Μπουλγκάκοφ και Σίμονοφ – Βίοι όχι ακριβώς παράλληλοι

Νεανική φωτογραφία του Μ. Α. Μπουλγκάκοφ

Νεανική φωτογραφία του Μ. Α. Μπουλγκάκοφ

Ο Κ. Μ. Σίμονοφ στα χρόνια του Μεγάλου Πατριωτικού Πολέμου

Ο Κ. Μ. Σίμονοφ στα χρόνια του Μεγάλου Πατριωτικού Πολέμου

I. Ο Μιχαήλ Αφανάσιεβιτς Μπουλγκάκοφ ήταν μάλλον δυστυχισμένος άνθρωπος. Εκεί που το είχε σχεδόν βέβαιο πως με το έργο του θα καθιερωνόταν στο λογοτεχνικό στερέωμα ως ο Μεγάλος Ρώσος Λογοτέχνης του 20ού αιώνα, διαπίστωνε πως είχε λογαριάσει δίχως τη λογοκρισία. Ό,τι και να έδινε κρινόταν ακατάλληλο προς δημοσίευση. Μα είναι αλήθεια πως κι αυτός ο ίδιος, ο πρώην στρατιωτικός ιατρός από το Κίεβο με το μονόκλ, το παπιγιόν και την εμφάνιση εν γένει αστού δανδή, δεν βοηθούσε ιδιαίτερα την υπόθεσή του.

Το πρώτο του μυθιστόρημα έφερε τον εύγλωττο τίτλο «Η Λευκή Φρουρά» . Πραγματευόταν τα δραματικά γεγονότα στο Κίεβο κατά το χρονικό διάστημα 1918-1920, όταν η ουκρανική πρωτεύουσα είχε αλλάξει χέρια τουλάχιστον δεκαπέντε φορές. Το έργο αυτό, διασκευασμένο σε θεατρικό υπό τον τίτλο «Ημέρες των Τουρμπίν», ανέβηκε το 1926 στο Θέατρο Τέχνης της Μόσχας, σκηνοθετημένο από τον μεγάλο Στανισλάφσκι. Αποθεώθηκε από το κοινό, αλλά η καθεστωτική κριτική υπήρξε λυσσαλέα: «έργο αστικής ηθικής και ιδεολογίας», «αντεπαναστατικό, εξιδανικεύει τους Λευκούς». Ο ίδιος ο Στάλιν το επέκρινε δημόσια (μολονότι το είχε παρακολουθήσει δεκαπέντε φορές!), ενώ τελικά το θεατρικό χαρακτηρίσθηκε κι επίσημα ως απαγορευμένο.

Από το ανέβασμα του θεατρικού του Μπουλγκάκοφ «Ημέρες των Τουρμπίν» στο Θέατρο Τέχνης της Μόσχας

Από το ανέβασμα του θεατρικού του Μπουλγκάκοφ «Ημέρες των Τουρμπίν» στο Θέατρο Τέχνης της Μόσχας

Ο Μπουλγκάκοφ είχε πλέον απογοητευτεί. Άρχισε να εκφράζει τη δυσαρέσκειά του φωναχτά σε φίλους και γνωστούς και να διατείνεται ότι ίσως να ήταν καλύτερα να πάει να ζήσει κάπου αλλού, σε κάποια χώρα όπου τουλάχιστον τα βιβλία του θα δημοσιεύονταν κι η αξία του ίσως και να αναγνωριζόταν. Και κάποια ημέρα χτυπά το τηλέφωνο και στην άλλη άκρη της γραμμής είναι ο Ιωσήφ Βησσαριόνοβιτς αυτοπροσώπως!

«- Τι πληροφορούμαι, πολίτη Μπουλγκάκοφ! Μα, επιθυμείτε στ’ αλήθεια να εγκαταλείψετε τη Σοβιετική Ένωση;

Η αλήθεια είναι πως ένας Ρώσος συγγραφέας δεν μπορεί να ζήσει μακριά από την πατρίδα του.

Ά, πολύ ωραία, Μπουλγκάκοφ. Πολύ ωραία! Λοιπόν, ακούστε τι θα γίνει. Θα δουλέψετε και πάλι στο Θέατρο Τέχνης ως βοηθός σκηνοθέτη, ίσως κι αλλού ως λιμπρετίστας για όπερες. Για τη δημοσίευση των έργων σας, θα δούμε εν καιρώ.»

Ι. Β. Στάλιν

Ι. Β. Στάλιν

Ο Στάλιν τήρησε την υπόσχεσή του κι ίσως έκανε και κάτι παραπάνω. Την παραμονή των Χριστουγέννων του 1931, παρακολουθεί μαζί με την ακολουθία του, στο Θέατρο Τέχνης της Μόσχας και σε ειδική παράσταση, το θεατρικό του Αλεξάντρ Νικολάγεβιτς Αφινογκένοφ «Ο Φόβος». Ο συγγραφέας είναι ένθερμος κομμουνιστής, υπόδειγμα προλετάριου λογοτέχνη κι αγαπημένος του καθεστώτος. Το συγκεκριμένο έργο θα χαρακτηρισθεί ως το αριστούργημά του.

Ο Γεωργιανός δικτάτορας, όμως, έχει άλλη άποψη. Το έργο δεν του αρέσει καθόλου. Απόλυτο φέσι. Υπόδειγμα βαρεμάρας κι έλλειψης έμπνευσης. Γυρίζει και λέει στους υπεύθυνους του θεάτρου: «Εντελώς απογοητευτικό. Απαράδεκτο! Πρέπει να σας θυμίσω ότι έχετε στο ρεπερτόριό σας ένα εξαιρετικό έργο, τις Ημέρες των Τουρμπίν του Μπουλγκάκοφ. Γιατί δεν το ανεβάζετε ξανά

Στις 15 Ιανουαρίου 1932, η διεύθυνση του θεάτρου γνωστοποιούσε στον έκπληκτο Μπουλγκάκοφ ότι οι «Ημέρες των Τουρμπίν» θα ανέβαιναν ξανά. Οι παραστάσεις στη Μόσχα επρόκειτο να συνεχιστούν για εννέα ολόκληρες σαιζόν (χωρίς να λάβουμε υπόψη τις πολυάριθμες περιοδείες στην επαρχία).

