλα αυτά μέχρι να προσελκύσει στον ιστό των δαιμονικών σχεδίων του την όμορφη και μυστηριώδη Μαργαρίτα και τον παράνομο έρωτά της, έναν περιθωριακό διανοούμενο που εκείνη αποκαλεί Μαιτρ κι ο οποίος έχει γράψει ένα μυθιστόρημα με θέμα τον Πόντιο Πιλάτο. Στο επίκεντρο του έργου βρίσκονται οι βασανιστικές ασάφειες της ηθικής και της επιλογής ανάμεσα στο καλό και το κακό.

Η Γ. Σ. Μπουλγκάκοβα (ίσως το πρότυπο για τη Μαργαρίτα του μυθιστορήματος) σε φωτογραφία του 1928

Η Γ. Σ. Μπουλγκάκοβα (ίσως το πρότυπο για τη Μαργαρίτα του μυθιστορήματος) σε φωτογραφία του 1928

IV. Από τη δεκαετία του 1960 κι έπειτα, ο Σίμονοφ έβαλε σκοπό να εξοφλήσει τους λογαριασμούς του με τη ζωή, να εξιλεωθεί για όλους τους συμβιβασμούς που είχε κάνει στα χρόνια του σταλινισμού προκειμένου να παραμείνει επιτυχημένος κι ισχυρός. Πάσχιζε για την έκδοση απαγορευμένων βιβλίων, βοηθούσε οικονομικά συγγραφείς που είχαν υποστεί διώξεις από το καθεστώς. Όταν το 1965 οι φίλοι του διοργάνωσαν επίσημη τελετή για τον εορτασμό των 50ών γενεθλίων του, ο Σίμονοφ ανέβηκε στο βήμα κι εκφώνησε τον παρακάτω λόγο:

«Σε τέτοιες περιστάσεις, όταν κάποιος συμπληρώνει πενήντα χρόνια ζωής, είναι φυσικό οι άνθρωποι να θυμούνται κυρίως τα καλά που έχει κάνει. Θα ήθελα απλώς να πω στους παριστάμενους, στους συντρόφους μου που ήρθαν, ότι ντρέπομαι για πολλά από όσα έχω κάνει στη ζωή μου, να πω ότι δεν ήταν καλά όλα όσα έχω κάνει, το γνωρίζω, και να πω ότι δεν συμπεριφέρθηκα πάντα σύμφωνα με τις υψηλότερες ηθικές αρχές, ούτε τις πολιτικές ή τις ανθρώπινες. Υπάρχουν στη ζωή μου πράγματα που δεν τα θυμούμαι με ικανοποίηση, περιπτώσεις στις οποίες δεν ενήργησα με αρκετή θέληση, με αρκετό θάρρος. Το γνωρίζω. Και δεν τα λέω όλα αυτά με σκοπό κάποιας μορφής εξιλέωση, γιατί αυτή είναι προσωπική υπόθεση ενός ανθρώπου, αλλά απλώς επειδή όταν κάποιος θυμάται θέλει να αποφύγει την επανάληψη των ιδίων σφαλμάτων. Θα προσπαθήσω να μην τα επαναλάβω. Από εδώ και πέρα, όποιο κι αν είναι το κόστος, δεν θα επαναλάβω τους ηθικούς συμβιβασμούς που κάποτε έκανα

Ο Κ. Μ. Σίμονοφ σε ώριμη ηλικία

Ο Κ. Μ. Σίμονοφ σε ώριμη ηλικία

V. Η Γελένα Μπουλγκάκοβα γνώριζε προσωπικά τον Σίμονοφ (και πιο πριν τη μητέρα του συγγραφέα). Το 1956 τον όρισε υπεύθυνο για τη διαχείριση του αρχείου του εκλιπόντος συζύγου της. Δέκα χρόνια αργότερα, ο Σίμονοφ αποφάσισε ότι ήταν καιρός να κάνει ό,τι ήταν δυνατό για να επιτύχει τη δημοσίευση του «Μαιτρ και Μαργαρίτα». Έπεισε πρώτα τη χήρα του Μπουλγκάκοφ να δεχτεί ενδεχόμενες περικοπές που θα επέβαλλε η λογοκρισία. Έπειτα, έδωσε τα χειρόγραφα στη δεύτερη από τις τέσσερις συζύγους του, τη Γεβγκένιγια (Ζένια) Λάσκινα, η οποία εργαζόταν τότε στο λογοτεχνικό περιοδικό «Μασκβά». Το έντυπο αντιμετώπιζε διάφορα προβλήματα στις αρχές του μπρεζνιεφικού καθεστώτος. Η ύλη του είχε καταντήσει βαρετή (οτιδήποτε ενδιαφέρον δεν μπορούσε να περάσει από τη λογοκρισία) και οι συνδρομές είχαν πέσει κατακόρυφα. Η Λάσκινα μίλησε για το σχέδιο δημοσίευσης του «Μαιτρ και Μαργαρίτα» στον αρχισυντάκτη Γεβγκένι Ποπόφκιν, ο οποίος δίσταζε να προχωρήσει. Απευθύνθηκαν τελικά σε ένα συνταξιούχο συντάκτη του εντύπου, ο οποίος είχε εργαστεί παλιότερα για χρόνια ως λογοκριτής και στη συνέχεια, ως αρχισυντάκτης εντύπων, επιτύγχανε πάντα τη δημοσίευση των κειμένων που υπέβαλλε προς έγκριση. Το μυθιστόρημα, αφού κόπηκε περίπου το 10 % και τροποποιήθηκε άλλο ένα 15 % της ύλης του, εγκρίθηκε! Δημοσιεύθηκε στο «Μασκβά» σε δύο μέρη (στο τελευταίο τεύχος του 1966 και το πρώτο του 1967), γνωρίζοντας απίστευτη επιτυχία. Τα τεύχη εξαντλήθηκαν, οι συνδρομές στο περιοδικό απογειώθηκαν.

Η πρώτη δημοσίευση του Μαιτρ και Μαργαρίτα στο περιοδικό Μασκβά

Η πρώτη δημοσίευση του Μαιτρ και Μαργαρίτα στο περιοδικό Μασκβά

Για να γιορτάσουν την επιτυχία, ο Σίμονοφ κι η Λάσκινα ετοίμασαν σε τρία αντίτυπα ένα πρόχειρο βιβλίο με το πλήρες κείμενο του μυθιστορήματος. Κράτησαν ο καθένας από ένα αντίτυπο κι έδωσαν το τρίτο στη Γελένα Μπουλγκάκοβα. Λίγους μήνες μετά, «Ο Μαιτρ και η Μαργαρίτα» εκδιδόταν στη Δύση με όλα τα αποσπάσματα που είχε αφαιρέσει η λογοκρισία. Η πρώτη πλήρης, μη λογοκριμένη, έκδοση του έργου στην ΕΣΣΔ θα κυκλοφορούσε το 1973. «Ο Μαιτρ και η Μαργαρίτα» θα γινόταν αντικείμενο λατρείας από το σοβιετικό (και όχι μόνο) κοινό.

Σοβιετικό γραμματόσημο για τα 100 χρόνια από τη γέννηση του Μπουλγκάκοφ, με θέμα το Μαιτρ και Μαργαρίτα

Σοβιετικό γραμματόσημο για τα 100 χρόνια από τη γέννηση του Μπουλγκάκοφ, με θέμα το Μαιτρ και Μαργαρίτα

[πηγή, για τις προσπάθειες του Σίμονοφ να αποκαταστήσει το έργο του Μπουλγκάκοφ: Orlando FIGES «The Whisperers (Private life in Stalin’s Russia)», Allen Lane 2007/ Penguin 2008]

Ο άνθρωπος που θα γινόταν βασιλιάς…

Σεπτέμβριος 1921: ο βαρόνος Ρομάν φον Ούνγκερν-Στέρνμπεργκ αιχμάλωτος των Μπολσεβίκων

Σεπτέμβριος 1921: ο βαρόνος Ρομάν φον Ούνγκερν-Στέρνμπεργκ αιχμάλωτος των Μπολσεβίκων

Ο βαρόνος Ρόμπερτ Νίκολάι Μαξιμίλιαν (Ρομάν) Φιόντοροβιτς φον Ούνγκερν-Στέρνμπεργκ γεννήθηκε στο Γκρατς της Αυστρίας στις 29 Δεκεμβρίου 1885 (με το νέο ημερολόγιο), ενώ οι γονείς του περιηγούνταν στην Ευρώπη. Ήταν παιδί μιας από τις τέσσερις πιο αριστοκρατικές γερμανικές οικογένειες της Λιβονίας (των παράκτιων περιοχών της Λεττονίας και της Εσθονίας με τις μεγάλες γερμανικές παροικίες και τις συνδεδεμένες με τη Χανσεατική Ένωση πόλεις). Μεγάλωσε στο Ρεβάλ (σημ. Τάλλινν) μέχρι το διαζύγιο των γονιών του και στη συνέχεια στα κτήματα της μητέρας του κοντά στη εσθονική πρωτεύουσα. Φοίτησε στην Πετρούπολη, πρώτα στη σχολή ναυτικών δοκίμων κι έπειτα στην αυτοκρατορική στρατιωτική ακαδημία. Στη συνέχεια, υπηρέτησε ως αξιωματικός στην ανατολική Σιβηρία, πέραν της Βαϊκάλης, και την Εξωτερική Μογγολία. Την εποχή εκείνη γεννιέται η μεγάλη του αγάπη για τους νομάδες της Ανατολής, Μπουριάτες και Μογγόλους, και τη θιβετιανή εκδοχή του βουδισμού.

Ο βαρόνος σε παιδική ηλικία

Ο βαρόνος σε παιδική ηλικία

Κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο υπηρέτησε στο Ανατολικό (για τους Δυτικούς) Μέτωπο όπου διακρίθηκε και τιμήθηκε με παράσημα ανδρείας. Οι εκθέσεις των ανωτέρων του έκαναν λόγο για έναν ιδιαίτερα γενναίο, πλην όμως παρορμητικό κι απείθαρχο αξιωματικό. Μετά την επανάσταση του Φεβρουαρίου του 1917 και την παραίτηση του τσάρου, ο βαρόνος φον Ούνγκερν-Στέρνμπεργκ πολέμησε στο Μέτωπο του Καυκάσου κατά των Οθωμανών. Τότε γνώρισε τον συνάδελφό του Γκριγκόρι Μιχάιλοβιτς Σεμιόνοφ, ο οποίος καταγόταν από την περιοχή της Βαϊκάλης, ήταν φιλομοναρχικός όπως ο βαρόνος, κι είχε τον ίδιο εκρηκτικό χαρακτήρα. Με την άνοδο των Μπολσεβίκων στην εξουσία καταφεύγουν στην ανατολική Σιβηρία και οργανώνουν στρατιωτική δύναμη για να πολεμήσουν τους κομμουνιστές. Είναι όμως τόσο ανυπότακτοι που προτιμούν να δράσουν αυτόνομα, αρνούμενοι να αναγνωρίσουν την εξουσία του ναυάρχου Αλεξάντρ Κολτσάκ, επικεφαλής των δυνάμεων των Λευκών στη ρωσική Άπω Ανατολή.

