Προσωπικά δεδομένα…

Φραντς Κόνραντ φον Χέτσεντορφ, πορτραίτο φιλοτεχνημένο από τον Χέρμανν Τόργκλερ, 1915

Φραντς Κόνραντ φον Χέτσεντορφ, πορτραίτο φιλοτεχνημένο από τον Χέρμανν Τόργκλερ, 1915

Οι μεγάλες μεταβολές είναι έργο σχεδόν αόρατων δυνάμεων, συλλογικών κι απρόσωπων, που επενεργούν υπόγεια στις ανθρώπινες κοινωνίες σε βάθος χρόνου. Σε κάποιες περιπτώσεις, όμως, όταν επιχειρείται να εξηγηθούν συγκεκριμένα ιστορικά γεγονότα, η προσωπικότητα των πρωταγωνιστών τους είναι πάντα άξια προσοχής.

Στο δαιδαλώδες πλέγμα των πολλαπλών κέντρων εξουσίας της Αυστροουγγρικής Αυτοκρατορίας, εκεί κάπου στις αρχές του 20ού αιώνα, η φιλοπόλεμη σκληρή γραμμή ενσαρκωνόταν κυρίως από έναν άνθρωπο: τον Φραγκίσκο Ξαβέριο Ιωσήφ Κορράδο βαρόνο του Χέτσεντορφ (Franz Xaver Josef Conrad von Hötzendorf), αρχηγό του Γενικού Επιτελείου Ενόπλων Δυνάμεων της αυτοκρατορίας.

Γόνος αριστοκρατικής οικογένειας στρατιωτικών, ο φον Χέτσεντορφ γεννήθηκε το 1852 στο Πέντσινγκ, ένα προάστιο της Βιέννης. Ακολούθησε κι εκείνος στρατιωτική σταδιοδρομία και διακρίθηκε τόσο ως διοικητής μονάδων όσο και ως καθηγητής στρατιωτικών σχολών και θεωρητικός της τακτικής και της στρατηγικής, φτάνοντας, το 1902, στον βαθμό του στρατάρχη. Το 1886 είχε νυμφευθεί την κατά οκτώ χρόνια νεότερή του Βιλελμίνη λε Μπω, με την οποία απέκτησε τέσσερις γιους.

Ο φον Χέτσεντορφ θα μπορούσε να χαρακτηριστεί φυσιογνωμία εξαιρετικά ενδιαφέρουσα ή παράξενη (πράγμα που τελικά ίσως και να είναι το ίδιο). Η ψυχική ισορροπία του ήταν ιδιαίτερα εύθραυστη. Μετά τον πρόωρο θάνατο της συζύγου του, το 1905, έπεσε σε βαθιά κατάθλιψη. Έφτασε μέχρι του σημείου να σκέφτεται μήπως θα ήταν καλύτερο να παραιτηθεί από τη θέση του στο στράτευμα. Η συνηθέστερη διαφυγή του από τη θλίψη ήταν οι συχνές εκδρομές του στα βουνά: περνούσε ώρες ολόκληρες σχεδιάζοντας απότομες δασωμένες πλαγιές. Ο διορισμός του το 1906 στη θέση του αρχηγού του Γενικού Επιτελείου θα πρέπει να έδωσε, προσωρινά έστω, τέλος στις αμφιβολίες του.

Βιργινία φον Ράινινγκχάους

Βιργινία φον Ράινινγκχάους

Κι έπειτα… ήρθε ο έρωτας. Το 1907, σε κάποια δεξίωση, γνώρισε τη Βιργινία (Τζίνα) φον Ράινινγκχάους, σύζυγο ενός Βιεννέζου βιομηχάνου. Την επομένη την επισκεπτόταν στην έπαυλή της: «Είμαι παράφωρα ερωτευμένος μαζί σας κι η μόνη σκέψη που έχω στο μυαλό μου είναι ότι πρέπει να γίνετε γυναίκα μου»! Η έκπληκτη Τζίνα προσπάθησε να του εξηγήσει ότι υπήρχε ένα ανυπέρβλητο εμπόδιο: ο επταπλός δεσμός με τον σύζυγό της και τα έξι παιδιά τους. Αυτό δεν ήταν αρκετό για να αποθαρρύνει τον πενηνταπεντάχρονο στρατιωτικό που ως θεωρητικός πίστευε ότι η επίθεση είναι ό,τι καλύτερο. Μια μέρα αργότερα, ένας υπασπιστής του επισκεπτόταν την φον Ράινινγκχάους για να τη συμβουλέψει ότι, δεδομένης της εύθραυστης ψυχικής υγείας του επιτελάρχη, καλό θα ήταν η κυρία βιομηχάνου να μην του στερήσει κάθε ελπίδα! Λίγες μέρες μετά, ο Κόνραντ φον Χέτσεντορφ επέστρεφε για να δηλώσει στην Τζίνα ότι αν τον απέρριπτε θα υπέβαλε την παραίτησή του από τη θέση του αρχηγού του γενικού επιτελείου και θα ιδιώτευε. Μπροστά στον ερωτικό εκβιασμό, βρέθηκε τελικά μια συμβιβαστική λύση: η Τζίνα θα συνέχιζε να ζει με τον άντρα της και τα παιδιά τους, αλλά με την πρώτη ευκαιρία θα είχε κατά νου τον φον Χέτσεντορφ.

Και η ευκαιρία δεν άργησε να εμφανισθεί. Ο κύριος φον Ράινινγκχάους, άλλωστε, είχε πολλές ερωμένες για να ξεχαστεί. Κι αν ήθελε να παρηγορηθεί δεν είχε παρά να δει τα νούμερα στις επικερδείς συμβάσεις προμήθειας των ενόπλων δυνάμεων τις οποίες του χάριζε η απιστία της συζύγου του.

hotzendorff1248575145_65Ο Κόνραντ φον Χέτσεντορφ είχε ανακαλύψει το νόημα της ζωής. Έγραφε στην αγαπημένη του ερωτικές επιστολές κάθε ημέρα. Επειδή όμως δεν μπορούσε να τις στείλει δίχως να θέσει σε κίνδυνο το μέλλον όχι μόνο δύο οικογενειών, αλλά κι ολόκληρης της αυτοκρατορίας, επέλεξε να τις συγκεντρώνει σε ένα ημερολόγιο το οποίο ονόμασε «Ημερολόγιο των μαρτυρίων μου». Από το 1907 έως το 1915 έγραψε στην Τζίνα περισσότερες από τρεις χιλιάδες επιστολές, κάποιες από τις οποίες ξεπερνούσαν τις εξήντα σελίδες. Κι ήταν τέτοια η ψύχωση με τον ερωτικό δεσμό του που όταν, χρόνια αργότερα, ανοίχτηκε το προσωπικό αρχείο του, βρέθηκαν πάμπολλα αποκόμματα εφημερίδων με διαφημίσεις για αντιρυτιδικές κρέμες κι αντρικά καλλυντικά.

Επειδή αυτό που είχε σημασία για τον φον Χέτσεντορφ ήταν ο παράνομος δεσμός του, εκείνος δεν είχε κανένα ενδοιασμό να υποστηρίζει ακραίες θέσεις στην επαγγελματική ζωή του. Σε καθένα από τα πολλά διπλωματικά ζητήματα που ταλάνιζαν την αυτοκρατορία ο φον Χέτσεντορφ έδινε πάντα την ίδια απάντηση: πόλεμος! Πόλεμος κατά του Βασιλείου της Σερβίας, πόλεμος κατά του Μαυροβουνίου, πόλεμος κατά της Ρουμανίας και της τσαρικής Ρωσίας, πόλεμος ακόμη κι εναντίον της τυπικά συμμάχου Ιταλίας. Ο αρχηγός του γενικού επιτελείου ήταν δαρβινιστής: πίστευε ότι τόσο οι ανθρώπινες κοινωνίες όσο και η διεθνής κοινότητα αποτελούν πεδίο συγκρούσεων από τις οποίες μόνον οι ισχυρότεροι μπορούν να επιβιώσουν.

Δεν ήταν κι ένθερμος οπαδός της δυαρχίας που είχε καθιερώσει ο αυτοκράτορας Φραγκίσκος Ιωσήφ. Οι Ούγγροι τού προκαλούσαν έντονη δυσπιστία. Δεν είναι λοιπόν τυχαίο που είχε εγκάρδιες σχέσεις με τον αρχιδούκα Φραγκίσκο Φερδινάνδο, πρίγκιπα διάδοχο της αυτοκρατορίας. Ούτε ότι ο Υπουργός Εξωτερικών Αλόις Λέξα φον Έρενταλ καταλεγόταν ανάμεσα στους αντιπάλους του. Εκείνος ήταν, άλλωστε, που πρότεινε στον αυτοκράτορα να απολύσει τον φον Χέτσεντορφ εξαιτίας των αναίτια φιλοπολεμικών απόψεών του. Τον Δεκέμβριο του 1911 ο αυτοκράτορας και αποστολικός μονάρχης απήλλασσε τον ήρωά μας από τα καθήκοντά του. Προσωρινά μόνο, όπως επρόκειτο να αποδειχτεί. Ένα χρόνο αργότερα, ο αρχιδούκας έπειθε τον θείο του να διορίσει εκ νέου τον Φον Χέτσεντορφ αρχηγό του γενικού επιτελείου. Ο φον Έρενταλ, ήδη από τον Φεβρουάριο του 1912, είχε αποδημήσει σε άλλους τόπους εξαιτίας μιας καλπάζουσας λευχαιμίας.

Κάπως έτσι, ο Φον Χέτσεντορφ δεν σταματούσε να ονειρεύεται τον πόλεμο, τον πόλεμο που θα του έδινε την ευκαιρία να επιστρέψει σαν ήρωας και να κερδίσει για πάντα την καρδιά της αγαπημένης του Τζίνας, βουλώνοντας τα στόματα του κοινωνικού περίγυρου. Στα άρθρα του σε εφημερίδες, στις επίσημες αναφορές και τα υπομνήματα που συνέτασσε, ξεκινούσε πάντα υπερήφανα με την ίδια φράση:  «Θα υποστηρίξω εν προκειμένω την άποψη που πάντα υποστήριζα». Κι η άποψη αυτή ήταν ο πόλεμος. Μόνο κατά τη διάρκεια του 1913, πρότεινε ως μόνη λύση τον πόλεμο κατά της Σερβίας σε τουλάχιστον 25 έγγραφα!

