Ο «άγιος» Γκινφόρ (παράξενες δοξασίες του Μεσαίωνα… κι όχι μόνο)

Από το Livre de Chasse (1387-1389), του Γκαστόν Φεμπύς, κόμητος της Φουά

Από το Livre de Chasse (1387-1389), του Γκαστόν Φεμπύς, κόμητος της Φουά

Όπως μας λέει ο θρύλος, ο Γκινφόρ ήταν το λαγωνικό ενός καστελλάνου της περιοχής των Ντομπ, όχι πολύ μακριά από τη Λυών (πιθανώς του καστελλάνου του Βιγιάρ-λε-Ντομπ). Μια μέρα, ο καστελλάνος φεύγει από τον πύργο του, αφήνοντας το μωρό του μαζί με τον Γκινφόρ. Επιστρέφοντας το απόγευμα βλέπει έντρομος την κούνια του μωρού άδεια κι αναποδογυρισμένη και τον σκύλο μέσα στα αίματα. Πιστεύοντας ότι ο σκύλος κατασπάραξε το βρέφος, βγάζει το ξίφος του και σκοτώνει τον δύστυχο Γκινφόρ στη στιγμή. Τότε ακούει το κλάμα του μωρού του, ανακαλύπτει δίπλα ένα νεκρό φίδι και συνειδητοποιεί ότι το σκυλί όχι μόνο δεν είχε επιχειρήσει να κάνει κακό στο μωράκι, αλλά το προστάτεψε από θανάσιμο κίνδυνο. Συντετριμμένος, ο καστελλάνος αντιλαμβάνεται το μέγεθος του σφάλματός του. Παίρνει το άψυχο σώμα του ηρωϊκού Γκινφόρ και το θάβει στο κοντινό δάσος. Έπειτα φυτεύει ένα δεντράκι πάνω απ’ το σημείο του τάφου, ώστε όλοι να θυμούνται πού ακριβώς αναπαύεται το γενναίο σκυλί. Η φήμη του Γκινφόρ εξαπλώνεται και γεννιέται ένας πραγματικός θρύλος. Οι χωρικοί των γύρω περιοχών πιστεύουν ότι έχει θαυματουργές ιδιότητες: το νεκρό σκυλί μετατρέπεται σε άγιο προστάτη των άρρωστων κι ανάπηρων βρεφών.

Ο Στέφανος του Μπουρμπών γεννήθηκε μεταξύ του 1180 και του 1190 στην Μπελλβίλ, πάντα στην περιοχή της Λυών. Το 1217, στο Παρίσι, εισέρχεται στο τάγμα των Δομινικανών. Το 1223 ονομάζεται γενικός ιεροκήρυκας κι αρχίζει να διατρέχει ολόκληρη την ανατολική Γαλλία, από τη Λυών ως τη Λωρραίνη, κι από τη Βουργουνδία μέχρι το Ρουσσιγιόν, κηρύττοντας τον Λόγο του Θεού κι αναζητώντας αιρέσεις και παρεκκλίνουσες δοξασίες. Μεταξύ άλλων, ο Στέφανος γίνεται ένας από τους πρώτους ιεροεξεταστές, σχεδόν αμέσως μετά τη συγκρότηση του σώματος (1231). Προς το τέλος της σταδιοδρομίας του, συγγράφει μια εκτεταμένη συλλογή από παραβολές και άλλες ιστορίες ηθικοπλαστικού περιεχομένου, χρήσιμες για το κήρυγμα ενός ιερωμένου. Πρόκειται για το «Tractatus de diversis materiis predicabilibus» (περ. 1250). Στο βιβλίο του, περιγράφει και την παράδοξη (και εντελώς αιρετική για εκείνον) λατρεία του «αγίου» Γκινφόρ.

Δάσος του Saint-Guignefort στη Ντομπ (φωτογραφία του χρήστη της Wikipédia Cú Faoil)

Δάσος του Saint-Guignefort στη Ντομπ (φωτογραφία του χρήστη της Wikipédia Cú Faoil)

«Πολλές γυναίκες που είχαν άρρωστα ή ανάπηρα παιδιά τα έφερναν σε εκείνο το μέρος. Σ’ ένα κάστρο καλούσαν μια μάγισσα, η οποία δίδασκε στις γυναίκες την τελετή, τις πληροφορούσε τι θα έπρεπε να προσφέρουν και τις μάθαινε τα λόγια της επίκλησης προς τους δαίμονες. Έπειτα τις οδηγούσε στο σημείο του τάφου. Όταν έφταναν εκεί έριχναν αλάτι κι έκαναν κι άλλες προσφορές στους δαίμονες. Κρεμούσαν τα ρουχαλάκια του μωρού στα κλαδιά του δέντρου που ήταν δίπλα τους και κάρφωναν από ένα καρφί στον κορμό καθενός από τα άλλα δέντρα. Ύστερα, η μάνα και η μάγισσα περνούσαν το γυμνό βρέφος μέσα από το άνοιγμα που σχηματιζόταν ανάμεσα σε δυο κορμούς δέντρων και το έδιναν η μία στην άλλη ενιά φορές. Προέβαιναν στη δαιμονική επίκληση κι ικέτευαν τα ξωτικά να δεχτούν το άρρωστο κι ασθενικό μωρό και να τους δώσουν το δικό τους, γερό, στρουμπουλό και υγιές. Έπαιρναν, τέλος, το μωρό και, κάτω από ένα δέντρο, το απέθεταν γυμνό πάνω στο στρώμα που σχημάτιζαν τα ρούχα του. Πλάι στο κεφάλι του τοποθετούσαν δύο κηροπήγια, τα οποία τα στερέωναν στον κορμό του δέντρου που βρισκόταν από πάνω τους