Νεαρός αξιωματικός

Νεαρός αξιωματικός

Το όνειρο του φον Ούνγκερν-Στέρνμπεργκ ήταν διττό: αφενός η παλινόρθωση των Ρομανώφ, αφετέρου η… αναβίωση της Μογγολικής Αυτοκρατορίας. Ο ίδιος πίστευε ότι ήταν μετενσάρκωση του Τσενγκίς Χαν. Κι έτσι, το φθινόπωρο του 1920 αφήνει τον Σεμιόνοφ και κατευθύνεται προς τη Μογγολία με στράτευμα από Ρώσους, Μογγόλους, Μπουριάτες και Θιβετιανούς. Πολιορκεί τη μογγολική πρωτεύουσα Ουργκά (ή Ιχ Χουρέε, σημερινή Ούλαν Μπατάαρ) και την καταλαμβάνει τον Φεβρουάριο του 1921 διώχνοντας τους Κινέζους. Ενθρονίζει τον λαμαϊστή ηγέτη Μπογκντ Χαν και προσπαθεί να οργανώσει το νέο μογγολικό κράτος.

Μπογκντ Χαν

Μπογκντ Χαν

Έχει ξεχάσει να υπολογίσει την ισχύ των Μπολσεβίκων, οι οποίοι, τον Ιούλιο του 1921, διώχνουν τον βαρόνο από την Ουργκά. Ο Ρομάν φον Ούνγκερν-Στέρνμπεργκ καταφεύγει στην Μπουριατία και προσπαθεί να ανασυγκροτήσει τις δυνάμεις του για να αντεπιτεθεί. Προδομένος, όμως, από τους στρατιώτες και τους φίλους του, συλλαμβάνεται από τους Μπολσεβίκους στις 20 Αυγούστου. Μεταφέρεται στο Νοβονικολάγιεφσκ (νυν Νοβοσιμπίρσκ) όπου, μετά από παρωδία δίκης (η οποία διήρκεσε, πάντως, περισσότερες από έξι ώρες) κρίνεται ένοχος αντεπαναστατικής δράσης και προδοσίας κι εκτελείται το ίδιο βράδυ (15 Σεπτεμβρίου 1921).

Φίλοι κι εχθροί τον αποκαλούσαν με το προσωνύμιο ο «Τρελός Βαρόνος» εξαιτίας της βίαιης συμπεριφοράς του. Οι δεύτεροι μάλιστα, εκμεταλλευόμενοι το πάθος του για την Ανατολή, διέδιδαν απίστευτες φήμες; ξερίζωνε, έλεγαν, τις καρδιές των αιχμάλωτων εχθρών του και τις τοποθετούσε σε κύπελλα φτιαγμένα από ανθρώπινα κρανία, προκειμένου να τις προσφέρει στους παράξενους θεούς του!
Με τον τρόπο αυτό, στον ιδιόμορφο οριενταλισμό του βαρόνου φον Ούνγκερν-Στέρνμπεργκ, οι αντίπαλοί του απαντούσαν μ’ έναν αντίστροφο γκροτέσκο οριενταλισμό.

Πού πηγαίνουν τ’ αστέρια σαν σβήσουν;

Βαλεντίνα Σερόβα/ πηγή: ιστότοπος repin.info/ Неизвестные знаменитости/ Актриса Валентина Серова - муза и трагедия Константина Симонова

Βαλεντίνα Σερόβα/ πηγή: ιστότοπος repin.info/ Неизвестные знаменитости/ Актриса Валентина Серова – муза и трагедия Константина Симонова

Η Βαλεντίνα Βασίλιεβνα Σερόβα γεννήθηκε στους δίδυμους αστερισμούς της επιτυχίας και της τραγωδίας. Για δεκαπέντε τουλάχιστον χρόνια υπήρξε η απόλυτη σταρ του σοβιετικού θεάτρου και κινηματογράφου. Κι έπειτα ακολούθησε η βασανιστική συνεχής παρακμή. Παντρεύτηκε δύο διασημότητες της εποχής της. Χήρεψε από τον πρώτο άντρα της ακριβώς στην επέτειο του γάμου τους. Η σχέση της με τον δεύτερο ξεκίνησε παθιασμένα για να εκφυλιστεί σε αδιαφορία και αποξένωση, ενώ η ίδια βυθιζόταν όλο και περισσότερο στον αλκοολισμό. Πέθανε υπό αδιευκρίνιστες συνθήκες πριν συμπληρώσει το 58ο έτος της ζωής της.

Η Βαλεντίνα γεννιέται στο Χάρκοβο της Ουκρανίας, στις 23 Δεκεμβρίου 1917, κόρη της ηθοποιού Κλάβντιγια Πολοβίκοβα και του μηχανικού Βασίλι Πολοβίκ. Ζει τα πρώτα χρόνια με τον παππού και τη γιαγιά της στην Ουκρανία. Σε ηλικία έξι ετών ακολουθεί τη μητέρα της στη Μόσχα, όπου έχει εγκατασταθεί η δεύτερη για λόγους καρριέρας. Ακριβώς χάρη στη μητέρα της παίζει από μικρή ηλικία διάφορους παιδικούς ρόλους σε θεατρικά έργα. Το 1934 κερδίζει ένα μικρό κινηματογραφικό ρόλο, αλλά η σκηνή της κόβεται τελικά στο μοντάζ της ταινίας. Αρχίζει να γίνεται δημοφιλής χάρη στις εμφανίσεις της στο θέατρο (σε ρεπερτόριο μάλλον ελαφρύ). Περίπου την ίδια εποχή, ο πατέρας της συλλαμβάνεται και καταλήγει σε κάποιο από τα στρατόπεδα του Γκουλάγκ.

Η Βαλεντίνα γνωρίζει κι ερωτεύεται τον Ανατόλι Κονσταντίνοβιτς Σερόφ, διάσημο πιλότο που είχε δακριθεί στον Ισπανικό Εμφύλιο. Παντρεύονται στις 11 Μαΐου 1938. Η ευτυχία τους δεν θα διαρκέσει πολύ. Την ημέρα της πρώτης επετείου του γάμου τους, ο Σερόφ σκοτώνεται σε αεροπορικό δυστύχημα κατά τη διάρκεια δοκιμαστικής πτήσης κι ενώ η Βαλεντίνα είναι έγκυος στο πρώτο τους παιδί. Ο Ανατόλι Σερόφ ο νεότερος θα γεννηθεί τον Σεπτέμβριο του 1939 χωρίς να γνωρίσει ποτέ τον πατέρα του.

Η Βαλεντίνα Σερόβα με τον πρώτο της σύζυγο Ανατόλι Σερόφ (πηγή: ιστότοπος Repin.info, όπ. π.)

Η Βαλεντίνα Σερόβα με τον πρώτο της σύζυγο Ανατόλι Σερόφ (πηγή: ιστότοπος repin.info, όπ. π.)

Κ. Μ. Σίμονοφ

Κ. Μ. Σίμονοφ

Την τραγωδία, όμως, θα τη συνοδέψει η επιτυχία στον κινηματογράφο, κυρίως σε κομεντί και μελό ταινίες, ξεκινώντας από το  «Κορίτσι με χαρακτήρα», το 1939. Και, στο μεταξύ, ξεσπά ο πόλεμος. Τη γνωρίζει και την ερωτεύεται παράφορα ο λογοτέχνης και δημοσιογράφος Κονσταντίν Μιχάιλοβιτς Σίμονοφ, ο άνθρωπος που με το ποίημά του «Περίμενέ με» («Жди меня») κατόρθωσε να περιγράψει με τον πιο ακριβή και γλαφυρό τρόπο τα συναισθήματα του στρατιώτη του Κόκκινου Στρατού στο Μέτωπο. Αρχικά, η Σερόβα αποκρούει το φλερτ του Σίμονοφ. Λέγεται ότι την εποχή εκείνη ήταν ερωτευμένη με τον στρατηγό Κονσταντίν Ροκοσσόφσκι. Σύμφωνα με την ίδια ιστορία, η Σερόβα υπέβαλε τον καψούρη Σίμονοφ στην πλέον ακραία ταπείνωση, αναθέτοντάς του να παραδώσει ο ίδιος μια ερωτική επιστολή της στον στρατηγό. Η σχέση Σερόβα και Ροκοσσόφσκι, αν υποτεθεί ότι υπήρξε, τερματίστηκε γρήγορα, μια και, καθώς λένε, παρενέβη ο Στάλιν αυτοπροσώπως: υπενθύμισε στον Ροκοσσόφσκι ότι ήταν παντρεμένος κι ότι δεν θα έδινε και το καλύτερο παράδειγμα αν μαθευόταν ότι ένας από τους καλύτερους στρατηγούς του Κόκκινου Στρατού διατηρεί εξωσυζυγική σχέση!

Η επιμονή του Σίμονοφ ανταμείβεται. Το 1943, η Βαλεντίνα τον παντρεύεται! Την ίδια χρονιά, πρωταγωνιστεί στο φιλμ «Περίμενέ με» των Μπορίς Ιβανόφ και Αλεξάντρ Στόλπερ, σε σενάριο του ίδιου του Σίμονοφ (η ταινία εμπνέεται… χαλαρά από το ομώνυμο ποίημά του). Οι δυο τους περιοδεύουν στα διάφορα μέτωπα του πολέμου για να εμψυχώσουν τους στρατιώτες του Κόκκινου Στρατού.

1944: Σερόβα και Σίμονοφ σε περιοδεία, κάπου στο Μέτωπο του Λενινγκράντ (πηγή: repin.info, όπ. π.)

1944: Σερόβα και Σίμονοφ σε περιοδεία, κάπου στο Μέτωπο του Λενινγκράντ (πηγή: repin.info, όπ. π.)

