Η (άτακτη;) υποχώρηση του δημόσιου χώρου

Το ταχυδρομικό μέγαρο στην Πλατεία Αμίλιους πριν από τα έργα (πηγή: Βικιπαίδεια, χρήστης MMFE)

Σε παλαιότερες αναρτήσεις στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης είχαμε εξηγήσει τους λόγους για τους οποίους οι επιλογές των λουξεμβουργιανών ελίτ ενέχουν τον κίνδυνο να καταστήσουν τη χώρα λιγότερο φιλόξενη σε πολιτικό και πολιτισμικό επίπεδο απ’ ό,τι ήταν στο πρόσφατο παρελθόν. Ένα παράδειγμα, το οποίο σε καμία περίπτωση δεν είναι μεμονωμένο, καταδεικνύει ότι τον ίδιο κίνδυνο διατρέχει και το ίδιο το αστικό περιβάλλον της πρωτεύουσας της χώρας.

Πριν από μερικά χρόνια η Πλατεία Αμίλιους αποτελούσε χώρο κατεξοχήν δημόσιο. Εκεί βρίσκονταν το κέντρο διοικητικών υπηρεσιών του δήμου, το οποίο εξυπηρετούσε τους πολίτες, η αστυνομία, το ταχυδρομικό μέγαρο και, βέβαια, οι στάσεις των λεωφορείων. Η πλατεία δεν ήταν ακριβώς όμορφη. Τα τελευταία νεοκλασσικά και λοιπά κτίρια υψηλής αισθητικής του τέλους του 19ου και των αρχών του 20ού αιώνα παραδίνονταν στις μπουλντόζες κι έδιναν τη θέση τους σε απρόσωπα κτίρια γραφείων που μετά από μια δεκαετία μόλις έδειχναν ήδη κακογερασμένα. Ήταν ωστόσο ένας χώρος φιλόξενος για τους κατοίκους και τους επισκέπτες. Οι στάσεις των λεωφορείων ήταν λειτουργικές, διέθεταν στέγαστρα, παρείχαν στον πολίτη τη δυνατότητα να περιμένει σε συνθήκες ανθρώπινες. Η αισθητική του χώρου διασωζόταν από το υπέροχο ταχυδρομικό μέγαρο, έργο του αρχιτέκτονα Σωσθένη Βάις στις αρχές του περασμένου αιώνα. Τέλος, η πλατεία αποτελούσε την πύλη εισόδου στο ιστορικό κέντρο της πόλης. Ο ανοιχτός της χώρος σε προσκαλούσε να προχωρήσεις και να επισκεφθείς τα πολύ ομορφότερα σημεία που σε περίμεναν στη συνέχεια του δρόμου σου.

Την ίδια στιγμή ο Δήμος Λουξεμβούργου εκπονούσε το σχέδιο που, σύμφωνα με τους εμπνευστές του θα έφερνε την Πόλη του Λουξεμβούργου στον 21ο αιώνα. Ποιον, όμως, 21ο αιώνα και με βάση ποιες ακριβώς αντιλήψεις; Το φαραωνικό σχέδιο, το οποίο η πόλη θα ανέθετε σε κάποιον διεθνούς φήμης αρχιτέκτονα κατόπιν διαγωνισμού, προέβλεπε ένα τεράστιο συγκρότημα το οποίο θα κάλυπτε όχι μόνον τον χώρο της Πλατείας Αμίλιους, αλλά θα συνεπαγόταν και την απαλλοτρίωση σειράς κτιρίων επί του Μπουλβάρ Ρουαγιάλ, και το οποίο θα περιελάμβανε εμπορικό κέντρο, πολυώροφο γκαράζ και διαμερίσματα κατοικιών. Οι διαγωνισμοί προκηρύχθηκαν και διενεργήθηκαν, ο σχεδιασμός ανατέθηκε στον Βρετανό σερ Νόρμαν Φόστερ, οι εργολάβοι ορίστηκαν. Το κέντρο της πόλης μετατράπηκε για μια πενταετία σε ένα κακάσχημο αχανές εργοτάξιο, με αίσθηση Βερολίνου του 1945. Ανυπολόγιστη η ζημιά για τα καταστήματα κι εστιατόρια της περιοχής. Απίστευτη η ταλαιπωρία των κατοίκων και των επισκεπτών της πόλης. Το σύστημα των δημόσιων συγκοινωνιών μεταρρυθμίσθηκε ριζικά. Το κοινό των στάσεων της πλατείας μεταφέρθηκε σε δύο στάσεις, Μπουλβάρ Ρουαγιάλ-Αμίλιους και Ίδρυμα Πεσκατόρ, συνωστιζόμενο σε στενά πεζοδρόμια, περιμένοντας κάτω από τη βροχή, το χιόνι ή τον ήλιο, σχηματίζοντας ουρές μήκους 500 μέτρων. Οι άνθρωποι διαγκωνίζονταν για να κατορθώσουν να φτάσουν στο απρόβλεπτο σημείο όπου στάθμευε το λεωφορείο που περίμεναν, αγωνίζονταν να αποφύγουν ποδηλάτες και οδηγούς ηλεκτρικών πατινιών που θεωρούσαν ότι είναι οι απόλυτοι κύριοι του πεζοδρομίου κι αποφάσιζαν να επιταχύνουν μέσα στο πλήθος…