Ο φον Χέτσεντορφ στο γραφείο του, 1914

Ο φον Χέτσεντορφ στο γραφείο του στο Γενικό Επιτελείο, 1914

Και κάποια στιγμή ο πόλεμος έφτασε! Κι είχε γι’ αφορμή τη δολοφονία του αρχιδούκα, του αγαπητού φίλου και προστάτη. Κι ο αρχηγός του επιτελείου έπρεπε τώρα να παίρνει αποφάσεις από τις οποίες θα κρίνονταν ζωές. Χιλιάδες ζωές. Αποφάσεις που πολλοί μετά από χρόνια θα υποστήριζαν ότι ήταν καταστροφικές. Μα ο φον Χέτσεντορφ δεν πρέπει να το ένιωθε έτσι. Άλλωστε, το 1915 κατόρθωνε να παντρευτεί την αγαπημένη του, παρά τις έντονες αντιδράσεις των γιων του και των παιδιών της φον Ράινινγκχάους.

Σε κάθε περίπτωση, πλήρωσε υψηλό τίμημα για τις επιλογές του. Δύο γιοι του σκοτώθηκαν στα πεδία των μαχών. Είδε την αγαπημένη του αυτοκρατορία να διαλύεται.

Πέθανε στις 25 Αυγούστου 1925 στο Μπαντ Μέργκεντχάιμ της Γερμανίας ενώ ακολουθούσε πρόγραμμα λουτροθεραπείας. Στην κηδεία του, στις 2 Σεπτεμβρίου, εκατό χιλιάδες Βιεννέζοι τον συνόδεψαν στην τελευταία του κατοικία. Η Τζίνα πληροφορήθηκε την ύπαρξη του ημερολογίου του δεύτερου συζύγου της με τις τρεις χιλιάδες ερωτικές επιστολές μόνον αφότου εκείνος δεν βρισκόταν πια στη ζωή.

[Πηγές: Christopher Clark The Sleepwalkers: how Europe went to war in 1914, εκδ. Allen Lane, Λονδίνο 2012 και Penguin Books, Λονδίνο 2013, σελ. 101 επ. (ελληνική έκδοση: «Οι Υπνοβάτες: πώς η Ευρώπη πήγε στον πόλεμο το 1914», εκδ. Αλεξάνδρεια, Αθήνα 2014, μετάφραση Κώστας Κουρεμένος)/ Lawrence Sondhaus: «Franz Conrad von Hötzendorf. Architect of the apocalypse» Humanity Press, Βοστώνη 2000/ Wikipédia/ Virginia „Gina“ Laura Antonia Gräfin Conrad von Hötzendorf «Mein Leben mit Conrad von Hötzendorf», Λειψία 1935]

Advertisements

Ιστορίες κι αμαρτίες;

Μάιος 1941: Γερμανοί αλεξιπτωτιστές στην Κρήτη [φωτογραφία: Arthur Conry/ ψηφιοποίηση: Wiki-Ed]

Μάιος 1941: Γερμανοί αλεξιπτωτιστές στην Κρήτη [φωτογραφία: Arthur Conry/ ψηφιοποίηση: Wiki-Ed]

Και ξαφνικά το ελληνόφωνο Διαδίκτυο πήρε φωτιά! Αιτία (ή αφορμή) η αναγόρευση του Γερμανού ιστορικού Χάιντς Α. Ρίχτερ σε επίτιμο διδάκτορα του Πανεπιστημίου Κρήτης. Η επίσημη τελετή αναβλήθηκε (κι έγινε τελικά υπό συνθήκες σχεδόν μυστικότητας) εξαιτίας αντιδράσεων, μια και ο ιστορικός κατηγορήθηκε ότι στο έργο του για τη Μάχη της Κρήτης επιχειρεί να συμψηφίσει τα εγκλήματα πολέμου που διέπραξε η Βέρμαχτ στη Κρήτη με την κρητική αντίσταση. Ακολούθησε πραγματική διαδικτυακή μάχη μεταξύ αντιπάλων κι υπερασπιστών του Ρίχτερ, η οποία σε ορισμένες περιπτώσεις ξέφυγε από κάθε λογική, την ώρα που η μια πλευρά εξαπέλυε κατηγορίες οι οποίες ξεκινούσαν από τον ιστορικό αναθεωρητισμό για να φτάσουν σε αυτήν του απολογητή του ναζισμού, ενώ οι εκπρόσωποι της άλλης επιδίδονταν σε ασκήσεις πραγματικού (όσο και αφελούς) αναθεωρητισμού («και γιατί να προβάλουν αντίσταση στους Γερμανούς αντί να κάτσουν στ’ αβγά τους;») ή απροκάλυπτου ρατσισμού σε βάρος των Κρητικών. Τελικά, πόσο δικαιολογημένη ήταν όλη αυτή η φασαρία;

Χάιντς Α. Ρίχτερ

Χάιντς Α. Ρίχτερ

Γεννημένος στο Χαϊλμπρόν της Βυρτεμβέργης το 1939, ο Ρίχτερ σπούδασε Ιστορία στο Πανεπιστήμιο της Χαϊδελβέργης και δίδαξε στο Πανεπιστήμιο του Μαννχάιμ. Κύριο αντικείμενο των μελετών του είναι η Ιστορία της (μητροπολιτικής) Ελλάδας και της Κύπρου κατά τον 20ό αιώνα. Έχει συγγράψει πλήθος βιβλίων για την περίοδο αυτή, τα περισσότερα από τα οποία έχουν μεταφραστεί και στα ελληνικά: η διδακτορική διατριβή του αφορούσε την Ελλάδα κατά το χρονικό διάστημα από το 1936 έως το 1946, ενώ στη συνέχεια ασχολήθηκε με θέματα όπως ο βρετανικός επεμβατισμός στα ελληνικά πράγματα, η Ελλάδα κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, η Ιστορία της Κύπρου από τα τέλη του 19ου αιώνα, η Εθνική Αντίσταση κ.ο.κ. Είναι επίσης συνιδρυτής του επιστημονικού περιοδικού Θέτις που ασχολείται με την αρχαιοελληνική Ιστορία και την αρχαιολογία στην Ελλάδα και την Κύπρο. Το 2011 κυκλοφόρησε η μονογραφία του για τη Μάχη της Κρήτης με τίτλο Operation Merkur: Die Eroberung der Insel Kreta im Mai 1941, η οποία κυκλοφόρησε μεταφρασμένη στα ελληνικά την ίδια χρονιά ως «Η Μάχη της Κρήτης» και η οποία φαίνεται ότι προκάλεσε τις αντιδράσεις στις οποίες αναφερθήκαμε.

Το συγκεκριμένο βιβλίο αποτελεί πολύτιμη πηγή στοιχείων ειδικά σε ό,τι αφορά τους λόγους που οδήγησαν τη ναζιστική Γερμανία στην απόφαση να καταλάβει το νησί, καθώς και τη δράση της Βέρμαχτ τόσο στο πλαίσιο της Επιχείρησης Ερμής όσο και μετά την κατάληψη της Κρήτης. Είναι αλήθεια ότι στις προσωπικές κρίσεις του, ο Ρίχτερ φαίνεται να διάκειται από μάλλον ευμενή στάση όσον αφορά τη Βέρμαχτ, ενώ αρκετά εμφανής είναι και η επικριτική στάση του ως προς τον ρόλο των Βρετανών (θέμα το οποίο δεν συζητήθηκε καθόλου στις ελληνικές διαδικτυακές αψιμαχίες). Ως προς το πρώτο ζήτημα, πράγματι επισημαίνει τη σχέση μεταξύ σκληρότητας της κρητικής αντίστασης και βιαιότητας των γερμανικών αντιποίνων, εκτιμώντας ότι η πρώτη εξηγεί και εν μέρει (αλλά μόνον εν μέρει) δικαιολογεί τη δεύτερη. Επιπλέον, ο Ρίχτερ επιχειρεί να στηρίξει την εκ μέρους του δικαιολόγηση της στάσης της Βέρμαχτ στο νομικό πεδίο: η αντίσταση των Κρητικών είναι τέτοια που απαλλάσσει τον γερμανικό στρατό από την υποχρέωση τήρησης των κανόνων του δικαίου του πολέμου. Τέλος, δείχνει εκτίμηση προς το πρόσωπο του Κουρτ Στούντεντ, του Γερμανού στρατηγού που ήταν επικεφαλής των δυνάμεων που μετείχαν στην Επιχείρηση Ερμής και οποίος ανέλαβε στη συνέχεια τη στρατιωτική διοίκηση του νησιού. Ο Στούντεντ, όμως, εμπλέκεται σε δύο υποθέσεις που βάσιμα μπορούν να χαρακτηρισθούν ως εγκλήματα πολέμου: την εκτέλεση αμάχων στο Κοντομαρί και την Καταστροφή της Καντάνου.

Richter Battle of CreteΗ Μαχη της Κρητης

 

 

 

 

 

 

 

 

Αρκούν οι παραπάνω απόψεις για να προσαφθεί στον Χ. Α. Ρίχτερ η κατηγορία του ιστορικού αναθεωρητισμού και, ακόμη χειρότερα, να εμφανισθεί ως απολογητής του ναζισμού; Ας επιχειρήσουμε να εξετάσουμε τα δεδομένα με σχετική ψυχραιμία.

Γερμανοί στρατιώτες μπροστά στους τάφους νεκρών συντρόφων τους [πηγή: Bundesarchiv, Bild 141-0848 / CC-BY-SA]

Γερμανοί στρατιώτες μπροστά στους τάφους νεκρών συντρόφων τους [πηγή: Bundesarchiv, Bild 141-0848 / CC-BY-SA]

Πράγματι, οι γερμανικές δυνάμεις στην Κρήτη βρέθηκαν αντιμέτωπες εκτός από τις τακτικές βρετανικές κι ελληνικές δυνάμεις και με μια εξαιρετικά σθεναρή αντίσταση του γηγενούς πληθυσμού. Είναι επίσης γεγονός ότι υπήρξαν και περιπτώσεις βίας που μπορεί να εκπλήττουν δυσάρεστα: πρόκειται για πράξεις τελετουργικής σκύλευσης του νεκρού εχθρού με τον διττό σκοπό του εκφοβισμού των επιζώντων αντιπάλων και της εκδίκησης για την εισβολή στα πατρογονικά εδάφη. Οι πρακτικές αυτές είναι αρχαίες όσο και ο πόλεμος μεταξύ ανθρώπων και ευεξήγητες στο πλαίσιο της συγκεκριμένης ιστορικής συγκυρίας. Η γερμανική αντίδραση, τόσο στην αρχική στάση των Κρητικών όσο και στη συνεχιζόμενη αντίστασή τους, ήταν μια σειρά από αντίποινα βιαιότητας πρωτοφανούς για τη «Δυτική» Ευρώπη. Αντίστοιχα εγκλήματα πολέμου διαπράχθηκαν σε χώρες της Δύσης μόνον προς το τέλος της γερμανικής κατοχής και υπό την πίεση της προέλασης των συμμαχικών δυνάμεων (αφαιρούμε προς το παρόν από την εξίσωση τα μαζικά εγκλήματα πολέμου στο Ανατολικό Μέτωπο, μια και πρόκειται για μια διαφορετική ιστορία που ξεπερνά την πιο νοσηρή ανθρώπινη φαντασία).