Ως εκεί, όμως…

II. Νεότερος κατά 24 χρόνια του Μπουλγκάκοφ, ο Κονσταντίν Μιχάιλοβιτς Σίμονοφ (που οι γονείς του τον είχαν βαφτίσει Κύριλλο) ήταν παιδί ευγενών. Τα ίχνη του πατέρα του, ανώτατου αξιωματικού του τσαρικού στρατού, χάθηκαν κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1920 κάπου στην Πολωνία, εκεί όπου είχε καταφύγει συμμετέχοντας, κατά πάσα πιθανότητα, στις προσπάθειες ανατροπής του καθεστώτος των Μπολσεβίκων. Ο ευφυής νεαρός Σίμονοφ είχε βάλει σκοπό του όχι απλώς να ενταχθεί στη σοβιετική κοινωνία, αλλά να πετύχει πραγματικά στη ζωή του. Για τον λόγο αυτό, παρά τις έντονες αντιδράσεις της μητέρας και των συγγενών του, αποφάσισε να γραφτεί σε νυχτερινό τεχνικό λύκειο και να δουλεύει τα πρωινά σε εργοστάσιο. Μόνον έτσι θα μπορούσε να φοιτήσει σε κάποια από τις επίλεκτες πανεπιστημιακές σχολές, όπως στη φημισμένη Κρατική Σχολή Λογοτεχνίας της Μόσχας, στην οποία κι έγινε αργότερα δεκτός. Γνώριζε πολύ καλά πως για να παραμείνει μέλος της ελίτ θα έπρεπε να αλλάξει ταξική ταυτότητα κι από αριστοκράτης να μεταμορφωθεί σε προλετάριος, έστω και μόνο για τους τύπους.

Κ. Μ. Σίμονοφ «Οι Ζωντανοί και οι Νεκροί (Живые и мёртвые)»

Κ. Μ. Σίμονοφ «Οι Ζωντανοί και οι Νεκροί (Живые и мёртвые)»

Στις δεκαετίες του 1940 και του 1950 ο Σίμονοφ υπήρξε ο δημοφιλέστερος Σοβιετικός λογοτέχνης. Το ποίημά του «Περίμενέ με» («Жди меня») έγινε το αγαπημένο των ανδρών του Κόκκινου Στρατού που πολέμησαν τους Γερμανούς εισβολείς. Αρκετά αργότερα, με το μυθιστόρημά του «Οι Ζωντανοί και οι Νεκροί» («Живые и мёртвые») κατόρθωσε να περιγράψει με τον πιο γλαφυρό τρόπο τα χρόνια του Μεγάλου Πατριωτικού Πολέμου. Την εποχή του ταραχώδους γάμου του με τη δημοφιλέστατη ηθοποιό Βαλεντίνα Σερόβα, ενσάρκωσε μαζί με την τότε σύζυγό του το απόλυτο glamour της σταλινικής ΕΣΣΔ. Ισχυρός άνδρας της Εταιρίας Σοβιετικών Λογοτεχνών κι αρχισυντάκτης διάφορων λογοτεχνικών εντύπων, ο Σίμονοφ, χάρη και στις διασυνδέσεις του με το καθεστώς και την προσωπική φιλία του με τον Στάλιν, είχε τεράστια δύναμη.

III. Ο Μπουλγκάκοφ δούλευε και ξαναδούλευε το μυθιστόρημα που επρόκειτο να είναι το τελευταίο του. Τα χειρόγραφα της πρώτης εκδοχής του έργου αυτού κατέληξαν στη σόμπα του μοσχοβίτικου διαμερίσματος του λογοτέχνη. Ακολούθησαν άλλες τρεις. Την τελευταία από αυτές ο Μπουλγάκοφ πάσχιζε να την τελειοποιήσει σχεδόν μέχρι τον πρόωρο θάνατό του, το 1940, από κάποια εκφυλιστική πάθηση των νεφρών. Την τελική μορφή του μυθιστορήματος τη χρωστάμε μάλλον στη χήρα του λογοτέχνη, τη Γελένα Σεργκέγεβνα Μπουλγκάκοβα (Σιλόφσκαγια).

Ο Μ. Α. Μπουλγκάκοφ το 1926

Ο Μ. Α. Μπουλγκάκοφ το 1926

Μετά από αυτό, τα χειρόγραφα του μυθιστορήματος, που έφεραν πάνω τους τα ίχνη της μορφίνης, εξάρτηση στην οποία είχε ξανακυλήσει ο λογοτέχνης στην προσπάθειά του να απαλύνει τους πόνους της αρρώστιάς του, ξαναμπήκαν στα συρτάρια του γραφείου του εκλιπόντος όπου και θα παρέμεναν για πολλά χρόνια. Είναι αλήθεια πως το βιβλίο δεν είχε ουσιαστικές ελπίδες δημοσίευσης στη σταλινική ΕΣΣΔ. Χωρίς να είναι ευθέως ανατρεπτικό, «Ο Μαιτρ και η Μαργαρίτα» («Мастер и Маргарита») ήταν ένα μυθιστόρημα αρκετά παράξενο, υπερβολικά ελαφρύ και ταυτόχρονα υπερβολικά σοβαρό για τις καθεστωτικές αντιλήψεις: ο διάβολος ο ίδιος επισκέπτεται μαζί με την ακολουθία του τη σταλινική Μόσχα κι αναστατώνει τους λογοτεχνικούς κύκλους της. Όλα αυτά μέχρι να προσελκύσει στον ιστό των δαιμονικών σχεδίων του την όμορφη και μυστηριώδη Μαργαρίτα και τον παράνομο έρωτά της, έναν περιθωριακό διανοούμενο που εκείνη αποκαλεί Μαιτρ κι ο οποίος έχει γράψει ένα μυθιστόρημα με θέμα τον Πόντιο Πιλάτο. Στο επίκεντρο του έργου βρίσκονται οι βασανιστικές ασάφειες της ηθικής και της επιλογής ανάμεσα στο καλό και το κακό.

Η Γ. Σ. Μπουλγκάκοβα (ίσως το πρότυπο για τη Μαργαρίτα του μυθιστορήματος) σε φωτογραφία του 1928

Η Γ. Σ. Μπουλγκάκοβα (ίσως το πρότυπο για τη Μαργαρίτα του μυθιστορήματος) σε φωτογραφία του 1928

IV. Από τη δεκαετία του 1960 κι έπειτα, ο Σίμονοφ έβαλε σκοπό να εξοφλήσει τους λογαριασμούς του με τη ζωή, να εξιλεωθεί για όλους τους συμβιβασμούς που είχε κάνει στα χρόνια του σταλινισμού προκειμένου να παραμείνει επιτυχημένος κι ισχυρός. Πάσχιζε για την έκδοση απαγορευμένων βιβλίων, βοηθούσε οικονομικά συγγραφείς που είχαν υποστεί διώξεις από το καθεστώς. Όταν το 1965 οι φίλοι του διοργάνωσαν επίσημη τελετή για τον εορτασμό των 50ών γενεθλίων του, ο Σίμονοφ ανέβηκε στο βήμα κι εκφώνησε τον παρακάτω λόγο:

