Περί βίας

Η επικινδυνότητα του γενικού αφορισμού

Εκ των πραγμάτων αποδεικνύεται ότι η βία αποτελεί διαχρονικό στοιχείο των ανθρώπινων κοινωνιών, είτε στο εσωτερικό τους είτε στις μεταξύ τους σχέσεις. Είναι επίσης σαφές ότι, γενικά κι αφηρημένα, δεν μπορεί να υπάρξει διάκριση μεταξύ «καλής» και «κακής» βίας. Εξ ορισμού η άσκηση βίας αποτελεί δυσάρεστη και απευκταία κατάσταση.

Η πραγματικότητα, εντούτοις, είναι πολύ πιο σύνθετη. Τούτο διαπιστώνεται και βάσει των όχι λίγων προσπαθειών να δικαιολογηθούν μορφές βίας. Για τη σημαντικότερη από αυτές, τον πόλεμο, πολλοί και διάφοροι, τουλάχιστον από την εποχή του Αυγουστίνου της Ιππώνος (τέλη 4ου αιώνα), έχουν επιχειρήσει να θεμελιώσουν θεωρητικά την έννοια του «δίκαιου πολέμου», εξηγώντας τις αναγκαίες προς τούτο προϋποθέσεις.

Κατ’ αναλογία και όσον αφορά τις σχέσεις εντός ορισμένης κοινωνίας, είναι γενικά αποδεκτό ότι, υπό όρους, υφίσταται νομίμως ασκούμενη βία από τα ειδικώς εντεταλμένα όργανα της Πολιτείας. Ομοίως, η άσκηση βίας ως νόμιμη άμυνα αποτελεί λόγο που αίρει τον αξιόποινο χαρακτήρα πράξης. Επιπροσθέτως, δεν πρέπει να λησμονούμε ότι στη δικαιολόγηση της βίας υπεισέρχεται κι ένας μεταβλητός παράγοντας: η ταυτότητα του εκάστοτε φορέα εξουσίας. Έτσι, πράξεις αντίστασης σ’ ένα δικτατορικό καθεστώς, οι οποίες θα αντιμετωπιστούν από αυτό ως παράνομη άσκηση βίας, θα δικαιολογηθούν μετά την αποκατάσταση της δημοκρατίας.
Για τους λόγους αυτούς, αφορισμοί όπως «καταδικάζω τη βία απ’ όπου κι αν προέρχεται» στερούνται τελικά νοήματος. Εκτός των άλλων, ενδέχεται να υπονοούν μια αυθαίρετη εξομοίωση πράξεων εντελώς ανομοιογενών που δεν έχουν καν την ίδια βαρύτητα:  βία ασκούμενη στο πλαίσιο ένοπλης σύγκρουσης (μεταξύ κρατικών οντοτήτων ή εμφύλιας), υπέρβαση ορίων από όργανα της πολιτείας, οργανωμένη πολιτική βία, τρομοκρατία, διάχυτες “μαζικές” ταραχές, παρεκτροπές στο πλαίσιο διαδηλώσεων ή ενεργειών περιβαλλοντικού ακτιβισμού κ.ο.κ.

Ο γενικός αφορισμός καθίσταται δε κατά μείζονα λόγο αλυσιτελής στις περιπτώσεις κατά τις οποίες υπαγορεύεται αποκλειστικά από πολιτικές (αν όχι αμιγώς κομματικές) σκοπιμότητες. Δεν εκφέρεται επειδή αποσκοπεί στην καταπολέμηση της βίας, αλλά επειδή στοχεύει στην εξουδετέρωση πολιτικών αντιπάλων. Υπό τους όρους αυτούς, καταλήγει να είναι επικίνδυνος για την πολιτειακή ομαλότητα και την κοινωνική ειρήνη.

[συμμετοχή στο αφιέρωμα του ιστότοπου Popaganda στο θέμα της βίας (21 Οκτωβρίου 2013) – στους συμμετέχοντες είχε τεθεί το εξής ερώτημα: «Η βία είναι συστατικό κομμάτι κάθε κοινωνίας; Κι αν ναι, πώς θα την ορίζατε»; Στο 1ο μέρος απάντησαν: ελληνάκι, Άκης Γαβριηλίδης, Niemands Rose, OldBoy, Ρογήρος και το Βυτίο/ Στο 2ο μέρος (23 Οκτωβρίου 2013): Χρ. Κάσδαγλης, Μιχ. Κωνσταντάτος, Ανδρ. Πετρουλάκης, Δημ. Κ. Ψυχογιός και Θοδ. Ρακόπουλος]

Advertisements

Ρέκβιεμ για μια δημόσια υπηρεσία;

Πάμπλο Πικάσο "Στούντιο καλλιτέχνη με μαρμάρινο μπούστο", 1925

Χάρη στην κρατική τηλεόραση είχα κατορθώσει να δω, στην παιδική κι εφηβική μου ηλικία, όλες σχεδόν τις ταινίες που είχαν ως τότε σημαδέψει την ιστορία του κινηματογράφου. Από τον Μουρνάου ως τον Βέντερς κι από τον Αϊζενστάιν ως τον Ταρκόφσκι. Βισκόντι, Φελλίνι, Τρυφώ, Ντράγιερ και Μπέργκμαν. Παρακολούθησα κλασικά θεατρικά έργα και συναυλίες. Τηλεοπτικές μεταφορές λογοτεχνικών έργων, από το Μοναστήρι της Πάρμας του Σταντάλ ως το Μαγικό Βουνό και τον Δρα Φάουστους του Τόμας Μαν. Είδα τις σειρές του BBC, το Εγώ ο Κλαύδιος και τους Πτολεμαίους. Παρακολούθησα τον Βίνσεντ Πράις στα περισσότερα από τα έργα του Έντγκαρ Άλαν Πόου. Το Τρίτο Πρόγραμμα του κρατικού ραδιοφώνου μου έδωσε την ευκαιρία να ακούω κλασσική μουσική κάθε μέρα κι όχι μόνο τη Μεγάλη Εβδομάδα. Και στο κρατικό ραδιόφωνο πρωτάκουσα τα περισσότερα ονόματα της μουσικής που επρόκειτο να αγαπήσω.