Καθώς η λατρεία του σκυλιού εξαπλώνεται, ο Στέφανος του Μπουρμπών φτάνει στη Ντομπ, πιθανώς το 1235. Διατάσσει την εκταφή του Γκινφόρ και καίει τα οστά του, όπως και το δεντράκι που είχε φυτρώσει πάνω από τον τάφο. Πιστεύει ότι μετά από αυτό, θα πάψει κι η λατρεία του «αγίου» Γκινφόρ. Πλανάται. Οι χωρικοί θα συνεχίσουν να ζητούν τη βοήθεια του σκυλιού για να θεραπευτούν τα άρρωστα παιδιά τους. Η παράδοση θα μείνει ζωντανή μέχρι τη δεκαετία του 1930.

"Ο Μοναχός και η Μάγισσα"

«Ο Μοναχός και η Μάγισσα»

– Η παράξενη αυτή ιστορία θα εμπνεύσει τη Γαλλίδα σκηνοθέτρια Συζάν Σιφφμάν (1929-2001), επί σειρά ετών συνεργάτιδα του Φρανσουά Τρυφφώ, η οποία θα την επιλέξει ως θέμα της πρώτης κινηματογραφικής ταινίας της. Στον «Μοναχό και τη Μάγισσα» Le Moine et la Sorcière », αγγλικός τίτλος «The Sorceress»), που προβλήθηκε στις κινηματογραφικές αίθουσες το 1987, ο Στέφανος του Μπουρμπών (Τσεκύ Καρυό) φτάνει σ’ ένα χωριό της Ντομπ αποφασισμένος να ξεριζώσει κάθε δοξασία ή συμπεριφορά που δεν είναι σύμφωνη με το δόγμα της Εκκλησίας. Έχοντας την εντύπωση ότι ξεμπέρδεψε με τη βδελυρή λατρεία του σκυλιού, ανακαλύπτει τον ιδανικό ένοχο στο πρόσωπο της Έλντας (Κριστίν Μπουασσόν), μιας νεαρής γυναίκας που ζει στο δάσος και θεραπεύει τους χωρικούς με βότανα. Στην προσπάθειά του να καταδικάσει την Έλντα ως μάγισσα, ο Στέφανος έρχεται σε σύγκρουση με ολόκληρη την κοινωνία του χωριού, περιλαμβανομένου και του ιερέα του (Ζαν Καρμέ). Στην ουσία, πρόκειται για τη μάχη ανάμεσα στο «λόγιο» επίσημο ιδεολογικό πρότυπο που θέλει να επιβάλει η εξουσία και στις λαϊκές παραδόσεις και δοξασίες.

(- ορισμένοι υποστηρίζουν ότι τον μύθο του αγίου Γκινφόρ απηχεί και μια σκηνή από τη γνωστή παιδική ταινία κινουμένων σχεδίων «Η Λαίδη και ο Αλήτης». Στην ταινία του Γουώλτ Ντίσνευ, ο Αλήτης σώζει το μωράκι των κυρίων της Λαίδης από έναν αρουραίο. Εκεί, φυσικά, το τέλος είναι ευτυχές)

Πηγές: – Jean-Claude SCHMITT  « Le saint lévrier. Guinefort, guérisseur d’enfants depuis le XIIIe siècle », Flammarion, Παρίσι 1979, τελευταία έκδοση 2004.

– Laure VERDON « Le Moyen Âge : 10 siècles d’idées reçues », Le Cavalier Bleu, Παρίσι 2013, σελ. 95, 108.

Η αμερικανική αφίσα της ταινίας "Ο Μοναχός και η Μάγισσα"

Η αμερικανική αφίσα της ταινίας «Ο Μοναχός και η Μάγισσα»

[με ειδική αφιέρωση στον Δύτη και στον Γρηγόρη Στ. και τους Κυνοκέφαλούς του]

Γενέθλια πόλη

Φωτογραφία του Άρη Καλαντίδη, Μάρτιος 2014

Φωτογραφία του Άρη Καλαντίδη, Μάρτιος 2014

Είναι δυνατό και, κυρίως, θεμιτό να γράψει για την Αθήνα κάποιος που την έχει εγκαταλείψει εδώ και χρόνια; Όχι πάρα πολλά, αλλά αρκετά για να χάσει τη δυνατότητα να αντιλαμβάνεται τις συνεχείς αλλαγές και μεταλλάξεις της, για να μην μπορεί πλέον να πιάσει τον σφυγμό της; Ίσως, όμως, αυτό να μην είναι παρά ένα ψευτοδίλημμα. Γράφουμε με άνεση, χωρίς κανένα ενδοιασμό, για πόλεις τις οποίες δεν έχουμε καν επισκεφτεί, πιθανότατα επειδή στην περίπτωση αυτή δεν αισθανόμαστε καμία υποχρέωση απέναντι στην αλήθεια. Γιατί να διστάσουμε, επομένως, να μιλήσουμε για ένα κομμάτι της ζωής μας; Η απόσταση στον χώρο και τον χρόνο δεν συνεπάγεται απώλεια μνήμης.