«Σε τέτοιες περιστάσεις, όταν κάποιος συμπληρώνει πενήντα χρόνια ζωής, είναι φυσικό οι άνθρωποι να θυμούνται κυρίως τα καλά που έχει κάνει. Θα ήθελα απλώς να πω στους παριστάμενους, στους συντρόφους μου που ήρθαν, ότι ντρέπομαι για πολλά από όσα έχω κάνει στη ζωή μου, να πω ότι δεν ήταν καλά όλα όσα έχω κάνει, το γνωρίζω, και να πω ότι δεν συμπεριφέρθηκα πάντα σύμφωνα με τις υψηλότερες ηθικές αρχές, ούτε τις πολιτικές ή τις ανθρώπινες. Υπάρχουν στη ζωή μου πράγματα που δεν τα θυμούμαι με ικανοποίηση, περιπτώσεις στις οποίες δεν ενήργησα με αρκετή θέληση, με αρκετό θάρρος. Το γνωρίζω. Και δεν τα λέω όλα αυτά με σκοπό κάποιας μορφής εξιλέωση, γιατί αυτή είναι προσωπική υπόθεση ενός ανθρώπου, αλλά απλώς επειδή όταν κάποιος θυμάται θέλει να αποφύγει την επανάληψη των ιδίων σφαλμάτων. Θα προσπαθήσω να μην τα επαναλάβω. Από εδώ και πέρα, όποιο κι αν είναι το κόστος, δεν θα επαναλάβω τους ηθικούς συμβιβασμούς που κάποτε έκανα

Ο Κ. Μ. Σίμονοφ σε ώριμη ηλικία

Ο Κ. Μ. Σίμονοφ σε ώριμη ηλικία

V. Η Γελένα Μπουλγκάκοβα γνώριζε προσωπικά τον Σίμονοφ (και πιο πριν τη μητέρα του συγγραφέα). Το 1956 τον όρισε υπεύθυνο για τη διαχείριση του αρχείου του εκλιπόντος συζύγου της. Δέκα χρόνια αργότερα, ο Σίμονοφ αποφάσισε ότι ήταν καιρός να κάνει ό,τι ήταν δυνατό για να επιτύχει τη δημοσίευση του «Μαιτρ και Μαργαρίτα». Έπεισε πρώτα τη χήρα του Μπουλγκάκοφ να δεχτεί ενδεχόμενες περικοπές που θα επέβαλλε η λογοκρισία. Έπειτα, έδωσε τα χειρόγραφα στη δεύτερη από τις τέσσερις συζύγους του, τη Γεβγκένιγια (Ζένια) Λάσκινα, η οποία εργαζόταν τότε στο λογοτεχνικό περιοδικό «Μασκβά». Το έντυπο αντιμετώπιζε διάφορα προβλήματα στις αρχές του μπρεζνιεφικού καθεστώτος. Η ύλη του είχε καταντήσει βαρετή (οτιδήποτε ενδιαφέρον δεν μπορούσε να περάσει από τη λογοκρισία) και οι συνδρομές είχαν πέσει κατακόρυφα. Η Λάσκινα μίλησε για το σχέδιο δημοσίευσης του «Μαιτρ και Μαργαρίτα» στον αρχισυντάκτη Γεβγκένι Ποπόφκιν, ο οποίος δίσταζε να προχωρήσει. Απευθύνθηκαν τελικά σε ένα συνταξιούχο συντάκτη του εντύπου, ο οποίος είχε εργαστεί παλιότερα για χρόνια ως λογοκριτής και στη συνέχεια, ως αρχισυντάκτης εντύπων, επιτύγχανε πάντα τη δημοσίευση των κειμένων που υπέβαλλε προς έγκριση. Το μυθιστόρημα, αφού κόπηκε περίπου το 10 % και τροποποιήθηκε άλλο ένα 15 % της ύλης του, εγκρίθηκε! Δημοσιεύθηκε στο «Μασκβά» σε δύο μέρη (στο τελευταίο τεύχος του 1966 και το πρώτο του 1967), γνωρίζοντας απίστευτη επιτυχία. Τα τεύχη εξαντλήθηκαν, οι συνδρομές στο περιοδικό απογειώθηκαν.

Η πρώτη δημοσίευση του Μαιτρ και Μαργαρίτα στο περιοδικό Μασκβά

Η πρώτη δημοσίευση του Μαιτρ και Μαργαρίτα στο περιοδικό Μασκβά

Για να γιορτάσουν την επιτυχία, ο Σίμονοφ κι η Λάσκινα ετοίμασαν σε τρία αντίτυπα ένα πρόχειρο βιβλίο με το πλήρες κείμενο του μυθιστορήματος. Κράτησαν ο καθένας από ένα αντίτυπο κι έδωσαν το τρίτο στη Γελένα Μπουλγκάκοβα. Λίγους μήνες μετά, «Ο Μαιτρ και η Μαργαρίτα» εκδιδόταν στη Δύση με όλα τα αποσπάσματα που είχε αφαιρέσει η λογοκρισία. Η πρώτη πλήρης, μη λογοκριμένη, έκδοση του έργου στην ΕΣΣΔ θα κυκλοφορούσε το 1973. «Ο Μαιτρ και η Μαργαρίτα» θα γινόταν αντικείμενο λατρείας από το σοβιετικό (και όχι μόνο) κοινό.

Σοβιετικό γραμματόσημο για τα 100 χρόνια από τη γέννηση του Μπουλγκάκοφ, με θέμα το Μαιτρ και Μαργαρίτα

Σοβιετικό γραμματόσημο για τα 100 χρόνια από τη γέννηση του Μπουλγκάκοφ, με θέμα το Μαιτρ και Μαργαρίτα

[πηγή, για τις προσπάθειες του Σίμονοφ να αποκαταστήσει το έργο του Μπουλγκάκοφ: Orlando FIGES «The Whisperers (Private life in Stalin’s Russia)», Allen Lane 2007/ Penguin 2008]

Advertisements

Μέσα από τη νύχτα

Το Κίεβο κατά τον Β΄ ΠΠ

Το Κίεβο κατά τον Β΄ ΠΠ

Από τις αρχές Αυγούστου του 1941 ο Χίτλερ είχε αποφασίσει να δοθεί προτεραιότητα στην προέλαση στην Ουκρανία, καθυστερώντας το σχέδιο επίθεσης κατά της Μόσχας. Μεταξύ κακής οργάνωσης και πανικού, ο Κόκκινος Στρατός υποχωρούσε στα περισσότερα σημεία του μετώπου. Στις αρχές του Σεπτέμβρη το Κίεβο δεν ήταν παρά το άκρο ενός ιδιαίτερα επιμήκους σοβιετικού θυλάκου ο οποίος μέρα με τη μέρα συρρικνωνόταν δραματικά, μια και τόσο στο βορρά όσο και στο νότο οι γερμανικές δυνάμεις είχαν ήδη προχωρήσει κατά πολύ ανατολικότερα της ουκρανικής πρωτεύουσας.