Η ΕΡΤ ήταν βέβαια κι άλλα πολλά. Ήταν μέσο κυβερνητικής προπαγάνδας και εξυπηρέτησης ημετέρων. Ήταν ακόμη οι υπεράριθμοι, οι αργόμισθοι. Μάλλον. Αλλά ποιος τολμά να πει την αλήθεια; Ποιος έχει το θάρρος να πει ότι οι μεγάλες σπατάλες της ΕΡΤ οφείλονταν στην προσπάθειά της να μιμηθεί την ιδιωτική τηλεόραση, να αμείβει πέραν πάσης λογικής «αστέρια» της σκουπιδοκουλτούρας ή διαπλεκόμενους καλλιτέχνες (εντός κι εκτός εισαγωγικών), να επιδοτεί γενναιόδωρα ποδοσφαιρικές και καλαθοσφαιρικές εταιρίες;

Σκοπός της κρατικής ραδιοφωνίας και τηλεόρασης δεν μπορεί να είναι το κέρδος. Είναι το να καθιστά προσιτά στο σύνολο του κοινού έργα και δημιουργίες που δεν πρόκειται ποτέ να προβληθούν από ιδιωτικούς φορείς. Να δώσει την ευκαιρία στον καθένα να ξεφύγει από τα υποπροϊόντα μαζικής κατανάλωσης που προσφέρουν οι διάφοροι τομείς της βιομηχανίας του θεάματος.

Η κυβέρνησή μας είναι τελικά ειλικρινής. Καθιστά σαφείς τις προτεραιότητές της: η εξοικονόμηση πόρων αφορά ως τώρα αποκλειστικά τον πολιτισμό και το πνεύμα. Και γιατί όχι άλλωστε; Οι άβουλοι καταναλωτές πολιτιστικών σκουπιδιών είναι τα ιδανικά συστατικά μιας αποχαυνωμένης μάζας.

Πολλά μπορούν να λεχθούν για τον τρόπο με τον οποίο η κυβέρνηση έλαβε και έθεσε σε εφαρμογή την τελευταία απόφασή της. Για την προσφυγή, χωρίς προδήλως να συντρέχουν οι απαιτούμενες από το Σύνταγμα προϋποθέσεις, στην επονείδιστη πρακτική της πράξης νομοθετικού περιεχομένου, που με τις διάφορες ονομασίες που έφερε κατά το παρελθόν (αναγκαστικός νόμος, αναγκαστικό ή νομοθετικό διάταγμα) έχει συνδεθεί με ανώμαλες πολιτειακά περιόδους της Ιστορίας μας. Για την παντελή έλλειψη ακόμη και της πιο πρόχειρης μελέτης περί εξοικονόμησης πόρων, ενώ επρόκειτο για φορέα που είχε μειώσει δραστικά το προσωπικό και τις μισθολογικές δαπάνες του κι ήταν, έστω και χάρη στο ειδικό τέλος, κερδοφόρος.

Αλήθεια, σε τι τιμή εξακολουθεί το ελληνικό δημόσιο να αγοράζει ορθοπεδικά υλικά, φίλτρα αιμοκάθαρσης και βηματοδότες; Πόσα ξοδεύει για τις αμέτρητες γενικές και ειδικές γραμματείες, περίεργους φορείς κι επιτροπές ή για κατ’ όνομα «τεχνοκράτες», που δεν είναι παρά κομματάρχες υπουργών και πρωθυπουργών;

Ναι, το ξέρω. Θα συσταθεί νέα ΕΡΤ (κάτι σαν τον Νέο Πανιώνιο). Είμαι βέβαιος ότι θα στελεχωθεί βάσει 100% κομματικών και ρουσφετολογικών κριτηρίων κι ότι θα προσφέρει πολιτισμό επιπέδου τηλεοπτικών γλαστρών και φραπελιάς.

Η κυβερνητική απόφαση, όμως, δεν αφορά μόνον τον πολιτισμό. Επιχειρεί να επιβάλει καθεστώς ακραίας πόλωσης, καλώντας τους πολίτες να επιλέξουν στρατόπεδο μεταξύ «πρωτοπορίας» (όπου καταλέγεται μια αρπακτική οικονομική ελίτ που ακολουθεί μεθόδους ρώσου ολιγάρχη συνδυασμένες με αυτές Βαλκάνιου πλιατσικολόγου) και «οπισθοδρομικών» δυνάμεων, προσκολλημένων σε «ξεπερασμένες και επιζήμιες» αξίες, όπως είναι ο σεβασμός στο δημοκρατικό πολίτευμα και τα κοινωνικά δικαιώματα.

Ευτυχώς, η επιτυχία του εγχειρήματος αυτού κάθε άλλο παρά βέβαιη είναι. Τόσο η πρωτοφανής ευαισθητοποίηση του κοινού αμέσως μετά την αυθαίρετη απόφαση όσο και οι αντιδράσεις συμπαράστασης σε ολόκληρη την Ευρώπη αποτελούν βάσιμους λόγους αισιοδοξίας. Ακόμα και στους δύσκολους καιρούς μας, η έννοια της δημόσιας υπηρεσίας εξακολουθεί να έχει ιδιαίτερη αξία.

[ξεκίνησε σαν σχόλιο στο Facebook, στις 11 Ιουνίου 2013, δηλαδή το βράδυ που έκλεισε η ΕΡΤ. Γράφτηκε στην παρούσα μορφή για τα Ενθέματα και δημοσιεύθηκε στο φύλλο της 17ης Ιουνίου 2013]

Η επόμενη ημέρα μιας άρνησης

Το κάστρο των Ιωαννιτών στο Κολόσσι (Λεμεσός)

Το κάστρο των Ιωαννιτών στο Κολόσσι (Λεμεσός)

Δεν έχω την παραμικρή ιδέα για το τι πρόκειται να συμβεί μετά την καταψήφιση του σχεδίου «διάσωσης» εκ μέρους του Κυπριακού Κοινοβουλίου. Το γεγονός μπορεί να αποτελέσει τη θρυαλλίδα που θα προκαλέσει τη διάλυση της Ευρωζώνης, Μπορεί, όμως, να αποτελέσει και τον καταλύτη εξελίξεων που θα οδηγήσουν στη σωτηρία της. Δεν αποκλείεται, τέλος, να μη συμβεί τίποτε από τα δύο και η ουσιαστική αντιμετώπιση των προβλημάτων να μετατεθεί χρονικά.

