Rex Siciliae, ducatus Apuliae et principatus Capuae

ο Χριστός στέφει τον Ρογήρο Β΄, ψηφιδωτό από τη Μαρτοράνα του Παλέρμου

ο Χριστός στέφει τον Ρογήρο Β΄, ψηφιδωτό από τη Μαρτοράνα του Παλέρμου

Γεννημένος στη Μίλητο της Καλαβρίας, κατά πάσα πιθανότητα στις 22 Δεκεμβρίου 1095 (1093 σύμφωνα με άλλους). Γιος του Νορμανδού κόμη Σικελίας και Καλαβρίας και της Αδελαΐδας της Μομφερρατικής. Άξιος συνεχιστής της υπέροχα τυχοδιωκτικής νορμανδικής παράδοσης, αλλά μεγαλωμένος κάτω από τον ήλιο της Μεσογείου, μεταξύ Καλαβρίας, Μεσσήνης και Παλέρμου, και μεθυσμένος από τα αρώματα του Νότου και της Ανατολής. Μορφωμένος από τον Έλληνα παιδαγωγό του, τον Χριστόδουλο του Ροσσάνο που οι αραβόφωνες πηγές της εποχής αποδίδουν ως Αμπν Αρ Ραχμάν αν Νασρανί.

 

Ανακτορικό Παρεκκλήσιο, Παλέρμο (φωτογραφία: Rui Ornelas, Wikimedia Commons)

Ανακτορικό Παρεκκλήσιο, Παλέρμο (φωτογραφία: Rui Ornelas, Wikimedia Commons)

Κατορθώνει να ενώσει όλες τις νορμανδικές κτήσεις Σικελίας και Κάτω Ιταλίας σε ενιαίο κράτος. Εκμεταλλευόμενος και τις έριδες μεταξύ (πάπα) Ιννοκέντιου Β΄ και (αντιπάπα) Ανακλήτου Β΄ παίρνει τον τίτλο του βασιλιά. Επεκτείνει το κράτος του, κατακτώντας τη Μάλτα και τμήμα της Βορείου Αφρικής, ενώ εξαπολύει συνεχείς επιδρομές στα εδάφη του Βυζαντίου. Το νορμανδικό βασίλειο του ιταλικού νότου γίνεται ένα από τα ισχυρότερα και αρτιότερα οργανωμένα κράτη της εποχής. Οι Ασσίζες του Αριάνο (1140) αποτελούν ίσως την πληρέστερη κωδικοποίηση νομικών διατάξεων του Μεσαίωνα ενώ η dohana de secretis είναι ο πιο εξελιγμένος δημοσιονομικός μηχανισμός της εποχής.

Κι όλα αυτά στο πλαίσιο μιας γνήσια διαπολιτισμικής κοινωνίας, στην οποία συνυπάρχουν Νορμανδοί και λοιποί Λατίνοι, Έλληνες ορθόδοξοι, μουσουλμάνοι και Εβραίοι (η ανακτορική γραμματεία εκδίδει έγγραφα σε 5 τουλάχιστον γλώσσες, λατινικά, ελληνικά, γαλλικά, αραβικά κι εβραϊκά). Κι ο Ρογήρος Β΄ συνδέει τη βασιλεία του με μια άνευ προηγουμένου πολιτιστική άνθιση, την οποία μαρτυρούν τα Ανάκτορα των Νορμανδών με το υπέροχο παρεκκλήσιο κι η Μαρτοράνα (Santa Maria dell’Ammiraglio, έργο του «πρωθυπουργού» του Ρογήρου, του εμίρη των εμίρηδων Γεωργίου του Αντιοχέα) στο Παλέρμο ή ο καθεδρικός ναός της Τσεφαλού (Κεφαλοίδιον). Στην αυλή του Ρογήρου συχνάζουν Έλληνες κι Άραβες σοφοί. Προστατευόμενός του υπήρξε κι ο σπουδαίος Ανδαλουσιανός γεωγράφος Αλ Ιντρισί, ο οποίος ολοκληρώνει το 1154 το περίφημο «Kitâb Nuzhat al-muchtâq fî ikhtirâq al-âfâq«, γνωστότερο ως ”al-kitâb al-Rudjari”, δηλ. το βιβλίο του Ρογήρου.