Η σοβιετική ηγεσία δεν ήταν βέβαιη για τη στρατηγική που έπρεπε να ακολουθήσει. Ο Στάλιν δεν ήθελε καν να ακούσει για υποχώρηση. Ο γενικός γραμματέας του ΚΚ Ουκρανίας Νικήτα Χρουστσόφ είχε καταβάλει κάθε δυνατή προσπάθεια για να τονώσει το πατριωτικό φρόνημα των κατοίκων του Κιέβου. Η πόλη, όμως, παρουσίαζε κάποιες ιδιαιτερότητες που προκαλούσαν στη Μόσχα αμφιβολίες για την πίστη των κατοίκων στο σοβιετικό καθεστώς σε περίπτωση ιδιαιτέρως αντίξοων συνθηκών. Πράγματι, κατά την ταραγμένη διετία 1918-1920, μεταξύ του τέλους του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου και του ρωσικού εμφυλίου, το Κίεβο είχε αλλάξει χέρια 16 φορές! Αρχικά την πόλη κατέλαβαν οι Γερμανοί και οι Αυστριακοί. Φεύγοντας, εγκατέστησαν μια «ανεξάρτητη ουκρανική κυβέρνηση» ανδρεικέλων με επικεφαλής τον Πάβλο Σκοροπάντσκι, ο οποίος είχε αυτοανακηρυχθεί «Μέγας Αταμάνος των Κοζάκων». Ακολούθησαν οι Ουκρανοί εθνικιστές του Πετλιούρα, οι Μπολσεβίκοι, οι Λευκοί και πάλι οι Μπολσεβίκοι, ενώ ενδιάμεσα είχε κάνει ένα σύντομο πέρασμα από το Κίεβο κι ο πολωνικός στρατός του Πιουσούντσκι. Οι μεγαλύτεροι θυμούνταν ότι, από όλους αυτούς, οι Γερμανοί κι οι Αυστριακοί δεν ήταν οι χειρότεροι.

Μ. Π. Κιρπανός

Μ. Π. Κιρπανός

Καθώς ολοκληρωνόταν το πρώτο δεκαήμερο του Σεπτέμβρη ο Χρουστσόφ, ο διοικητής του Νοτιοδυτικού Άξονα Σιμιόν Μιχάιλαβιτς Μπουντιόννι κι ο υπεύθυνος για την υπεράσπιση του Κιέβου διοικητής του Νοτιοδυτικού Μετώπου Μιχαήλ Πιτρόβιτς Κιρπανός * αντιλήφθηκαν τον τρομερό κίνδυνο: ήταν πλέον εξαιρετικά πιθανό οι υπερασπιστές της πόλης να περικυκλωθούν από τις γερμανικές δυνάμεις! Λαμβάνοντας υπόψη την αδυναμία ουσιαστικής ενίσχυσής τους, ζήτησαν από τον Στάλιν την άδεια να εκκενώσουν το Κίεβο. Ο σοβιετικός ηγέτης αρνήθηκε επανειλημμένα. Απάλλαξε μάλιστα τον Μπουντιόννι από τα καθήκοντά του, αντικαθιστώντας τον με τον Σεμιόν Τιμοσένκο.

Καθώς η κατάσταση γινόταν όλο και χειρότερη Χρουστσόφ και Κιρπανός συνέχιζαν να ικετεύουν να τους επιτραπεί η εκκένωση του Κιέβου. Ο γερμανικός κλοιός έσφιγγε ολοένα και περισσότερο. Η άδεια δόθηκε από τον Μπαρίς Σάπόσνικαφ, αρχηγό του γενικού επιτελείου, μόλις λίγο πριν το μεσημέρι της 17ης Σεπτεμβρίου. Οι γερμανικές δυνάμεις είχαν ήδη περικυκλώσει ουσιαστικά εκείνες του Κόκκινου Στρατού. Τέσσερις σοβιετικές στρατιές βρίσκονταν μέσα στην παγίδα, ανάμεσά τους κι η 37η που υπερασπιζόταν το Κίεβο.

Τα σοβιετικά στρατεύματα προσπάθησαν απεγνωσμένα να σπάσουν τον εχθρικό κλοιό. Λίγοι, πολύ λίγοι ήταν εκείνοι που το κατόρθωσαν. Οι ναζιστικές δυνάμεις αιχμαλώτισαν ασύλληπτο αριθμό σοβιετικών στρατιωτών. Η Βέρμαχτ ισχυριζόταν ότι αιχμαλώτισε περισσότερους από 650.000 στρατιώτες. Η σοβιετική ηγεσία διατεινόταν ότι ο αριθμός των αιχμαλώτων δεν ξεπερνούσε τις 175.000. Η αλήθεια πρέπει να βρισκόταν κάπου στη μέση, ίσως πιο κοντά στους γερμανικούς ισχυρισμούς. Το ίδιο το Κίεβο έπεφτε στα χέρια των ναζί στις 19 Σεπτεμβρίου.

Λ. Ν. Ραμπινόβιτς (Λ. Βαλίνσκι)

Λ. Ν. Ραμπινόβιτς (Λ. Βαλίνσκι)

Ήταν η αρχή πολλών τραγωδιών. Μία από αυτές ήταν εκείνη των σοβιετικών αιχμαλώτων πολέμου. Την ιστορία τους τη διηγήθηκε με τον πιο παραστατικό και δραματικό τρόπο ο συγγραφέας και καλλιτέχνης Λιανίντ Ναούμαβιτς Ραμπινόβιτς, γνωστότερος με το ψευδώνυμο Λιανίντ Βαλίνσκι, στο διήγημά του «Μέσα από τη νύχτα» («Сквозь Ночь»), που δημοσιεύθηκε το 1963. Το διήγημα παρουσιάζεται ως μυθοπλασία, ωστόσο είναι βασισμένο στην προσωπική εμπειρία του συγγραφέα ο οποίος αιχμαλωτίστηκε από τους Γερμανούς, αλλά τελικά κατάφερε να αποδράσει.

Η αφήγηση ξεκινά στις 17 Σεπτεμβρίου 1941 σε κάποιο χωριό της Ουκρανίας, ενώ οι Γερμανοί έχουν σχεδόν περικυκλώσει τους Ρώσους.