Η νέα μορφή της πλατείας (πηγή: ιστότοπος του νέου συγκροτήματος royal-hamilius, http://www.royal-hamilius.lu)]

Και κάποια στιγμή το έργο ολοκληρώθηκε. Ένα μαμούθ από γυαλί και μέταλλο. Κρύο. Όχι ιδιαιτέρως όμορφο. Με την παραδοξότητα να διακόπτεται από μια γερασμένη πολυκατοικία (της οποίας δεν συμφώνησαν όλοι οι ιδιοκτήτες με την απαλλοτρίωση) της δεκαετίας του 1970 για να συνεχιστεί μετά… Ένας γίγαντας που κρύβει το όμορφο ταχυδρομικό μέγαρο. Οι μόνοι που θα έχουν τη δυνατότητα να το θαυμάζουν είναι οι ένοικοι των διαμερισμάτων τους συγκροτήματος. Άνθρωποι που πλήρωσαν κοντά 20 χιλιάδες ευρώ το τετραγωνικό μέτρο, χωρίς μάλιστα να αποκτούν πλήρη κυριότητα, αλλά στο πλαίσιο απλώς εμφυτευτικής μίσθωσης ισχύος 100 ετών. Οι υπόλοιποι θα μπορούν απλώς να το βλέπουν μέσα από την «κλειδαρότρυπα» της στενής οδού την οποία καταδέχτηκε να παραχωρήσει το συγκρότημα ανάμεσα στα δύο μέρη του. Πράσινο δεν υπάρχει πουθενά, εκτός από την οροφή του εμπορικού κέντρου. Κι αν αναρωτιέστε μήπως κέρδισε κάτι ο καταναλωτής, η απάντηση φοβούμαι ότι δεν θα είναι ενθαρρυντική. Το τμήμα βιβλίων της Φνακ είναι θλιβερά μικρό. Οι νέες Γκαλλερί Λαφαγιέτ άνοιξαν διατυμπανίζοντας τη συνεργασία τους με γνωστό λουξεμβουργιανό κατάστημα πώλησης ενδυμάτων. Σε τελική ανάλυση προσφέρουν αυτά που ήδη έβρισκε ο καταναλωτής και πριν…

Η μεταμόρφωση ολοκληρώθηκε κι η γεύση που αφήνει είναι μάλλον πικρή. Το ελάχιστο και σχετικό κέρδος δεν αντισταθμίζει την ταλαιπωρία πέντε δύσκολων χρόνων ούτε, κατά μείζονα λόγο, τις απώλειες για τον πολίτη. Ο δημόσιος χώρος ιδιωτικοποιήθηκε σχεδόν ολοκληρωτικά. Το άτομο αντιμετωπίζεται λιγότερο ως πολίτης και πολύ περισσότερο ως πελάτης-καταναλωτής. Το Βασιλικό Βουλεβάρτο από πύλη εισόδου στο ιστορικό κέντρο μετατράπηκε σε τείχος που διώχνει τον επισκέπτη κάνοντάς τον να αισθανθεί παρείσακτος. Η ίδια η πόλη χάνει την ιστορική της συνέχεια, απεμπολεί το παρελθόν της. Είναι λογικό όταν, βάσει πνεύματος νεοπλουτισμού, τα πρότυπα είναι το Μανχάταν και το Ντουμπάι.

Παραφράζοντας ελαφρώς την κατακλείδα του άρθρου που αποτέλεσε την πηγή έμπνευσης για την ανάρτηση, οι επιλογές αυτές είναι ουσιωδώς πολιτικές. Όσο, όμως, οι άνθρωποι βρίσκουν φτηνά επώνυμα ρούχα, σημεία φόρτισης του κινητού τους και σάντουιτς με αβοκάντο δεν υπάρχει περίπτωση να αναλογισθούν τις ανισότητες που χαρακτηρίζουν τις δυτικές κοινωνίες του πρώτου τετάρτου του 21ου αιώνα.