Από τη σφαγή στο Κοντομαρί [πηγή: Bundesarchiv, Bild 101I-166-0525-39 / Weixler, Franz Peter / CC-BY-SA]

Από τη σφαγή στο Κοντομαρί [πηγή: Bundesarchiv, Bild 101I-166-0525-39 / Weixler, Franz Peter / CC-BY-SA]

Αποτελεί ιστορικό αναθεωρητισμό η προσπάθεια του Ρίχτερ να εξηγήσει τη βιαιότητα της Βέρμαχτ εμφανίζοντάς την ως αντίδραση στην κρητική αντίσταση; Όχι, γιατί το επιχείρημα δεν είναι νέο: ήταν η κύρια γραμμή άμυνας των Γερμανών στρατιωτικών που κατηγορήθηκαν για εγκλήματα πολέμου στην Κρήτη. Εκτός από παλαιό, το επιχείρημα υπήρξε και αρκετά αποτελεσματικό, τουλάχιστον για εκείνους που αιχμαλωτίστηκαν από τους δυτικούς συμμάχους. Ο Στούντεντ καταδικάστηκε από βρετανικό στρατοδικείο σε πενταετή κάθειρξη για εγκλήματα σε βάρος Βρετανών αιχμαλώτων. Δεν καταδικάστηκε για τα εγκλήματα των οποίων θύματα υπήρξαν άμαχοι, ούτε κι οι Βρετανοί δέχτηκαν το αίτημα έκδοσής του που είχε υποβάλει η Ελλάδα. Τελικά ο Στούντεντ εξέτισε λιγότερα από τρία χρόνια κι αποφυλακίστηκε για «ιατρικούς λόγους» (πέθανε σε ηλικία 88 ετών το 1978). Φαίνεται ότι μόνον η ελληνική δικαιοσύνη καταδίκασε Γερμανούς στρατιωτικούς για εγκλήματα πολέμου στην Κρήτη με θύματα αμάχους: λ.χ. για το Ολοκαύτωμα της Βιάννου καταδικάστηκε το 1947 κι εκτελέστηκε το 1947 στην Αθήνα ο «Χασάπης της Κρήτης» στρατηγός πεζικού Φρίντριχ-Βίλχελμ Μύλλερ (είχε αιχμαλωτισθεί στην Ανατολική Πρωσία από τους Σοβιετικούς οι οποίοι τον εξέδωσαν στην Ελλάδα), Μαζί του εκτελέστηκε, για το σύνολο των γερμανικών εγκλημάτων πολέμου στην Κρήτη, κι ο (αποστρατευθείς λόγω ψυχολογικών προβλημάτων) στρατηγός αλεξιπτωτιστών Μπρούνο Μπρώυερ (αυτός μάλλον από ατυχία και πληρώνοντας κυρίως για τα εγκλήματα άλλων).

Κουρτ Στούντεντ

Κουρτ Στούντεντ

Είναι θεμιτή η στάση ενός ιστορικού, κατά μείζονα λόγο Γερμανού, ο οποίος κρίνει με σχετική επιείκεια τη δράση της Βέρμαχτ; Κατά τη γνώμη μου είναι, εφόσον δεν παραμορφώνει πραγματικά περιστατικά, δεν αλλοιώνει τα ιστορικά στοιχεία και διευκρινίζει με απόλυτη σαφήνεια πότε εκφέρει υποκειμενικές κρίσεις. Σε γενικές γραμμές, οι προϋποθέσεις αυτές μάλλον συντρέχουν στην περίπτωση του βιβλίου του Ρίχτερ (λ.χ. οι επίμαχες απόψεις του παρατίθενται σε χωριστό κεφάλαιο, αφού έχουν εκτεθεί τα γεγονότα). Σε παλαιότερη συνέντευξή του (πριν την έκδοση του βιβλίου για τη Μάχη της Κρήτης), ο Ρίχτερ είχε δηλώσει τα εξής: «Καθόσον με αφορά, παρουσιάζω τα ιστορικά γεγονότα και κατόπιν προσπαθώ να τα ερμηνεύσω. Αυτό που έχει πραγματικά μεγάλη σημασία είναι να παρουσιάσω τα γεγονότα με τέτοιο τρόπο ώστε όποιος τα διαβάσει να έχει τη δυνατότητα να καταλήξει σε συμπεράσματα που ίσως να είναι διαφορετικά από τα δικά μου. Και φυσικά, δεν πρέπει να μας διαφεύγει ένα πράγμα. Δεν υπάρχει μία και μοναδική ιστορική αλήθεια. Αυτή αποτελεί το άθροισμα όλων των αληθινών ιστοριών». Το βιβλίο του απευθύνεται στον στοιχειωδώς πεπαιδευμένο αναγνώστη ιστορικών συγγραμμάτων, ο οποίος μπορεί να φιλτράρει τις απόψεις του ιστορικού, διαχωρίζοντάς τες από τα στοιχεία και κρίνοντας αν θα τις αποδεχθεί ή θα τις απορρίψει.

Τούτου δοθέντος, η υπό κρίση άποψη του Γερμανού ιστορικού δεν είναι δυνατόν να με βρεί σύμφωνο. Όποια κι αν είναι η μορφή αντίστασης σε έναν εισβολέα δεν είναι δυνατόν να δικαιολογήσει τα αντίποινα του δεύτερου που πληρούν τον ορισμό του εγκλήματος πολέμου. Η προσωπική διαφωνία μου, όμως, δεν θα με οδηγήσει σε συνολική απόρριψη του έργου του ιστορικού ούτε στη διατύπωση κατηγοριών (εντός κι εκτός εισαγωγικών).

Είναι θεμιτή η απόφαση του Πανεπιστημίου Κρήτης να τιμήσει έναν ιστορικό με απόψεις αμφιλεγόμενες για αρκετούς: Δεν ξέρω αν μου πέφτει λόγος κι άλλωστε, για λόγους αρχής, τάσσομαι υπέρ της αυτονομίας των ανώτατων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων. Υπενθυμίζω, πάντως, ότι η Ελληνική Δημοκρατία είχε ήδη τιμήσει τον Χ. Α. Ρίχτερ, απονέμοντάς του, το 2000, τον Χρυσό Σταυρό του Τάγματος του Φοίνικα.

Είναι θεμιτές οι αντιδράσεις των Κρητικών που αισθάνονται προσβεβλημένοι από τις απόψεις του Γερμανού ιστορικού; Νομίζω πως ναι (ακόμη κι αν θεωρώ υπερβολικό τον τρόπο εκδήλωσής τους). Εφόσον έτσι έκριναν, έχουν κάθε δικαίωμα να εκφράσουν τη διαφωνία τους (εντός λογικών ορίων). Εξακολουθώ πάντως να πιστεύω ότι οι διαφωνία επί ιστορικών θεμάτων πρέπει να εκφράζεται με διαφορετικό τρόπο.

Τι θεωρώ αθέμιτο σε όλη αυτήν την ιστορία; Τις παρεκτροπές κάποιων δήθεν υπερασπιστών του ιστορικού. Μιλώ για εκείνους που δίχως καθόλου αναστολές εξέφρασαν ένα χυδαίο ρατσισμό σε βάρος συλλήβδην των Κρητικών, λατρεύοντας τα πιο απεχθή στερεότυπα και αναγορεύοντας τη συλλογική ευθύνη ως μέτρο υπέρτατης κρίσης. Συνοδεύοντας τις «απόψεις» τους αυτές με θεωρίες περί μάταιου κι επιζήμιου χαρακτήρα της οποιασδήποτε αντίστασης στον κατακτητή δεν υπονόμευσαν μόνο τον υποτιθέμενο στόχο τους, αλλά κι απέδειξαν ότι αδυνατούν να κατανοήσουν θεμελιώδεις αρχές της ηθικής και, φυσικότατα, της Ιστορίας.

Να ελπίσουμε, άραγε, ότι την επόμενη φορά που θα ανακύψει διαμάχη σχετικά με κάποιο σύγγραμμα Ιστορίας θα υπάρξει περισσότερη ψυχραιμία και λογική;

Γράμματα από το Μέτωπο

Lettres de la wehrmacht«[Υπάρχει] βεβαίως μια σημαντική διαφορά μεταξύ του αυτουργού και του θύματος του εγκλήματος. Για τον αυτουργό, το έγκλημα είναι ένα στοιχείο της Ιστορίας και όχι η κύρια πλοκή της. Για το θύμα, το έγκλημα είναι η ίδια η Ιστορία.» (Τίμοθυ Σνάυντερ, πρόλογος στο « Lettres de la Wehrmacht » της Μαρί Μουτιέ, σελ. 8)

Στο βιβλίο της «Επιστολές της Βέρμαχτ» που κυκλοφόρησε τον περασμένο Σεπτέμβριο, η νεαρή Γαλλίδα ιστορικός Μαρί Μουτιέ παραθέτει και σχολιάζει περισσότερες από εκατό επιστολές που έγραψαν Γερμανοί στρατιώτες, υπαξιωματικοί και αξιωματικοί (σχεδόν σε όλες τις περιπτώσεις προερχόμενοι εξ εφέδρων) κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Οι επιστολές προέρχονται από το αρχείο του Μουσείου Επικοινωνιών στο Βερολίνο. Αυτές που επελέγησαν να δημοσιευθούν καλύπτουν ολόκληρη τη χρονική διάρκεια κι όλα τα μέτωπα του πολέμου. Παρουσιάζονται με χρονολογική σειρά, σε τρία μέρη που αντιστοιχούν στις κύριες φάσεις του Β΄ ΠΠ: 1939-1941, δηλαδή την εποχή των θριάμβων της Βέρμαχτ, 1942-1943, όταν η πολεμική σύγκρουση φτάνει στον παροξυσμό της, και 1944-1945, εποχή της υποχώρησης και της τελικής ήττας. Σε κάποιες περιπτώσεις, περιλαμβάνονται περισσότερες της μίας επιστολές του ίδιου στρατιώτη, στοιχείο που παρέχει στον αναγνώστη τη δυνατότητα να παρακολουθήσει τις ψυχολογικές μεταπτώσεις του επιστολογράφου αναλόγως της εξέλιξης του πολέμου.