Εξώφυλλο του "Μέσα από τη Νύχτα"

Εξώφυλλο του «Μέσα από τη Νύχτα»

«Μετά από αρκετά χρόνια διάβασα το βιβλίο του Γερμανού στρατηγού φον Τίππελσκιρχ: η άποψή του ήταν ότι η περικύκλωση των στρατευμάτων μας ανατολικά του Κιέβου απαίτησε τη συμμετοχή σημαντικών γερμανικών δυνάμεων και ουσιαστικά κατέστρεψε τα σχέδια του Χίτλερ, καθυστερώντας την επίθεση κατά της Μόσχας.

Εμείς, όμως, δεν γνωρίζαμε τίποτε. Οι νύχτες εκείνες, όταν εκατοντάδες χιλιάδες άνδρες προσπάθησαν να διασπάσουν τον γερμανικό κλοιό, αναζητώντας τον δρόμο τους μέσα από δάση και έλη κάτω από βροχή γερμανικών βομβών κι οβίδων… όλα αυτά δεν ήταν παρά μια τεράστια κι ανεξήγητη τραγωδία.

Τη νύχτα της 17ης Σεπτεμβρίου περιπλανιόμουν… είδα στον δρόμο χιλιάδες οχήματα να καίγονται. Δεν έπρεπε να τα βρουν οι Γερμανοί. Διέκρινα μια ομάδα δέκα περίπου ανώτερων κι ανώτατων αξιωματικών που κατευθύνονταν προς τη Λόχβιτσα, πιστεύοντας ότι εκεί ο δρόμος ήταν ακόμη ελεύθερος. Ανάμεσά τους αναγνώρισα τον διοικητή του Μετώπου, τον στρατηγό Κιρπανός.

Μόνο μετά από χρόνια έμαθα ότι εκείνη τη νύχτα (ή ίσως την επόμενη) είχε αυτοκτονήσει, αφού πρώτα αρνήθηκε να επιβιβαστεί στο αεροσκάφος που του είχαν στείλει με μεγάλη δυσκολία από τη Μόσχα… Μαζί του σκοτώθηκε κι ο Μιχαήλ Μπουρμίστενκο, το πολιτικό μέλος της Επιτροπής του Πολέμου, που πριν από τον πόλεμο ήταν δεύτερος γραμματέας του ΚΚ Ουκρανίας….

Το επόμενο πρωί, μαζί με άλλους τρεις συντρόφους είδαμε γερμανικά τεθωρακισμένα. Κρυφτήκαμε σ’ ένα χαντάκι. Οι Γερμανοί μας εντόπισαν κι άρχισαν να μας πυροβολούν με πολυβόλο. Ένας από μας σκοτώθηκε, οι υπόλοιποι παραδοθήκαμε. Ένας Γερμανός στρατιώτης που στην όψη έδειχνε εντάξει άνθρωπος, συμπαθητικός θα έλεγε κανείς, μας χαστούκισε και μας διέταξε να αδειάσουμε τις τσέπες μας. Μας ανάγκασαν να προχωρήσουμε τρέχοντας, ενώ μας ακολουθούσε ένα τεθωρακισμένο, μέχρι που φτάσαμε σε κάποιο χωριό που λεγόταν Κοβαλί. Στο τέλος της ημέρας είχαν συγκεντρωθεί εκεί δέκα χιλιάδες αιχμάλωτοι.

Την επομένη μας πρόσταξαν να παραταχθούμε. «Οι κομμισσάριοι, οι [υπόλοιποι] κομμουνιστές και οι Εβραίοι» διατάχθηκαν να παρουσιαστούν. Μόλις είχαν φτάσει δεκαπέντε άντρες των Ες Ες με μαύρες στολές και μια νεκροκεφαλή στα κασκέτα τους. Κάπου τριακόσιοι από μας προχώρησαν. Τους διέταξαν να μείνουν γυμνοί από τη μέση και πάνω και να παραταχθούν στην πλατεία. Τότε ο διερμηνέας των Γερμανών, που η έντονη προφορά του πρόδιδε ότι καταγόταν από τη Γαλικία, άρχισε να ουρλιάζει ότι δεν μπορεί να ήταν μόνο αυτοί, κρύβονταν κι άλλοι ανάμεσά μας. Σε όποιον κατέδιδε κάποιον κομμουνιστή, κομμισσάριο ή Εβραίο, υποσχέθηκε ότι θα μπορούσε να πάρει τα ρούχα και τα προσωπικά αντικείμενα του θύματος…. Αναμεσα σε δέκα χιλιάδες άνδρες πάντα βρίσκεται μια ντουζίνα ανθρώπων αυτού του είδους. Το ποσοστό δεν είναι μεγάλο, αλλά υπάρχει… Πάντα θα υπάρχουν άνθρωποι αυτού του είδους.

Τελικά, εκτελέσθηκαν κάπου τετρακόσιοι άνθρωποι, ανά ομάδες των δέκα, αφού πρώτα υποχρεώθηκαν να σκάψουν οι ίδιοι τους τάφους τους.

Οκτώβριος 1941: Σοβιετικοί αιχμάλωτοι στο Μάουτχάουζεν - Bundesarchiv, Bild 192-100 / CC-BY-SA

Οκτώβριος 1941: Σοβιετικοί αιχμάλωτοι στο Μάουτχάουζεν – Bundesarchiv, Bild 192-100 / CC-BY-SA

Τους υπόλοιπους μας οδήγησαν σε ένα στρατόπεδο, έπειτα σε κάποιο άλλο… οι Γερμανοί στρατιώτες, άντρες που έδειχναν να είναι εντάξει άνθρωποι, ποιος ξέρει ίσως να ήταν κι εργάτες, σκότωναν χωρίς δεύτερη σκέψη όποιον καθυστερούσε στην πορεία ή κατέρρεε από την εξάντληση…»

Η μοίρα των Σοβιετικών αιχμαλώτων ήταν το κρύο, η πείνα, οι αρρώστιες, οι συνεχείς ταπεινώσεις, η απώλεια κάθε ίχνους ανθρώπινης αξιοπρέπειας και, τελικά, για τη συντριπτική πλειονότητά τους, ο θάνατος.

[πηγή: Alexander Werth (Александр Верт) «Russia At War, 1941-1945«, Barrie & Rockliff, Λονδίνο, 1964/ γαλλική έκδοση: « La Russie en guerre », t. 1 « La patrie en danger, 1941-1942 », τελευταία αναθεωρημένη έκδοση, Tallandier, σειρά Texto, Παρίσι, 2012, σελ. 287 επ., ειδ. 295-296]

* Με βάση την οργάνωση του Κόκκινου Στρατού εκείνη την εποχή (λίγο αργότερα εγκαταλείφθηκε), οι Άξονες αποτελούσαν το αντίστοιχο των τριών γερμανικών Ομάδων Στρατιών. Κάθε άξονας περιελάμβανε περισσότερα Μέτωπα.