Καθεδρικός της Τσεφαλού

Καθεδρικός της Τσεφαλού

[Facebook, 22 Δεκεμβρίου 2013]

Απόπειρες δημοκρατίας κατά τον Μεσαίωνα: οι ποδεστάτοι

Έφιππο άγαλμα του Ολδράδου του Τρέσσενο, ποδεστάτου στο Μιλάνο κατά τον 13ο αι. (φωτογραφία Giovanni Dall'Orto, 3-1-2007

Έφιππο άγαλμα του Ολδράδου του Τρέσσενο, ποδεστάτου στο Μιλάνο κατά τον 13ο αι. (φωτογραφία Giovanni Dall’Orto, 3-1-2007

Διαμεσολαβητές (και οι αγανακτισμένοι στους δρόμους της μεσαιωνικής Φλωρεντίας)

Πώς θα σας φαινόταν αν η Πολιτεία ανέθετε τη διακυβέρνησή της σ’ έναν διαμεσολαβητή και μάλιστα αλλοδαπό;

Με αυτόν τον τρόπο διακυβέρνησης πειραματίστηκαν οι ιταλικές πόλεις (που καταχρηστικά θα μπορούσαμε να αποκαλέσουμε «δημοκρατίες») του Μεσαίωνα, μεταξύ του τέλους του 12ου και των μέσων του 13ου αιώνα. Προερχόμενος από την ανώτερη αριστοκρατία κάποιας άλλης πόλης, όχι απαραίτητα γειτονικής, και με θητεία συνήθως ετήσια, ο ποδεστάτος καταφθάνει συνοδευόμενος από στρατιά συμβούλων και προσωπικών φρουρών. Συγκαλεί το δημοτικό συμβούλιο κι αναλαμβάνει την εφαρμογή των αποφάσεών του, όπως και τη συνέλευση των πολιτών (arengo), είναι εγγυητής της ενότητας και της ομόνοιας της πόλης και, κυρίως, επιλύει τις διαφορές μεταξύ των πολιτών, λειτουργώντας καθαρά ως διαμεσολαβητής, χωρίς να δεσμεύεται από ένα σώμα κωδικοποιημένου δικαίου κι εκτιμώντας ελεύθερα τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης, λαμβάνοντας υπόψη κριτήρια όχι μόνο νομικά, αλλά πρωτίστως πολιτικά. Η αλλοδαπή προέλευσή του εγγυάται την έλλειψη οικογενειακών και πελατειακών δεσμών και, επομένως, την ουδετερότητά του.

Το μέγαρο του Ποδεστάτου στη Φλωρεντία (σήμερα Μουσείο Bargello)

Το μέγαρο του Ποδεστάτου στη Φλωρεντία (σήμερα Μουσείο Bargello)

Ο ρόλος του ποδεστάτου δεν μπορεί να γίνει ευχερώς κατανοητός αν δεν ληφθεί υπόψη ο χαρακτήρας των μεσαιωνικών και αναγεννησιακών ιταλικών πόλεων ως κοινωνιών σύγκρουσης (και ενδημικής βίας). Σύγκρουσης ανάμεσα σε αντίπαλες φράξιες της αριστοκρατίας και σύγκρουσης μεταξύ των ευγενών και των λαϊκών τάξεων (popolo minuto).