Διαβλέπω όμως δύο στοιχεία.

Αφενός, αυτοί που «χαράσσουν» (λέμε τώρα) πολιτική δεν έχουν μελετήσει ούτε καν στοιχειωδώς Ιστορία. Ούτε καν τη Σύγχρονη. Ειδάλλως θα γνώριζαν ότι, στη σύντομη χρονικά ζωή της, η Κυπριακή Δημοκρατία έχει αποδείξει ότι μπορεί, με τα σχετικά περιορισμένα μέσα της, να ασκεί διπλωματία και πολιτική υψηλού κινδύνου. Τη στάση αυτή την υιοθέτησε βεβαίως εξ ανάγκης: η επισφαλής θέση της την οδήγησε να αναζητήσει συμμαχίες που αντέβαιναν στην πολιτική υπερδυνάμεων ή στην επικρατούσα στον Δυτικό Κόσμο άποψη. Να επιδιώξει «κοινωνικές συναναστροφές» κατακριτέες από τον κόσμο στον οποίο ανήκε. Το έπραξε, όμως. Με κέρδη και ζημίες. Πάντως επέζησε. Κι όσο κι αν μιλάμε, ίσως όχι άδικα, για χαμένες ευκαιρίες, επιβάλλεται η εξής διαπίστωση: πρώτον, ούτε κι εμείς γνωρίζουμε αν αυτές ήταν πραγματικές ευκαιρίες, πολύ απλά διότι δεν μπορούμε να συλλογιζόμαστε με υποθέσεις. Δεύτερον, όταν ο έχων έννομο συμφέρον δεν αντιλαμβάνεται την «ευκαιρία» ως τέτοια, παρέλκει η οποιαδήποτε συζήτηση.

Αφετέρου, σε επίπεδο κρατών μελών της Ευρωζώνης (και ειδικά των ισχυρών) δεν υπάρχει καμία απολύτως πολιτική μακράς πνοής. Ένα συστημικό πρόβλημα αντιμετωπίζεται με κατά περίπτωση γιατροσόφια, αποσπασματικές και πρόχειρες λύσεις. Ασυγχώρητη πρακτική, όταν έχουν ήδη περάσει κάποια χρόνια από τότε που ξέσπασε η οικονομική κρίση. Ειδικά στην περίπτωση του Κύπρου, η επιλεγείσα λύση ήταν πολλαπλά προβληματική. Αφήνοντας στην άκρη το καθαρά χρηματοοικονομικό σκέλος της υπόθεσης, η λύση έπασχε και ως προς τη «φιλοσοφία» της, η οποία αντέβαινε σε βασικές αρχές του νεοκαπιταλισμού (και όχι μόνο) παραβιάζοντας τις ιερές και καθαγιασμένες τραπεζικές καταθέσεις, και ως προς την «ηθική» δικαιολόγησή της (το ξέπλυμα βρώμικου χρήματος ως απαράδεκτο ή μη βιώσιμο πρότυπο οικονομικής ανάπτυξης). Κι από τις δύο αυτές απόψεις, η λύση ήταν ιδανική για να δημιουργήσει κλίμα φόβου πανευρωπαϊκά.

Ας ελπίσουμε το καλύτερο, προετοιμαζόμενοι και για το χειρότερο. Μακάρι κάποιοι να συνειδητοποιήσουν ότι η σωτηρία της Ευρώπης απαιτεί κάτι περισσότερο από στενόμυαλες μικροπολιτικές ορίζοντα μηνών και ηθικολογικές παραινέσεις που μεταβάλλονται αυθαίρετα αναλόγως των περιστάσεων.

Ερμηνείες α λα ελληνικά;

Σαν Τζιμινιάνο, Τοσκάνη

Εάν υπάρχει ένας τρόπος ερμηνείας του αποτελέσματος των πρόσφατων ιταλικών εκλογών που να είναι μετά βεβαιότητος πεπλανημένος, αυτός είναι ο «ελληνικός«. Αναφέρομαι στην τάση πολλών να ερμηνεύουν τις εξελίξεις στη γειτονική χώρα λες κι η Ιταλία είναι ίδια ακριβώς με την Ελλάδα, οι αντίστοιχες κοινωνίες δεν έχουν καθόλου διαφορές, οι καθοριστικές παραδόσεις, το παρελθόν και η νοοτροπία είναι πράγματα πανομοιότυπα και, φυσικά, οι συσχετισμοί εξουσίας ίδιοι. Όχι λίγοι προχωρούν ακόμη παραπέρα και ταυτίζουν τους Ιταλούς πολιτικούς με τους Έλληνες ομολόγους τους. Η διαδικασία είναι απλούστατη: αντικαθιστούμε το όνομα του Ιταλού πολιτικού με αυτό του Έλληνα που εμείς  θεωρούμε ότι του ταιριάζει κι έχουμε έτοιμη την ανάλυση, αυτήν δηλαδή που κάναμε για την Ελλάδα σε περιστάσεις που εμείς κρίνουμε παρεμφερείς (για να μην πω όμοιες). Με τη λογική αυτή, ο Μόντι γίνεται Παπαδήμος κι ο Γκρίλλο μεταμφιέζεται σε Καμμένο, άμα δεν του επιφυλάξουμε τον ρόλο του Τσίπρα για να αναδείξουμε τον Καβαλιέρε σαν… νέο Καμμένο! Φαντάζομαι ότι το βλέπετε και μόνοι σας, η ανάλυση αυτή, που τόσο πολύ έπαιξε σε ΜΜΕ και Διαδίκτυο (προβαλλόμενη μάλιστα από ανθρώπους σοβαρούς) είναι για τα σκουπίδια, ή έστω για την επιθεώρηση (επιπέδου Σεφερλή και κάτω). Ας της κάνουμε, έστω, τη χάρη να την αντιμετωπίσουμε κάπως σοβαρά. Αμέσως αντιλαμβανόμαστε ότι το σφάλμα που ενέχει είναι διττό. Αφενός, προβάλλει κρίσεις για τα ελληνικά πολιτικά πράγματα που είναι αυθαίρετες, μια κι ο καθένας βγάζει λάδι τις συμπάθειές του και καταδικάζει αυτούς που αντιπαθεί. Αφετέρου, προβάλλει τις ελληνικές αντιλήψεις σε ένα άλλο περιβάλλον. Κι όσο κι αν η Ιταλία είναι μεσογειακή χώρα, όπως η Ελλάδα, όσο κι αν η συγκυρία της κρίσης αφορά και τις δύο χώρες, οι όποιες προσπάθειες ταύτισής τους είναι εντελώς άστοχες.