Σε ποια Αθήνα αναφερόμαστε, όμως; Σ’ αυτήν που βρίσκεται εντός των ορίων του Δήμου Αθηναίων ή σε ολόκληρο το πολεοδομικό συγκρότημα; Στην Αθήνα των παιδικών και νεανικών χρόνων, με άλλο μέγεθος και χαρακτηριστικά από τη σημερινή, ή σ’ αυτήν που τείνει να καταλάβει ολόκληρο το λεκανοπέδιο οδηγώντας σε μια παράδοξη σύμπτωση του σύγχρονου αστικού ιστού με την επικράτεια της αρχαίας πόλης, αστική και αγροτική μαζί; Στην Αθήνα των εποχών της ανάπτυξης και της ευημερίας, αληθινής ή επίπλαστης, ή σ’ αυτήν της κρίσης με τις πληγές και τις ελπίδες της; Στην Αθήνα της Ιστορίας και του μακρινού ή πρόσφατου παρελθόντος ή σ’ αυτήν του αύριο; Προφανώς σε όλες αυτές και σε πολλές ακόμη που γνώρισα ή που ουδέποτε κατόρθωσα να ζήσω.

Η Αθήνα είναι πρωτίστως ο τόπος των αναμνήσεων που όλες γίνονται γλυκές με το πέρασμα του χρόνου. Ο πρώτος περίπατος στον αρχαιολογικό χώρο του Κεραμεικού, τη Στοά του Αττάλου και το Θησείο, η αίσθηση της σύνδεσης με την Ιστορία. Οι αμέτρητες φορές που ανηφόρισα τη Βαλτετσίου ή την Ακαδημίας με προορισμό το σχολείο κι αργότερα τη σχολή. Οι νύχτες, όταν η φαντασία μπορεί να κάνει το αστικό τοπίο ομορφότερο απ’ ό,τι είναι. Η χαρά της ανακάλυψης της ζωής σε όλες τις πτυχές της. Τα πρόσωπα και τα γεγονότα, σημαντικά ή καθημερινά. Όλα συνδέονται με την Αθήνα.

Η πόλη όπου γεννήθηκες και μεγάλωσες είναι σαν την οικογένεια: δεν τη διαλέγεις και δεν έχεις άλλη επιλογή παρά να την αγαπήσεις, όποια κι αν είναι, εκτός κι αν θες να επιλέξεις τη διαρκή δυστυχία. Και, για να είμαι ειλικρινής, για πολλά χρόνια η σχέση μου με την πόλη δεν χαρακτηριζόταν ακριβώς από αισθήματα έρωτα δίχως επιφυλάξεις. Την έβρισκα μάλλον άσχημη, άναρχη στην ανάπτυξή της, χωρίς «παλιά πόλη» κι αληθινό «ιστορικό κέντρο», χωρίς σαφή ταυτότητα και πραγματική Ιστορία, πέρα από κάποιες απομονωμένες νησίδες στις οποίες, συνήθως, το τουριστικό στοιχείο έπνιγε το ιστορικό. Στην Αθήνα δεν έβρισκες την ιστορική συνέχεια που χαρακτηρίζει κάποιες ευρωπαϊκές πόλεις, το παρελθόν, κατά περίπτωση, είχε χαθεί ή κρυφτεί, δεν ήταν τόσο σημαντικό για να αφήσει το αποτύπωμά του ή δεν μπορούσε να συνδεθεί με τη σύγχρονη ζωή της πόλης. Βέβαια, είναι αδύνατο μια πόλη να μη δείχνει την Ιστορία της. Στην περίπτωση της πρωτεύουσας η εικόνα αυτή έλλειψης κι ασυνέχειας οφειλόταν εν μέρει στο γεγονός ότι, ύστερα από ένα ένδοξο μακρινό παρελθόν, η πόλη βρέθηκε για αιώνες στην περιφέρεια αυτοκρατοριών κι αντιμετωπίστηκε με αδιαφορία από την εκάστοτε κεντρική εξουσία. Με χρόνο ουσιαστικής ύπαρξης που με το ζόρι έφτανε τους δύο αιώνες, η σύγχρονη Αθήνα δεν ήταν κάτι άλλο από έναν καθρέφτη του νεότερου ελληνικού κράτους και των δυσκολιών του. Εν μέρει, όμως… Η υπόλοιπη ευθύνη ανήκει στις ατυχέστατες επιλογές οικιστικής ανάπτυξης κατά την μεταπολεμική περίοδο. Κάποτε, είχα διαβάσει αποσπάσματα από το ημερολόγιο ενός Γερμανού αξιωματικού των κατοχικών δυνάμεων: περιέγραφε με ενθουσιασμό την Αθήνα σαν ένα μικρό μεσογειακό Παρίσι. Αυτήν την πόλη δεν τη γνώρισα ποτέ, μόνο να τη φανταστώ προσπάθησα βλέποντας τα λίγα νεοκλασικά που σώθηκαν από σύμπτωση.     