Από την ιστορία του θεσμού δεν λείπουν φυσικά κι οι παρεκτροπές. Αν σε κάποιες περιπτώσεις ο θεσμός καταδεικνύει τις σχέσεις ισοτιμίας μεταξύ συμμάχων πόλεων (Σιένα και Περούτζα ανταλλάσσουν εθιμικά ποδεστάτους), συχνά αποτελεί μέσο επιβολής της θέλησης του ισχυρού. Σε διακρατικό επίπεδο, για παράδειγμα, μια τοπική δύναμη σαν τη Φλωρεντία μπορεί να επιβάλλει στις μικρότερες πόλεις της περιοχής (Πράτο, Σαν Τζιμινιάνο) να «επιλέγουν» αποκλειστικά Φλωρεντινούς ποδεστάτους. Σε εσωτερικό επίπεδο, η άνοδος των λαϊκών τάξεων συνεπάγεται και την αμφισβήτηση της ουδετερότητας του ποδεστάτου που κατηγορείται όλο και συχνότερα ότι ευνοεί τους ευγενείς.

Ακριβώς αυτή η άνοδος θα οδηγήσει και τον θεσμό σε παρακμή. Δύο είναι τα κύρια μέσα της λαϊκής συμμετοχής στην εξουσία: οι φορολογικές απογραφές (estimi), που συνεπάγονται τη φορολόγηση κάθε προσώπου αναλόγως της περιουσίας του, και η αμιγώς δικαστική επίλυση των διαφορών (βάσει κυρίως του ποινικού δικαίου).

Το πείραμα μοιάζει άρρηκτα συνδεδεμένο με τις πολιτικές και κοινωνικές ιδιαιτερότητες των ιταλικών πόλεων. Σε κάθε περίπτωση, η ιστορία του συνοδεύεται από διάφορα ενδιαφέροντα περιστατικά. Όπως μας διηγείται ο Φλωρεντινός πολιτικός και ιστορικός Ντίνο Κομπάνι, το 1295 κάποιος ευγενής, ο Κόρσο Ντονάτι, έστειλε τους μπράβους του να ξυλοκοπήσουν έναν άλλον ευγενή (και συγγενή του), τον Σιμόνε Γκαλαστρόνε. Η συμπλοκή μεταξύ αντίπαλων σωματοφυλάκων είχε ως αποτέλεσμα ένα νεκρό. Κληθείς να επιλύσει τη διαφορά, ο Λομβαρδός ποδεστάτος Ιωάννης του Λουτσίνο δικαίωσε τον Ντονάτι που είχε ξεκινήσει την ιστορία! Η κρίση του ποδεστάτου προκάλεσε την οργή των πολιτών της Φλωρεντίας, οι οποίοι ξεχύθηκαν στους δρόμους φωνάζοντας «Θάνατος στον Ποδεστάτο» και «Να καεί, να καεί» (όχι βέβαια η χαρακτηριζόμενη ως οίκος ανοχής Βουλή, αλλά) «το μέγαρο του ποδεστάτου«! (Dino Compagni «Cronica delle cose occorrenti ne’ tempi suoi«).

[Facebook, 3 Δεκεμβρίου 2013]

Ο μέγας Ιησουίτης

Αιχμή του δόρατος της καθολικής αντιμεταρρύθμισης, αντικείμενο φθόνου, συκοφαντιών και μίσους από τους όχι και λίγους αντιπάλους της, η Εταιρία του Ιησού υπήρξε, εκτός των άλλων, κι ένας από τους βασικούς μηχανισμούς προώθησης της γνώσης και δη της επιστημονικής.

Κανείς δεν ενσαρκώνει καλύτερα αυτήν την πτυχή της ιησουιτικής νοοτροπίας από τον Αθανάσιο Κίρχερ (Γκάιζα Θουριγγίας, περιοχή της Φούλντα, 2 Μαΐου 1601 – Ρώμη, 27 Νοεμβρίου 1680). Ο πατέρας του, ο Ιωάννης Κίρχερ από τη Μαγεντία, σπούδασε φιλοσοφία και θεολογία, αλλά αντί για ιερωμένος έγινε τελικά σύμβουλος του Βαλτάσαρ, ηγουμένου και ηγεμόνα της Φούλντα. Η ανατροπή του Βαλτάσαρ είχε ως αποτέλεσμα την κοινωνική και οικονομική καταστροφή του Ιωάννη Κίρχερ. Παρά τις δυσκολίες, όμως, αυτός συνέχισε να καταβάλλει κάθε δυνατή προσπάθεια για τη μόρφωση των παιδιών του. Ο Αθανάσιος ήταν ο νεότερος από έξι γιους.