Καταρχάς και σε επίπεδο εντελώς επιφανειακό, η ταύτιση των βασικών πολιτικών πρωταγωνιστών δεν περπατά. Ο Μπέππε Γκρίλλο (που είναι απείρως καλύτερος κωμικός από τον οποιονδήποτε Λαζόπουλο) απορρίπτει συλλήβδην το ιταλικό πολιτικό σύστημα ως διεφθαρμένο, αλλά νομιμοποιείται να το κάνει διότι δεν υπήρξε ποτέ μέλος του (ενώ ο κάθε Καμμένος είναι παιδί του κομματικού σωλήνα που υπηρέτησε κόμμα εξουσίας σε ολόκληρη την πολιτική σταδιοδρομία του), και είναι σαφέστατα ευρωσκεπτικιστής (οπότε δεν μπορεί να είναι… «Τσίπρας»). Ο Μπερλουσκόνι είναι μεν καραγκιόζης, αλλά αυθεντικά και χαρισματικά (όπως δεν υπήρξε κανένας Έλληνας πολιτικός εξουσίας), πράγμα όπως και να το κάνουμε δύσκολο. Και βεβαίως είναι αυτόφωτα επιτυχημένος, δεν ήταν ανεπάγγελτος (όπως ο μέσος Έλληνας πολιτικός πρώτης γραμμής) ούτε γιος κάποιου. Και μιλάμε για πραγματική επιτυχία. Χυδαίος και ανήθικος, βεβαίως, αλλά επιτυχημένος επιχειρηματίας, ιδιοκτήτης ποδοσφαιρικής ομάδας και πολιτικός: έχει να επιδείξει την πλέον μακρόχρονη πρωθυπουργική θητεία στην μεταπολεμική Ιταλία (σχεδόν 4 χρόνια) και, όταν ολόκληρη η Ιταλία συνασπίσθηκε εναντίον του, χρειάστηκε να καταμετρούν τις ψήφους για τρεις μήνες μέχρι να διαπιστωθεί ότι τελικά είχε χάσει για λίγο την επανεκλογή του. Κι όλα αυτά για να επιστρέψει δριμύτερος δυο χρόνια μετά. Δεν είναι σήμερα που καταλαβαίνουμε ότι πολιτικά είναι εφτάψυχος. Την ίδια ώρα, ο βασικός υποψήφιος για τον ρόλο του «Έλληνα Μπερλουσκόνι» έχει προλάβει να ρίξει στον γκρεμό έναν όμιλο επιχειρήσεων, έναν ποδοσφαιρικό σύλλογο και μια ολόκληρη χώρα (μικρή έστω), οπότε έχει καεί πριν καν βγει στο πολιτικό σκηνικό. Κατά τα λοιπά, ό,τι και να κάνουμε, ο Μπερσάνι… ΠΑΣΟΚ δεν είναι με τίποτε. Κι όσο για τον «άνθρωπο των τραπεζών» Μόντι, εγώ θυμάμαι ότι στη Σύνοδο του Ιουνίου είχε το θάρρος να προβάλει διεκδικήσεις για μια πιο εύλογη και δίκαιη αντιμετώπιση της κρίσης. Πράγμα που κανένας Έλληνας πολιτικός δεν έκανε ποτέ, μια και οι δύο βασικοί ρόλοι του σε τέτοιες περιπτώσεις ήταν είτε να κάθεται σε μια γωνιά περιμένοντας τους άλλους ν’ αποφασίσουν για τη χώρα του είτε ξεκινούσε το λογύδριο του βλαχοδήμαρχου, κάνοντας τους ομότιμούς του να αναρωτιούνται από που ξεφύτρωσε αυτό το φρούτο.

Έπειτα, ας μη γελιόμαστε. Ως μέγεθος η Ιταλία δεν συγκρίνεται με την αγαπημένη μας πατρίδα. Μιλάμε για χώρα που παράγει τα πάντα, από αυτοκίνητα και ελικόπτερα μέχρι «λαϊκή» και «υψηλή» κουλτούρα, στυλ και μόδα. Εμείς τι πουλάμε εκτός από «υπηρεσίες», κατά προτίμηση του αέρα; Η Ιταλία μπορεί να υψώσει τη φωνή της και να διεκδικήσει, χωρίς καμία υποχρέωση να παίξει τον ρόλο του «καλού» (ή του «κακού») παιδιού, γιατί ξέρει ότι δεν γίνεται να θυσιαστεί προς παραδειγματισμό των άλλων (όπως η Ελλάδα), γιατί ξέρει ότι θα επιζήσει ό,τι κι αν συμβεί, εντός ή εκτός ευρώ (για να μην πούμε ότι εκτός ευρώ μάλλον θα τα καταφέρει μια χαρά, οπότε, από μιαν άποψη, χάρη κάνει και μένει στην Ευρωζώνη).