Με το θριαμβευτικό για την ΕΣΣΔ τέλος του «Μεγάλου Πατριωτικού Πολέμου», η Σερόβα και ο Σίμονοφ είναι το πιο διάσημο σοβιετικό ζευγάρι. Ζουν στη Μόσχα σε συνθήκες χλιδής (για τα δεδομένα της χώρας και της εποχής) και ενσαρκώνουν το απόλυτο glamour της σταλινικής περιόδου. Η Σερόβα πρωταγωνιστεί και σε ταινίες μεγαλύτερων καλλιτεχνικών αξιώσεων (όπως η κινηματογραφική βιογραφία του μεγάλου Ρώσου συνθέτη Μιχαήλ Γκλίνκα, το 1946). Μόνο που όλα αυτά αποδεικνύονται μια τεράστια ψευδαίσθηση που δεν θα αργήσει να θρυμματιστεί… Ο Σίμονοφ αφοσιώνεται όλο και περισσότερο στο συγγραφικό του έργο και στα καθήκοντά του στην Εταιρία Σοβιετικών Συγγραφέων και στη διεύθυνση και αρχισυνταξία των μεγαλύτερων λογοτεχνικών εντύπων. Η Σερόβα αρχίζει να βρίσκει αγχολυτικό καταφύγιο στο ποτό. Ο Σίμονοφ, κατά τα λοιπά άνθρωπος με βαθύτατες ευαισθησίες, ο οποίος όμως έχει μάθει να αντιμετωπίζει με πειθαρχία κάθε αντιξοότητα της ζωής, δεν συγχωρεί στη σύζυγό του την αδυναμία της να διαχειριστεί την επιτυχία και μια, κατά τα φαινόμενα, ευτυχισμένη οικογενειακή ζωή. Η σχέση τους δηλητηριάζεται κι από το γεγονός ότι ο συγγραφέας δεν μπόρεσε ποτέ να έχει καλές σχέσεις με τον γιο της Σερόβα από τον πρώτο της γάμο, τον Ανατόλι. Στο τέλος, κατορθώνει να κλείσει τον μικρό Τόλια σε κάποιο ορφανοτροφείο πέρα από τα Ουράλια!

Το 1950, ο λογοτέχνης και η ηθοποιός αποκτούν την κόρη τους Μάσα. Αντί, όμως, η γέννηση του παιδιού να βελτιώσει τη σχέση τους, επιταχύνει την κατάρρευσή της. Ο Σίμονοφ διακόπτει πολύ γρήγορα κάθε επικοινωνία με το κοριτσάκι (σχεδόν μέχρι την ενηλικίωσή της αρνιόταν να τη δει και να την παρουσιάσει στους συγγενείς του). Κι όχι μόνο αυτό, αλλά κατορθώνει να αφαιρέσει την επιμέλειά της κι από την ίδια τη Βαλεντίνα (η Μάσα ανατράφηκε από τη μητέρα της Βαλεντίνας). Το 1957 εκδίδεται το διαζύγιο κι από εκεί και πέρα η σταδιοδρομία της Σερόβα παίρνει την κάτω βόλτα.

Τα προβλήματά της με το ποτό επιδεινώνονται διαρκώς. Χάνει πρόβες και παραστάσεις, απολύεται από το ένα θέατρο μετά το άλλο. Τραγική ειρωνεία: κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1960 η μοναδική απασχόληση της Σερόβα ήταν ένας ρόλος σε θεατρικό του τέως συζύγου της [«Άνθρωποι της Ρωσίας» («Русские люди»)]. Η τελευταία της κινηματογραφική εμφάνιση ήταν σε μια ταινία του 1973.

1939: η Σερόβα με τον μικρό Τόλια (πηγή: http://www.liveinternet.ru/users/lora_norton/post208414955/)

1939: η Σερόβα με τον μικρό Τόλια (πηγή: http://www.liveinternet.ru/users/lora_norton/post208414955/)

Ο γιος της, μεγαλωμένος στο αφιλόξενο περιβάλλον του ορφανοτροφείου, κατέληξε μπλεγμένος με τον υπόκοσμο και βαριά αλκοολικός. Έζησε μεταξύ αναμορφωτηρίων, στρατοπέδων και φυλακών, πριν το αλκοόλ κόψει το νήμα της ζωής του το 1975.

Λίγους μήνες αργότερα, το βράδυ της 11ης προς τη 12η Δεκεμβρίου 1975, η Βαλεντίνα Σερόβα βρισκόταν νεκρή στο διαμέρισμά της στη Μόσχα. Τα αίτια του θανάτου της δεν διαλευκάνθηκαν ποτέ. Πάνω στο φέρετρό της υπήρχε μια ανθοδέσμη με 58 τριαντάφυλλα. Ήταν το τελευταίο δώρο του Κονσταντίν Σίμονοφ προς τον μεγάλο έρωτα της ζωής του.

[πηγές: Βικιπαίδεια/ ιστότοπος repin.info/ Неизвестные знаменитости: «Актриса Валентина Серова – муза и трагедия Константина Симонова», 23.6.2013/ Orlando Figes «The Whisperers: Private Life in Stalin’s Russia», 2007]

Προσωπικά δεδομένα…

Φραντς Κόνραντ φον Χέτσεντορφ, πορτραίτο φιλοτεχνημένο από τον Χέρμανν Τόργκλερ, 1915

Φραντς Κόνραντ φον Χέτσεντορφ, πορτραίτο φιλοτεχνημένο από τον Χέρμανν Τόργκλερ, 1915

Οι μεγάλες μεταβολές είναι έργο σχεδόν αόρατων δυνάμεων, συλλογικών κι απρόσωπων, που επενεργούν υπόγεια στις ανθρώπινες κοινωνίες σε βάθος χρόνου. Σε κάποιες περιπτώσεις, όμως, όταν επιχειρείται να εξηγηθούν συγκεκριμένα ιστορικά γεγονότα, η προσωπικότητα των πρωταγωνιστών τους είναι πάντα άξια προσοχής.

Στο δαιδαλώδες πλέγμα των πολλαπλών κέντρων εξουσίας της Αυστροουγγρικής Αυτοκρατορίας, εκεί κάπου στις αρχές του 20ού αιώνα, η φιλοπόλεμη σκληρή γραμμή ενσαρκωνόταν κυρίως από έναν άνθρωπο: τον Φραγκίσκο Ξαβέριο Ιωσήφ Κορράδο βαρόνο του Χέτσεντορφ (Franz Xaver Josef Conrad von Hötzendorf), αρχηγό του Γενικού Επιτελείου Ενόπλων Δυνάμεων της αυτοκρατορίας.

Γόνος αριστοκρατικής οικογένειας στρατιωτικών, ο φον Χέτσεντορφ γεννήθηκε το 1852 στο Πέντσινγκ, ένα προάστιο της Βιέννης. Ακολούθησε κι εκείνος στρατιωτική σταδιοδρομία και διακρίθηκε τόσο ως διοικητής μονάδων όσο και ως καθηγητής στρατιωτικών σχολών και θεωρητικός της τακτικής και της στρατηγικής, φτάνοντας, το 1902, στον βαθμό του στρατάρχη. Το 1886 είχε νυμφευθεί την κατά οκτώ χρόνια νεότερή του Βιλελμίνη λε Μπω, με την οποία απέκτησε τέσσερις γιους.

Ο φον Χέτσεντορφ θα μπορούσε να χαρακτηριστεί φυσιογνωμία εξαιρετικά ενδιαφέρουσα ή παράξενη (πράγμα που τελικά ίσως και να είναι το ίδιο). Η ψυχική ισορροπία του ήταν ιδιαίτερα εύθραυστη. Μετά τον πρόωρο θάνατο της συζύγου του, το 1905, έπεσε σε βαθιά κατάθλιψη. Έφτασε μέχρι του σημείου να σκέφτεται μήπως θα ήταν καλύτερο να παραιτηθεί από τη θέση του στο στράτευμα. Η συνηθέστερη διαφυγή του από τη θλίψη ήταν οι συχνές εκδρομές του στα βουνά: περνούσε ώρες ολόκληρες σχεδιάζοντας απότομες δασωμένες πλαγιές. Ο διορισμός του το 1906 στη θέση του αρχηγού του Γενικού Επιτελείου θα πρέπει να έδωσε, προσωρινά έστω, τέλος στις αμφιβολίες του.

Βιργινία φον Ράινινγκχάους

Βιργινία φον Ράινινγκχάους

Κι έπειτα… ήρθε ο έρωτας. Το 1907, σε κάποια δεξίωση, γνώρισε τη Βιργινία (Τζίνα) φον Ράινινγκχάους, σύζυγο ενός Βιεννέζου βιομηχάνου. Την επομένη την επισκεπτόταν στην έπαυλή της: «Είμαι παράφωρα ερωτευμένος μαζί σας κι η μόνη σκέψη που έχω στο μυαλό μου είναι ότι πρέπει να γίνετε γυναίκα μου»! Η έκπληκτη Τζίνα προσπάθησε να του εξηγήσει ότι υπήρχε ένα ανυπέρβλητο εμπόδιο: ο επταπλός δεσμός με τον σύζυγό της και τα έξι παιδιά τους. Αυτό δεν ήταν αρκετό για να αποθαρρύνει τον πενηνταπεντάχρονο στρατιωτικό που ως θεωρητικός πίστευε ότι η επίθεση είναι ό,τι καλύτερο. Μια μέρα αργότερα, ένας υπασπιστής του επισκεπτόταν την φον Ράινινγκχάους για να τη συμβουλέψει ότι, δεδομένης της εύθραυστης ψυχικής υγείας του επιτελάρχη, καλό θα ήταν η κυρία βιομηχάνου να μην του στερήσει κάθε ελπίδα! Λίγες μέρες μετά, ο Κόνραντ φον Χέτσεντορφ επέστρεφε για να δηλώσει στην Τζίνα ότι αν τον απέρριπτε θα υπέβαλε την παραίτησή του από τη θέση του αρχηγού του γενικού επιτελείου και θα ιδιώτευε. Μπροστά στον ερωτικό εκβιασμό, βρέθηκε τελικά μια συμβιβαστική λύση: η Τζίνα θα συνέχιζε να ζει με τον άντρα της και τα παιδιά τους, αλλά με την πρώτη ευκαιρία θα είχε κατά νου τον φον Χέτσεντορφ.

Και η ευκαιρία δεν άργησε να εμφανισθεί. Ο κύριος φον Ράινινγκχάους, άλλωστε, είχε πολλές ερωμένες για να ξεχαστεί. Κι αν ήθελε να παρηγορηθεί δεν είχε παρά να δει τα νούμερα στις επικερδείς συμβάσεις προμήθειας των ενόπλων δυνάμεων τις οποίες του χάριζε η απιστία της συζύγου του.

hotzendorff1248575145_65Ο Κόνραντ φον Χέτσεντορφ είχε ανακαλύψει το νόημα της ζωής. Έγραφε στην αγαπημένη του ερωτικές επιστολές κάθε ημέρα. Επειδή όμως δεν μπορούσε να τις στείλει δίχως να θέσει σε κίνδυνο το μέλλον όχι μόνο δύο οικογενειών, αλλά κι ολόκληρης της αυτοκρατορίας, επέλεξε να τις συγκεντρώνει σε ένα ημερολόγιο το οποίο ονόμασε «Ημερολόγιο των μαρτυρίων μου». Από το 1907 έως το 1915 έγραψε στην Τζίνα περισσότερες από τρεις χιλιάδες επιστολές, κάποιες από τις οποίες ξεπερνούσαν τις εξήντα σελίδες. Κι ήταν τέτοια η ψύχωση με τον ερωτικό δεσμό του που όταν, χρόνια αργότερα, ανοίχτηκε το προσωπικό αρχείο του, βρέθηκαν πάμπολλα αποκόμματα εφημερίδων με διαφημίσεις για αντιρυτιδικές κρέμες κι αντρικά καλλυντικά.