Ουκρανία, δεύτερος γύρος

Η ώρα των υπερδυνάμεων κι ο ρόλος της Ευρώπης

Οι μέχρι σήμερα εξελίξεις στην Ουκρανία επιβεβαιώνουν, πιστεύω, την εκτίμηση περί αντιπαράθεσης ιδιόμορφα εθνοτικού χαρακτήρα, το κύριο διακύβευμα της οποίας δεν ήταν κάποια υποθετική προσχώρηση στην ενωμένη Ευρώπη, αλλά η απομάκρυνση ή όχι από τη ρωσική σφαίρα επιρροής. Επιβεβαιώθηκε επίσης η σύγχυση όσον αφορά τον τρόπο παρουσίασης της ουκρανικής κρίσης από τα ΜΜΕ, σύγχυση η οποία επιτείνεται από την επίμονη αναζήτηση «καλών» και «κακών» σε μια σκληρή σύγκρουση συμφερόντων και την αδυναμία ή την έλλειψη βούλησης ελέγχου των ειδήσεων (εντός κι εκτός εισαγωγικών), την ώρα που οι αντιμαχόμενες πλευρές (και, ιδίως, οι εξωτερικοί προστάτες τους) επιδίδονται, χωρίς ενδοιασμούς, σε πραγματικό πόλεμο προπαγάνδας.

Ι. Στο εσωτερικό της Ουκρανίας είναι σαφής η επικράτηση του συνασπισμού δυνάμεων που αντιπολιτεύονταν τον τελευταίο εκλεγμένο πρόεδρο της χώρας, Βίκτορ Γιανουκόβιτς. Θεωρώντας τους εαυτούς τους νικητές της «πολεμικής» αναμέτρησης, νέμονται αποκλειστικά πλέον την εξουσία στο Κίεβο, αθετώντας τη συμφωνία που είχε συναφθεί υπό την αιγίδα της ΕΕ και προέβλεπε τη συγκρότηση μεταβατικής κυβέρνησης κοινής αποδοχής με σκοπό τη διενέργεια εκλογών το συντομότερο δυνατό. Το συνεκτικό στοιχείο αυτού του καταρχήν ανομοιογενούς συνασπισμού που περιλαμβάνει από κεντροδεξιούς φιλελεύθερους μέχρι καθαρόαιμους ακροδεξιούς είναι ο ουκρανικός εθνικισμός νοούμενος πρωτίστως ως εναντίωση στη Ρωσία. Η ισχυρότερη πολιτική δύναμη της κυβέρνησης είναι η κεντροδεξιά Πανουκρανική Ένωση «Πατρίδα» (Всеукраїнське об’єднання «Батьківщина»), στην ηγεσία της οποίας βρίσκεται εκ των πραγμάτων, χάρη σε μια σειρά από επιδέξιους πολιτικούς ελιγμούς, ο νέος πρωθυπουργός Αρσένιι Γιατσενιούκ. Οι πολιτικές θέσεις τόσο του, αυτοπροσδιοριζόμενου ως κεντροδεξιού, πολιτικού κόμματος όσο και του Γιατσενιούκ προσωπικά αποτελούν μείγμα φιλελευθερισμού, λαϊκισμού και, βεβαίως, εθνικισμού.

Το πλέον απογοητευτικό στοιχείο των εξελίξεων είναι, όμως, η έντονη συμμετοχή των δυνάμεων της Ακροδεξιάς στο κυβερνητικό σχήμα: μέλη της Πανουκρανικής Ένωσης «Ελευθερία» (Всеукраїнське об’єднання «Свобода»), κατέχουν τέσσερις υπουργικούς θώκους (συν την επίζηλη θέση του γενικού εισαγγελέα). Η εξέλιξη δεν πρέπει να ξαφνιάζει. Σύμφωνα με τις μαρτυρίες, αποτελούσαν το ένα τρίτο περίπου των διαδηλωτών και την αιχμή του δόρατος στις συγκρούσεις με την αστυνομία. Η παρουσία της Ακροδεξιάς σε μια κυβέρνηση με κύριο χαρακτηριστικό τον εθνικισμό είναι μάλλον αναμενόμενη εξέλιξη. Και η σχετικά πρόσφατη Ιστορία του ουκρανικού εθνικισμού αποδεικνύει τη σύνδεσή του όχι απλώς με την Ακροδεξιά, αλλά με τον ίδιο τον ναζισμό. Ενδεικτικό είναι ίσως το γεγονός ότι το υποτίθεται πιο «ήπιο» στοιχείο της ουκρανικής Ακροδεξιάς, το Σβομπόντα, αποτελεί απευθείας εξέλιξη του, ιδρυθέντος το 1991, Εθνικοσοσιαλιστικού Κόμματος Ουκρανίας!

Όλα αυτά έχουν ως συνέπεια την επιτάχυνση του εγγενούς διχασμού του πληθυσμού και την αποξένωση του ρωσόφωνου στοιχείου της Ανατολής και των παραλίων της Μαύρης Θάλασσας. Δεν είναι τυχαίο ότι μια από τις πρώτες κινήσεις του ουκρανικού κοινοβουλίου μετά την επικράτηση του νέου συνασπισμού ήταν η κατάργηση του νόμου του 2012 περί γλωσσικού καθεστώτος, ο οποίος έδινε τη δυνατότητα σε οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης να χαρακτηρίζουν άλλη γλώσσα πλην της ουκρανικής ως «τοπική», επιτρέποντας τη χρήση της στις συναλλαγές με τις τοπικές αρχές [Σημείωση: ο μεταβατικός πρόεδρος Ολεκσάντρ Τουρτσύνοφ άσκησε βέτο κατά της απόφασης αυτής και προέβη στη σύσταση ειδικής επιτροπής που θα εξετάσει το θέμα και θα προτείνει νέο σχέδιο νόμου].Donetsk

ΙΙ. Είναι, όμως, σαφές ότι έχουμε περάσει σε μια δεύτερη φάση της ουκρανικής κρίσης, με πρωταγωνίστριες τις μεγάλες δυνάμεις.