Τα γράμματα αυτά δεν έχουν ιδιαίτερες λογοτεχνικές ή φιλοσοφικές αξιώσεις. Οι στρατιώτες της Βέρμαχτ απευθύνονται στα προσφιλή τους πρόσωπα (τις γυναίκες και τα παιδιά τους, τους γονείς και τ’ αδέλφια τους). Γράφουν συνήθως για το φαγητό και τις συνθήκες διαβίωσης, ρωτούν για τα προβλήματα που απασχολούν τους οικείους τους στην καθημερινότητά τους. Ο ίδιος ο πόλεμος εμφανίζεται στις επιστολές με όσο πιο διακριτικό τρόπο γίνεται: οι άνδρες της Βέρμαχτ δεν θέλουν σε καμιά περίπτωση να επιτείνουν την ανησυχία των αγαπημένων τους. Από όλες αυτές τις απόψεις, οι επιστολές καταδεικνύουν το απολύτως ανθρώπινο πρόσωπο των ανδρών που διεξήγαγαν τον πιο φονικό πόλεμο της Ιστορίας.

Οι ελληνικές επιστολές: Τρεις από τις επιστολές παρουσιάζουν ελληνικό ενδιαφέρον. Η επιστολή της 12ης Μαΐου 1941 γράφτηκε στο Λουτράκι από έναν αλεξιπτωτιστή 22 ετών (κεφ. 19, Ένας αλεξιπτωτιστής στην Ελλάδα, σελ. 107-108). Η κύρια έγνοια του είναι ο ανεφοδιασμός κι η εξεύρεση τροφής. Κατά τα λοιπά, αναρωτιέται με κάποια δόση ειρωνίας «πού πρόκειται να προσγειωθούμε στη συνέχεια, ανάμεσα στους Ινδούς ή στους Ζουλού;… Αφού κατακτήσουμε τον Νότιο Πόλο, θα χρειαστεί να πολεμήσουμε και για τον Βόρειο!». Οκτώ ημέρες αργότερα, ο αλεξιπτωτιστής Χουμπέρτους Γκ, της 7ης Μεραρχίας θα σκοτωθεί στη Μάχη της Κρήτης.

Γερμανοί αλεξιπτωτιστές στην Κρήτη, Μάιος του 1941. Πηγή: Bundesarchiv, Bild 141-0864 / CC-BY-SA

Γερμανοί αλεξιπτωτιστές στην Κρήτη, Μάιος του 1941. Πηγή: Bundesarchiv, Bild 141-0864 / CC-BY-SA

Οι άλλες δύο «ελληνικές» επιστολές ανήκουν στον Καρλ Κ., διδάκτορα φιλοσοφίας από το Μεκλεμβούργο, ο οποίος εργαζόταν ως καθηγητής σε λύκειο (κεφ. 27, Πύρρειος νίκη, σελ. 129-132/ κεφ. 41, Ελληνικά κεράσια, σελ. 177-178). Υπηρετεί σε μονάδα αντιαεροπορικής άμυνας της Λουφτβάφφε και με την ιδιότητα αυτή βρίσκεται στην Κρήτη αμέσως μετά την κατάληψή της από τους Γερμανούς. Το μεγαλύτερο μέρος της πρώτης επιστολής, η οποία γράφτηκε στις 21 Αυγούστου 1941 κι απευθύνεται στη μητέρα του συγγραφέα, είναι αφιερωμένο στους συντρόφους που έπεσαν στη μάχη και στη σθεναρή αντίσταση που προβάλλουν οι Κρητικοί αντάρτες. Οι εκτελέσεις ως αντίποινα παρουσιάζονται με απόλυτη φυσικότητα ως η δέουσα απάντηση, Ωστόσο, ο Καρλ Κ. αφήνει να φανούν και τα πιο λόγια ενδιαφέροντά του: επισημαίνει ότι για να πάει από το σχολείο που χρησιμοποιεί η μονάδα του ως στρατώνα στην πόλη του Ηρακλείου πρέπει να περάσει από το ενετικό φρούριο του λιμανιού. Και στη δεύτερη επιστολή του (16-18 Μαΐου 1942) μνημονεύει τις επισκέψεις του στους αρχαιολογικούς χώρους της Κνωσσού και της Φαιστού.

Βία κι εγκλήματα πολέμου: Η βία και τα εγκλήματα πολέμου εμφανίζονται μάλλον σπάνια στα γράμματα των στρατιωτών και δικαιολογούνται σχεδόν πάντα με τα στερεότυπα της ναζιστικής προπαγάνδας (οι «εκφυλισμένοι» Γάλλοι, οι «βρόμικοι καθυστερημένοι υπάνθρωποι» Σλάβοι, η «ιουδαιοπλουτοκρατία» κ.ο.κ.). Η σφαγή του Μπάμπι Γιαρ, οι χιλιάδες Εβραίοι και Ρώσοι εκτελεσμένοι μνημονεύονται απλώς ως αριθμοί, ως αναγκαία θύματα για την επικράτηση της Νέας Τάξης. Στην καλύτερη των περιπτώσεων κάποιος στρατιώτης μπορεί να εκφράσει θεωρητικά τη συμπάθειά του για τα βάσανα του Άλλου, αλλά αυτή η συμπάθεια δεν μπορεί να μεταφραστεί σε πράξεις, μια και το καθήκον επιτάσσει διαφορετικά.

Ενδεικτική της τελευταίας κατηγορίας είναι η επιστολή του Κουρτ Χ., γεννημένου στο Βερολίνο το 1903 και κοσμηματοπώλη εν καιρώ ειρήνης (κεφ. 37, Ο Δεσμοφύλακας, 20 Μαρτίου 1942, σελ. 163-166). Ο Κουρτ Χ. υπηρετεί στο 303ο Τάγμα Πεζικού: βρίσκεται στο Κόβελ της βορειοδυτικής Ουκρανίας και η αποστολή του είναι να φρουρεί Σοβιετικούς αιχμαλώτους πολέμου. Το γράμμα του είναι, κατά το μεγαλύτερο μέρος, μια ερωτική εξομολόγηση προς τη γυναίκα του Κουρτ, την Ντίτα: ξεκινά με εντελώς ρομαντικό ύφος («Τ’ αστέρια λάμπουν! Διάλεξα το πιο ωραίο, εσένα!») για να εξελιχθεί σε προτάσεις σεξουαλικού περιεχομένου και να ολοκληρωθεί με μια πραγματεία περί συζυγικής πίστης κι απιστίας, διανθισμένη με παραδείγματα. Πιο πριν, όμως, ο Κουρτ Χ. έχει μιλήσει για τα μαρτύρια των αιχμαλώτων κι έχει εγκωμιάσει την αφοσίωση των γυναικών τους, οι οποίες δεν διστάζουν να διανύσουν με τα πόδια τα 500 χιλιόμετρα που χωρίζουν το Κόβελ από το Κίεβο, μέσα στο χιόνι, το πολικό ψύχος, το σκοτάδι και τους κινδύνους του πολέμου, μόνο και μόνο για να δουν μήπως ο άντρας τους βρίσκεται μεταξύ των αιχμαλώτων, πολλές φορές μάταια, κάποιες άλλες δίχως να έχουν καν τη δυνατότητα να του μιλήσουν έστω και για δυο λεπτά!  Ο δεσμοφύλακας νιώθει συμπόνια, αλλά το καθήκον δεν του επιτρέπει να κάνει κάτι. Και το καθήκον δεν είναι δυνατό να τεθεί υπό αμφισβήτηση.

Γερμανοί στρατιώτους προχωρούν στη ρωσική στέπα, πιθανότατα προς το Σταλινγκράντ (Αύγουστος ή Σεπτέμβριος 1942). Πηγή: Bundesarchiv, Bild 101I-217-0465-32A / Klintzsch / CC-BY-SA

Γερμανοί στρατιώτες προχωρούν στη ρωσική στέπα, πιθανότατα προς το Σταλινγκράντ (Αύγουστος ή Σεπτέμβριος 1942). Πηγή: Bundesarchiv, Bild 101I-217-0465-32A / Klintzsch / CC-BY-SA

Αμφισβήτηση: Όποιος αναζητήσει στις επιστολές αυτές στοιχεία αμφισβήτησης του ναζιστικού συστήματος αξιών και του «δίκαιου» χαρακτήρα του πολέμου που διεξάγει η Γερμανία θα απογοητευθεί. Ακόμη και τα γράμματα των τελευταίων μηνών του πολέμου, που αποπνέουν αναμφίβολα μια μοιρολατρική αποδοχή της συντριβής, δεν εκφράζουν κάποια αμφισβήτηση. Στην πραγματικότητα, η μεγάλη πλειονότητα των επιστολών είναι σύμφωνη με το ιδεώδες πρότυπο του γενναίου στρατιώτη που πάνω απ’ όλα βάζει το καθήκον του προς την πατρίδα. Οι λιγοστές που αποκλίνουν από το πρότυπο αυτό εκφράζουν είτε δυσκολίες προσαρμογής (κάποιος νέος από αριστοκρατική οικογένεια νιώθει να πνίγεται ανάμεσα σε παιδιά λαϊκότερων τάξεων που αδυνατούν να εκτιμήσουν τα ενδιαφέροντά του για τα γράμματα και τις τέχνες) είτε τον προσωπικό φόβο κάποιου για τη ζωή του (χαρακτηριστικό το παράδειγμα ενός στρατιώτη που τελικά λιποτακτεί στους Αμερικανούς ενώ υπηρετεί στην Ιταλία).

Ζωή και πεπρωμένο: Ποιο είναι τελικά το στοιχείο που καθιστά ορισμένες επιστολές πραγματικά συγκλονιστικές; Μα, φυσικά, η συγκυρία και το ιστορικό πλαίσιο στο οποίο αυτές εντάσσονται. Το γεγονός ότι κάποιες από αυτές είναι και οι τελευταίες του επιστολογράφου, όπως εκείνη που υπαγορεύει ο βαριά τραυματίας στη μητέρα ενός άλλου τραυματισμένου συντρόφου του σ’ ένα στρατιωτικό νοσοκομείο του Τορν, λίγες μέρες πριν πεθάνει. Πρωτίστως, η αποδοχή του πεπρωμένου, του ενδεχόμενου του θανάτου.