Φυσικά, σε όλα αυτά τα χρόνια αγάπησα γωνιές της Αθήνας. Δεν είμαι, όμως, βέβαιος ότι τις αγάπησα πραγματικά για αυτό που ήταν ή επειδή στο μυαλό μου υποκρινόμουν ότι έπρεπε ν’ ανήκουν στο Παρίσι, το Λονδίνο, τη Μόσχα ή το Λος Άντζελες.

Κι έπειτα έφυγα για μια πρώτη φορά. Ερωτεύτηκα άλλες πόλεις, αγάπησα αυτές στις οποίες έζησα. Ξαναέφυγα, μάλλον οριστικά, σε μια στιγμή που είχα αρχίσει ν’ αποδέχομαι ότι θα περνούσα την υπόλοιπη ενήλικη ζωή μου στην πόλη αυτή. Σταδιακά, απωθημένα εξαφανίστηκαν κι επιθυμίες ικανοποιήθηκαν, καταστάσεις απομυθοποιήθηκαν. Άργησα, αλλά συνειδητοποίησα ότι μπορούσα πλέον ν’ αγαπήσω ανυπόκριτα την πραγματική Αθήνα. Επειδή με την πόλη μ’ ενώνουν άρρηκτοι δεσμοί, αλλά κι επειδή μια άσχημη με χαρακτήρα μπορεί να έχει τελικά γοητεία.

Επειδή πέρα από την υποκειμενική αντίληψη περί αισθητικής, η ταυτότητα μιας πόλης είναι η ζωή, η δυναμική κι οι άνθρωποί της. Και η Αθήνα εμπεριέχει όλες τις δυνατότητες, τις αρετές και τις παθογένειες της σύγχρονης Ελλάδας σαφώς μεγεθυμένες. Γοητευτική ή αποκρουστική, είναι αδύνατο να μην προκαλεί έντονα αισθήματα. Από υποκειμενική άποψη, πάλι, είναι η πόλη όπου ζουν πολλοί από τους ανθρώπους που θεωρώ σημαντικούς στη ζωή μου. Ακόμη και τώρα που βρίσκομαι μακριά της, η Αθήνα εξακολουθεί να καθορίζει τον τρόπο με τον οποίο σκέφτομαι. Δύσκολο να δοθεί μεγαλύτερος έπαινος σε μια πόλη.

[14 Μαρτίου 2014]

ΥΓ: Δεν ξέρω γιατί ποτέ δεν έγραψα κάτι για την Αθήνα. Για την ακρίβεια, ποτέ δεν μου πέρασε από το μυαλό να γράψω κάτι. Μάλλον επειδή ποτέ δεν γράφω για προσωπικά θέματα στα ιστολόγιά μου. Σε κάθε περίπτωση, μένω με την αίσθηση ότι παρέδωσα μια μέτρια γυμνασιακή έκθεση. 😉

Πρωτοχρονιά;

Η εικόνα για τον Ιανουάριο, από τις "Très Riches Heures du duc de Berry" (15ος αι.) - ο εορτασμός στον οποίο μετέχουν ο δούκας και η ακολουθία του δεν είναι βέβαια της Πρωτοχρονιάς, αλλά των Θεοφανίων

Η εικόνα για τον Ιανουάριο, από τις «Très Riches Heures du duc de Berry» (15ος αι.) – ο εορτασμός στον οποίο μετέχουν ο δούκας και η ακολουθία του δεν είναι βέβαια της Πρωτοχρονιάς, αλλά των Θεοφανίων

Η συνήθεια να γιορτάζεται η Πρωτοχρονιά την 1η Ιανουαρίου δεν αποτελεί παράδοση ούτε οικουμενική ούτε και τόσο παλιά. Και, μην ανησυχείτε, δεν πρόκειται να σας μιλήσω για την ανοιξιάτικη Βαβυλωνιακή Πρωτοχρονιά και να σας στείλω να αγγίξετε το χέρι του αγάλματος του θεού Μπέλ-Μαρδούκ.