[αρχική δημοσίευση: ΦΜΠ, 15 Δεκεμβρίου 2019]

Σοβιετική δημοκρατία του Λουξεμβούργου;

Tις τελευταίες ημέρες, καθώς το ελληνόφωνο διαδικτυακό «χωριό» είχε χωριστεί σε αντίπαλα στρατόπεδα εξαιτίας της λειτουργίας των καταστημάτων τις Κυριακές, άρχισε να αναπαράγεται σχεδόν μαζικά ένα κείμενο που υποτίθεται ότι μας πληροφορεί για τις ώρες λειτουργίας των καταστημάτων στις χώρες της ΕΕ. Πηγή του κειμένου φαίνεται να είναι άρθρο που δημοσιεύθηκε σε εφημερίδα ευρείας κυκλοφορίας τον Ιανουάριο του 2009. Από περιέργεια, θέλησα να δω τι ανέφερε για τη χώρα στην οποία διαμένω εδώ και χρόνια και διαπίστωσα ότι αναγράφονταν τα εξής: «Λουξεμβούργο: Δευτέρα-Σάββατο: 06.00-20.00 και Κυριακή 06.00-13.00». Ακόμη και χωρίς προσωπική γνώση της κατάστασης, κάποιος θα παραξενευόταν με την ιδέα εμπορικών καταστημάτων που είναι ανοιχτά από τις 6 το πρωί. Λαμβάνοντας υπόψη και τα διδάγματα της πείρας ήταν σαφές ότι τα παρατιθέμενα στοιχεία δεν ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα.

Η εφημερίδα επισήμαινε ότι τα στοιχεία προέρχονταν από την EuroCommerce, μια ευρωπαϊκή ένωση επιχειρήσεων χονδρικού και λιανικού εμπορίου. Πράγματι, στον ιστότοπο της επαγγελματικής ένωσης αυτής υπάρχει σχετικό αρχείο με τα επίμαχα στοιχεία. Μόνο που συνοδεύεται από δήλωση αποποίησης ευθύνης και υπόμνηση ότι τα όποια στοιχεία παρατίθενται απλώς για ενημέρωση.

***

Ποια είναι η αλήθεια; Στο Λουξεμβούργο, το ζήτημα του ωραρίου λειτουργίας των εμπορικών καταστημάτων ρυθμίζεται με απόφαση της οικείας δημοτικής αρχής. Η απόφαση εκδίδεται κατόπιν διαβουλεύσεως με όλους τους εμπλεκόμενους φορείς (τοπικό εμπορικό επιμελητήριο, σύλλογοι εμποροϋπαλλήλων, ενώσεις καταναλωτών). Όσον αφορά την Πόλη του Λουξεμβούργου, τα εμπορικά λειτουργούν τη Δευτέρα μόνο το απόγευμα (14.00-18.00), ενώ από την Τρίτη έως και το Σάββατο από τις 9 το πρωί έως τις 6 το απόγευμα. Τα μεγάλα σουπερμάρκετ που βρίσκονται σε εμπορικά κέντρα έχουν τη δυνατότητα να είναι ανοιχτά με ωράριο 8.00-20.00. Όσον αφορά τη λειτουργία τις Κυριακές, κάποια σουπερμάρκετ είναι ανοιχτά από τις 8 το πρωί μέχρι τις 12 το μεσημέρι. Ειδικά τα εμπορικά καταστήματα, βάσει σχετικά πρόσφατης απόφασης (Νοέμβριος 2012), έχουν πλέον τη δυνατότητα, εφόσον το επιθυμούν, να είναι ανοιχτά από τις 14.00 έως τις 18.00 την πρώτη Κυριακή κάθε μήνα, από τον Απρίλιο μέχρι και τον Οκτώβριο (επτά ημέρες συνολικά). Στις ημέρες αυτές πρέπει να προστεθούν και οι οκτώ ετησίως ημερομηνίες κατά τις οποίες τα καταστήματα ανοίγουν εκ παραδόσεως την Κυριακή. Και αυτές οι ημερομηνίες είναι σαφώς καθορισμένες με τρόπο δεσμευτικό για όλες τις επιχειρήσεις: πρόκειται για την πρώτη Κυριακή καθεμιάς από τις δύο περιόδους εκπτώσεων, τις τέσσερις Κυριακές που προηγούνται των Χριστουγέννων, την τρίτη Κυριακή του Μαρτίου (για τις «ανοιξιάτικες αγορές») και την τρίτη Κυριακή του Οκτωβρίου, όταν, σύμφωνα με την τοπική παράδοση, αγοράζεται το καινούριο παλτό για τον χειμώνα.