Επειδή αυτό που είχε σημασία για τον φον Χέτσεντορφ ήταν ο παράνομος δεσμός του, εκείνος δεν είχε κανένα ενδοιασμό να υποστηρίζει ακραίες θέσεις στην επαγγελματική ζωή του. Σε καθένα από τα πολλά διπλωματικά ζητήματα που ταλάνιζαν την αυτοκρατορία ο φον Χέτσεντορφ έδινε πάντα την ίδια απάντηση: πόλεμος! Πόλεμος κατά του Βασιλείου της Σερβίας, πόλεμος κατά του Μαυροβουνίου, πόλεμος κατά της Ρουμανίας και της τσαρικής Ρωσίας, πόλεμος ακόμη κι εναντίον της τυπικά συμμάχου Ιταλίας. Ο αρχηγός του γενικού επιτελείου ήταν δαρβινιστής: πίστευε ότι τόσο οι ανθρώπινες κοινωνίες όσο και η διεθνής κοινότητα αποτελούν πεδίο συγκρούσεων από τις οποίες μόνον οι ισχυρότεροι μπορούν να επιβιώσουν.

Δεν ήταν κι ένθερμος οπαδός της δυαρχίας που είχε καθιερώσει ο αυτοκράτορας Φραγκίσκος Ιωσήφ. Οι Ούγγροι τού προκαλούσαν έντονη δυσπιστία. Δεν είναι λοιπόν τυχαίο που είχε εγκάρδιες σχέσεις με τον αρχιδούκα Φραγκίσκο Φερδινάνδο, πρίγκιπα διάδοχο της αυτοκρατορίας. Ούτε ότι ο Υπουργός Εξωτερικών Αλόις Λέξα φον Έρενταλ καταλεγόταν ανάμεσα στους αντιπάλους του. Εκείνος ήταν, άλλωστε, που πρότεινε στον αυτοκράτορα να απολύσει τον φον Χέτσεντορφ εξαιτίας των αναίτια φιλοπολεμικών απόψεών του. Τον Δεκέμβριο του 1911 ο αυτοκράτορας και αποστολικός μονάρχης απήλλασσε τον ήρωά μας από τα καθήκοντά του. Προσωρινά μόνο, όπως επρόκειτο να αποδειχτεί. Ένα χρόνο αργότερα, ο αρχιδούκας έπειθε τον θείο του να διορίσει εκ νέου τον Φον Χέτσεντορφ αρχηγό του γενικού επιτελείου. Ο φον Έρενταλ, ήδη από τον Φεβρουάριο του 1912, είχε αποδημήσει σε άλλους τόπους εξαιτίας μιας καλπάζουσας λευχαιμίας.

Κάπως έτσι, ο Φον Χέτσεντορφ δεν σταματούσε να ονειρεύεται τον πόλεμο, τον πόλεμο που θα του έδινε την ευκαιρία να επιστρέψει σαν ήρωας και να κερδίσει για πάντα την καρδιά της αγαπημένης του Τζίνας, βουλώνοντας τα στόματα του κοινωνικού περίγυρου. Στα άρθρα του σε εφημερίδες, στις επίσημες αναφορές και τα υπομνήματα που συνέτασσε, ξεκινούσε πάντα υπερήφανα με την ίδια φράση:  «Θα υποστηρίξω εν προκειμένω την άποψη που πάντα υποστήριζα». Κι η άποψη αυτή ήταν ο πόλεμος. Μόνο κατά τη διάρκεια του 1913, πρότεινε ως μόνη λύση τον πόλεμο κατά της Σερβίας σε τουλάχιστον 25 έγγραφα!

Ο φον Χέτσεντορφ στο γραφείο του, 1914

Ο φον Χέτσεντορφ στο γραφείο του στο Γενικό Επιτελείο, 1914

Και κάποια στιγμή ο πόλεμος έφτασε! Κι είχε γι’ αφορμή τη δολοφονία του αρχιδούκα, του αγαπητού φίλου και προστάτη. Κι ο αρχηγός του επιτελείου έπρεπε τώρα να παίρνει αποφάσεις από τις οποίες θα κρίνονταν ζωές. Χιλιάδες ζωές. Αποφάσεις που πολλοί μετά από χρόνια θα υποστήριζαν ότι ήταν καταστροφικές. Μα ο φον Χέτσεντορφ δεν πρέπει να το ένιωθε έτσι. Άλλωστε, το 1915 κατόρθωνε να παντρευτεί την αγαπημένη του, παρά τις έντονες αντιδράσεις των γιων του και των παιδιών της φον Ράινινγκχάους.

Σε κάθε περίπτωση, πλήρωσε υψηλό τίμημα για τις επιλογές του. Δύο γιοι του σκοτώθηκαν στα πεδία των μαχών. Είδε την αγαπημένη του αυτοκρατορία να διαλύεται.

Πέθανε στις 25 Αυγούστου 1925 στο Μπαντ Μέργκεντχάιμ της Γερμανίας ενώ ακολουθούσε πρόγραμμα λουτροθεραπείας. Στην κηδεία του, στις 2 Σεπτεμβρίου, εκατό χιλιάδες Βιεννέζοι τον συνόδεψαν στην τελευταία του κατοικία. Η Τζίνα πληροφορήθηκε την ύπαρξη του ημερολογίου του δεύτερου συζύγου της με τις τρεις χιλιάδες ερωτικές επιστολές μόνον αφότου εκείνος δεν βρισκόταν πια στη ζωή.

[Πηγές: Christopher Clark The Sleepwalkers: how Europe went to war in 1914, εκδ. Allen Lane, Λονδίνο 2012 και Penguin Books, Λονδίνο 2013, σελ. 101 επ. (ελληνική έκδοση: «Οι Υπνοβάτες: πώς η Ευρώπη πήγε στον πόλεμο το 1914», εκδ. Αλεξάνδρεια, Αθήνα 2014, μετάφραση Κώστας Κουρεμένος)/ Lawrence Sondhaus: «Franz Conrad von Hötzendorf. Architect of the apocalypse» Humanity Press, Βοστώνη 2000/ Wikipédia/ Virginia „Gina“ Laura Antonia Gräfin Conrad von Hötzendorf «Mein Leben mit Conrad von Hötzendorf», Λειψία 1935]

Ιστορίες κι αμαρτίες;

Μάιος 1941: Γερμανοί αλεξιπτωτιστές στην Κρήτη [φωτογραφία: Arthur Conry/ ψηφιοποίηση: Wiki-Ed]

Μάιος 1941: Γερμανοί αλεξιπτωτιστές στην Κρήτη [φωτογραφία: Arthur Conry/ ψηφιοποίηση: Wiki-Ed]

Και ξαφνικά το ελληνόφωνο Διαδίκτυο πήρε φωτιά! Αιτία (ή αφορμή) η αναγόρευση του Γερμανού ιστορικού Χάιντς Α. Ρίχτερ σε επίτιμο διδάκτορα του Πανεπιστημίου Κρήτης. Η επίσημη τελετή αναβλήθηκε (κι έγινε τελικά υπό συνθήκες σχεδόν μυστικότητας) εξαιτίας αντιδράσεων, μια και ο ιστορικός κατηγορήθηκε ότι στο έργο του για τη Μάχη της Κρήτης επιχειρεί να συμψηφίσει τα εγκλήματα πολέμου που διέπραξε η Βέρμαχτ στη Κρήτη με την κρητική αντίσταση. Ακολούθησε πραγματική διαδικτυακή μάχη μεταξύ αντιπάλων κι υπερασπιστών του Ρίχτερ, η οποία σε ορισμένες περιπτώσεις ξέφυγε από κάθε λογική, την ώρα που η μια πλευρά εξαπέλυε κατηγορίες οι οποίες ξεκινούσαν από τον ιστορικό αναθεωρητισμό για να φτάσουν σε αυτήν του απολογητή του ναζισμού, ενώ οι εκπρόσωποι της άλλης επιδίδονταν σε ασκήσεις πραγματικού (όσο και αφελούς) αναθεωρητισμού («και γιατί να προβάλουν αντίσταση στους Γερμανούς αντί να κάτσουν στ’ αβγά τους;») ή απροκάλυπτου ρατσισμού σε βάρος των Κρητικών. Τελικά, πόσο δικαιολογημένη ήταν όλη αυτή η φασαρία;

Χάιντς Α. Ρίχτερ

Χάιντς Α. Ρίχτερ

Γεννημένος στο Χαϊλμπρόν της Βυρτεμβέργης το 1939, ο Ρίχτερ σπούδασε Ιστορία στο Πανεπιστήμιο της Χαϊδελβέργης και δίδαξε στο Πανεπιστήμιο του Μαννχάιμ. Κύριο αντικείμενο των μελετών του είναι η Ιστορία της (μητροπολιτικής) Ελλάδας και της Κύπρου κατά τον 20ό αιώνα. Έχει συγγράψει πλήθος βιβλίων για την περίοδο αυτή, τα περισσότερα από τα οποία έχουν μεταφραστεί και στα ελληνικά: η διδακτορική διατριβή του αφορούσε την Ελλάδα κατά το χρονικό διάστημα από το 1936 έως το 1946, ενώ στη συνέχεια ασχολήθηκε με θέματα όπως ο βρετανικός επεμβατισμός στα ελληνικά πράγματα, η Ελλάδα κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, η Ιστορία της Κύπρου από τα τέλη του 19ου αιώνα, η Εθνική Αντίσταση κ.ο.κ. Είναι επίσης συνιδρυτής του επιστημονικού περιοδικού Θέτις που ασχολείται με την αρχαιοελληνική Ιστορία και την αρχαιολογία στην Ελλάδα και την Κύπρο. Το 2011 κυκλοφόρησε η μονογραφία του για τη Μάχη της Κρήτης με τίτλο Operation Merkur: Die Eroberung der Insel Kreta im Mai 1941, η οποία κυκλοφόρησε μεταφρασμένη στα ελληνικά την ίδια χρονιά ως «Η Μάχη της Κρήτης» και η οποία φαίνεται ότι προκάλεσε τις αντιδράσεις στις οποίες αναφερθήκαμε.