Ακόμη, όμως, και στη χριστιανικότατη Δύση έως τους Νεότερους Χρόνους δεν υπήρχε ομοφωνία ως προς το σημείο έναρξης του έτους. Στη μεσαιωνική Γαλλία των Καπετιδών, για παράδειγμα, η Πρωτοχρονιά συνέπιπτε κατά κανόνα με την Κυριακή του Πάσχα (γεγονός που είχε ως αποτέλεσμα έτη άνισης διάρκειας)! Το «κατά κανόνα» έχει την αξία του, δότι σε διάφορες περιοχές υπήρχαν ταυτόχρονα διαφορετικές παραδόσεις, κι έτσι κάποιοι γιόρταζαν την Πρωτοχρονιά μαζί με τα Χριστούγεννα (Λυών), ενώ άλλοι μαζί με τον Ευαγγελισμό. Ό,τι «καλύτερο» για τους σημερινούς ιστορικούς του Μεσαίωνα που αντιμετωπίζουν πραγματικές σπαζοκεφαλιές όταν πρέπει να εκτιμήσουν τη χρονολογία που συναντούν σε ένα κείμενο της εποχής! Για παράδειγμα, σύμφωνα με τις πηγές, η Σύνοδος της Τρουά, στο πλαίσιο της οποίας αναγνωρίσθηκε επίσημα το Τάγμα των Ναϊτών, συγκλήθηκε στις 13 Ιανουαρίου 1128. Στη Γαλλική Καμπανία, όμως, ακολουθούσαν την παράδοση να αλλάζουν χρόνο την ημέρα του Ευαγγελισμού (25.3). Άρα η σωστή χρονολογία για μας είναι το 1129!

Όσον αφορά τη Γαλλία, η επιβολή της 1ης Ιανουαρίου ως ημερομηνίας έναρξης του νέου έτους οφείλεται σε έδικτο του Καρόλου Θ΄ (1564), ενώ για το σύνολο της καθολικής χριστιανοσύνης σε απόφαση της Αγίας Έδρας (1622). Υπήρξε φυσικά στη Γαλλία και το επαναστατικό διάλειμμα (1792-1806), όταν η χρονιά άρχιζε την 1η του Τρυγητή (vendémiaire), δηλαδή στις δικές μας 22 Σεπτέμβρη.

[Facebook, 2 Ιανουαρίου 2014]

Επόμενος σταθμός: Πάτνα, Μπιχάρ…

Τις ημέρες αυτές της παραμονής μου στα πάτρια εδάφη είχα την ευτυχία να συναλλαγώ εκ νέου με υπηρεσίες του Ελληνικού Δημοσίου. Ξεκίνησα από το ληξιαρχείο κάποιου δήμου για να ζητήσω ένα πιστοποιητικό. Έκανα τη δουλειά μου μέσα σε δύο λεπτά της ώρας (περιλαμβανομένης της – ανύπαρκτης εν προκειμένω – αναμονής). Το πιστοποιητικό μού είχε παραδοθεί πριν καν υπογράψω την αίτηση! Αίσθηση Ευρώπης σε αυτό που οι περισσότεροι θεωρούμε άντρο διαφθοράς. Αλλά η χαρά μου κράτησε μόλις πέντε λεπτά, όσα μου χρειάστηκαν για να φθάσω στη ΔΟΥ μου. Εκεί βρέθηκα σε ένα άλλον σύμπαν, εξόχως τριτοκοσμικό. Η εικόνα παρέπεμπε σε ινδικό τρένο, μάλλον άλλης εποχής.

Μέρες που είναι, λοιπόν, ας δώσω μιαν ευχή στους ανθρώπους που λαμβάνουν αποφάσεις στο ΥπΟικ, ειδικώς στη ΓΓ Εσόδων ή όπου αλλού. Επιβάλλετε ό,τι επιβάλλετε σε φόρους και τέλη, βάλτε το μυαλό σας να δουλέψει ώστε να καταστήσετε την καταβολή τους όσο γίνεται ευχερέστερη. Πάρτε παραδείγματα από αυτήν την άτιμη τη Δύση που επικαλείσθε, είτε ως παράδειγμα προς μίμηση είτε ως «κακιά δανείστρια» που σας αναγκάζει να παίρνετε «δυσάρεστα μέτρα». Θα δείτε ότι υπάρχουν κι άλλοι τρόποι από αυτούς τους παρωχημένους που διαλέγετε. Και θα δείτε και τα έσοδά σας να αυξάνονται. Και αφήστε επιτέλους αυτό το παιχνίδι με τις προθεσμίες και τις παρατάσεις. Τάξτε ευθύς εξαρχής προθεσμίες γενναιόδωρες, αντί για τις τσιγγούνικες που θα παρατείνετε μια και δυο φορές όταν θα διαπιστώσετε ότι δεν έχει συγκεντρωθεί το ποσό που είχατε προϋπολογίσει, ενώ ενδιαμέσως θα έχετε δηλώσει πανηγυρικά (ή θα έχετε «τιτιβίσει» ) ότι «δεν θα δοθεί καμία παράταση».

Κι αφού θα βάλετε το μυαλό σας σε λειτουργία, θα σκεφτείτε επιτέλους κι άλλα πράγματα. Όπως για παράδειγμα ότι η μείωση του ΕΦΚ σε πετρέλαιο θέρμανσης και καύσιμα θα σας αποφέρει απίστευτα περισσότερα έσοδα. Για τον απλό λόγο ότι οι συντελεστές που επιβάλατε οδηγούν σε σχεδόν μηδενικές καταναλώσεις, αφού υπερβαίνουν βάναυσα τη φοροδοτική ικανότητα του μέσου ανθρώπου.