Κάποιες φορές, η στάση αυτή συνοδεύεται από ηρωικές δηλώσεις, από τη διατράνωση της πίστης στα εθνικά ιδεώδη. Όπως ακριβώς στην επιστολή που γράφει την Πρωτοχρονιά του 1945, κάπου στην Τσεχοσλοβακία, ο Άντολφ Ντ. από το Αννόβερο στη γυναίκα του, ενώ το σπίτι τους έχει καταστραφεί από τους συμμαχικούς βομβαρδισμούς (κεφ. 89, Πρωτοχρονιά 1945, σελ. 303-306):

«Όταν θα ξαναβρεθώ κοντά σας, θα τα ξαναχτίσουμε όλα μαζί… Αν πάλι η μοίρα δεν το θελήσει να ξαναγυρίσω, μη με θρηνήσεις, θα έχω δώσει τη ζωή μου για σένα και τα παιδιά, για να μπορέσουν αυτά να μεγαλώσουν σ’ ένα καλύτερο κόσμο κι εσύ να τα συνοδέψεις σ’ ένα λαμπρότερο μέλλον. Οργάνωσε το σπίτι μας σαν να βρίσκομαι πάντα δίπλα σας. Θέλω να συνεχίσετε να ζείτε ευτυχισμένοι και δίχως εμένα…» [ο Άντολφ Ντ. αιχμαλωτίστηκε από τους Αμερικανούς λίγο πριν το τέλος του πολέμου κι είχε την τύχη να επιστρέψει στην οικογένειά του μετά από λίγες μόνο ημέρες αιχμαλωσίας].

Μάρτιος 1944, γερμανικές μονάδες τεθωρακισμένων προχωρούν για να ενισχύσουν τον θύλακο του Κορσούν. Πηγή: Bundesarchiv, Bild 101I-090-3913-24 / Etzhold / CC-BY-SA

Μάρτιος 1944, γερμανικές μονάδες τεθωρακισμένων προχωρούν για να ενισχύσουν τον θύλακο του Κορσούν. Πηγή: Bundesarchiv, Bild 101I-090-3913-24 / Etzhold / CC-BY-SA

Σε άλλες περιπτώσεις όμως, κι αυτό είναι ακόμη πιο τραγικό, ο στρατιώτης που έχει συμβιβαστεί με την ιδέα του θανάτου προσπαθεί να πείσει την οικογένειά του ότι όλα πηγαίνουν καλά, σχεδόν σαν να απουσιάζει απλώς σε κάποιο επαγγελματικό ταξίδι. Χαρακτηριστικά είναι τα τελευταία γράμματα του Αλόις Σ. από το Ζάαρ στη γυναίκα του, ενώ ο στρατιώτης υπηρετεί στο Ανατολικό Μέτωπο, τον Νοέμβριο του 1942 (κεφ. 54, Τα Σκοτάδια, σελ 209-211).

«Ανατολικό Μέτωπο, 25 Νοεμβρίου 1942

Γλυκιά, μικρή μου Φρίντα!

Μια και δεν έχω πολύ χρόνο στη διάθεσή μου για να σου γράψω γράμμα, αλλά δεν θέλω και να σε κάνω να περιμένεις, σου στέλνω αυτήν την καρτούλα.Είμαι πάντα καλά, το ίδιο ελπίζω και για σας στο σπίτι! Σε φιλώ! Πολλά φιλιά και στα παιδιά μας!

Ο Αλόις σου, ο μπαμπάς σας».

Την ίδια μέρα, ο Κόκκινος Στρατός εξαπολύει μια φοβερή αντεπίθεση κατά των γερμανικών δυνάμεων του θυλάκου του Ρζέφ. Ο Αλόις Σ. πέφτει στο πεδίο της μάχης λίγες ώρες αφότου διαβεβαίωνε τη γυναίκα και τα παιδιά του ότι όλα πήγαιναν καλά…

Η ιστορικός επισημαίνει ότι αυτοί, οι τόσο ανθρώπινοι και τρυφεροί στρατιώτες, ήταν ακριβώς εκείνοι που «διέπραξαν το ανεπανόρθωτο». Η οικειότητα που δημιουργεί η ανάγνωση των επιστολών αυτών αποτελεί ευκαιρία περισυλλογής σχετικά με τον ανθρώπινο χαρακτήρα και τον διαρκή κίνδυνο επανάληψης μιας δολοφονικής επιχείρησης τέτοιου μεγέθους. «Ο πόλεμος, κατά μείζονα λόγο ο πιο φρικαλέος δυνατός, δεν είναι υπόθεση γραφειοκρατικών μηχανών. Ήταν, είναι και θα είναι υπόθεση ανθρώπων» (σελ. 40).

[Marie MOUTIER, avec la participation de Fanny CHASSAIN-PICHON, préface de Timothy SNYDER «Lettres de la Wehrmacht», Perrin, Παρίσι 2014, 338 σελ.]

Μέσα από τη νύχτα

Το Κίεβο κατά τον Β΄ ΠΠ

Το Κίεβο κατά τον Β΄ ΠΠ

Από τις αρχές Αυγούστου του 1941 ο Χίτλερ είχε αποφασίσει να δοθεί προτεραιότητα στην προέλαση στην Ουκρανία, καθυστερώντας το σχέδιο επίθεσης κατά της Μόσχας. Μεταξύ κακής οργάνωσης και πανικού, ο Κόκκινος Στρατός υποχωρούσε στα περισσότερα σημεία του μετώπου. Στις αρχές του Σεπτέμβρη το Κίεβο δεν ήταν παρά το άκρο ενός ιδιαίτερα επιμήκους σοβιετικού θυλάκου ο οποίος μέρα με τη μέρα συρρικνωνόταν δραματικά, μια και τόσο στο βορρά όσο και στο νότο οι γερμανικές δυνάμεις είχαν ήδη προχωρήσει κατά πολύ ανατολικότερα της ουκρανικής πρωτεύουσας.

Η σοβιετική ηγεσία δεν ήταν βέβαιη για τη στρατηγική που έπρεπε να ακολουθήσει. Ο Στάλιν δεν ήθελε καν να ακούσει για υποχώρηση. Ο γενικός γραμματέας του ΚΚ Ουκρανίας Νικήτα Χρουστσόφ είχε καταβάλει κάθε δυνατή προσπάθεια για να τονώσει το πατριωτικό φρόνημα των κατοίκων του Κιέβου. Η πόλη, όμως, παρουσίαζε κάποιες ιδιαιτερότητες που προκαλούσαν στη Μόσχα αμφιβολίες για την πίστη των κατοίκων στο σοβιετικό καθεστώς σε περίπτωση ιδιαιτέρως αντίξοων συνθηκών. Πράγματι, κατά την ταραγμένη διετία 1918-1920, μεταξύ του τέλους του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου και του ρωσικού εμφυλίου, το Κίεβο είχε αλλάξει χέρια 16 φορές! Αρχικά την πόλη κατέλαβαν οι Γερμανοί και οι Αυστριακοί. Φεύγοντας, εγκατέστησαν μια «ανεξάρτητη ουκρανική κυβέρνηση» ανδρεικέλων με επικεφαλής τον Πάβλο Σκοροπάντσκι, ο οποίος είχε αυτοανακηρυχθεί «Μέγας Αταμάνος των Κοζάκων». Ακολούθησαν οι Ουκρανοί εθνικιστές του Πετλιούρα, οι Μπολσεβίκοι, οι Λευκοί και πάλι οι Μπολσεβίκοι, ενώ ενδιάμεσα είχε κάνει ένα σύντομο πέρασμα από το Κίεβο κι ο πολωνικός στρατός του Πιουσούντσκι. Οι μεγαλύτεροι θυμούνταν ότι, από όλους αυτούς, οι Γερμανοί κι οι Αυστριακοί δεν ήταν οι χειρότεροι.

Μ. Π. Κιρπανός

Μ. Π. Κιρπανός

Καθώς ολοκληρωνόταν το πρώτο δεκαήμερο του Σεπτέμβρη ο Χρουστσόφ, ο διοικητής του Νοτιοδυτικού Άξονα Σιμιόν Μιχάιλαβιτς Μπουντιόννι κι ο υπεύθυνος για την υπεράσπιση του Κιέβου διοικητής του Νοτιοδυτικού Μετώπου Μιχαήλ Πιτρόβιτς Κιρπανός * αντιλήφθηκαν τον τρομερό κίνδυνο: ήταν πλέον εξαιρετικά πιθανό οι υπερασπιστές της πόλης να περικυκλωθούν από τις γερμανικές δυνάμεις! Λαμβάνοντας υπόψη την αδυναμία ουσιαστικής ενίσχυσής τους, ζήτησαν από τον Στάλιν την άδεια να εκκενώσουν το Κίεβο. Ο σοβιετικός ηγέτης αρνήθηκε επανειλημμένα. Απάλλαξε μάλιστα τον Μπουντιόννι από τα καθήκοντά του, αντικαθιστώντας τον με τον Σεμιόν Τιμοσένκο.

Καθώς η κατάσταση γινόταν όλο και χειρότερη Χρουστσόφ και Κιρπανός συνέχιζαν να ικετεύουν να τους επιτραπεί η εκκένωση του Κιέβου. Ο γερμανικός κλοιός έσφιγγε ολοένα και περισσότερο. Η άδεια δόθηκε από τον Μπαρίς Σάπόσνικαφ, αρχηγό του γενικού επιτελείου, μόλις λίγο πριν το μεσημέρι της 17ης Σεπτεμβρίου. Οι γερμανικές δυνάμεις είχαν ήδη περικυκλώσει ουσιαστικά εκείνες του Κόκκινου Στρατού. Τέσσερις σοβιετικές στρατιές βρίσκονταν μέσα στην παγίδα, ανάμεσά τους κι η 37η που υπερασπιζόταν το Κίεβο.