Επιπλέον, δεν είναι δυνατόν να παραγνωρίζεται η εντελώς ιδιαίτερη πολιτική Ιστορία της μεταπολεμικής Ιταλίας. Την ώρα που στην Ελλάδα το σύστημα λειτούργησε με την εναλλαγή στην εξουσία δύο κομμάτων (ενός δεξιού κι ενός κεντρώου), που έχτιζαν την επιρροή τους σε τοπικό επίπεδο βασιζόμενα στις δομές και τις πελατειακές σχέσεις του βαλκανικού κοτζαμπασισμού, η Ιταλία ζούσε σε μια πολυκομματική αστάθεια που δεν επηρέαζε τις δραστηριότητες της χώρας. Οι κυβερνήσεις συνασπισμού με προσδόκιμο ζωής το τρίμηνο ήταν μάλλον ο κανόνας: είχε βρεθεί το αναγκαίο μόντους βιβέντι ώστε η δημόσια διοίκηση, η οικονομία και η κοινωνία να λειτουργούν με τη λιγότερη δυνατή εξάρτηση από τις αποφάσεις της πολιτικής εξουσίας. Κι η λαϊκή δυσαρέσκεια μπορούσε να εκδηλώνεται με την ψήφο στο ιταλικό ΚΚ, ανανεωτικό, ανοιχτό και δίχως εξαρτήσεις από τον «υπαρκτό». Οι επιδέξιοι χειρισμοί των αστικών κομμάτων κι οι συγκυρίες (στις οποίες θα πρέπει να συνυπολογίσουμε παράγοντες τόσο ετερόκλητους όσο η αντίθεση της Καθολικής Εκκλησίας και της υπερδύναμης από τη μια μεριά και η τρομοκρατία από την άλλη) το κράτησαν εκτός εξουσίας. Και κάποτε ήρθε η ώρα της κάθαρσης του διεφθαρμένου πολιτικού κόσμου με την επιχείρηση «Καθαρά Χέρια» και τον δικαστή Ντι Πιέτρο. Μόνο που αντί για την ηθική και τη διαφάνεια, στρώθηκε ο δρόμος για τον Σίλβιο. Τη συνέχεια τη θυμόμαστε…

Τέλος, δεν πρέπει να ξεχνάμε την ουσιαστικότερη ίσως διαφορά. Την πολιτιστική κληρονομιά της γείτονος. Εδώ, πρέπει μάλλον να δώσουμε τον λόγο στον φίλο Έρμιππο:

» Όποιοι θέλουν να κάνουν συγκρίσεις με την Ιταλία και να μιλήσουν για την εκεί κατάσταση και ιδίως για τον λαό της ας μην βιαστούν να βουτήξουν κατευθείαν στα βαθιά πολιτικά και στα λεπτομερή οικονομικά.
Ας δούνε πρώτα το Μιλάνο δίπλα στην Αθήνα, την Μπολόνια δίπλα στην Θεσσαλονίκη, την Ραβέννα δίπλα στα Γρεβενά, το Ούρμπινο δίπλα στην Λαμία, την Ασσίζη δίπλα στα Γιαννιτσά, την Κουρμαγιέρ με την Βασιλίτσα και , και, και.
Μόλις τελειώσουν την περιήγηση ας επανέλθουν στα πιο πεζά, αν τους μείνει κουράγιο. Βέβαια αν δεν καταλάβουν θα τους μείνει και πολύ μάλιστα. Και οι περισσότεροι δεν θα καταλάβουν.
Να σημειώσουμε ότι οι παραπάνω πόλεις των γειτόνων μας δεν είναι έτσι όπως είναι, κάτι σαν στολίδια της οικουμένης δηλαδή, επειδή υπήρξαν τυχαία στην χώρα αυτή κάποιοι ουρανοκατέβατοι νόμοι, αλλά επειδή οι ίδιοι οι Ιταλοί έτσι το θέλησαν. Όπως αντίστοιχα έτσι το θελήσαμε και μεις για τις δικές μας πόλεις και τα χωριά«.

Και καλά όλα αυτά, θα μου πείτε, αλλά δεν υπάρχει ένα μήνυμα από τις ιταλικές εκλογές; Πώς, υπάρχει… Μόνο που δεν είναι πρωτότυπο ή απροσδόκητο. Είναι αυτό που ήδη γνωρίζαμε: υπάρχει ουσιώδης διάσταση απόψεων μεταξύ πολιτικών και οικονομικών ελίτ, αφενός, και λαού, αφετέρου. Ζητείται επειγόντως δικαιότερο σημείο κοινωνικής ισορροπίας. Κι όσο συνεχίζεται η πορεία προς τη μία κατεύθυνση, τόσο η ρήξη θα φαντάζει πιο πιθανή, αν δεν γίνουν οι απαραίτητοι συμβιβασμοί. Μόνο που η ρήξη, όπως γνωρίζουμε από την Ιστορία, δεν συνεπάγεται απαραίτητα ανατροπή. Για να είμαστε ειλικρινείς, σημαίνει συνήθως εδραίωση του ισχυρού και των πλέον ακραίων επιθυμιών του. Κάποιες φορές, όμως, το φύλλο αλλάζει… Είναι πολύ νωρίς ακόμη για να ξέρουμε πού κατευθυνόμαστε. Οι ιταλικές εκλογές της Κυριακής και της Δευτέρας ήταν απλώς ένα επεισόδιο (που τελικά μπορεί να αποδειχθεί κι ασήμαντο). Τα αποτελέσματά τους λογικά. Η δυσαρέσκεια των εξουσιαζόμενων με τέτοιους τρόπους συνήθως εκδηλώνεται: είτε διαλέγοντας έναν «ειλικρινή» εξουσιαστή που προβάλλει το προσωπείο του φιλολαϊκού είτε ένα κομμάτι τρελό «παιδί του λαού», χωρίς απαραίτητα συγκροτημένη άποψη για το τι πρέπει και μπορεί να γίνει, αλλά με λογικοφανείς εξηγήσεις για τα δεινά της εποχής.

Και για την Ελλάδα δεν υπάρχει κάποιο ηθικό δίδαγμα απ’ όλη αυτήν την ιστορία; Υπάρχει ή μάλλον υπάρχουν. Το πρώτο είναι ότι ακόμη και σ’ αυτό το χάος οι Ιταλοί πολιτικοί αποδεικνύονται είτε πιο επιδέξιοι κι «αυθεντικοί» από τους Έλληνες είτε πιο σοβαροί, είτε (συνήθως) και τα δύο μαζί. Και το δεύτερο δεν είναι άλλο από το ότι καλά κάνουμε και ασχολούμαστε με τις εξελίξεις στην Ιταλία. Αν αναζητούμε πρότυπα και παραδείγματα για να βελτιώσουμε τη χώρα μας πρέπει καταρχήν να ψάξουμε σε αυτό που είναι πιο κοντά σε μας από άποψη νοοτροπίας και κοινωνικών δομών. Μέχρι την Ιταλία και τη Γαλλία, χοντρικά. Για να πετύχει η μεταμόσχευση πρέπει να υπάρχει συμβατότητα μεταξύ δότη και λήπτη. Γιατί, όταν ακούτε κάποιον να σας εξηγεί για τα προτερήματα του φινλανδικού εκπαιδευτικού συστήματος ή σας υπόσχεται να σας κάνει «Δανία του Νότου», να ξέρετε ότι παίζουν και δύο επικίνδυνα ενδεχόμενα. Είτε να είναι βαθιά νυχτωμένος είτε να σας παραμυθιάζει απλώς, διότι στην πραγματικότητα δεν θέλει να αλλάξει απολύτως τίποτε.