Εάν, βεβαίως, πιστεύετε βάσιμα ότι ο Έλληνας καίει ό,τι σαββούρα βρει από επιλογή, γιατί γουστάρει να αναπνέει δηλητήριο και να ξεχαρμανιάζει κι όχι γιατί το πετρέλαιο θέρμανσης είναι ακριβό λόγω φόρων, μπορείτε να αγνοήσετε τις ευχές μου. Το ίδιο ισχύει κι εφόσον ο στόχος δεν είναι η αύξηση των δημοσιονομικών εσόδων, αλλά η έσχατη ταπείνωση του φορολογούμενου.

Σε κάθε περίπτωση, καλή χρονιά!

[Δημοσιεύθηκε στο Facebook την 31η Δεκεμβρίου 2013 – αναδημοσιεύθηκε στο Portal στις 6 Ιανουαρίου 2014]

Το Πολυτεχνείο και η σημασία του

Ποια μπορεί να είναι σήμερα η σημασία του Πολυτεχνείου, σαράντα ακριβώς χρόνια μετά τη φοιτητική εξέγερση που υπήρξε το κατεξοχήν σύμβολο της αντίστασης μέρους του ελληνικού λαού στην επαίσχυντη δικτατορία των συνταγματαρχών; Δεν έχει ξεθωριάσει η αξία του κάτω από το βάρος του χρόνου, τις σφοδρές επικρίσεις των οποίων αποτελεί αντικείμενο η ίδια η έννοια της Μεταπολίτευσης, την αμφιλεγόμενη δράση ορισμένων από τους πρωταγωνιστές του; Κι όμως, το Πολυτεχνείο εξακολουθεί να είναι επίκαιρο, ίσως μάλιστα περισσότερο από ποτέ.

Πρώτον, το Πολυτεχνείο είναι πάντα σημαντικό επειδή η ιδεολογία στην οποία αντιστάθηκαν σθεναρά οι φοιτητές όχι μόνο δεν έχει εκλείψει, αλλά βρίσκεται σε φάση επικίνδυνης αναζωπύρωσης. Αφενός, επειδή σήμερα ένα αμιγώς νεοναζιστικό κόμμα βρίσκεται εντός του Κοινοβουλίου μας και παρά τα όσα έχουν συμβεί, τις δολοφονίες, τις ποινικές διώξεις, τις αποφάσεις περί άρσεως βουλευτικής ασυλίας, φαίνεται ότι χαίρει της υποστήριξης ενός διόλου ευκαταφρόνητου τμήματος της ελληνικής κοινωνίας κι εμφανίζει ποσοστά ως προς την πρόθεση ψήφου που αγγίζουν, αν δεν υπερβαίνουν, το 10 %. Αφετέρου επειδή η ιδεολογία της ακροδεξιάς και του αυταρχισμού κερδίζουν διαρκώς έδαφος μεταξύ των παραδοσιακών πολιτικών χώρων. Η ελληνική πολιτική ζωή κινείται σταθερά προς το συντηρητικότερο και αυταρχικό, προσεγγίζοντας τις θέσεις της παραδοσιακής ακροδεξιάς. Μέσω διαφόρων επικοινωνιακών στρατηγημάτων, η Αριστερά στηλιτεύεται συλλήβδην ως δήθεν «άκρο» (ενώ ουδείς διανοήθηκε, για παράδειγμα, να χαρακτηρίσει ως ακραίο το σύνολο της δεξιάς παράταξης), την ώρα που πρακτικές αμφίβολης συνταγματικότητας και δημοκρατικότητας εφαρμόζονται όλο και συχνότερα και απολαύουν της επιδοκιμασίας αρκετών.

Δεύτερον, το Πολυτεχνείο είναι σημαντικό διότι από άποψη συμβολισμού αποτελεί το ιδρυτικό γεγονός της νεότερης ελληνικής δημοκρατίας. Της καλύτερης που είχαμε ποτέ. Γιατί δεν πρέπει να λησμονούμε ότι πριν τη Μεταπολίτευση σχεδόν για το μισό του ελληνικού λαού δεν ήταν δυνατή η πλήρης ένταξη στην κοινωνία κι ότι πολιτικοί που (κατά τα λοιπά, δικαίως) έφεραν τον τίτλο του διανοούμενου μιλούσαν χωρίς ενδοιασμούς για τους «νέους Παρθενώνες» του ελληνισμού, υπονοώντας τους τόπους εξορίας και μαρτυρίου συμπατριωτών τους.

Το Πολυτεχνείο, επομένως, εξακολουθεί να είναι επίκαιρο και σημαντικό ακριβώς γιατί σήμερα έχει τεθεί σε εφαρμογή ένα οργανωμένο σχέδιο απαξίωσης της Μεταπολίτευσης. Με όλα τα ελαττώματα και τις αδυναμίες της, όμως, η Μεταπολίτευση είναι συνώνυμη της δημοκρατίας. Είναι παράλογο να της καταλογίζονται όλες οι παθογένειες που κατατρύχουν την ελληνική πολιτική και κοινωνία, ενώ πρόκειται για εγγενή χαρακτηριστικά γνωρίσματα του νεότερου ελληνικού κράτους που υφίστανται από την ίδρυσή του. Η Μεταπολίτευση δεν έφερε ούτε το πελατειακό κράτος ούτε την προώθηση των «ημετέρων», ούτε το δυσλειτουργικό Δημόσιο ή τον παρασιτικό, κρατικοδίαιτο, ιδιωτικό τομέα. Όλα αυτά προϋπήρχαν.