Άρχισε τις σπουδές του στο Ιησουιτικό Κολλέγιο της Φούλντα, μελετώντας αρχαία ελληνικά και εβραϊκά. Το 1618 εισήλθε στην Εταιρία του Ιησού και συνέχισε τις σπουδές του σε διάφορες πόλεις της Γερμανίας (Πάντερμπορν, Μύνστερ, Κολωνία, Μαγεντία – όπου και χειροτονείται ιερέας το 1628 – και Βύρτσμπουργκ, όπου και θα αρχίσει να διδάσκει γύρω στα 1630). Προσπαθώντας να ξεφύγει από τον όλεθρο του Τριακονταετούς Πολέμου, καταλήγει στη Ρώμη (1635), διδάσκοντας στο Ρωμαϊκό Κολλέγιο των Ιησουιτών φυσική, μαθηματικά και ανατολικές γλώσσες. Θα παραμείνει στο ίδρυμα αυτό μέχρι το τέλος της ζωής του. Το 1646 απαλλάσσεται από τα διδακτικά καθήκοντά του για να αφοσιωθεί ολοκληρωτικά στο ερευνητικό και συγγραφικό έργο του.

Kircher_Map_of_the_World_(Earliest_Map_of_World_to_Show_Currents)_-_Geographicus_-_GeoHydro-kircher-1665Πραγματικός homo universalis ασχολήθηκε με τα μαθηματικά, τη χημεία, τη φυσική, την αστρονομία, την ηφαιστιολογία, την ιατρική, την ακουστική, τη μουσικολογία (εξαιρετικές μελέτες για τις ταραντέλλες του ιταλικού νότου), τη γεωγραφία και τη χαρτογραφία, τις ανατολικές γλώσσες, τις καβαλιστικές μελέτες και τον αποκρυφισμό (και μη γελάτε για τα τελευταία, κάθε λόγιος της Αναγέννησης και των πρώιμων Νεότερων Χρόνων είχε τέτοια ενδιαφέροντα, ρίξτε μια ματιά και στο πάθος του Καρτέσιου για τους Ροδόσταυρους).

Οι θεωρητικές και εμπειρικές μελέτες του οδήγησαν, σε αρκετές περιπτώσεις, σε αξιοθαύμαστα αποτελέσματα (π.χ. η κατασκευή μικροσκοπίων και μεγαφώνων, η κατανόηση του φαινομένου των θαλάσσιων ρευμάτων, η παρατήρηση ότι η πανώλη πρέπει να οφείλεται σε μικροοργανισμούς). Ακόμη κι οι παταγώδεις αποτυχίες του ήταν συναρπαστικές, όπως οι προσπάθειές του να αποκρυπτογραφήσει τα ιερογλυφικά καταλήγοντας σε εντυπωσιακά, αλλά, δυστυχώς, εντελώς πεπλανημένα συμπεράσματα.

[Facebook, 26 Νοεμβρίου 2013]

Οι περιπέτειες αυτών που αγαπήθηκαν

Η ιστορία των αγαπημένων που χάνονται μέσα στη δίνη των γεγονότων (συχνά αυτών της «Μεγάλης Ιστορίας») για να ξαναβρεθούν μετά από απίστευτες περιπλανήσεις και περιπέτειες, αποτελεί διαχρονικά κοινό τόπο της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Πέρα από τη συνήθως μεγάλη επιτυχία που γνωρίζουν, τα έργα αυτά περιγράφουν με εξαιρετικά γλαφυρό τρόπο συγκεκριμένες ιστορικές περιόδους.