Νομικός πολιτισμός

Γεράρδου Δαυίδ "Η Απόφαση του Καμβύση"

Γεράρδου Δαυίδ «Η Απόφαση του Καμβύση»

Γλώσσα με τρισχιλιετή και βάλε παράδοση η ελληνική, αλλά φευ δεν γνωρίζει να διακρίνει μεταξύ culture και civilisation. Κι έτσι, άγαρμπα κάπως, είπαμε κι εμείς να μιλήσουμε για «νομικό πολιτισμό». Μα το μικρό γλωσσικό πρόβλημα ευχερώς ξεπεράσθηκε, θαρρώ. Κορώνα στο κεφάλι μας βάλαμε τον νομικό πολιτισμό. Και οι αρχές και οι θεσμοί μας πορεύονται με την ΕΣΔΑ για ευαγγέλιο. Ευτυχώς! Μικρές μονάχα θα είναι οι εκπτώσεις από το ιδανικό αυτό. Για την πάταξη της ανομίας, βεβαίως. Και οσάκις αυτή δεν εκπορεύεται από «δικούς μας ανθρώπους», φυσικά. Κι έτσι θα προχωρήσουμε στην πραγμάτωση όλων των ιδανικών, Με τον όχλο να επικροτεί, ζητώντας τη δικαία τιμωρία (αρκεί μονάχα ο εγκληματίας να μην βρισκόταν κοντά μας ιδεολογικώς, διότι τότε αποθέωση τού πρέπει). Όλα καλώς καμωμένα! Βρισκόμαστε στο σωστό δρόμο. Ας χαρούμε την επιστροφή στις δεκαετίες του ’50 και του ’60! Κι όλοι αυτοί που κατηγορούσαν την Ελλάδα για «τελευταίο σοβιετικό κράτος» θα χαρούν να δουν την προφητεία τους να εκπληρώνεται, έστω και μερικώς και παραδόξως. Αλλωστε τα στρατόπεδα «αναμόρφωσης» είτε είναι ξερονήσια είτε γκουλάγκ δεν διαφέρουν. Για κάποιους το σημαντικό δεν είναι η ύπαρξή τους… αλλά η ταυτότητα των εγκλείστων τους. Με τις υγείες μας, πατριώτες!

[Δημοσιεύθηκε στο Facebook, στις 2 Φεβρουαρίου 2013]

Η Κολομβία της Μεσογείου

Valderrama2010

Θα θέλατε να είναι συμπατριώτες μας ο Κάρλος Βαλντερράμα, ο Ρανταμέλ Φαλκάο και η Σακίρα; Να προσθέσετε στη συλλογή ένα ακόμη Νομπέλ λογοτεχνίας που να ακούει στο όνομα του Γκαρσία Μάρκες; Έ, από μιαν άποψη, το όνειρο αυτό βρίσκεται κοντά στην πραγματοποίησή του. Στην τελευταία έκθεση της ΜΚΟ «Διεθνής Διαφάνεια«, η χώρα μας καταλαμβάνει τη ζηλευτή 94η θέση παρέα με την Κολομβία (και μερικές χώρες ακόμη). Σε ελεύθερη πτώση σε σχέση με το πρόσφατο (και βέβαια όχι ζηλευτό) παρελθόν, η Ελλάδα της κρίσης και των Μνημονίων είναι η χώρα της ΕΕ με τη χειρότερη κατάταξη, 19 ολόκληρες θέσεις κάτω από τη Βουλγαρία.

Και τώρα θυμηθείτε τι ακούγατε. Ότι η κρίση και οι αναγκαίες μεταρρυθμίσεις θα οδηγήσουν τη χώρα μας στον δρόμο της αρετής. Ότι τώρα που στέρεψαν τα λεφτά, η διαφθορά θα εξαφανιστεί. Κι άλλα πολλά. Κανονικά θα έπρεπε να γελάμε με την αφέλεια των απόψεων αυτών, αν η πραγματικότητα δεν μας έκανε να κλαίμε. Η διαφθορά στην Ελλάδα δεν προϋπήρχε μόνον της κρίσης… προϋπήρχε και της όποιας οικονομικής ευμάρειας. Η συνέχιση της διαφθοράς είναι απολύτως λογική όταν τον πλούτο της χώρας τον νέμονται οι ίδιες ελίτ που διοικούν ή ασκούν επιχειρηματικές δραστηριότητες με νοοτροπία βαλκάνιων κοτζαμπάσηδων. Η συρρίκνωση της πίτας όχι μόνο δεν μειώνει τη διαφθορά, αλλά την εκτοξεύει. Η Ιστορία μας διδάσκει ότι σε συνθήκες κρίσης η διαφθορά έχει τη φυσική τάση να αυξάνεται. Και οι πελατειακές σχέσεις γίνονται πιο σημαντικές όταν εξασφαλίζουν σε κάποιον το ψωμί χάρη στο οποίο δεν θα πεινάσει, παρά όταν είναι απλώς το μέσο απόκτησης του τελευταίου μοντέλου i-phone.

Η εξάλειψη της διαφθοράς δεν εξαρτάται ποτέ από τα οικονομικά μεγέθη. Προϋποθέτει επανακαθορισμό των σχέσεων εξουσιαζόντων και εξουσιαζομένων και μια διαφορετική κοινωνία. Πράγματα δύσκολα για να γίνουν με αυτόματο πιλότο…

[Δημοσιεύθηκε στο Facebook, στις 8 Δεκεμβρίου 2012]

Δημοσιογραφική ακρίβεια…

Στο «Βήμα της Κυριακής» ο γνωστός δημοσιογράφος Γ. Πρετεντέρης βάλλει με ιδιαίτερη σφοδρότητα κατά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, την οποία κατηγορεί ότι ανάγκασε την Ελληνική Κυβέρνηση να θεσπίσει νομοθετική ρύθμιση (περιλαμβανόμενη στον περίφημο νόμο για το «Μνημόνιο ΙΙΙ») με την οποία επιβάλλεται ενιαίο εισιτήριο εισόδου… στα καζίνα που βρίσκονται στην ελληνική επικράτεια.