Μέχρι τώρα, ο μεγάλος νικητής δεν είναι άλλος από τις ΗΠΑ. Κατόρθωσαν να δημιουργήσουν εστία έντασης στην αυλή του μεγάλου αντιπάλου, να συμβάλουν στην επικράτηση αντιρωσικών δυνάμεων και να επιβάλουν τον εκλεκτό τους Γιατσενιούκ ως πρωθυπουργό (παραμερίζοντας την επιλογή του Βερολίνου, τον πρώην πυγμάχο Βιτάλι Κλιτσκό). Επανέφεραν το σχέδιο προσχώρησης της Ουκρανίας στη Βορειοατλαντική Συμμαχία, απειλώντας να «περικυκλώσουν» τη Ρωσία με κράτη μέλη του ΝΑΤΟ. Ζητούν την επιβολή οικονομικών κυρώσεων λόγω «παράβασης του διεθνούς δικαίου» επιχειρώντας να εκφοβίσουν τον αντίπαλο. Ουσιαστικά, έχουν τη δυνατότητα να αυξομειώνουν την ένταση διακινδυνεύοντας ελάχιστα. Οι εμπορικές συναλλαγές ΗΠΑ-Ρωσίας είναι αμελητέου μεγέθους. Το μόνο ερωτηματικό για την υπερδύναμη είναι το εύρος των κερδών της.

Έχοντας βρεθεί σε θέση αμυνόμενου στο σκάκι της διεθνούς διπλωματίας, η Ρωσία, με την επέμβασή της στην Κριμαία και τις ενέργειες στις οποίες προέβη ή φέρεται να έχει προβεί, κάνει τα απαραίτητα για να δείξει ότι θα πράξει οτιδήποτε χρειαστεί για να διαφυλάξει όσα θεωρεί ζωτικά συμφέροντά της. Θα παλέψει λυσσαλέα για να αποτρέψει τις απώλειες κι έχει τα όπλα (και τα οικονομικά) για να διασπάσει τη συμμαχία των αντιπάλων της, αλλά διακινδυνεύει πολλά στην παρούσα κρίση.

ΙΙΙ. Και η Ευρώπη; Η Ευρώπη εξακολουθεί να επιδεικνύει την αδυναμία της να αρθρώσει συγκροτημένο πολιτικό λόγο. Προς το παρόν, φαίνεται να υπακούει στα κελεύσματα της συμμάχου υπερδύναμης. Πρέπει όμως να απαντήσει σε μια σειρά από ερωτήματα: τη συμφέρει η ύπαρξη εστίας έντασης στην ευρύτερη περιοχή της και μια ενδεχόμενη διχοτόμηση της Ουκρανίας με γνώμονα τα συμφέροντα άλλων; Μπορεί να αντέξει μια ευθεία οικονομική σύγκρουση με ένα σημαντικό εμπορικό εταίρο της;

Αντιθέτως προς ό,τι πιστεύουν οι περισσότεροι, το πρόβλημα της Ευρώπης δεν είναι η πολιτική ηγεμονία της Γερμανίας, αλλά η απροθυμία της να αναλάβει έναν τέτοιο ρόλο εκτός του αυστηρού ελέγχου των δημοσιονομικών της Ευρωζώνης. Όσο, όμως, κι αν αυτό δεν μας αρέσει, διαπιστώνεται στην πράξη ότι οι πρώτοι ρόλοι στη διεθνή σκηνή απαιτούν όχι μόνο οικονομική, αλλά και στρατιωτική ισχύ. Όταν οι μούδες των ενετικών εμπορικών διέσχιζαν τη μεσαιωνική Μεσόγειο συνοδεύονταν πάντα από πολεμικά πλοία της Γαληνοτάτης.

Θα ήταν άδικο, πάντως, αν δεν αναφερόταν ότι η Γερμανία έχει κρατήσει έως τώρα μετριοπαθή στάση, επιδιώκοντας σταθερά τη διπλωματική επίλυση της κρίσης. Κίνηση απλής λογικής για μια χώρα που αποτελεί τον μεγαλύτερο πελάτη παγκοσμίως ρωσικού φυσικού αερίου (το οποίο καλύπτει το ένα τρίτο, τουλάχιστον, των ενεργειακών αναγκών της Γερμανίας) κι έχει τον μεγαλύτερο (από κάθε άλλη ευρωπαϊκή χώρα) όγκο εμπορικών συναλλαγών με τη Μόσχα.

Επομένως, βασικός λόγος αισιοδοξίας για την αποκλιμάκωση της έντασης και την εξεύρεση συμβιβαστικής λύσης στο ουκρανικό ζήτημα είναι ακριβώς η απροθυμία των Ευρωπαίων να ακολουθήσουν τις ΗΠΑ σε μια μετωπική διπλωματική σύγκρουση με τη Ρωσία, καθώς οι οικονομικές συνέπειες θα είναι εξαιρετικά σοβαρές για την Ευρώπη. Για αυτό άλλωστε και η μόνη κύρωση που αποφασίστηκε είναι ένα μέτρο εντυπώσεων, το πάγωμα των συνομιλιών για τη διευκόλυνση της κυκλοφορίας Ρώσων υπηκόων εντός της ΕΕ, δηλαδή συνομιλιών που έχουν ουσιαστικά παγώσει εδώ και καιρό. Ένας άλλος είναι η ύπαρξη μετριοπαθών φωνών και εντός των ΗΠΑ: παραδόξως (;) η πιο αντικειμενική τοποθέτηση για την ουκρανική κρίση που δημοσιεύθηκε σε μεγάλο αμερικανικό ΜΜΕ ήταν το άρθρο του Χένρυ Κίσσιντζερ στη Γουώσινγκτον Ποστ της 5ης Μαρτίου. Για τον Κίσσιντζερ, η μόνη βιώσιμη λύση είναι αυτή της συμφιλίωσης και του συμβιβασμού, τόσο των αντιπάλων παρατάξεων στο εσωτερικό όσο και των εκτός Ουκρανίας εμπλεκομένων δυνάμεων, έτσι ώστε η χώρα, αντί για σημείο αντιπαράθεσης, να αποτελέσει τη γέφυρα μεταξύ Ανατολής και Δύσης.

[Γράφτηκε για τα Ενθέματα και δημοσιεύθηκε στο φύλλο της 9ης Μαρτίου 2014]