Τα σοβιετικά στρατεύματα προσπάθησαν απεγνωσμένα να σπάσουν τον εχθρικό κλοιό. Λίγοι, πολύ λίγοι ήταν εκείνοι που το κατόρθωσαν. Οι ναζιστικές δυνάμεις αιχμαλώτισαν ασύλληπτο αριθμό σοβιετικών στρατιωτών. Η Βέρμαχτ ισχυριζόταν ότι αιχμαλώτισε περισσότερους από 650.000 στρατιώτες. Η σοβιετική ηγεσία διατεινόταν ότι ο αριθμός των αιχμαλώτων δεν ξεπερνούσε τις 175.000. Η αλήθεια πρέπει να βρισκόταν κάπου στη μέση, ίσως πιο κοντά στους γερμανικούς ισχυρισμούς. Το ίδιο το Κίεβο έπεφτε στα χέρια των ναζί στις 19 Σεπτεμβρίου.

Λ. Ν. Ραμπινόβιτς (Λ. Βαλίνσκι)

Λ. Ν. Ραμπινόβιτς (Λ. Βαλίνσκι)

Ήταν η αρχή πολλών τραγωδιών. Μία από αυτές ήταν εκείνη των σοβιετικών αιχμαλώτων πολέμου. Την ιστορία τους τη διηγήθηκε με τον πιο παραστατικό και δραματικό τρόπο ο συγγραφέας και καλλιτέχνης Λιανίντ Ναούμαβιτς Ραμπινόβιτς, γνωστότερος με το ψευδώνυμο Λιανίντ Βαλίνσκι, στο διήγημά του «Μέσα από τη νύχτα» («Сквозь Ночь»), που δημοσιεύθηκε το 1963. Το διήγημα παρουσιάζεται ως μυθοπλασία, ωστόσο είναι βασισμένο στην προσωπική εμπειρία του συγγραφέα ο οποίος αιχμαλωτίστηκε από τους Γερμανούς, αλλά τελικά κατάφερε να αποδράσει.

Η αφήγηση ξεκινά στις 17 Σεπτεμβρίου 1941 σε κάποιο χωριό της Ουκρανίας, ενώ οι Γερμανοί έχουν σχεδόν περικυκλώσει τους Ρώσους.

Εξώφυλλο του "Μέσα από τη Νύχτα"

Εξώφυλλο του «Μέσα από τη Νύχτα»

«Μετά από αρκετά χρόνια διάβασα το βιβλίο του Γερμανού στρατηγού φον Τίππελσκιρχ: η άποψή του ήταν ότι η περικύκλωση των στρατευμάτων μας ανατολικά του Κιέβου απαίτησε τη συμμετοχή σημαντικών γερμανικών δυνάμεων και ουσιαστικά κατέστρεψε τα σχέδια του Χίτλερ, καθυστερώντας την επίθεση κατά της Μόσχας.

Εμείς, όμως, δεν γνωρίζαμε τίποτε. Οι νύχτες εκείνες, όταν εκατοντάδες χιλιάδες άνδρες προσπάθησαν να διασπάσουν τον γερμανικό κλοιό, αναζητώντας τον δρόμο τους μέσα από δάση και έλη κάτω από βροχή γερμανικών βομβών κι οβίδων… όλα αυτά δεν ήταν παρά μια τεράστια κι ανεξήγητη τραγωδία.

Τη νύχτα της 17ης Σεπτεμβρίου περιπλανιόμουν… είδα στον δρόμο χιλιάδες οχήματα να καίγονται. Δεν έπρεπε να τα βρουν οι Γερμανοί. Διέκρινα μια ομάδα δέκα περίπου ανώτερων κι ανώτατων αξιωματικών που κατευθύνονταν προς τη Λόχβιτσα, πιστεύοντας ότι εκεί ο δρόμος ήταν ακόμη ελεύθερος. Ανάμεσά τους αναγνώρισα τον διοικητή του Μετώπου, τον στρατηγό Κιρπανός.

Μόνο μετά από χρόνια έμαθα ότι εκείνη τη νύχτα (ή ίσως την επόμενη) είχε αυτοκτονήσει, αφού πρώτα αρνήθηκε να επιβιβαστεί στο αεροσκάφος που του είχαν στείλει με μεγάλη δυσκολία από τη Μόσχα… Μαζί του σκοτώθηκε κι ο Μιχαήλ Μπουρμίστενκο, το πολιτικό μέλος της Επιτροπής του Πολέμου, που πριν από τον πόλεμο ήταν δεύτερος γραμματέας του ΚΚ Ουκρανίας….

Το επόμενο πρωί, μαζί με άλλους τρεις συντρόφους είδαμε γερμανικά τεθωρακισμένα. Κρυφτήκαμε σ’ ένα χαντάκι. Οι Γερμανοί μας εντόπισαν κι άρχισαν να μας πυροβολούν με πολυβόλο. Ένας από μας σκοτώθηκε, οι υπόλοιποι παραδοθήκαμε. Ένας Γερμανός στρατιώτης που στην όψη έδειχνε εντάξει άνθρωπος, συμπαθητικός θα έλεγε κανείς, μας χαστούκισε και μας διέταξε να αδειάσουμε τις τσέπες μας. Μας ανάγκασαν να προχωρήσουμε τρέχοντας, ενώ μας ακολουθούσε ένα τεθωρακισμένο, μέχρι που φτάσαμε σε κάποιο χωριό που λεγόταν Κοβαλί. Στο τέλος της ημέρας είχαν συγκεντρωθεί εκεί δέκα χιλιάδες αιχμάλωτοι.

Την επομένη μας πρόσταξαν να παραταχθούμε. «Οι κομμισσάριοι, οι [υπόλοιποι] κομμουνιστές και οι Εβραίοι» διατάχθηκαν να παρουσιαστούν. Μόλις είχαν φτάσει δεκαπέντε άντρες των Ες Ες με μαύρες στολές και μια νεκροκεφαλή στα κασκέτα τους. Κάπου τριακόσιοι από μας προχώρησαν. Τους διέταξαν να μείνουν γυμνοί από τη μέση και πάνω και να παραταχθούν στην πλατεία. Τότε ο διερμηνέας των Γερμανών, που η έντονη προφορά του πρόδιδε ότι καταγόταν από τη Γαλικία, άρχισε να ουρλιάζει ότι δεν μπορεί να ήταν μόνο αυτοί, κρύβονταν κι άλλοι ανάμεσά μας. Σε όποιον κατέδιδε κάποιον κομμουνιστή, κομμισσάριο ή Εβραίο, υποσχέθηκε ότι θα μπορούσε να πάρει τα ρούχα και τα προσωπικά αντικείμενα του θύματος…. Αναμεσα σε δέκα χιλιάδες άνδρες πάντα βρίσκεται μια ντουζίνα ανθρώπων αυτού του είδους. Το ποσοστό δεν είναι μεγάλο, αλλά υπάρχει… Πάντα θα υπάρχουν άνθρωποι αυτού του είδους.

Τελικά, εκτελέσθηκαν κάπου τετρακόσιοι άνθρωποι, ανά ομάδες των δέκα, αφού πρώτα υποχρεώθηκαν να σκάψουν οι ίδιοι τους τάφους τους.

Οκτώβριος 1941: Σοβιετικοί αιχμάλωτοι στο Μάουτχάουζεν - Bundesarchiv, Bild 192-100 / CC-BY-SA

Οκτώβριος 1941: Σοβιετικοί αιχμάλωτοι στο Μάουτχάουζεν – Bundesarchiv, Bild 192-100 / CC-BY-SA

Τους υπόλοιπους μας οδήγησαν σε ένα στρατόπεδο, έπειτα σε κάποιο άλλο… οι Γερμανοί στρατιώτες, άντρες που έδειχναν να είναι εντάξει άνθρωποι, ποιος ξέρει ίσως να ήταν κι εργάτες, σκότωναν χωρίς δεύτερη σκέψη όποιον καθυστερούσε στην πορεία ή κατέρρεε από την εξάντληση…»

Η μοίρα των Σοβιετικών αιχμαλώτων ήταν το κρύο, η πείνα, οι αρρώστιες, οι συνεχείς ταπεινώσεις, η απώλεια κάθε ίχνους ανθρώπινης αξιοπρέπειας και, τελικά, για τη συντριπτική πλειονότητά τους, ο θάνατος.

[πηγή: Alexander Werth (Александр Верт) «Russia At War, 1941-1945«, Barrie & Rockliff, Λονδίνο, 1964/ γαλλική έκδοση: « La Russie en guerre », t. 1 « La patrie en danger, 1941-1942 », τελευταία αναθεωρημένη έκδοση, Tallandier, σειρά Texto, Παρίσι, 2012, σελ. 287 επ., ειδ. 295-296]

* Με βάση την οργάνωση του Κόκκινου Στρατού εκείνη την εποχή (λίγο αργότερα εγκαταλείφθηκε), οι Άξονες αποτελούσαν το αντίστοιχο των τριών γερμανικών Ομάδων Στρατιών. Κάθε άξονας περιελάμβανε περισσότερα Μέτωπα.

Στο φρούριο του Μπρεστ-Λιτόφσκ

η θρυλική επιγραφή "Πεθαίνω, αλλά δεν παραδίνομαι" στο φρούριο του Μπρεστ-Λιτόφσκ, σήμερα στο Μουσείο Ενόπλων Δυνάμεων στη Μόσχα

η θρυλική επιγραφή «Πεθαίνω, αλλά δεν παραδίνομαι» στο φρούριο του Μπρεστ-Λιτόφσκ, σήμερα στο Μουσείο Ενόπλων Δυνάμεων στη Μόσχα

«Я умираю, но не сдаюсь! Прощай, Родина! 20.VII.41»
Εγώ πεθαίνω, αλλά δεν παραδίνομαι! Αντίο Πατρίδα! 20 Ιουλίου 1941»]

Το Μπρεστ, κάποτε Μπρεστ-Λιτόφσκ, βρίσκεται στη Λευκορωσία στα σύνορα της χώρας με την Πολωνία. Η πόλη αποτελούσε πολωνικό έδαφος μέχρι το 1795, όταν, με τον τρίτο διαμελισμό της Πολωνίας, κατέληξε στη Ρωσία. Για να διασφαλισθεί η άμυνα της πόλης και της περιοχής της από κάθε πιθανό εισβολέα, οι Ρώσοι έχτισαν στο πρώτο μισό του 19ου αιώνα ένα από τα πιο επιβλητικά φρούρια της εποχής σε ένα νησί που σχηματίζεται ανάμεσα στους ποταμούς Μπουγκ και Μοχαβέτς.