Διαβάστε το άρθρο. Μετά κάντε κλικ στην ηλεκτρονική επιστολή με την οποία η ΓΔ Ανταγωνισμού της Επιτροπής έθεσε το θέμα υπόψη του εκπροσώπου του θεσμικού οργάνου στην Τρόικα (φωτογραφία δεξιά).

Καταρχάς, τι μας λέει ο δημοσιογράφος;

«Ποιους άραγε ενδιαφέρει η τιμή των εισιτηρίων των καζίνων; Υποθέτω τους τζογαδόρους. Σίγουρα τους καζινάδες. Και ειλικρινά δεν μπορώ να φανταστώ κάποιον άλλον…
Αν διαφωνούν οι καζινάδες μεταξύ τους για τα εισιτήρια τι μπορούν να κάνουν; Προφανώς να προσφύγουν στα δικαστήρια. Είναι μια επιχειρηματική διαμάχη, δεν βλέπω ποιον άλλον αφορά, ούτε πώς μπορεί να λυθεί διαφορετικά. Σωστά; Λάθος! Στις 30 Οκτωβρίου 2012 η Γενική Διεύθυνση Ανταγωνισμού της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (ένας χαμηλόβαθμος υπάλληλός της, δηλαδή…) στέλνει μέιλ στο τεχνικό κλιμάκιο της τρόικας στην Αθήνα… Εντάξει, θα μου πείτε, κάποιος λάλησε στις Βρυξέλες. ‘Η ας πούμε ότι ο άνθρωπος έχει δίκιο και τον τρέχουν από τον Αννα στον Καϊάφα. ‘Η απλώς τα άρπαξε από κάποιους. Και σιγά το θέμα, δηλαδή. Σωστό αλλά περιμένετε τη συνέχεια.
Διότι οι ενέργειες που περιγράφονται στο μέιλ και ζητούνται από την ελληνική κυβέρνηση (σωστές ή λάθος, δεν είναι αυτό το θέμα μου…) χαρακτηρίζονται από το ίδιο μέιλ ως «prior actions – PA» για τη συμφωνία στο Eurogroup και την εκταμίευση της δόσης.
Μάλιστα. Τα εισιτήρια των καζίνων!… Η ιστορία είναι καταπληκτική. Διότι εδώ έχουμε ένα ασήμαντο θέμα από τη σκοπιά της οικονομικής κρίσης και μια επιχειρηματική διαμάχη, της οποίας το περιεχόμενο αγνοώ και δεν με ενδιαφέρει. Κυρίως όμως έχουμε την παρέμβαση της τρόικας σε μια επιχειρηματική διαμάχη. Η οποία για να καταστεί αποτελεσματική ενδύεται την πανοπλία τής «προαπαιτούμενης ενέργειας» και επιβάλλεται στην ελληνική κυβέρνηση….».

Ωραία, θα μου πείτε. Διαβάζοντας μόνο το άρθρο είστε κι εσείς έτοιμοι να επικροτήσετε τους ανθρώπους του ΔΟΛ που έχουν βγάλει τα γιαταγάνια κι είναι έτοιμοι να ελευθερώσουν την πατρίδα μας απ’ τον τροϊκανό ζυγό! Για να δούμε, όμως, και τι δεν μας λέει το άρθρο.

1. Δεν πρόκειται ακριβώς για διαμάχη μεταξύ επιχειρηματιών, όχι πλέον τουλάχιστον. Ο υποψιασμένος αναγνώστης της ηλεκτρονικής επιστολής θα αντιληφθεί αμέσως ότι πρόκειται για μια υπόθεση κρατικών ενισχύσεων, η οποία, κατά το δίκαιο της ΕΕ, ενέχει τον κίνδυνο να νοθεύσει τον ανταγωνισμό. Η απόφαση στην οποία αναφέρεται η ΓΔ Ανταγωνισμού είναι η απόφαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, της 24ης Μαΐου 2011, Ε (2011) 3504 τελικό, σχετικά με τη κρατική ενίσχυση σε ορισμένα ελληνικά καζίνα αριθ. C 16/2010 (πρώην ΝΝ 22/2010, πρώην CP 318/2009). Σε ορισμένα καζίνα δεν υπήρχε εισιτήριο εισόδου, σε αντίθεση με άλλα. Αυτό κρίθηκε ως κρατική ενίσχυση, διότι στο εισιτήριο ενσωματώνεται έμμεσος φόρος υπέρ του Δημοσίου. Άρα, κατά την Επιτροπή, υπήρχε νόθευση του ανταγωνισμού, καθώς παρεχόταν πλεονέκτημα στις επιχειρήσεις που μπορούσαν να λειτουργούν καζίνο χωρίς να είναι υποχρεωμένες να έχουν εισιτήριο εισόδου.

2. Για την ιστορία, να επισημάνουμε ότι κατά της απόφασης αυτής προσέφυγαν ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου της ΕΕ τόσο η Ελληνική Δημοκρατία (υπόθεση Τ-425/11), όσο και η Ελληνικά Τουριστικά Ακίνητα Α.Ε. (υπόθεση Τ-419/11, ). Και οι δύο υποθέσεις εκκρεμούν ενώπιον του εν λόγω δικαιοδοτικού οργάνου της Ένωσης.