Ποια συμπεράσματα προκύπτουν από το παράδειγμα του Λουξεμβούργου, το οποίο, ανεξαρτήτως του μικρού μεγέθους της χώρας, είναι όλως ενδεικτικό των όσων ισχύουν στα κράτη της Δυτικής Ευρώπης; Πράγματι παρατηρείται τάση διεύρυνσης του ωραρίου λειτουργίας, η οποία όμως δεν επιφέρει άναρχες ή ριζικές μεταβολές. Πράγματι αναγνωρίζεται ότι κάτι τέτοιο μπορεί να συμβάλει στην αύξηση του κύκλου εργασιών, αλλά όχι με τρόπο εντυπωσιακό. Σε καμία περίπτωση το μέτρο δεν παρουσιάζεται ως κεφαλαιώδους σημασίας για την οικονομία και την κοινωνία γενικότερα. Και, βέβαια, όλα αυτά συνοδεύονται από τη δέσμευση ότι θα τηρηθεί ευλαβικά η ισχύουσα εργατική νομοθεσία, ιδίως όσον αφορά τα προβλεπόμενα για τα σχετικά δικαιώματα των εργαζομένων.

Σε πιο θεσμικό επίπεδο, επισημαίνεται ότι το ζήτημα το ωραρίου λειτουργίας των εμπορικών καταστημάτων δεν καταλείπεται βεβαίως στην αυτορρύθμιση, όπως διατείνονται κάποιες φωνές στη χώρα μας, αλλά εξακολουθεί να ρυθμίζεται σχολαστικά από δημόσια αρχή. Σχολαστικά, όμως, δεν σημαίνει και αυθαίρετα. Το παράδειγμα του Μεγάλου Δουκάτου μας υπενθυμίζει μια σειρά από χρήσιμες έννοιες που φαίνεται πως έχουν λησμονηθεί στην καθ’ ημάς Ανατολή: αποκέντρωση, εκχώρηση αρμοδιοτήτων στους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης, διαβούλευση με όλους τους ενδιαφερομένους.

Στην πραγματικότητα, η περί αυτορρύθμισης εμμονή ενέχει μια πλάνη που δεν είναι αμελητέας σημασίας. Κάθε ζήτημα που αφορά το κοινωνικό σύνολο (και η λειτουργία καταστημάτων που απευθύνονται στο κοινό είναι ένα από αυτά) δεν μπορεί να επιλύεται με τρόπο άναρχο, ως άτακτη παράθεση ατομικών συμφερόντων. Η λύση πρέπει να είναι η συνισταμένη όλων αυτών, καθοριζομένη κατά τον πλέον ωφέλιμο για το σύνολο τρόπο. Εν προκειμένω, υπάρχουν τέσσερις εμπλεκόμενοι παράγοντες: επιχειρήσεις, εργαζόμενοι, καταναλωτές και Δημόσιο. Το τελευταίο είναι αυτό που νομιμοποιείται, ως εκφραστής του κοινωνικού συνόλου, να εντοπίσει το σημείο ισορροπίας και να επιλύσει τις όποιες συγκρούσεις συμφερόντων.

Αυτονόητα όλα αυτά, αλλά όχι στη χώρα μας, όπου το άνοιγμα των εμπορικών καταστημάτων τις Κυριακές παρουσιάζεται ως σπουδαίο αναπτυξιακό μέτρο, μείζων μεταρρύθμιση ή ως κίνηση υψηλού συμβολισμού με παραπομπή… στις ατομικές ελευθερίες. Θα ήταν σκληρό να υπενθυμίσει κάποιος το γνωστό «όπου φτωχός κι η μοίρα του». Εάν, πάντως, η πενία δεν νοηθεί με σημασία αποκλειστικά οικονομική, ίσως η διαπίστωση να είναι κι ακριβής.