Το συγκεκριμένο βιβλίο αποτελεί πολύτιμη πηγή στοιχείων ειδικά σε ό,τι αφορά τους λόγους που οδήγησαν τη ναζιστική Γερμανία στην απόφαση να καταλάβει το νησί, καθώς και τη δράση της Βέρμαχτ τόσο στο πλαίσιο της Επιχείρησης Ερμής όσο και μετά την κατάληψη της Κρήτης. Είναι αλήθεια ότι στις προσωπικές κρίσεις του, ο Ρίχτερ φαίνεται να διάκειται από μάλλον ευμενή στάση όσον αφορά τη Βέρμαχτ, ενώ αρκετά εμφανής είναι και η επικριτική στάση του ως προς τον ρόλο των Βρετανών (θέμα το οποίο δεν συζητήθηκε καθόλου στις ελληνικές διαδικτυακές αψιμαχίες). Ως προς το πρώτο ζήτημα, πράγματι επισημαίνει τη σχέση μεταξύ σκληρότητας της κρητικής αντίστασης και βιαιότητας των γερμανικών αντιποίνων, εκτιμώντας ότι η πρώτη εξηγεί και εν μέρει (αλλά μόνον εν μέρει) δικαιολογεί τη δεύτερη. Επιπλέον, ο Ρίχτερ επιχειρεί να στηρίξει την εκ μέρους του δικαιολόγηση της στάσης της Βέρμαχτ στο νομικό πεδίο: η αντίσταση των Κρητικών είναι τέτοια που απαλλάσσει τον γερμανικό στρατό από την υποχρέωση τήρησης των κανόνων του δικαίου του πολέμου. Τέλος, δείχνει εκτίμηση προς το πρόσωπο του Κουρτ Στούντεντ, του Γερμανού στρατηγού που ήταν επικεφαλής των δυνάμεων που μετείχαν στην Επιχείρηση Ερμής και οποίος ανέλαβε στη συνέχεια τη στρατιωτική διοίκηση του νησιού. Ο Στούντεντ, όμως, εμπλέκεται σε δύο υποθέσεις που βάσιμα μπορούν να χαρακτηρισθούν ως εγκλήματα πολέμου: την εκτέλεση αμάχων στο Κοντομαρί και την Καταστροφή της Καντάνου.

Richter Battle of CreteΗ Μαχη της Κρητης

 

 

 

 

 

 

 

 

Αρκούν οι παραπάνω απόψεις για να προσαφθεί στον Χ. Α. Ρίχτερ η κατηγορία του ιστορικού αναθεωρητισμού και, ακόμη χειρότερα, να εμφανισθεί ως απολογητής του ναζισμού; Ας επιχειρήσουμε να εξετάσουμε τα δεδομένα με σχετική ψυχραιμία.

Γερμανοί στρατιώτες μπροστά στους τάφους νεκρών συντρόφων τους [πηγή: Bundesarchiv, Bild 141-0848 / CC-BY-SA]

Γερμανοί στρατιώτες μπροστά στους τάφους νεκρών συντρόφων τους [πηγή: Bundesarchiv, Bild 141-0848 / CC-BY-SA]

Πράγματι, οι γερμανικές δυνάμεις στην Κρήτη βρέθηκαν αντιμέτωπες εκτός από τις τακτικές βρετανικές κι ελληνικές δυνάμεις και με μια εξαιρετικά σθεναρή αντίσταση του γηγενούς πληθυσμού. Είναι επίσης γεγονός ότι υπήρξαν και περιπτώσεις βίας που μπορεί να εκπλήττουν δυσάρεστα: πρόκειται για πράξεις τελετουργικής σκύλευσης του νεκρού εχθρού με τον διττό σκοπό του εκφοβισμού των επιζώντων αντιπάλων και της εκδίκησης για την εισβολή στα πατρογονικά εδάφη. Οι πρακτικές αυτές είναι αρχαίες όσο και ο πόλεμος μεταξύ ανθρώπων και ευεξήγητες στο πλαίσιο της συγκεκριμένης ιστορικής συγκυρίας. Η γερμανική αντίδραση, τόσο στην αρχική στάση των Κρητικών όσο και στη συνεχιζόμενη αντίστασή τους, ήταν μια σειρά από αντίποινα βιαιότητας πρωτοφανούς για τη «Δυτική» Ευρώπη. Αντίστοιχα εγκλήματα πολέμου διαπράχθηκαν σε χώρες της Δύσης μόνον προς το τέλος της γερμανικής κατοχής και υπό την πίεση της προέλασης των συμμαχικών δυνάμεων (αφαιρούμε προς το παρόν από την εξίσωση τα μαζικά εγκλήματα πολέμου στο Ανατολικό Μέτωπο, μια και πρόκειται για μια διαφορετική ιστορία που ξεπερνά την πιο νοσηρή ανθρώπινη φαντασία).

Από τη σφαγή στο Κοντομαρί [πηγή: Bundesarchiv, Bild 101I-166-0525-39 / Weixler, Franz Peter / CC-BY-SA]

Από τη σφαγή στο Κοντομαρί [πηγή: Bundesarchiv, Bild 101I-166-0525-39 / Weixler, Franz Peter / CC-BY-SA]

Αποτελεί ιστορικό αναθεωρητισμό η προσπάθεια του Ρίχτερ να εξηγήσει τη βιαιότητα της Βέρμαχτ εμφανίζοντάς την ως αντίδραση στην κρητική αντίσταση; Όχι, γιατί το επιχείρημα δεν είναι νέο: ήταν η κύρια γραμμή άμυνας των Γερμανών στρατιωτικών που κατηγορήθηκαν για εγκλήματα πολέμου στην Κρήτη. Εκτός από παλαιό, το επιχείρημα υπήρξε και αρκετά αποτελεσματικό, τουλάχιστον για εκείνους που αιχμαλωτίστηκαν από τους δυτικούς συμμάχους. Ο Στούντεντ καταδικάστηκε από βρετανικό στρατοδικείο σε πενταετή κάθειρξη για εγκλήματα σε βάρος Βρετανών αιχμαλώτων. Δεν καταδικάστηκε για τα εγκλήματα των οποίων θύματα υπήρξαν άμαχοι, ούτε κι οι Βρετανοί δέχτηκαν το αίτημα έκδοσής του που είχε υποβάλει η Ελλάδα. Τελικά ο Στούντεντ εξέτισε λιγότερα από τρία χρόνια κι αποφυλακίστηκε για «ιατρικούς λόγους» (πέθανε σε ηλικία 88 ετών το 1978). Φαίνεται ότι μόνον η ελληνική δικαιοσύνη καταδίκασε Γερμανούς στρατιωτικούς για εγκλήματα πολέμου στην Κρήτη με θύματα αμάχους: λ.χ. για το Ολοκαύτωμα της Βιάννου καταδικάστηκε το 1947 κι εκτελέστηκε το 1947 στην Αθήνα ο «Χασάπης της Κρήτης» στρατηγός πεζικού Φρίντριχ-Βίλχελμ Μύλλερ (είχε αιχμαλωτισθεί στην Ανατολική Πρωσία από τους Σοβιετικούς οι οποίοι τον εξέδωσαν στην Ελλάδα), Μαζί του εκτελέστηκε, για το σύνολο των γερμανικών εγκλημάτων πολέμου στην Κρήτη, κι ο (αποστρατευθείς λόγω ψυχολογικών προβλημάτων) στρατηγός αλεξιπτωτιστών Μπρούνο Μπρώυερ (αυτός μάλλον από ατυχία και πληρώνοντας κυρίως για τα εγκλήματα άλλων).

Κουρτ Στούντεντ

Κουρτ Στούντεντ

Είναι θεμιτή η στάση ενός ιστορικού, κατά μείζονα λόγο Γερμανού, ο οποίος κρίνει με σχετική επιείκεια τη δράση της Βέρμαχτ; Κατά τη γνώμη μου είναι, εφόσον δεν παραμορφώνει πραγματικά περιστατικά, δεν αλλοιώνει τα ιστορικά στοιχεία και διευκρινίζει με απόλυτη σαφήνεια πότε εκφέρει υποκειμενικές κρίσεις. Σε γενικές γραμμές, οι προϋποθέσεις αυτές μάλλον συντρέχουν στην περίπτωση του βιβλίου του Ρίχτερ (λ.χ. οι επίμαχες απόψεις του παρατίθενται σε χωριστό κεφάλαιο, αφού έχουν εκτεθεί τα γεγονότα). Σε παλαιότερη συνέντευξή του (πριν την έκδοση του βιβλίου για τη Μάχη της Κρήτης), ο Ρίχτερ είχε δηλώσει τα εξής: «Καθόσον με αφορά, παρουσιάζω τα ιστορικά γεγονότα και κατόπιν προσπαθώ να τα ερμηνεύσω. Αυτό που έχει πραγματικά μεγάλη σημασία είναι να παρουσιάσω τα γεγονότα με τέτοιο τρόπο ώστε όποιος τα διαβάσει να έχει τη δυνατότητα να καταλήξει σε συμπεράσματα που ίσως να είναι διαφορετικά από τα δικά μου. Και φυσικά, δεν πρέπει να μας διαφεύγει ένα πράγμα. Δεν υπάρχει μία και μοναδική ιστορική αλήθεια. Αυτή αποτελεί το άθροισμα όλων των αληθινών ιστοριών». Το βιβλίο του απευθύνεται στον στοιχειωδώς πεπαιδευμένο αναγνώστη ιστορικών συγγραμμάτων, ο οποίος μπορεί να φιλτράρει τις απόψεις του ιστορικού, διαχωρίζοντάς τες από τα στοιχεία και κρίνοντας αν θα τις αποδεχθεί ή θα τις απορρίψει.

Τούτου δοθέντος, η υπό κρίση άποψη του Γερμανού ιστορικού δεν είναι δυνατόν να με βρεί σύμφωνο. Όποια κι αν είναι η μορφή αντίστασης σε έναν εισβολέα δεν είναι δυνατόν να δικαιολογήσει τα αντίποινα του δεύτερου που πληρούν τον ορισμό του εγκλήματος πολέμου. Η προσωπική διαφωνία μου, όμως, δεν θα με οδηγήσει σε συνολική απόρριψη του έργου του ιστορικού ούτε στη διατύπωση κατηγοριών (εντός κι εκτός εισαγωγικών).

Είναι θεμιτή η απόφαση του Πανεπιστημίου Κρήτης να τιμήσει έναν ιστορικό με απόψεις αμφιλεγόμενες για αρκετούς: Δεν ξέρω αν μου πέφτει λόγος κι άλλωστε, για λόγους αρχής, τάσσομαι υπέρ της αυτονομίας των ανώτατων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων. Υπενθυμίζω, πάντως, ότι η Ελληνική Δημοκρατία είχε ήδη τιμήσει τον Χ. Α. Ρίχτερ, απονέμοντάς του, το 2000, τον Χρυσό Σταυρό του Τάγματος του Φοίνικα.

Είναι θεμιτές οι αντιδράσεις των Κρητικών που αισθάνονται προσβεβλημένοι από τις απόψεις του Γερμανού ιστορικού; Νομίζω πως ναι (ακόμη κι αν θεωρώ υπερβολικό τον τρόπο εκδήλωσής τους). Εφόσον έτσι έκριναν, έχουν κάθε δικαίωμα να εκφράσουν τη διαφωνία τους (εντός λογικών ορίων). Εξακολουθώ πάντως να πιστεύω ότι οι διαφωνία επί ιστορικών θεμάτων πρέπει να εκφράζεται με διαφορετικό τρόπο.