Μόνο που η επιχειρούμενη απαξίωση της Μεταπολίτευσης δεν είναι αθώα, δεν αποτελεί απλώς πεπλανημένη εκτίμηση. Στοχεύει τελικά στην απαξίωση της δημοκρατίας. Εμμέσως αθωώνει το δικτατορικό καθεστώς, τον αυταρχισμό και τις ανελεύθερες πρακτικές του. Επιτρέπει σε κάποιους να ευαγγελίζονται δημοσίως την περιστολή των ατομικών ελευθεριών ή ανερυθρίαστα να παρομοιάζουν χουντικούς δολοφόνους με ήρωες του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα. Επιχειρεί να μας υποχρεώσει να λησμονήσουμε τα ουσιώδη στοιχεία του δημοκρατικού πολιτεύματος.

Για αυτούς και για πολλούς άλλους λόγους πρέπει να τιμούμε την αντίσταση των φοιτητών, το Νοέμβρη του 1973. Μολονότι, τυπικώς «συνιστούσε παράνομη βία».  

[Γράφτηκε για ToPortal όπου και δημοσιεύθηκε στις 16 Νοεμβρίου 2013]

Περί Σωκράτους

Μια κι έγινε λόγος για τη στάση του Σωκράτη κατόπιν της καταδίκης του… [Κ. Δουζίνας «Η ανθρωπότητα γεννιέται με ανυπακοή… Ο Σωκράτης παραβιάζει την ορθοδοξία της Αθήνας και πεθαίνοντας βάζει τον θεμέλιο λίθο της φιλοσοφίας»/ Π. Μανδραβέλης «ο Σωκράτης με την απόφασή του να πιει το κώνειο, παρά την καταφανώς άδικη απόφαση του δικαστηρίου, ήθελε να διδάξει στους νέους την αξία της υποταγής στους νόμους της Δημοκρατίας»], οφείλω να ομολογήσω ότι το ζήτημα της αποτίμησης της στάσης αυτής υπερβαίνει τις δυνατότητές μου. Όχι μόνο γιατί κρίνω ότι οι γνώσεις μου περί φιλοσοφίας δεν είναι ικανοποιητικές αλλά και γιατί τα στοιχεία που διαθέτουμε δεν είναι επαρκή. Γνωρίζουμε τον Σωκράτη του Πλάτωνα κι εκείνον του Ξενοφώντα κι εύλογα μπορεί να αναρωτηθεί κανείς αν πρόκειται για το ίδιο πρόσωπο. Δεν μας λείπουν μόνον οι αντικειμενικές μαρτυρίες για το πρόσωπο, αλλά και για τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά και τις ειδικές συνθήκες της υπόθεσης της δίκης και των όσων ακολούθησαν.

Ίσως θα ήταν πιο δόκιμο να επιχειρήσουμε να απαντήσουμε το αντίστροφο ερώτημα. Όχι δηλαδή να ερμηνεύσουμε ψυχολογικά τη στάση του προσώπου (εγχείρημα εξαιρετικά δυσχερές ακόμη και για σύγχρονά μας γεγονότα,πόσο μάλλον για κάτι που συνέβη πριν 2.400 χρόνια) αλλά να εξηγήσουμε τους λόγους για τους οποίους η Αθηναϊκή Δημοκρατία καταδίκασε τον φιλόσοφο.

Καταρχάς, πρέπει να λάβουμε υπόψη τις ιδιαιτερότητες της υπό κρίση περίπτωσης: μια πόλη που μόλις έχει περάσει μια διπλή τραυματική εμπειρία, έναν καταστροφικό πόλεμο που τελειώνει με ταπεινωτική ήττα και την κατάλυση του δημοκρατικού πολιτεύματος εξαιτίας της τυραννίας των Τριάκοντα. Κι ένα πρόσωπο που ποτέ δεν έκρυψε τις φιλίες του με διάφορους ολιγαρχικούς και την εχθρότητά του προς το πληγωμένο κι εύθραυστο πολίτευμα.

Υπό τις συνθήκες αυτές, μια εύλογη ερμηνεία είναι η εξής: η αναγκαία ομόνοια μετά την αποκατάσταση της δημοκρατίας επετεύχθη χάρη μέσω μιας γενικής αμνηστίας η οποία συνεπαγόταν κι απαιτούσε για να καταστεί αποτελεσματική μια αντίστοιχη καθολική αμνησία. Η διδασκαλία του Σωκράτη παραβίαζε επομένως τις αναγκαίες προϋποθέσεις για την εδραίωση και διατήρηση της κοινωνικής ειρήνης. Περισσότερο από κάποια συγκεκριμένη κατηγορία, η τελική καταδίκη του ήταν αποτέλεσμα της περιρρέουσας ατμόσφαιρας.