***

Ένα ηλιόλουστο μεσημέρι του Οκτώβρη, βρέθηκα σ’ ένα εστιατόριο της πόλης. Παρά τον θαυμάσιο καιρό, το κατάστημα δεν είχε στρώσει τα τραπέζια στον εξωτερικό του χώρο. Ρώτησα τον σερβιτόρο κι εκείνος μου απάντησε τα εξής: «Κι εμείς θα το θέλαμε, αλλά η άδεια που μας έχει χορηγήσει ο δήμος μάς επιτρέπει να τα στρώνουμε μέχρι τις 30 Σεπτεμβρίου μόνον». Αναρωτήθηκα αν τελικά ζω στην τελευταία σοβιετική δημοκρατία της Ευρώπης. Ήμουν τόσο ταραγμένος που βγαίνοντας νόμιζα ότι στο δρόμο κυκλοφορούσαν μόνο Λάντα και Τράμπαντ. Έπειτα, θυμήθηκα ότι τα ίδια περίπου ισχύουν και σε όλες τις γειτονικές χώρες. Και, παρατηρώντας προσεκτικότερα, διαπίστωσα ότι τα αυτοκίνητα έφεραν συχνά μερικά από τα εταιρικά εμβλήματα που συμβολίζουν την (επαπειλούμενη) ευημερία του Δυτικού Κόσμου!

Τα πράγματα είναι πιο απλά, όταν συνειδητοποιήσουμε ότι οι ατομικές επιθυμίες και συμφέροντα δεν συμπίπτουν πάντα με αυτά της κοινωνίας συνολικά κι ότι δεν είναι θεμιτό τα πρώτα να επιβάλλονται στα δεύτερα.

[Γράφτηκε για τα Ενθέματα και δημοσιεύθηκε στο φύλλο της 10ης Νοεμβρίου 2013]

Αλλαγή φρουράς

Η σφυγμομέτρηση της ημέρας – Απορίες της Popaganda (22.10.2013)

«Τι λέτε κι εσείς, Ρογήρε, θα συνεχίσει ο κύριος Ζαν Κλοντ Γιουνκέρ την θητεία του ως πρωθυπουργός του Λουξεμβούργου

Ρ: «Το ερώτημα όσον αφορά τις προχθεσινές βουλευτικές εκλογές στο Λουξεμβούργο ήταν διττό. Αφενός, θα συνέχιζε να είναι πρωθυπουργός ο Ζαν-Κλωντ Γιουνκέρ, ο οποίος κατέχει το αξίωμα αυτό από το 1995, και θα παρέμενε στην εξουσία το κόμμα του, το CSV (Λαϊκό Χριστιανοσοσιαλιστικό Κόμμα), το οποίο μετείχε σχεδόν σε όλες τις μεταπολεμικές κυβερνήσεις, πάντα ως πρώτο κόμμα; Αφετέρου, θα σηματοδοτούσε η αναμέτρηση αυτή μεταστροφή της πολιτικής του Μεγάλου Δουκάτου προς πιο φιλελεύθερη ή νεοφιλελεύθερη κατεύθυνση;

Ως προς το δεύτερο σκέλος του ερωτήματος μπορούμε ήδη να δώσουμε καταφατική απάντηση, επισημαίνοντας πάντως ότι η μεταστροφή αυτή θα είναι όλως μετριοπαθής. Το Λουξεμβούργο έχει μακρά παράδοση ως προς το κράτος κοινωνικής πρόνοιας ώστε να την απεμπολήσει τόσο εύκολα. Όσον αφορά, όμως, το πρώτο σκέλος, θα πρέπει να περιμένουμε τις διεργασίες και διαπραγματεύσεις για τον σχηματισμό κυβέρνησης. Το CSV, ένα κεντροδεξιό χριστιανοδημοκρατικό κόμμα κλασσικής κοπής εξακολουθεί να είναι με διαφορά η μεγαλύτερη πολιτική δύναμη της χώρας. Υπέστη, όμως, απώλειες, χάνοντας 3 έδρες και περισσότερες από 4 ποσοστιαίες μονάδες σε σχέση με τις εκλογές του 2009 (23 και 33,68 % έναντι 26 εδρών και 38,04 μονάδων, αντιστοίχως). Οι σοσιαλδημοκράτες του LSAP, οι οποίοι προκάλεσαν τις πρόωρες εκλογές αποχωρώντας από την κυβέρνηση συνασπισμού με το CSV, έμειναν στάσιμοι στις 13 έδρες (με μικρές απώλειες του ύψους του 1,28 %). Μεγάλοι κερδισμένοι της αναμέτρησης υπήρξαν οι φιλελεύθεροι του Δημοκρατικού Κόμματος (DP) που αύξησαν το ποσοστό τους κατά 3 και πλέον μονάδες, φθάνοντας το 18,25 %, και απέσπασαν 4 έδρες παραπάνω (13). Σε πτώση οι Πράσινοι που έχασαν μια έδρα, πέφτοντας στις 6, όπως και το υπερσυντηρητικό ADR (3 έδρες). Κερδισμένο από τους μικρομεσαίους, το κόμμα της ριζοσπαστικής Αριστεράς (Déi Lénk) που διπλασίασε τις έδρες του (2 από 1), χάνοντας μάλιστα την τελευταία στιγμή μια τρίτη έδρα, κι ανέβασε το ποσοστό του σχεδόν στο 5 %.