Συμπεράσματα:

1. Ο γνωστός δημοσιογράφος επιδεικνύει την ίδια άγνοια (στα όρια αδιαφορίας και περιφρόνησης) για τις θεμελιώδεις αρχές του δικαίου της ΕΕ, όπως και τα εκάστοτε κυβερνητικά στελέχη (τώρα που το σκέφτομαι, βέβαια, όταν έκαναν κήρυγμα για το άνοιγμα των «κλειστών επαγγελμάτων» δεν μιλούσαν φυσικά για ιδιωτικές διαφορές). Αφήνω ασχολίαστη την προπέτεια περί «χαμηλόμισθου υπαλλήλου» (τα ίδια μας έλεγαν υπουργάρες το 2004 όταν η ανοησία του νομοσχεδίου περί βασικού μετόχου χαρακτηριζόταν από γενικούς διευθυντές της Επιτροπής ως προδήλως αντίθετη προς το κοινοτικό δίκαιο). Ή, μάλλον, λέω ότι είναι ενδεικτική της περιφρόνησης των ελληνικών «ελίτ» και προς τα θεσμικά όργανα της ΕΕ και προς τους Έλληνες δημόσιους υπαλλήλους, ακόμη και τους ανώτατους. Αλλά βλέπω ότι αγνοούνται τα πιο βασικά για το ενωσιακό δίκαιο, καθώς και το γεγονός ότι χαρακτηρίζεται ιδιωτική διαμάχη μια αντιδικία μεταξύ κράτους μέλους και θεσμικού οργάνου. Και, καλά, δεν ήξερες… Δεν ρώταγες περί τίνος πρόκειται;

2. Έχει, όμως, εντελώς άδικο στο διά ταύτα του ο δημοσιογράφος; Όχι, αλλά το στηρίζει σε εσφαλμένη αιτιολόγηση κι έτσι τα χάνει όλα. Διότι εν προκειμένω έχουμε με μια πρακτική της Επιτροπής κομμάτι αθέμιτη: δηλαδή, από την ώρα που συστάθηκε η Τρόϊκα, η Επιτροπή προσπαθεί να «επιλύσει» μέσω των μνημονίων όλες τις ένδικες διαφορές της με την Ελληνική Δημοκρατία. Αφού η υπόθεση εκκρεμεί ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου γιατί δεν περιμένουμε να κριθεί δικαστικά, όπως πρέπει, στο πλαίσιο λειτουργίας της Ένωσης και της έννομης τάξης της; Μα, διότι επικρατεί η λογική της θέσης ισχύος: τώρα που τους βρήκαμε στην ανάγκη ας τους επιβάλουμε τις απόψεις μας σε όποια διαφορά έχουμε. Unfair, φυσικά. Αλλά ποιος θα μιλήσει; Οι Έλληνες πολιτικοί που αγνοούν τα πάντα και είναι ανίκανοι να διεκδικήσουν και να διαπραγματευθούν. Η ειδική νομική υπηρεσία του Υπουργείου Εξωτερικών με αρμοδιότητα για θέματα της ΕΕ είχε βέβαια ενημερώσει εγκαίρως την κυβέρνηση για την πρακτική της Επιτροπής. Εις μάτην…

3. Οπότε, φτάνουμε στο τελικό συμπέρασμα. Όταν αγνοείς σχεδόν τα πάντα και αδιαφορείς για την Ένωση στην οποία συμμετέχεις, όταν αδυνατείς να εντοπίσεις τα σημεία στα οποία πρέπει να διεκδικήσεις το δίκιο σου, τότε απλώς υπομένεις κι αποδέχεσαι… Και κατηγορείς τους άλλους για τα κακά της μοίρας σου. Αυτοί κάνουν τη δουλειά τους. Εσύ, ούτε το δίκιο σου γνώριζες, ούτε κι έδωσες κανένα αγώνα για να το υπερασπίσεις. Και να πεις ότι δεν μπορούσες, πάει καλά… Μόνο που ποτέ δεν ήταν έτσι. Εσύ δεν βγήκες στο γήπεδο να παίξεις μπάλα. 😉

[Δημοσιεύθηκε στο Facebook, στις 3 Δεκεμβρίου 2012,

Χάριν πληρότητος και νομικής ακρίβειας, πρέπει να προσθέσω και το σχόλιο που έγραψε εκλεκτός φίλος. Το παραθέτω αυτολεξεί:

«Η απόφαση της Επιτροπής είναι άμεσα εκτελεστή, ανεξαρτήτως αν έχει γίνει προσφυγή στο ΓΔΕΕ (όπως έγινε εδώ). Αν ήθελε να μην την εφαρμόσει η Ελλάδα, έπρεπε να ζητήσει με ασφαλιστικά μέτρα (ρεφερέ που λένε και στο χωριό μας), να ζητήσει αναστολή εκτελέσεως και, μόνον αν της δινόταν, να μην εφαρμόσει. Δεν κάνει καμιά κατάχρηση η Επιτροπή προσπαθώντας (έστω και μέσω πίεσης τρόικας) να υποχρεώσει την Ελλάδα να κάνει αυτό που, ούτως ή άλλως, θα έπρεπε ήδη από το 2011 να κάνει (αφού επέλεξε να μη ζητήσει αναστολή εκτέλεσης). Το Μνημόνιο είναι γεμάτο από τέτοια «προαπαιτούμενα» τα οποία, ανεξαρτήτως πτώχευσης, δανείων κλπ. θα έπρεπε προ πολλού να τα είχαμε κάνει. Συμφωνώ ότι αυτά δεν είναι η «καρδιά» του μνημονίου (καρδιά του είναι η δημοσιονομική λιτότητα), αλλά δεν καταλαβαίνω γιατί είναι αθέμιτο να περιληφθούν και αυτά τα οποία -επαναλαμβάνω- η Ελλάδα ήταν και είναι υποχρεωμένη, με ή χωρίς μνημόνιο, να τα εφαρμόσει, εκτός βέβαια αν θέλει να φύγει από την ΕΕ οπότε δεν θα έχει κανέναν πάνω από το κεφάλι της να τής λέει τι και πώς. Όποιος υποστηρίζει την τελευταία λύση, καλώς γκρινιάζει για τους «εκβιασμούς» των εταίρων και της τρόικας. Αλλά όποιος δεν την υποστηρίζει αλλά θέλει να λέγεται Ευρωπαϊστής, οφείλει να παίζει με τους κανόνες του παιχνιδιού: Συμμετέχουμε στη λήψη αποφάσεων, ασκούμε όλα τα δικαιώματα που έχουμε π.χ. να πάμε στο δικαστήριο αν νομίζουμε ότι έχει γίνει λάθος, αλλά όταν μας βαρύνει μία υποχρέωση, κάνουμε ότι μπορούμε για να την εκπληρώσουμε. Αυτό βέβαια προϋποθέτει να γνωρίζεις τους κανόνες του παιχνιδιού. Όταν όμως κοτζάμ προβεβλημένος δημοσιογράφος Πρετεντέρης δεν τους ξέρει, τι περιμένεις… ».]