Ρινάτ Αχμέτοφ

Ρινάτ Αχμέτοφ

ΠΡΟΣΘΗΚΗ: [ανάρτηση της 10ης Μαρτίου 2014 στο Facebook] Στην Ουκρανία, μια δεκάδα άνθρωποι κατέχουν πάνω από το 50 % του οικονομικού πλούτου της χώρας και ελέγχουν πάνω από τους μισούς βουλευτές και εκλεγμένους τοπικούς άρχοντες. Ανάμεσά τους, ο τατάρικης καταγωγής Ρινάτ Αχμέτοφ, ιδοκτήτης του ποδοσφαιρικού συλλόγου της Σαχτιόρ/ Σαχτάρ του Ντανιέτσκ, ελέγχει πάνω από το 20 % των πλουτοπαραγωγικών πηγών της χώρας! Μιλάμε για ανθρώπους που απέκτησαν περιουσίες αμύθητης αξίας δαπανώντας ένα ελάχιστο τίμημα για την αγορά δημόσιας, μέχρι τη διάλυση της ΕΣΣΔ, περιουσίας, μέσω διαδικασιών που δύσκολα θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν διαφανείς. Οι ίδιοι άνθρωποι έχουν φυσικά προσπαθήσει να «οικοδομήσουν», ιδίως στη Δύση, εικόνα ευεργέτη μέσω διαφόρων κοινωφελών και φιλανθρωπικών ιδρυμάτων. Καθώς τα περιουσιακά στοιχεία τους βρίσκονται κυρίως στην πλούσια ανατολική Ουκρανία, είχαν αποτελέσει βασικά στηρίγματα του καθεστώτος Γιανουκόβιτς. Η νέα εξουσία στο Κίεβο επιχειρεί να τους προσεταιρισθεί, για να διασφαλίσει τον έλεγχο της χώρας. Η προσπάθεια αυτή είναι πιθανό να στεφθεί από επιτυχία: όχι μόνον οι ολιγάρχες προτιμούν την πολιτική σταθερότητα, αλλά προκρίνουν μια αδύναμη εξουσία στο Κίεβο από τον στενό έλεγχο του Κρεμλίνου.

Κατά τα λοιπά, εσείς μπορείτε να συνεχίσετε να αναζητείτε «καλούς» και «κακούς» σ’ αυτήν την αμείλικτη αντιπαράθεση συμφερόντων και να πιστεύετε ότι μια δήλωση καταδίκης (της ρωσικής επέμβασης στην Κριμαία ή της δράσης των ακροδεξιών στο Κίεβο και τη Δυτική Ουκρανία) θα κάνει τον κόσμο αυτομάτως καλύτερο και… θα οδηγήσει στην εκ νέου ενοποίηση… της Κύπρου.

Μια φωτογραφία

 

Kiev_Jew_Killings_in_Ivangorod_(1942)Άχαρη και δύσκολη αποστολή… όχι ακριβώς αυτή του δικηγόρου του διαβόλου, αλλά η εξέταση του απόλυτου κακού με τη στοιχειώδη αντικειμενικότητα.

Εξ αφορμής της επίσκεψης συγγνώμης του προέδρου της ΟΔΓ και σε μια προσπάθεια να αμφισβητηθεί η ειλικρίνεια ή έστω η πρακτική αποτελεσματικότητα τέτοιων ενεργειών κυκλοφορεί ευρέως στο ΦΜΠ μια φωτογραφία. Απεικονίζει ένα Γερμανό στρατιώτη που είναι έτοιμος να πυροβολήσει μια μητέρα που κρατά το παιδί της στην αγκαλιά. Στην εκδοχή που αναπαράγεται στα ΜΚΔ συνοδεύεται από τίτλο «Δίστομο. 10 Ιουνίου 1944. Ο Ναζί σκοτώνει τη μάνα που κρατάει στην αγκαλιά το παιδί της».

Η φωτογραφία, όμως, δεν έχει καμία σχέση με την απεχθέστατη σφαγή στο Δίστομο. Ούτε το τοπίο αντιστοιχεί στην ημιορεινή μορφολογία της βοιωτικής κωμόπολης ούτε ο στρατιώτης φέρει τα διακριτικά των Βάφφεν Ες Ες που διέπραξαν τη σφαγή.

Πρόκειται για μια από τις γνωστότερες φωτογραφίες που εξεικονίζουν τη ναζιστική θηριωδία. Σύμφωνα με την εκδοχή που υποστηρίζει τη γνησιότητα του ντοκουμέντου, φέρει στην οπίσθια πλευρά της σημείωση στα γερμανικά, με την οποία διευκρινίζεται ότι ελήφθη στο Ιβανγκόραντ της Ουκρανίας το 1942 και αφορά εκκαθαριστική επιχείρηση κατά των Εβραίων του Κιέβου. Εστάλη σε επιστολή από Γερμανό στρατιώτη που υπηρετούσε στο Ανατολικό Μέτωπο, αλλά την υπέκλεψαν στο ταχυδρομείο της Βαρσοβίας μέλη της πολωνικής αντίστασης. Κατέληξε στα χέρια του έφηβου τότε Γέρζυ Τομασέφσκι, ο οποίος την έστειλε προς δημοσίευση το 1959, με την ευκαιρία της έκδοσης ενός βιβλίου μνήμης για τα εγκλήματα του Β’ ΠΠ για την επιμέλεια του οποίου ήταν υπεύθυνος μαζί με τον Ταντέους Μάζουρ.

Το 1962 υποστηρίχθηκε στον γερμανικό Τύπο η άποψη ότι η φωτογραφία ήταν πλαστή, για τον λόγο ότι ο στρατιώτης της φωτογραφίας δεν φορά την κανονική γερμανική στολή ούτε κρατά όπλο από αυτά που χρησιμοποιούσαν οι ναζιστικές δυνάμεις. Προβλήθηκε επίσης το επιχείρημα ότι από τη φωτογραφία δεν προέκυπτε η οργάνωση, μεθοδικότητα και πειθαρχία που χαρακτήριζε τις επιχειρήσεις μαζικών εκτελέσεων που διέπραξαν οι Γερμανοί. Οι Τομασέφσκι και Μάζουρ απάντησαν δημοσιεύοντας κι άλλες φωτογραφίες από την ίδια επιχείρηση, μαζί με τις χειρόγραφες σημειώσεις στα γερμανικά που έφεραν στο πίσω μέρος τους.

Το συμπέρασμα είναι ότι η γνησιότητα της φωτογραφίας είναι μεν πιθανή, όχι όμως και απολύτως αποδεδειγμένη.

Είναι θεμιτό να χρησιμοποιείται ως υπόμνηση της ναζιστικής θηριωδίας; Είναι σκόπιμο εν γένει να επιχειρούμε να προκαλέσουμε τη συναισθηματική φόρτιση σχετικά με θέματα που απαιτούν ψυχραιμία στην αντιμετώπισή τους, ακόμη και στην περίπτωση της επιβεβλημένης καταδίκης του απεχθέστερου κακού; Δεν έχω εύκολη απάντηση. Κι εγώ ο ίδιος έχω αναδημοσιεύσεις φωτογραφίες σχετικές με το Ολοκαύτωμα, επιδιώκοντας να συγκινήσω και να παρακινήσω με τον τρόπο αυτό στην καταδίκη των εγκλημάτων. Καταλήγω στην απάντηση ότι ναι, πρέπει, αλλά με προσοχή, υπευθυνότητα και δίχως λαθροχειρίες.

[Facebook, 8 Μαρτίου 2014]