(1) Το μυθιστόρημα με τον τίτλο «Τὰ κατὰ Λευκίππην καὶ Kλειτoφῶντα» που συνέγραψε, μάλλον κατά τον 2ο αιώνα, ο (κατά πάσα πιθανότητα) Αλεξανδρινός Αχιλλεύς Τάτιος αποτελεί ίσως το πρώτο παράδειγμα τέτοιου λογοτεχνικού έργου. Στην Τύρο της Φοινίκης, ο νεαρός Κλειτοφών, που προορίζεται για σύζυγος της ετεροθαλούς αδελφής του, της Καλλιγόνης, αναστατώνεται από την άφιξη στην πόλη της εξαδέλφης του, της Λευκίππης από το Βυζάντιο. Μετά από επίμονες προσπάθεις κερδίζει τον έρωτά της, μόνο που ταυτόχρονα πλησιάζει αδυσώπητα κι η καθορισμένη ημερομηνία του γάμου του με την Καλλιγόνη. Τη λύση τη δίνει εκούσια ο Καλλισθένης, ένας νεαρός συντοπίτης της Λευκίππης που φτάνει στην Τύρο με σκοπό να την απαγάγει, αλλά κατά λάθος κλέβει την Καλλιγόνη! Οι ερωτευμένοι αποφασίζουν να φύγουν από την Τύρο. Ναυαγούν στην Αίγυπτο όπου και χάνονται μετά από μια σειρά περιπετειών. Ο απογοητευμένος Κλειτοφών περιπλανιέται στην Αλεξάνδρεια πιστεύοντας ότι η Λευκίππη δεν ζει πλέον. Εκεί θα συναντήσει τη Μελίτη, μια νεαρή Εφέσια χήρα, η οποία θα τον πείσει να την παντρευτεί. Μόνο που στην Έφεσο θα δοθεί η λύση του δράματος. Ο Κλειτοφών ανακαλύπτει ότι η Λευκίππη ζει, όπως άλλωστε κι ο υποτίθεται νεκρός πρώτος σύζυγος της Μελίτης. Ακολουθούν εξελίξεις κι ανατροπές που θα ζήλευε και η πιο επιτυχημένη σύγχρονη σαπουνόπερα, αλλά στο τέλος οι δύο ήρωες κατορθώνουν θριαμβευτικά να παντρευτούν και να χαρούν τον έρωτά τους. Και ζήσαν αυτοί καλά, ο Καλλισθένης κι η Καλλιγόνη, που αγαπήθηκαν στο μεταξύ, καλύτερα, κι εμείς τέλεια!

Το μυθιστόρημα είχε τρελό σουξέ στα χρόνια του Βυζαντίου. Ο πατριάρχης Φώτιος το χαρακτήριζε άρτιο από τεχνική άποψη, αλλά απορριπτέο από ηθική. Ξέρετε, όμως, πόσο διαβάζονται τα μυθιστορήματα που κάποιοι παρουσιάζουν ως ανήθικα. Σε κάθε περίπτωση, το έργο μας προσφέρει μια υπέροχη τοιχογραφία εποχής, περιγράφοντας τον ελληνιστικό κόσμο στα χρόνια της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, εποχή που οι άνθρωποι έδιναν τα ρέστα τους αναζητώντας απαντήσεις στα μεταφυσικά τους ερωτήματα.