Για περισσότερα, θα άξιζε να ανατρέξει κανείς στο, εξαιρετικά ενδιαφέρον, πρόσφατο βιβλίο του Paulin Ismard «L’Evénement Socrate», εκδ. Flammarion, 2013 (παρουσίαση στη Monde και στο L’Histoire).

[Facebook, 25 Οκτωβρίου 2013]

 

Περί βίας

Η επικινδυνότητα του γενικού αφορισμού

Εκ των πραγμάτων αποδεικνύεται ότι η βία αποτελεί διαχρονικό στοιχείο των ανθρώπινων κοινωνιών, είτε στο εσωτερικό τους είτε στις μεταξύ τους σχέσεις. Είναι επίσης σαφές ότι, γενικά κι αφηρημένα, δεν μπορεί να υπάρξει διάκριση μεταξύ «καλής» και «κακής» βίας. Εξ ορισμού η άσκηση βίας αποτελεί δυσάρεστη και απευκταία κατάσταση.

Η πραγματικότητα, εντούτοις, είναι πολύ πιο σύνθετη. Τούτο διαπιστώνεται και βάσει των όχι λίγων προσπαθειών να δικαιολογηθούν μορφές βίας. Για τη σημαντικότερη από αυτές, τον πόλεμο, πολλοί και διάφοροι, τουλάχιστον από την εποχή του Αυγουστίνου της Ιππώνος (τέλη 4ου αιώνα), έχουν επιχειρήσει να θεμελιώσουν θεωρητικά την έννοια του «δίκαιου πολέμου», εξηγώντας τις αναγκαίες προς τούτο προϋποθέσεις.

Κατ’ αναλογία και όσον αφορά τις σχέσεις εντός ορισμένης κοινωνίας, είναι γενικά αποδεκτό ότι, υπό όρους, υφίσταται νομίμως ασκούμενη βία από τα ειδικώς εντεταλμένα όργανα της Πολιτείας. Ομοίως, η άσκηση βίας ως νόμιμη άμυνα αποτελεί λόγο που αίρει τον αξιόποινο χαρακτήρα πράξης. Επιπροσθέτως, δεν πρέπει να λησμονούμε ότι στη δικαιολόγηση της βίας υπεισέρχεται κι ένας μεταβλητός παράγοντας: η ταυτότητα του εκάστοτε φορέα εξουσίας. Έτσι, πράξεις αντίστασης σ’ ένα δικτατορικό καθεστώς, οι οποίες θα αντιμετωπιστούν από αυτό ως παράνομη άσκηση βίας, θα δικαιολογηθούν μετά την αποκατάσταση της δημοκρατίας.
Για τους λόγους αυτούς, αφορισμοί όπως «καταδικάζω τη βία απ’ όπου κι αν προέρχεται» στερούνται τελικά νοήματος. Εκτός των άλλων, ενδέχεται να υπονοούν μια αυθαίρετη εξομοίωση πράξεων εντελώς ανομοιογενών που δεν έχουν καν την ίδια βαρύτητα:  βία ασκούμενη στο πλαίσιο ένοπλης σύγκρουσης (μεταξύ κρατικών οντοτήτων ή εμφύλιας), υπέρβαση ορίων από όργανα της πολιτείας, οργανωμένη πολιτική βία, τρομοκρατία, διάχυτες “μαζικές” ταραχές, παρεκτροπές στο πλαίσιο διαδηλώσεων ή ενεργειών περιβαλλοντικού ακτιβισμού κ.ο.κ.

Ο γενικός αφορισμός καθίσταται δε κατά μείζονα λόγο αλυσιτελής στις περιπτώσεις κατά τις οποίες υπαγορεύεται αποκλειστικά από πολιτικές (αν όχι αμιγώς κομματικές) σκοπιμότητες. Δεν εκφέρεται επειδή αποσκοπεί στην καταπολέμηση της βίας, αλλά επειδή στοχεύει στην εξουδετέρωση πολιτικών αντιπάλων. Υπό τους όρους αυτούς, καταλήγει να είναι επικίνδυνος για την πολιτειακή ομαλότητα και την κοινωνική ειρήνη.

[συμμετοχή στο αφιέρωμα του ιστότοπου Popaganda στο θέμα της βίας (21 Οκτωβρίου 2013) – στους συμμετέχοντες είχε τεθεί το εξής ερώτημα: «Η βία είναι συστατικό κομμάτι κάθε κοινωνίας; Κι αν ναι, πώς θα την ορίζατε»; Στο 1ο μέρος απάντησαν: ελληνάκι, Άκης Γαβριηλίδης, Niemands Rose, OldBoy, Ρογήρος και το Βυτίο/ Στο 2ο μέρος (23 Οκτωβρίου 2013): Χρ. Κάσδαγλης, Μιχ. Κωνσταντάτος, Ανδρ. Πετρουλάκης, Δημ. Κ. Ψυχογιός και Θοδ. Ρακόπουλος]