Κατά τη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου το φρούριο κατελήφθη από τους Γερμανούς. Από την πόλη του Μπρεστ-Λιτόφσκ έστειλαν οι Γερμανοί ένα από τα πιο προκλητικά τελεσίγραφα στη Ρωσία των Μπολσεβίκων πλέον, στα τέλη του 1917. Στο οχυρό της πόλης υπογράφηκε τον Μάρτιο του 1918, μετά από διαπραγματεύσεις μηνών, η Συνθήκη ειρήνης του Μπρεστ-Λιτόφσκ η οποία έθετε τέρμα στον πόλεμο μεταξύ Γερμανικής Αυτοκρατορίας και Ρωσίας των Λένιν και Τρότσκι.

Η πόλη αλλάζει χέρια κάμποσες φορές μεταξύ Γερμανών, Ρώσων και Πολωνών στους οποίους και καταλήγει το 1921. Κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου θα αποτελέσει το θέατρο σκληρών μαχών δύο φορές. Η πρώτη πολιορκία της πόλης και του οχυρού ανάγεται στον Σεπτέμβριο του 1939, όταν η πολωνική φρουρά του οχυρού υπό τον στρατηγό Κονστάντυ Πλισόφσκι θα προσπαθήσει ανεπιτυχώς να αποκρούσει την επίθεση των γερμανικών δυνάμεων του στρατηγού Χάιντς Γκουντέριαν. Οι Γερμανοί καταλαμβάνουν το φρούριο στις 17/18-9-1939, αλλά 4 ημέρες μετά το παραδίδουν στους Σοβιετικούς σύμφωνα με τους όρους του Συμφώνου Ρίμπεντροπ-Μόλαταφ. Σε λιγότερο από δύο χρόνια θα χρειαστεί να το πολιορκήσουν εκ νέου.

Η Πύλη του Χολμ στο φρούριο του Μπρεστ-Λιτόφσκ

Η Πύλη του Χολμ στο φρούριο του Μπρεστ-Λιτόφσκ

Όταν ξεκίνησε η Επιχείρηση Μπαρμπαρόσσα, η σοβιετική αντίδραση μαρτυρούσε πανικό κι έλειψη προετοιμασίας κι οργάνωσης. Υπήρξαν ωστόσο μεμονωμένα σημεία σθεναρής ρωσικής άμυνας. Ένα από αυτά ήταν ακριβώς και το φρούριο του Μπρεστ-Λιτόφσκ. Οι Γερμανοί έφτασαν στην πόλη ήδη από την πρώτη ημέρα της εισβολής. Δύο ημέρες μετά, στις 24 Ιουνίου 1941, η πόλη είχε καταληφθεί, όχι όμως και το οχυρό της, όπου αντιστέκεται ηρωϊκά ισχυρή σοβιετική δύναμη.

Μέχρι το τέλος του Ιουνίου οι Γερμανοί έχουν καταλάβει το μεγαλύτερο τμήμα του οχυρού. Ωστόσο θα συνεχίσουν να υπάρχουν μεμονωμένα σημεία αντίστασης μέσα στο φρούριο τουλάχιστον έως τις 24 Ιουλίου. Σε κάποιον από εκείνους τους γενναίους υπερασπιστές ανήκει κι η επιγραφή με ημερομηνία 20 Ιουλίου που παρατίθεται κάτω από τον τίτλο. Τον συγκεκριμένο χώρο στον οποίο βρέθηκε η επιγραφή τον υπερασπίζονταν στρατιωτικές μονάδες του Εν Κα Βε Ντε (του γνωστού και μη εξαιρετέου Λαϊκού Επιτροπάτου Εσωτερικών Υποθέσεων).

Το σύνολο σχεδόν της φρουράς θυσιάστηκε, εκτός από λίγους βαριά τραυματισμένους τους οποίους αιχμαλώτισαν οι Γερμανοί. Κάποιοι από αυτούς κατόρθωσαν να επιζήσουν στην αιχμαλωσία. Η τραγική ειρωνεία έγκειται στο ότι, μετά την απελευθέρωσή τους το 1945, αντί να τους υποδεχτούν στην πατρίδα ως ήρωες, τους έστειλαν στα στρατόπεδα συγκέντρωσης του Γκουλάγκ ως ύποπτους συνεργασίας με τον εχθρό.

[Facebook, 19 Ιουλίου 2014]

22 Ιουνίου

Γερμανικές δυνάμεις τεθωρακισμένων περνούν τα πολωνοσοβιετικά σύνορα/ φωτογραφία: Bundesarchiv, Bild 101I-185-0139-20 / Grimm, Arthur / CC-BY-SA

Γερμανικές δυνάμεις τεθωρακισμένων περνούν τα πολωνοσοβιετικά σύνορα/ φωτογραφία: Bundesarchiv, Bild 101I-185-0139-20 / Grimm, Arthur / CC-BY-SA

Όσο πλησίαζε το θέρος του 1941 τόσο πύκνωναν τα μηνύματα με αποδέκτη τη σοβιετική κυβέρνηση σχετικά με επικείμενη γερμανική εισβολή. Έχοντας προφανώς επίγνωση του ότι ο Κόκκινος Στρατός ήταν ανέτοιμος για μια τέτοια σύγκρουση, η ηγεσία της ΕΣΣΔ προσπαθούσε απελπισμένα να αναβάλει το μοιραίο, προσποιούμενη ότι όλα έβαιναν καλώς όσον αφορά τις γερμανοσοβιετικές σχέσεις.

Στις 5 Μαΐου, ο Στάλιν δεξιωνόταν στο Κρεμλίνο αποφοίτους στρατιωτικών σχολών. Τους μίλησε για περίπου σαράντα λεπτά. Την επομένη, η Πράβντα συνόψιζε το περιεχόμενο του λόγου αυτού σε πέντε ή έξι ανώδυνες γραμμές. Το περιεχόμενο της ομιλίας επρόκειτο να γίνει γνωστό πολύ αργότερα.
«Η κατάσταση είναι εξαιρετικά σοβαρή και δεν μπορεί να αποκλεισθεί το ενδεχόμενο γερμανικής επίθεσης πολύ σύντομα… Με όλα τα διπλωματικά μέσα που διαθέτει, η σοβιετική κυβέρνηση θα προσπαθήσει να αποτρέψει το ενδεχόμενο αυτό, τουλάχιστον μέχρι το φθινόπωρο. Τότε θα είναι πολύ αργά για τους Γερμανούς. Μπορεί να το κατορθώσουμε, μπορεί και όχι».

Επισήμως όλα συνέχιζαν να είναι ήρεμα. Άλλωστε, οι μεθοριακές σοβιετικές δυνάμεις είχαν λάβει διαταγές να μην αντιδρούν σε ύποπτες κινήσεις των γερμανικών στρατευμάτων, προκλήσεις ή παραβιάσεις του εναέριου χώρου της ΕΣΣΔ. Στις 14 Ιουνίου, το πρακτορείο ΤΑΣΣ εξέδιδε το περιβόητο ανακοινωθέν με το οποίο προσπαθούσε να πείσει ότι οι σχέσεις της ΕΣΣΔ με τη Γερμανία ήταν περίπου ανέφελες. Οι προσεκτικοί παρατηρητές περίμεναν τις γερμανικές αντιδράσεις. Δεν υπήρξε καμία.

Στα απομνημονεύματά του, ο Σοβιετικός στρατηγός Ιβάν Φεντιουνίνσκι διηγείται ένα παράξενο περιστατικό:
«Στις 18 Ιουνίου, εμφανίστηκε σε κάποιο σοβιετικό φυλάκιο ένας Γερμανός λιποτάκτης. Ισχυριζόταν πως, ενώ ήταν μεθυσμένος, χτύπησε έναν αξιωματικό. Είχε τον φόβο ότι θα τον περνούσαν από στρατοδικείο και θα τον τουφέκιζαν. Διατεινόταν ότι συμπαθούσε τους Ρώσους γιατί ο πατέρας του ήταν κομμουνιστής. Τέλος, είπε σε αυτούς που τον ανέκριναν ότι, στις 22 Ιουνίου στις 4 το πρωί, ο γερμανικός στρατός θα εισέβαλε στη Ρωσία!»

Είχε ήδη πέσει η σύντομη νύχτα της 21ης Ιουνίου όταν ο Γερμανός πρεσβευτής στη Μόσχα, o κόμης Φρίντριχ-Βέρνερ φον Σούλενμπουργκ επισκέφτηκε τον Λαϊκό Επίτροπο Εξωτερικών Υποθέσεων Βιατσισλάφ Μιχάιλαβιτς Μόλαταφ, έπειτα από επανειλημμένες τηλεφωνικές κλήσεις του δεύτερου. Ο φον Σούλενμπουργκ, που αγνοούσε τα πάντα για τις αποφάσεις που είχε λάβει ο Χίτλερ κι η ναζιστική ηγεσία εδώ και μήνες, κατέβαλε φιλότιμες προσπάθειες να δικαιολογήσει τα αδικαιολόγητα. Επιστρέφοντας στην πρεσβεία, βρήκε τις οδηγίες του ΥπΕξ φον Ρίμπεντροπ: θα έπρεπε να μεταβεί αμέσως εκ νέου στο Κρεμλίνο και, χωρίς καμία συζήτηση, να διαβάσει στον Μόλαταφ ένα τηλεγράφημα του Χίτλερ που δεν ήταν τίποτε άλλο παρά συγκεκαλυμμένη κήρυξη πολέμου. Ο Ρώσος ΥπΕξ άκουσε αμίλητος το τηλεγράφημα κι έπειτα είπε στον φον Σούλενμπουργκ: «Πόλεμος, λοιπόν… Πιστεύετε ότι αξίζαμε κάτι τέτοιο;»

Είχε ήδη αρχίσει να χαράζει. Την ίδια ώρα, εκατομμύρια Γερμανοί στρατιώτες εισέβαλλαν στη Σοβιετική Ένωση, αρχίζοντας μια προέλαση που επρόκειτο σύντομα να τους φέρει στα περίχωρα της Μόσχας και του Λενινγκράντ και στις όχθες του Βόλγα. Η πιο μεγάλη, η πιο αιματηρή πολεμική αναμέτρηση της Ιστορίας είχε μόλις αρχίσει.