Τι θεωρώ αθέμιτο σε όλη αυτήν την ιστορία; Τις παρεκτροπές κάποιων δήθεν υπερασπιστών του ιστορικού. Μιλώ για εκείνους που δίχως καθόλου αναστολές εξέφρασαν ένα χυδαίο ρατσισμό σε βάρος συλλήβδην των Κρητικών, λατρεύοντας τα πιο απεχθή στερεότυπα και αναγορεύοντας τη συλλογική ευθύνη ως μέτρο υπέρτατης κρίσης. Συνοδεύοντας τις «απόψεις» τους αυτές με θεωρίες περί μάταιου κι επιζήμιου χαρακτήρα της οποιασδήποτε αντίστασης στον κατακτητή δεν υπονόμευσαν μόνο τον υποτιθέμενο στόχο τους, αλλά κι απέδειξαν ότι αδυνατούν να κατανοήσουν θεμελιώδεις αρχές της ηθικής και, φυσικότατα, της Ιστορίας.

Να ελπίσουμε, άραγε, ότι την επόμενη φορά που θα ανακύψει διαμάχη σχετικά με κάποιο σύγγραμμα Ιστορίας θα υπάρξει περισσότερη ψυχραιμία και λογική;

Γράμματα από το Μέτωπο

Lettres de la wehrmacht«[Υπάρχει] βεβαίως μια σημαντική διαφορά μεταξύ του αυτουργού και του θύματος του εγκλήματος. Για τον αυτουργό, το έγκλημα είναι ένα στοιχείο της Ιστορίας και όχι η κύρια πλοκή της. Για το θύμα, το έγκλημα είναι η ίδια η Ιστορία.» (Τίμοθυ Σνάυντερ, πρόλογος στο « Lettres de la Wehrmacht » της Μαρί Μουτιέ, σελ. 8)

Στο βιβλίο της «Επιστολές της Βέρμαχτ» που κυκλοφόρησε τον περασμένο Σεπτέμβριο, η νεαρή Γαλλίδα ιστορικός Μαρί Μουτιέ παραθέτει και σχολιάζει περισσότερες από εκατό επιστολές που έγραψαν Γερμανοί στρατιώτες, υπαξιωματικοί και αξιωματικοί (σχεδόν σε όλες τις περιπτώσεις προερχόμενοι εξ εφέδρων) κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Οι επιστολές προέρχονται από το αρχείο του Μουσείου Επικοινωνιών στο Βερολίνο. Αυτές που επελέγησαν να δημοσιευθούν καλύπτουν ολόκληρη τη χρονική διάρκεια κι όλα τα μέτωπα του πολέμου. Παρουσιάζονται με χρονολογική σειρά, σε τρία μέρη που αντιστοιχούν στις κύριες φάσεις του Β΄ ΠΠ: 1939-1941, δηλαδή την εποχή των θριάμβων της Βέρμαχτ, 1942-1943, όταν η πολεμική σύγκρουση φτάνει στον παροξυσμό της, και 1944-1945, εποχή της υποχώρησης και της τελικής ήττας. Σε κάποιες περιπτώσεις, περιλαμβάνονται περισσότερες της μίας επιστολές του ίδιου στρατιώτη, στοιχείο που παρέχει στον αναγνώστη τη δυνατότητα να παρακολουθήσει τις ψυχολογικές μεταπτώσεις του επιστολογράφου αναλόγως της εξέλιξης του πολέμου.

Τα γράμματα αυτά δεν έχουν ιδιαίτερες λογοτεχνικές ή φιλοσοφικές αξιώσεις. Οι στρατιώτες της Βέρμαχτ απευθύνονται στα προσφιλή τους πρόσωπα (τις γυναίκες και τα παιδιά τους, τους γονείς και τ’ αδέλφια τους). Γράφουν συνήθως για το φαγητό και τις συνθήκες διαβίωσης, ρωτούν για τα προβλήματα που απασχολούν τους οικείους τους στην καθημερινότητά τους. Ο ίδιος ο πόλεμος εμφανίζεται στις επιστολές με όσο πιο διακριτικό τρόπο γίνεται: οι άνδρες της Βέρμαχτ δεν θέλουν σε καμιά περίπτωση να επιτείνουν την ανησυχία των αγαπημένων τους. Από όλες αυτές τις απόψεις, οι επιστολές καταδεικνύουν το απολύτως ανθρώπινο πρόσωπο των ανδρών που διεξήγαγαν τον πιο φονικό πόλεμο της Ιστορίας.

Οι ελληνικές επιστολές: Τρεις από τις επιστολές παρουσιάζουν ελληνικό ενδιαφέρον. Η επιστολή της 12ης Μαΐου 1941 γράφτηκε στο Λουτράκι από έναν αλεξιπτωτιστή 22 ετών (κεφ. 19, Ένας αλεξιπτωτιστής στην Ελλάδα, σελ. 107-108). Η κύρια έγνοια του είναι ο ανεφοδιασμός κι η εξεύρεση τροφής. Κατά τα λοιπά, αναρωτιέται με κάποια δόση ειρωνίας «πού πρόκειται να προσγειωθούμε στη συνέχεια, ανάμεσα στους Ινδούς ή στους Ζουλού;… Αφού κατακτήσουμε τον Νότιο Πόλο, θα χρειαστεί να πολεμήσουμε και για τον Βόρειο!». Οκτώ ημέρες αργότερα, ο αλεξιπτωτιστής Χουμπέρτους Γκ, της 7ης Μεραρχίας θα σκοτωθεί στη Μάχη της Κρήτης.

Γερμανοί αλεξιπτωτιστές στην Κρήτη, Μάιος του 1941. Πηγή: Bundesarchiv, Bild 141-0864 / CC-BY-SA

Γερμανοί αλεξιπτωτιστές στην Κρήτη, Μάιος του 1941. Πηγή: Bundesarchiv, Bild 141-0864 / CC-BY-SA

Οι άλλες δύο «ελληνικές» επιστολές ανήκουν στον Καρλ Κ., διδάκτορα φιλοσοφίας από το Μεκλεμβούργο, ο οποίος εργαζόταν ως καθηγητής σε λύκειο (κεφ. 27, Πύρρειος νίκη, σελ. 129-132/ κεφ. 41, Ελληνικά κεράσια, σελ. 177-178). Υπηρετεί σε μονάδα αντιαεροπορικής άμυνας της Λουφτβάφφε και με την ιδιότητα αυτή βρίσκεται στην Κρήτη αμέσως μετά την κατάληψή της από τους Γερμανούς. Το μεγαλύτερο μέρος της πρώτης επιστολής, η οποία γράφτηκε στις 21 Αυγούστου 1941 κι απευθύνεται στη μητέρα του συγγραφέα, είναι αφιερωμένο στους συντρόφους που έπεσαν στη μάχη και στη σθεναρή αντίσταση που προβάλλουν οι Κρητικοί αντάρτες. Οι εκτελέσεις ως αντίποινα παρουσιάζονται με απόλυτη φυσικότητα ως η δέουσα απάντηση, Ωστόσο, ο Καρλ Κ. αφήνει να φανούν και τα πιο λόγια ενδιαφέροντά του: επισημαίνει ότι για να πάει από το σχολείο που χρησιμοποιεί η μονάδα του ως στρατώνα στην πόλη του Ηρακλείου πρέπει να περάσει από το ενετικό φρούριο του λιμανιού. Και στη δεύτερη επιστολή του (16-18 Μαΐου 1942) μνημονεύει τις επισκέψεις του στους αρχαιολογικούς χώρους της Κνωσσού και της Φαιστού.

Βία κι εγκλήματα πολέμου: Η βία και τα εγκλήματα πολέμου εμφανίζονται μάλλον σπάνια στα γράμματα των στρατιωτών και δικαιολογούνται σχεδόν πάντα με τα στερεότυπα της ναζιστικής προπαγάνδας (οι «εκφυλισμένοι» Γάλλοι, οι «βρόμικοι καθυστερημένοι υπάνθρωποι» Σλάβοι, η «ιουδαιοπλουτοκρατία» κ.ο.κ.). Η σφαγή του Μπάμπι Γιαρ, οι χιλιάδες Εβραίοι και Ρώσοι εκτελεσμένοι μνημονεύονται απλώς ως αριθμοί, ως αναγκαία θύματα για την επικράτηση της Νέας Τάξης. Στην καλύτερη των περιπτώσεων κάποιος στρατιώτης μπορεί να εκφράσει θεωρητικά τη συμπάθειά του για τα βάσανα του Άλλου, αλλά αυτή η συμπάθεια δεν μπορεί να μεταφραστεί σε πράξεις, μια και το καθήκον επιτάσσει διαφορετικά.

Ενδεικτική της τελευταίας κατηγορίας είναι η επιστολή του Κουρτ Χ., γεννημένου στο Βερολίνο το 1903 και κοσμηματοπώλη εν καιρώ ειρήνης (κεφ. 37, Ο Δεσμοφύλακας, 20 Μαρτίου 1942, σελ. 163-166). Ο Κουρτ Χ. υπηρετεί στο 303ο Τάγμα Πεζικού: βρίσκεται στο Κόβελ της βορειοδυτικής Ουκρανίας και η αποστολή του είναι να φρουρεί Σοβιετικούς αιχμαλώτους πολέμου. Το γράμμα του είναι, κατά το μεγαλύτερο μέρος, μια ερωτική εξομολόγηση προς τη γυναίκα του Κουρτ, την Ντίτα: ξεκινά με εντελώς ρομαντικό ύφος («Τ’ αστέρια λάμπουν! Διάλεξα το πιο ωραίο, εσένα!») για να εξελιχθεί σε προτάσεις σεξουαλικού περιεχομένου και να ολοκληρωθεί με μια πραγματεία περί συζυγικής πίστης κι απιστίας, διανθισμένη με παραδείγματα. Πιο πριν, όμως, ο Κουρτ Χ. έχει μιλήσει για τα μαρτύρια των αιχμαλώτων κι έχει εγκωμιάσει την αφοσίωση των γυναικών τους, οι οποίες δεν διστάζουν να διανύσουν με τα πόδια τα 500 χιλιόμετρα που χωρίζουν το Κόβελ από το Κίεβο, μέσα στο χιόνι, το πολικό ψύχος, το σκοτάδι και τους κινδύνους του πολέμου, μόνο και μόνο για να δουν μήπως ο άντρας τους βρίσκεται μεταξύ των αιχμαλώτων, πολλές φορές μάταια, κάποιες άλλες δίχως να έχουν καν τη δυνατότητα να του μιλήσουν έστω και για δυο λεπτά!  Ο δεσμοφύλακας νιώθει συμπόνια, αλλά το καθήκον δεν του επιτρέπει να κάνει κάτι. Και το καθήκον δεν είναι δυνατό να τεθεί υπό αμφισβήτηση.