Υπό τις παρούσες συνθήκες, οι πιθανότητες είναι δύο. Είτε θα συνεχίσει το κυβερνά το CSV, με πιθανότερο κυβερνητικό εταίρο τους φιλελεύθερους, είτε θα σχηματιστεί ένας παράδοξος τριμερής κυβερνητικός συνασπισμός που θα περιλαμβάνει τους φιλελεύθερους, τους σοσιαλδημοκράτες και τους οικολόγους. Κατά της πρώτης εκδοχής συνηγορούν οι άσχημες εμπειρίες του Γιουνκέρ από την τελευταία φορά που είχε συγκυβερνήσει με το DP (1999-2004) και η προφανής επιθυμία κάποιων Λουξεμβούργιων πολιτικών να δουν τον έως τώρα πρωθυπουργό να αποχωρεί από την εθνική πολιτική σκηνή. Ωστόσο, η δεύτερη εκδοχή αποτελεί επιλογή εξαιρετικά υψηλού κινδύνου: τρία κόμματα συνεννοούνται δυσκολότερα απ΄ ό,τι δύο, πόσο μάλλον όταν τα προγράμματα και οι ιδεολογίες τους εμφανίζουν σημαντικές διαφορές. Προς το παρόν, η μπάλα βρίσκεται στην κατοχή των φιλελεύθερων που πρέπει να ανοίξουν τα χαρτιά τους και να διαλέξουν.

Ανεξαρτήτως, πάντως, των προσεχών εξελίξεων, θα πρέπει οπωσδήποτε να επισημανθεί και η, ασύλληπτη για τον Έλληνα πολίτη, ιδιαιτερότητα της εκλογικής διαδικασίας. Πρόκειται για τη λεγόμενη ανάμειξη της ψήφου (panachage). Καθόσον γνωρίζω, το Λουξεμβούργο είναι το μόνο κράτος που εφαρμόζει το σύστημα αυτό σε βουλευτικές εκλογές. Η χώρα διαιρείται σε 4 εκλογικές περιφέρεις, στις οποίες οι βουλευτές εκλέγονται αναλογικά. Ο εκλογέας δεν ψηφίζει καταρχήν κόμμα, αλλά υποψήφιο. Μπορεί να βάλει τόσους σταυρούς όσες και οι έδρες της περιφέρειάς του. Στην περιφέρεια Κέντρου, όπου και η πρωτεύουσα, έχει π.χ. 21. Μπορεί να σταυρώσει 21 υποψηφίους από όποιον κομματικό σχηματισμό επιθυμεί (suffrage nominatif)! Το καταλαβαίνει κανείς βλέποντας και το ψηφοδέλτιο: δεν είναι ανά κόμμα, αλλά ενιαίο και περιλαμβάνει τόσα φύλλα όσοι και οι συνδυασμοί. Αν αγαπά πολύ κάποιον υποψήφιο, ο εκλογέας μπορεί να τον διπλοσταυρώσει! Θα του απομένουν αντίστοιχα 19 σταυροί. Θεωρητικά, μπορεί να διπλοσταυρώσει 10 υποψηφίους (και να του μείνει κι ένας μονός σταυρός για έναν ενδέκατο)! Υπάρχει και η δυνατότητα να σημειώσει την κεφαλίδα ενός συνδυασμού: τότε θεωρείται ότι εγκρίνει συνολικά τον συνδυασμό, κάθε υποψήφιος του οποίου παίρνει κι από ένα σταυρό (suffrage de liste). Τα κόμματα συνιστούν φυσικά στους ψηφοφόρους να προτιμούν τη λύση της ψήφου στον συνδυασμό συνολικά. Αλλά στην πράξη, οι προτιμήσεις των εκλογέων είναι μάλλον διαφορετικές.