[Facebook, 22 Ιουνίου 2014/ πηγή: Alexander Werth (Александр Верт) «Russia At War, 1941-1945«, Barrie & Rockliff, Λονδίνο, 1964/ γαλλική έκδοση: « La Russie en guerre », t. 1 « La patrie en danger, 1941-1942 », τελευταία αναθεωρημένη έκδοση, Tallandier, σειρά Texto, Παρίσι, 2012, σελ. 195-201, 225]

Τα κύματα του… Ήρεμου Ντον

quiet donO «Ήρεμος Ντον» του Μιχαήλ Αλιξάντροβιτς Σόλαχαφ είναι ένα από τα σημαντικότερα μυθιστορήματα που γράφτηκαν στα χρόνια της ΕΣΣΔ. Έως το 1980 είχαν πωληθεί περίπου 80 εκατομμύρια αντίτυπα του βιβλίου, το οποίο είχε μεταφραστεί σε 84 τουλάχιστον γλώσσες. Χάρισε στον συγγραφέα το Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνίας της ΕΣΣΔ (τότε Βραβείο Στάλιν) το 1941 κι ένα Νομπέλ το 1965, μαζί με απίστευτα εγκώμια εκ μέρους των κριτικών, οι οποίοι χαρακτήριζαν τον Σόλαχαφ ως «Σοβιετικό Ταλστόι».

Μ. Α. Σόλαχαφ, φωτογραφία του 1938

Μ. Α. Σόλαχαφ, φωτογραφία του 1938

Το τετράτομο έργο (με 8 μέρη) γράφτηκε από το 1926 έως το 1940 και δημοσιευόταν σε συνέχειες σε διάφορα έντυπα [π.χ. τα λογοτεχνικά περιοδικά «Октябрь» (Οχτώβρης) και «Новый мир» (Νέος Κόσμος)]. Περιγράφει τις περιπέτειες μιας οικογένειας Κοζάκων εγκατεστημένων στην περιοχή της Βιοσένσκαγια, κοντά στο Ραστόφ. Ο πατριάρχης των Μέλεχοφ, παππούς του κεντρικού ήρωα του μυθιστορήματος, επέστρεψε από τον Κριμαϊκό Πόλεμο παντρεμένος με μια Τατάρισσα, η οποία είχε αντιμετωπιστεί από τους συγχωριανούς με περιφρόνηση και φόβο κι είχε κατηγορηθεί για μάγισσα. Ακόμη και στην εποχή κατά την οποία διαδραματίζεται η υπόθεση του έργου τα μέλη της οικογένειας έχουν το προσωνύμιο «Τούρκοι»

Η συνάντηση του Γκριγκόρι και της Αξίνιας (σκίτσο του Σ. Καραλκόφ, 1935)

Η συνάντηση του Γκριγκόρι και της Αξίνιας (σκίτσο του Σ. Καραλκόφ, 1935)

Βρισκόμαστε στις αρχές του 20ού αιώνα, λίγο πριν ξεσπάσει ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος. Το βιβλίο περιγράφει με τα πιο ειδυλλιακά χρώματα τη φύση της περιοχής κοντά στις εκβολές του Ντον και την ειρηνική ζωή των χωρικών. Ο Γκριγκόρι Παντελέγιεβιτς Μέλεχοφ είναι ένας νεαρός αξιωματικός που ερωτεύεται την Αξίνια, σύζυγο του οικογενειακού φίλου Στεπάν Αστάχαφ. Οι παράνομοι εραστές κλέβονται, γεγονός που προκαλεί έριδα ανάμεσα στις δύο οικογένειες. Η έναρξη του πολέμου επισκιάζει τις διαμάχες τις οποίες προκάλεσαν τα ερωτικά πάθη. Ο Γκριγκόρι επιστρατεύεται και βρίσκεται να πολεμά εναντίον των δυνάμεων της Αυστροουγγρικής Αυτοκρατορίας. Σε μια μάχη θα σώσει τη ζωή του αντίζηλού του. Ούτε αυτή η πράξη, όμως, θα δώσει τέλος στη διαμάχη μεταξύ του Γκριγκόρι και του Στεπάν. Θα ακολουθήσει η Οκτωβριανή Επανάσταση, η επιστροφή στην πατρίδα, ο εμφύλιος πόλεμος στην Ουκρανία και την περιοχή του Ντον. Ο Γκριγκόρι θ’ αλλάξει στρατόπεδο πολλές φορές για να βρεθεί τελικά σ’ αυτό των ηττημένων.

Роман-газеты_1928_гΠαρά την τεράστια επιτυχία του και την καταξίωση που προσέφερε στον συγγραφέα, το μυθιστόρημα είχε ταραχώδη ιστορία, αντιμετωπίζοντας ευθύς εξαρχής κατηγορίες για λογοκλοπή. Με το που άρχισε να δημοσιεύεται το έργο σε συνέχειες, υπήρξαν αρκετοί που υποστήριξαν ότι ο Σόλαχαφ είχε απλώς αντιγράψει το αδημοσίευτο βιβλίο του Κοζάκου συγγραφέα και φανατικού αντιμπολσεβίκου Φιόνταρ Ντμίτριεβιτς Κριούκοφ, ο οποίος πέθανε το 1920 από τυφοειδή πυρετό. Οι κατηγορίες αναζωπυρώθηκαν το 1974, όταν δημοσιεύθηκε στο Παρίσι ένα ανώνυμο άρθρο, γραμμένο από κάποιον κριτικό λογοτεχνίας. Μεταξύ των προσώπων που σε διάφορες εποχές κατηγόρησαν τον Σόλαχαφ για λογοκλοπή καταλέγονταν η Σβιτλάνα Αλλιλούγεβα, κόρη του Στάλιν, κι ένας από τους γνωστότερους Ρώσους αντιφρονούντες, ο συγγραφέας Αλιξάντρ Σαλζενίτσιν. Ακόμη κι αν δεχθούμε ότι το θέμα δεν έχει κλείσει οριστικά, η επικρατούσα άποψη συνηγορεί υπέρ της γνησιότητας του έργου (ακόμη και η στατιστική ανάλυση φαίνεται να την αποδεικνύει, ενώ έχουν βρεθεί και τα χειρόγραφα του Σόλαχαφ, για τα οποία όλοι πίστευαν ότι είχαν χαθεί κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου).

Θα ήταν ίσως άδικο να σταθούμε στην ιστορία της λογοκλοπής. Όχι μόνο γιατί, κατά πάσα πιθανότητα, δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, αλλά και γιατί δεν ωφελεί να χρονοτριβούμε με ορισμένα ζητήματα όταν η Ιστορία της λογοτεχνίας έχει ήδη αποφανθεί, άλλως θα αρχίσουμε να διαφωνούμε για την πατρότητα π.χ. των σαιξπηρικών έργων.

Κυρίως, όμως, θα αδικούσαμε την αδιαμφισβήτητη λογοτεχνική αξία του μυθιστορήματος. Πρόκειται για μια αριστοτεχνική παρουσίαση ενός θέματος κλασσικού για την παγκόσμια λογοτεχνία: πώς οι απλοί άνθρωποι παρασύρονται στη δίνη των γεγονότων της Μεγάλης Ιστορίας. Από την άποψη αυτή, η σύγκριση με τον Ταλστόι και ειδικότερα το «Πόλεμος και Ειρήνη» είναι απολύτως επιτυχημένη. Άδικη είναι επίσης η κατηγορία περί έργου φιλοσοβιετικής προπαγάνδας. Ο Γκριγκόρι απέχει πολύ από το πρότυπο του σοβιετικού ήρωα (καταλήγει, άλλωστε, αντίπαλος των μπολσεβίκων), ενώ το μυθιστόρημα υπέστη εκτεταμένη λογοκρισία για να πάρει άδεια δημοσίευσης.

Η αφίσα του κατά Μπανταρτσούκ "Ήρεμου Ντον"

Η αφίσα του κατά Μπανταρτσούκ «Ήρεμου Ντον»

Ο «Ήρεμος Ντον» μεταφέρθηκε τρεις φορές στον κινηματογράφο, την πρώτη μάλιστα χωρίς καν να έχει ολοκληρωθεί (1930, σκηνοθεσία Όλγκα Πριαμπραζένσκαγια και Ιβάν Πράβαφ). Η πιο κλασσική είναι μάλλον αυτή του 1957-1958 (σε τρία μέρη) από τον Σιργκέι Γκεράσιμαφ, με τον Πιοτρ Γκλέμπαφ ως Γκριγκόρι και την Ελίνα Μπιστρίτσκαγια ως Αξίνια. Η τρίτη απόπειρα μεταφοράς του μυθιστορήματος στη μεγάλη οθόνη ήταν αυτή του Σιργκέι Μπανταρτσούκ το 1992-1993, με τον Ρούπερτ Έβερεττ και τη Γαλλίδα Ντελφίν Φορέ στους βασικούς ρόλους. Έμεινε ανολοκλήρωτη εξαιτίας του θανάτου του σκηνοθέτη το 1994. Ο γιος του, ο Φιόνταρ Μπανταρτσούκ, κατόρθωσε κατά κάποιο τρόπο να την ολοκληρώσει: το φιλμ προβλήθηκε στη ρωσική τηλεόραση με τη μορφή μίνι τηλεοπτικής σειράς.

Γκριγκόρι (Ρ. Έβερεττ) και Αξίνια (Ντ. Φορέ), από το φιλμ του Μπανταρτσούκ

Γκριγκόρι (Ρ. Έβερεττ) και Αξίνια (Ντ. Φορέ), από το φιλμ του Μπανταρτσούκ

* Και για το τέλος, σκηνές από την ανολοκλήρωτη ταινία του Μπανταρτσούκ με μουσική επένδυση ένα παραδοσιακό ουκρανικό τραγούδι το «Несе Галя воду» [δηλ. η Γκάλια ή… Χάλια, αν προτιμάτε μεταγραφή με βάση την ουκρανική προφορά, (υποκοριστικό της Γκαλίνας = Γαλήνης) φέρνει νερό]. Στο ποτάμι, συναντά τον νεαρό Ιβάνκο ο οποίος την φλερτάρει. Η κοπέλα του κάνει νάζια, αλλά, εμμέσως πλην σαφώς, του δίνει και ραντεβού. 😉

«Несе Галя воду,
Коромисло гнеться,
За нею Іванко,
Як барвінок, в»ється.

 

– Галю ж моя Галю,
Дай води напиться,
Ти така хороша,
Дай хоч подивиться!

 

– Вода у криниці,
Піди тай напийся,
Як буду в садочку,
Прийди подивися.

 

– Прийшов у садочок,
Зозуля кувала,
А ти ж мене, Галю,
Та й не шанувала.

 

– Стелися, барвінку,
Буду поливати,
Вернися, Іванку,
Буду шанувати.

 

– Скільки не стелився,
Ти не поливала,
Скільки не вертався,
Ти не шанувала».