Γερμανοί στρατιώτους προχωρούν στη ρωσική στέπα, πιθανότατα προς το Σταλινγκράντ (Αύγουστος ή Σεπτέμβριος 1942). Πηγή: Bundesarchiv, Bild 101I-217-0465-32A / Klintzsch / CC-BY-SA

Γερμανοί στρατιώτες προχωρούν στη ρωσική στέπα, πιθανότατα προς το Σταλινγκράντ (Αύγουστος ή Σεπτέμβριος 1942). Πηγή: Bundesarchiv, Bild 101I-217-0465-32A / Klintzsch / CC-BY-SA

Αμφισβήτηση: Όποιος αναζητήσει στις επιστολές αυτές στοιχεία αμφισβήτησης του ναζιστικού συστήματος αξιών και του «δίκαιου» χαρακτήρα του πολέμου που διεξάγει η Γερμανία θα απογοητευθεί. Ακόμη και τα γράμματα των τελευταίων μηνών του πολέμου, που αποπνέουν αναμφίβολα μια μοιρολατρική αποδοχή της συντριβής, δεν εκφράζουν κάποια αμφισβήτηση. Στην πραγματικότητα, η μεγάλη πλειονότητα των επιστολών είναι σύμφωνη με το ιδεώδες πρότυπο του γενναίου στρατιώτη που πάνω απ’ όλα βάζει το καθήκον του προς την πατρίδα. Οι λιγοστές που αποκλίνουν από το πρότυπο αυτό εκφράζουν είτε δυσκολίες προσαρμογής (κάποιος νέος από αριστοκρατική οικογένεια νιώθει να πνίγεται ανάμεσα σε παιδιά λαϊκότερων τάξεων που αδυνατούν να εκτιμήσουν τα ενδιαφέροντά του για τα γράμματα και τις τέχνες) είτε τον προσωπικό φόβο κάποιου για τη ζωή του (χαρακτηριστικό το παράδειγμα ενός στρατιώτη που τελικά λιποτακτεί στους Αμερικανούς ενώ υπηρετεί στην Ιταλία).

Ζωή και πεπρωμένο: Ποιο είναι τελικά το στοιχείο που καθιστά ορισμένες επιστολές πραγματικά συγκλονιστικές; Μα, φυσικά, η συγκυρία και το ιστορικό πλαίσιο στο οποίο αυτές εντάσσονται. Το γεγονός ότι κάποιες από αυτές είναι και οι τελευταίες του επιστολογράφου, όπως εκείνη που υπαγορεύει ο βαριά τραυματίας στη μητέρα ενός άλλου τραυματισμένου συντρόφου του σ’ ένα στρατιωτικό νοσοκομείο του Τορν, λίγες μέρες πριν πεθάνει. Πρωτίστως, η αποδοχή του πεπρωμένου, του ενδεχόμενου του θανάτου.

Κάποιες φορές, η στάση αυτή συνοδεύεται από ηρωικές δηλώσεις, από τη διατράνωση της πίστης στα εθνικά ιδεώδη. Όπως ακριβώς στην επιστολή που γράφει την Πρωτοχρονιά του 1945, κάπου στην Τσεχοσλοβακία, ο Άντολφ Ντ. από το Αννόβερο στη γυναίκα του, ενώ το σπίτι τους έχει καταστραφεί από τους συμμαχικούς βομβαρδισμούς (κεφ. 89, Πρωτοχρονιά 1945, σελ. 303-306):

«Όταν θα ξαναβρεθώ κοντά σας, θα τα ξαναχτίσουμε όλα μαζί… Αν πάλι η μοίρα δεν το θελήσει να ξαναγυρίσω, μη με θρηνήσεις, θα έχω δώσει τη ζωή μου για σένα και τα παιδιά, για να μπορέσουν αυτά να μεγαλώσουν σ’ ένα καλύτερο κόσμο κι εσύ να τα συνοδέψεις σ’ ένα λαμπρότερο μέλλον. Οργάνωσε το σπίτι μας σαν να βρίσκομαι πάντα δίπλα σας. Θέλω να συνεχίσετε να ζείτε ευτυχισμένοι και δίχως εμένα…» [ο Άντολφ Ντ. αιχμαλωτίστηκε από τους Αμερικανούς λίγο πριν το τέλος του πολέμου κι είχε την τύχη να επιστρέψει στην οικογένειά του μετά από λίγες μόνο ημέρες αιχμαλωσίας].

Μάρτιος 1944, γερμανικές μονάδες τεθωρακισμένων προχωρούν για να ενισχύσουν τον θύλακο του Κορσούν. Πηγή: Bundesarchiv, Bild 101I-090-3913-24 / Etzhold / CC-BY-SA

Μάρτιος 1944, γερμανικές μονάδες τεθωρακισμένων προχωρούν για να ενισχύσουν τον θύλακο του Κορσούν. Πηγή: Bundesarchiv, Bild 101I-090-3913-24 / Etzhold / CC-BY-SA

Σε άλλες περιπτώσεις όμως, κι αυτό είναι ακόμη πιο τραγικό, ο στρατιώτης που έχει συμβιβαστεί με την ιδέα του θανάτου προσπαθεί να πείσει την οικογένειά του ότι όλα πηγαίνουν καλά, σχεδόν σαν να απουσιάζει απλώς σε κάποιο επαγγελματικό ταξίδι. Χαρακτηριστικά είναι τα τελευταία γράμματα του Αλόις Σ. από το Ζάαρ στη γυναίκα του, ενώ ο στρατιώτης υπηρετεί στο Ανατολικό Μέτωπο, τον Νοέμβριο του 1942 (κεφ. 54, Τα Σκοτάδια, σελ 209-211).

«Ανατολικό Μέτωπο, 25 Νοεμβρίου 1942

Γλυκιά, μικρή μου Φρίντα!

Μια και δεν έχω πολύ χρόνο στη διάθεσή μου για να σου γράψω γράμμα, αλλά δεν θέλω και να σε κάνω να περιμένεις, σου στέλνω αυτήν την καρτούλα.Είμαι πάντα καλά, το ίδιο ελπίζω και για σας στο σπίτι! Σε φιλώ! Πολλά φιλιά και στα παιδιά μας!

Ο Αλόις σου, ο μπαμπάς σας».

Την ίδια μέρα, ο Κόκκινος Στρατός εξαπολύει μια φοβερή αντεπίθεση κατά των γερμανικών δυνάμεων του θυλάκου του Ρζέφ. Ο Αλόις Σ. πέφτει στο πεδίο της μάχης λίγες ώρες αφότου διαβεβαίωνε τη γυναίκα και τα παιδιά του ότι όλα πήγαιναν καλά…

Η ιστορικός επισημαίνει ότι αυτοί, οι τόσο ανθρώπινοι και τρυφεροί στρατιώτες, ήταν ακριβώς εκείνοι που «διέπραξαν το ανεπανόρθωτο». Η οικειότητα που δημιουργεί η ανάγνωση των επιστολών αυτών αποτελεί ευκαιρία περισυλλογής σχετικά με τον ανθρώπινο χαρακτήρα και τον διαρκή κίνδυνο επανάληψης μιας δολοφονικής επιχείρησης τέτοιου μεγέθους. «Ο πόλεμος, κατά μείζονα λόγο ο πιο φρικαλέος δυνατός, δεν είναι υπόθεση γραφειοκρατικών μηχανών. Ήταν, είναι και θα είναι υπόθεση ανθρώπων» (σελ. 40).

[Marie MOUTIER, avec la participation de Fanny CHASSAIN-PICHON, préface de Timothy SNYDER «Lettres de la Wehrmacht», Perrin, Παρίσι 2014, 338 σελ.]

Μέσα από τη νύχτα

Το Κίεβο κατά τον Β΄ ΠΠ

Το Κίεβο κατά τον Β΄ ΠΠ

Από τις αρχές Αυγούστου του 1941 ο Χίτλερ είχε αποφασίσει να δοθεί προτεραιότητα στην προέλαση στην Ουκρανία, καθυστερώντας το σχέδιο επίθεσης κατά της Μόσχας. Μεταξύ κακής οργάνωσης και πανικού, ο Κόκκινος Στρατός υποχωρούσε στα περισσότερα σημεία του μετώπου. Στις αρχές του Σεπτέμβρη το Κίεβο δεν ήταν παρά το άκρο ενός ιδιαίτερα επιμήκους σοβιετικού θυλάκου ο οποίος μέρα με τη μέρα συρρικνωνόταν δραματικά, μια και τόσο στο βορρά όσο και στο νότο οι γερμανικές δυνάμεις είχαν ήδη προχωρήσει κατά πολύ ανατολικότερα της ουκρανικής πρωτεύουσας.

Η σοβιετική ηγεσία δεν ήταν βέβαιη για τη στρατηγική που έπρεπε να ακολουθήσει. Ο Στάλιν δεν ήθελε καν να ακούσει για υποχώρηση. Ο γενικός γραμματέας του ΚΚ Ουκρανίας Νικήτα Χρουστσόφ είχε καταβάλει κάθε δυνατή προσπάθεια για να τονώσει το πατριωτικό φρόνημα των κατοίκων του Κιέβου. Η πόλη, όμως, παρουσίαζε κάποιες ιδιαιτερότητες που προκαλούσαν στη Μόσχα αμφιβολίες για την πίστη των κατοίκων στο σοβιετικό καθεστώς σε περίπτωση ιδιαιτέρως αντίξοων συνθηκών. Πράγματι, κατά την ταραγμένη διετία 1918-1920, μεταξύ του τέλους του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου και του ρωσικού εμφυλίου, το Κίεβο είχε αλλάξει χέρια 16 φορές! Αρχικά την πόλη κατέλαβαν οι Γερμανοί και οι Αυστριακοί. Φεύγοντας, εγκατέστησαν μια «ανεξάρτητη ουκρανική κυβέρνηση» ανδρεικέλων με επικεφαλής τον Πάβλο Σκοροπάντσκι, ο οποίος είχε αυτοανακηρυχθεί «Μέγας Αταμάνος των Κοζάκων». Ακολούθησαν οι Ουκρανοί εθνικιστές του Πετλιούρα, οι Μπολσεβίκοι, οι Λευκοί και πάλι οι Μπολσεβίκοι, ενώ ενδιάμεσα είχε κάνει ένα σύντομο πέρασμα από το Κίεβο κι ο πολωνικός στρατός του Πιουσούντσκι. Οι μεγαλύτεροι θυμούνταν ότι, από όλους αυτούς, οι Γερμανοί κι οι Αυστριακοί δεν ήταν οι χειρότεροι.