BettelΥΓ: όπως δείχνουν οι τελευταίες εξελίξεις, βαίνουμε τελικά προς τον σχηματισμό τριμερούς κυβερνητικού συνασπισμού (σοσιαλδημοκράτες, φιλελεύθεροι, πράσινοι), με πρωθυπουργό των αρχηγό των φιλελευθέρων και δήμαρχο της Πόλης του Λουξεμβούργου Ξαβιέ Μπεττέλ. Θα βιώσουμε πιθανότατα το παράδοξο να μη μετέχει στην κυβέρνηση το κόμμα που πήρε με διαφορά τις περισσότερες ψήφους και πρωθυπουργός να γίνεται ο αρχηγός του τρίτου σε δυναμικότητα κόμματος!»

[Δημοσιεύθηκε στο Popaganda, στις 22 Οκτωβρίου 2013]

Ιστορία ενός δουκάτου που ήταν κάποτε πτωχό, πλην όμως τίμιο

Ήταν κάποτε μια κομητεία ανάμεσα στις Αρδέννες και τον Μοζέλλα… όχι ασήμαντη, όχι πολύ σπουδαία. Οι άρχοντές της γίνονται όλο κι ισχυρότεροι. Αποκτούν εδάφη δεξιά κι αριστερά. Κάποια στιγμή φτάνουν στο σημείο να ανέβουν στον θρόνο της Αγίας Γερμανικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Αλλά έχουν πλέον φύγει. Η έδρα τους είναι τώρα στην Πράγα, περιφέρονται στη Μεσευρώπη, έχουν να ασχοληθούν με ζητήματα πολύ σημαντικότερα από τον τόπο καταγωγής τους. Άλλοι ισχυροί πρόκειται να ενδιαφερθούν για αυτόν. Κάποιοι από αυτούς θα πάρουν από τον Οίκο του Λουξεμβούργου και τον αυτοκρατορικό θρόνο και τα πατρογονικά εδάφη.

Κι έτσι η κομητεία πέφτει στα χέρια των Αψβούργων. Για πολλά χρόνια στον κλάδο των Αψβούργων της Ισπανίας, από τον 18ο αιώνα και μετά σ’ αυτόν της Αυστρίας. Έχεις, όμως, κι έναν ισχυρό και βουλιμικό γείτονα που τον λένε Γαλλία. Κι έτσι το Λουξ κάνει κάτι εμφανίσεις στα εδάφη της, π.χ. επί Λουδοβίκου ΙΔ΄ και κυρίως με τη Γαλλική Επανάσταση και τον Ναπολέοντα.

Τι γίνεται, όμως, όταν ο Ναπολέοντας πάθει το Βατερλώ του; Έ, τότε οι μεγάλες δυνάμεις συσκέπτονται στη Βιέννη και, μεταξύ πολλών άλλων, αποφασίζουν να δημιουργήσουν ένα μεγάλο ενιαίο κράτος των Κάτω Χωρών με Ολλανδία, Βέλγιο και Λουξ και να το δώσουν στον Γουλιέλμο του Οίκου της Οράγγης και του Νασσάου. Ωραία όλα αυτά, αλλά έχουν υπολογίσει χωρίς τους Βέλγους που τους τη βάρεσε να γίνουν ανεξάρτητοι και λένε στον Γουλιέλμο πάρε τα κουβαδάκια σου κι άμε να παίξεις αλλού, τη Βρυξέλλα μας δεν θα την πειράξεις!

Τι να κάμει κι ο Γουλιέλμος, γυρνά στις Χάγες και στα Αμστελόδαμα και μένει με το Λουξ αμανάτι καμιά τετρακοσούρα χιλιόμετρα μακριά από τα σύνορά του. Επειδή κι οι Μεγάλοι συνειδητοποιούν ότι το όλο πράμα είναι ελαφρώς ξεκούδουνο, λένε κοινός μονάρχης μεν ο Γουλιέλμος, αλλά το Λουξ να είναι κράτος χωριστό από τις Κάτω Χώρες. Κι έτσι πορευόμαστε ως το τέλος του 19ου. Αλλά λησμόνησα να σας πω τα πιο σοβαρά: καλοί οι Ολλανδοί μονάρχες, αλλά το μεγάλο παιχνίδι παίζεται αλλού. Στον έλεγχο από τις δυνάμεις του ευρύτερου γερμανικού χώρου. Στην «προστασία» από τους Αψβούργους και σ’ αυτήν που παρέχουν οι Χοεντσόλλερν της Πρωσσίας, που εξακολουθούν να διατηρούν στρατιωτική φρουρά στο Λουξεμβούργο!