Μ. Π. Κιρπανός

Μ. Π. Κιρπανός

Καθώς ολοκληρωνόταν το πρώτο δεκαήμερο του Σεπτέμβρη ο Χρουστσόφ, ο διοικητής του Νοτιοδυτικού Άξονα Σιμιόν Μιχάιλαβιτς Μπουντιόννι κι ο υπεύθυνος για την υπεράσπιση του Κιέβου διοικητής του Νοτιοδυτικού Μετώπου Μιχαήλ Πιτρόβιτς Κιρπανός * αντιλήφθηκαν τον τρομερό κίνδυνο: ήταν πλέον εξαιρετικά πιθανό οι υπερασπιστές της πόλης να περικυκλωθούν από τις γερμανικές δυνάμεις! Λαμβάνοντας υπόψη την αδυναμία ουσιαστικής ενίσχυσής τους, ζήτησαν από τον Στάλιν την άδεια να εκκενώσουν το Κίεβο. Ο σοβιετικός ηγέτης αρνήθηκε επανειλημμένα. Απάλλαξε μάλιστα τον Μπουντιόννι από τα καθήκοντά του, αντικαθιστώντας τον με τον Σεμιόν Τιμοσένκο.

Καθώς η κατάσταση γινόταν όλο και χειρότερη Χρουστσόφ και Κιρπανός συνέχιζαν να ικετεύουν να τους επιτραπεί η εκκένωση του Κιέβου. Ο γερμανικός κλοιός έσφιγγε ολοένα και περισσότερο. Η άδεια δόθηκε από τον Μπαρίς Σάπόσνικαφ, αρχηγό του γενικού επιτελείου, μόλις λίγο πριν το μεσημέρι της 17ης Σεπτεμβρίου. Οι γερμανικές δυνάμεις είχαν ήδη περικυκλώσει ουσιαστικά εκείνες του Κόκκινου Στρατού. Τέσσερις σοβιετικές στρατιές βρίσκονταν μέσα στην παγίδα, ανάμεσά τους κι η 37η που υπερασπιζόταν το Κίεβο.

Τα σοβιετικά στρατεύματα προσπάθησαν απεγνωσμένα να σπάσουν τον εχθρικό κλοιό. Λίγοι, πολύ λίγοι ήταν εκείνοι που το κατόρθωσαν. Οι ναζιστικές δυνάμεις αιχμαλώτισαν ασύλληπτο αριθμό σοβιετικών στρατιωτών. Η Βέρμαχτ ισχυριζόταν ότι αιχμαλώτισε περισσότερους από 650.000 στρατιώτες. Η σοβιετική ηγεσία διατεινόταν ότι ο αριθμός των αιχμαλώτων δεν ξεπερνούσε τις 175.000. Η αλήθεια πρέπει να βρισκόταν κάπου στη μέση, ίσως πιο κοντά στους γερμανικούς ισχυρισμούς. Το ίδιο το Κίεβο έπεφτε στα χέρια των ναζί στις 19 Σεπτεμβρίου.

Λ. Ν. Ραμπινόβιτς (Λ. Βαλίνσκι)

Λ. Ν. Ραμπινόβιτς (Λ. Βαλίνσκι)

Ήταν η αρχή πολλών τραγωδιών. Μία από αυτές ήταν εκείνη των σοβιετικών αιχμαλώτων πολέμου. Την ιστορία τους τη διηγήθηκε με τον πιο παραστατικό και δραματικό τρόπο ο συγγραφέας και καλλιτέχνης Λιανίντ Ναούμαβιτς Ραμπινόβιτς, γνωστότερος με το ψευδώνυμο Λιανίντ Βαλίνσκι, στο διήγημά του «Μέσα από τη νύχτα» («Сквозь Ночь»), που δημοσιεύθηκε το 1963. Το διήγημα παρουσιάζεται ως μυθοπλασία, ωστόσο είναι βασισμένο στην προσωπική εμπειρία του συγγραφέα ο οποίος αιχμαλωτίστηκε από τους Γερμανούς, αλλά τελικά κατάφερε να αποδράσει.

Η αφήγηση ξεκινά στις 17 Σεπτεμβρίου 1941 σε κάποιο χωριό της Ουκρανίας, ενώ οι Γερμανοί έχουν σχεδόν περικυκλώσει τους Ρώσους.

Εξώφυλλο του "Μέσα από τη Νύχτα"

Εξώφυλλο του «Μέσα από τη Νύχτα»

«Μετά από αρκετά χρόνια διάβασα το βιβλίο του Γερμανού στρατηγού φον Τίππελσκιρχ: η άποψή του ήταν ότι η περικύκλωση των στρατευμάτων μας ανατολικά του Κιέβου απαίτησε τη συμμετοχή σημαντικών γερμανικών δυνάμεων και ουσιαστικά κατέστρεψε τα σχέδια του Χίτλερ, καθυστερώντας την επίθεση κατά της Μόσχας.

Εμείς, όμως, δεν γνωρίζαμε τίποτε. Οι νύχτες εκείνες, όταν εκατοντάδες χιλιάδες άνδρες προσπάθησαν να διασπάσουν τον γερμανικό κλοιό, αναζητώντας τον δρόμο τους μέσα από δάση και έλη κάτω από βροχή γερμανικών βομβών κι οβίδων… όλα αυτά δεν ήταν παρά μια τεράστια κι ανεξήγητη τραγωδία.

Τη νύχτα της 17ης Σεπτεμβρίου περιπλανιόμουν… είδα στον δρόμο χιλιάδες οχήματα να καίγονται. Δεν έπρεπε να τα βρουν οι Γερμανοί. Διέκρινα μια ομάδα δέκα περίπου ανώτερων κι ανώτατων αξιωματικών που κατευθύνονταν προς τη Λόχβιτσα, πιστεύοντας ότι εκεί ο δρόμος ήταν ακόμη ελεύθερος. Ανάμεσά τους αναγνώρισα τον διοικητή του Μετώπου, τον στρατηγό Κιρπανός.

Μόνο μετά από χρόνια έμαθα ότι εκείνη τη νύχτα (ή ίσως την επόμενη) είχε αυτοκτονήσει, αφού πρώτα αρνήθηκε να επιβιβαστεί στο αεροσκάφος που του είχαν στείλει με μεγάλη δυσκολία από τη Μόσχα… Μαζί του σκοτώθηκε κι ο Μιχαήλ Μπουρμίστενκο, το πολιτικό μέλος της Επιτροπής του Πολέμου, που πριν από τον πόλεμο ήταν δεύτερος γραμματέας του ΚΚ Ουκρανίας….

Το επόμενο πρωί, μαζί με άλλους τρεις συντρόφους είδαμε γερμανικά τεθωρακισμένα. Κρυφτήκαμε σ’ ένα χαντάκι. Οι Γερμανοί μας εντόπισαν κι άρχισαν να μας πυροβολούν με πολυβόλο. Ένας από μας σκοτώθηκε, οι υπόλοιποι παραδοθήκαμε. Ένας Γερμανός στρατιώτης που στην όψη έδειχνε εντάξει άνθρωπος, συμπαθητικός θα έλεγε κανείς, μας χαστούκισε και μας διέταξε να αδειάσουμε τις τσέπες μας. Μας ανάγκασαν να προχωρήσουμε τρέχοντας, ενώ μας ακολουθούσε ένα τεθωρακισμένο, μέχρι που φτάσαμε σε κάποιο χωριό που λεγόταν Κοβαλί. Στο τέλος της ημέρας είχαν συγκεντρωθεί εκεί δέκα χιλιάδες αιχμάλωτοι.

Την επομένη μας πρόσταξαν να παραταχθούμε. «Οι κομμισσάριοι, οι [υπόλοιποι] κομμουνιστές και οι Εβραίοι» διατάχθηκαν να παρουσιαστούν. Μόλις είχαν φτάσει δεκαπέντε άντρες των Ες Ες με μαύρες στολές και μια νεκροκεφαλή στα κασκέτα τους. Κάπου τριακόσιοι από μας προχώρησαν. Τους διέταξαν να μείνουν γυμνοί από τη μέση και πάνω και να παραταχθούν στην πλατεία. Τότε ο διερμηνέας των Γερμανών, που η έντονη προφορά του πρόδιδε ότι καταγόταν από τη Γαλικία, άρχισε να ουρλιάζει ότι δεν μπορεί να ήταν μόνο αυτοί, κρύβονταν κι άλλοι ανάμεσά μας. Σε όποιον κατέδιδε κάποιον κομμουνιστή, κομμισσάριο ή Εβραίο, υποσχέθηκε ότι θα μπορούσε να πάρει τα ρούχα και τα προσωπικά αντικείμενα του θύματος…. Αναμεσα σε δέκα χιλιάδες άνδρες πάντα βρίσκεται μια ντουζίνα ανθρώπων αυτού του είδους. Το ποσοστό δεν είναι μεγάλο, αλλά υπάρχει… Πάντα θα υπάρχουν άνθρωποι αυτού του είδους.

Τελικά, εκτελέσθηκαν κάπου τετρακόσιοι άνθρωποι, ανά ομάδες των δέκα, αφού πρώτα υποχρεώθηκαν να σκάψουν οι ίδιοι τους τάφους τους.

Οκτώβριος 1941: Σοβιετικοί αιχμάλωτοι στο Μάουτχάουζεν - Bundesarchiv, Bild 192-100 / CC-BY-SA

Οκτώβριος 1941: Σοβιετικοί αιχμάλωτοι στο Μάουτχάουζεν – Bundesarchiv, Bild 192-100 / CC-BY-SA

Τους υπόλοιπους μας οδήγησαν σε ένα στρατόπεδο, έπειτα σε κάποιο άλλο… οι Γερμανοί στρατιώτες, άντρες που έδειχναν να είναι εντάξει άνθρωποι, ποιος ξέρει ίσως να ήταν κι εργάτες, σκότωναν χωρίς δεύτερη σκέψη όποιον καθυστερούσε στην πορεία ή κατέρρεε από την εξάντληση…»

Η μοίρα των Σοβιετικών αιχμαλώτων ήταν το κρύο, η πείνα, οι αρρώστιες, οι συνεχείς ταπεινώσεις, η απώλεια κάθε ίχνους ανθρώπινης αξιοπρέπειας και, τελικά, για τη συντριπτική πλειονότητά τους, ο θάνατος.

[πηγή: Alexander Werth (Александр Верт) «Russia At War, 1941-1945«, Barrie & Rockliff, Λονδίνο, 1964/ γαλλική έκδοση: « La Russie en guerre », t. 1 « La patrie en danger, 1941-1942 », τελευταία αναθεωρημένη έκδοση, Tallandier, σειρά Texto, Παρίσι, 2012, σελ. 287 επ., ειδ. 295-296]

* Με βάση την οργάνωση του Κόκκινου Στρατού εκείνη την εποχή (λίγο αργότερα εγκαταλείφθηκε), οι Άξονες αποτελούσαν το αντίστοιχο των τριών γερμανικών Ομάδων Στρατιών. Κάθε άξονας περιελάμβανε περισσότερα Μέτωπα.