Και για μια φορά ακόμη, η τύχη του «Μεγάλου Δουκάτου» θα κριθεί στη Μεσευρώπη. Κάπου στις πεδιάδες της Βοημίας, στη Σάντοβα (1866), οι Πρώσοι θα δώσουν οριστικό τέλος στην ηγεμονία των Αμψούργων στον γερμανικό χώρο. Και θα τους αντικαταστήσουν πλήρως στον ρόλο του προστάτη του μικρού, πτωχού και τίμιου Λουξεμβούργου. Κι ως νέοι άτυποι επικυρίαρχοι θα πουν: καιρός να τελειώνουμε μ’ αυτήν την ανοησία του ολλανδικού θρόνου. Η ευκαιρία θα δοθεί το 1890 με τον πρόωρο θάνατο του Γουλιέλμου Γ΄, που δεν είχε αποκτήσει αρσενικό παιδί. Για τους μοντέρνους Ολλανδούς πά ντε προμπλέμ, θα κάνουμε βασίλισσα τη γλυκυτάτη Γουλιελμίνη. Στο Λουξ, όμως, λέει, το πράγμα κόμπλαρε, διότι κάποιοι υποστήριξαν ότι εκεί ίσχυε ακόμη ο αρχαίος νόμος των Σάλιων Φράγκων και δεν είναι δυνατό να δώσουμε τον θρόνο σε γυναίκα. Οπότε, ο θρόνος μας επήγε στα χέρια ενός ελάσσονος κλάδου του βασιλικού Οίκου του Νασσάου. Το πόσο μούφα ήταν η ιστορία αυτή, το καταλάβαμε σύντομα, διότι ο Μέγας Δουξ Γουλιέλμος του Λουξεμβούργου πέθανε κι αυτός χωρίς διάδοχο αρσενικό, μόνο που τότε είπανε, «δεν πειράζει γκάις, καλή και η Μαρία-Αδελαΐδα και να τα ξεχάσουμε τα παλιά, δεν είμεθα οπισθοδρομικοί άνθρωποι εμείς».

Κι έτσι, πάντα πτωχό, πλην τίμιο και κυρίως ανεξάρτητο, πορεύτηκε το Λουξεμβούργο. Μεταξύ δύο μεγάλων που έλεγαν πως ήταν καλύτερα να το αφήσουν στην ησυχία του, γιατί αλλιώς μπορεί ο αντίπαλος να δυνάμωνε υπερβολικά. Βέβαια, στους πολέμους οι αντιστάσεις κάμπτονται, δεν είναι τώρα ώρα για ηθικές και υπολογισμούς, ο δυνατότερος τα τρώει όλα. Και νάσου η Γερμανία που καταβροχθίζει το Δουκάτο και τις δυο φορές, παιδιά του Ράιχ και του μεγάλου γερμανικού έθνους είναι κι αυτά, αμαρτία απ’ το θεό να τ’ αφήσουμε αλύτρωτα. Ιστορία βεβαίως γνωρίζετε, δεν χρειάζεται να σας πω εγώ τι έπαθε η Γερμανία σε δύο παγκόσμιους πολέμους… κι άφησε το Λουξάκι ήσυχο κι ανεξάρτητο πλέον.

Κι έγιναν κι οι Ευρωπαϊκές Κοινότητες και είδαν πλέον όλοι ότι, να, δεν έχει μόνο πατάτες, αγελάδες και ρημαγμένα φρούρια αυτό το μέρος, είναι ουδέτερο και κοντά σε όλους μας, γιατί να μην το κάνουμε κι έδρα κάποιων ευρωπαϊκών οργανισμών. Και ευτύχησε η χώρα να έχει και μερικούς πολιτικούς που βλέπανε λίγο μακρύτερα απ’ τον ίσκιο τους και σκέφτηκαν γιατί να μην την εκμεταλλευτούμε τη φάση, να κάνουμε το Λουξ τραπεζικό κι επιχειρηματικό κέντρο, να πέσει και το φράγκο, να έχουμε και μεις μπέμπες και μερτσέντες κι άουντι και να τρώμε φιλέτα Ροσσίνι σε ρεστωράν γαλλικά;

Και γίναν όλα αυτά και ζήσαμε εμείς καλά… κι αυτοί καλύτερα!

[Ξεκίνησε σαν σχόλιο στο Facebook, κάτω από ανάρτηση σχετική με τις βουλευτικές εκλογές στο Λουξεμβούργο, για να γίνει αυτοτελές ποστ στις 19 Οκτωβρίου 2013 – Στην παρούσα μορφή δημοσιεύθηκε στο Portal στις 21 Οκτωβρίου]