(2) Οι «Αρραβωνιασμένοι» («I promessi sposi» 1821-1842) του Αλεσσάντρο Μαντσόνι (1785-1873) είναι το εθνικό μυθιστόρημα της σύγχρονης Ιταλίας. Ο συγγραφέας, ενώ είχε ήδη τελειώσει το έργο του, έκρινε ότι αυτό είχε ακόμη πολλά στοιχεία από τη λομβαρδική διάλεκτο κι αποφάσισε να το ξαναγράψει πηγαίνοντας στην Τοσκάνη για να «ξεπλύνει το γραπτό του στον Άρνο». Το μυθιστόρημα δεν διαδραματίζεται στην εποχή που έζησε ο συγγραφέας, αλλά στην ελεγχόμενη από τους Ισπανούς Λομβαρδία του 17ου αιώνα. Ο ιερέας ενός μικρού χωριού κοντά στη λίμνη του Κόμο υποχρεώνεται να μην τελέσει τον γάμο μεταξύ του Ρέντσο Τραμαλίνο και της Λουτσία Μοντέλλα, μια και την νεαρή την έχει ερωτευτεί ο τοπικός άρχοντας, ο Δον Ροδρίγο. Ο Ρέντσο και η Λουτσία χωρίζουν προσπαθώντας να βρουν τρόπους και συμμάχους που θα καταστήσουν δυνατό τον γάμο τους. Θα τα καταφέρουν να ξαναβρεθούν, ύστερα από μύριες περιπέτειες, στο Μιλάνο, ενώ φτάνει στο τέλος της μια φοβερή επιδημία πανώλης. Θα πετύχουν τον σκοπό τους την ώρα που ο μεγάλος εχθρός αργοπεθαίνει, παρά την εγκόσμια δύναμή του, ως ένα ακόμη θύμα της πανούκλας.

(3) Στο επικό ποίημά του «Εβανζελίν» (1847), ο Χένρυ Γουάντσγουωρθ Λόνγκφέλλοου (1807-1882) μιλά για άγνωστες σε μας προσφυγιές. Οι Acadiens (Ακαδιανοί ή Ακάδιοι) ήταν οι Γάλλοι άποικοι των περιοχών της Βορειοδυτικής Αμερικής που αποτελούν σήμερα τις καναδικές επαρχίες της Νέας Σκωτίας και της Νέας Βρουνσβίκης. Πληρώνοντας την έκβαση μαχών που δόθηκαν στον Παλαιό Κόσμο, βρέθηκαν (μετά τη Συνθήκη της Ουτρέχτης, 1713) υπό αγγλική κατοχή. Το 1755, έχοντας αποφασίσει να προβούν σε μια εθνοκάθαρση (πριν εφευρεθεί ο όρος), οι Βρετανοί εκτοπίζουν το σύνολο του γαλλόφωνου πληθυσμού της Ακαδίας. Σ’ αυτή τη σκληρή περιπλάνηση από τον Βορρά στη Λουιζιάνα, θα χαθούν μεταξύ τους κι οι δύο ήρωες του ποιήματος, η Εβανζελίν Μπελλφονταίν κι ο Γκαμπριέλ Λαζενές. Η τραγική ειρωνεία έγκειται στο ότι πολλές φορές θα βρεθούν πολύ κοντά, χωρίς ο ένας να αντιληφθεί την παρουσία της αγαπημένης ύπαρξής του σχεδόν δίπλα του. Το ποίημα δεν έχει χάπυ εντ. Οι δυο αγαπημένοι θα ξαναβρεθούν στο τέλος μόνο της ζωής τους: η Εβανζελίν θα αναγνωρίσει ως γηραιά νοσοκόμα τον ετοιμοθάνατο Γκαμπριέλ στη Φιλαδέλφεια. Ο ήρωας θα πεθάνει στην αγκαλιά της αγαπημένης που είχε χάσει κι αναζητούσε σε ολόκληρη τη ζωή του.

Το μυθιστόρημα του Αχιλλέα Τάτιου το συνάντησα περιδιαβαίνοντας τον ελληνιστικό κόσμο, τον Μαντσόνι μού τον υπέδειξαν τα γραπτά του Ουμπέρτο Έκο και το ποίημα του Λονγκφέλλοου το ανακάλυψα ψάχνοντας στη βιβλιοθήκη του πατέρα μου.

[ανάρτηση στο Facebook, 14 Ιουλίου 2013]

Το κύπελλο του Νέστορα

Τρεις γραμμές μονάχα… που έχουν γραφτεί από τα δεξιά προς τα αριστερά, πάνω σε ένα κύπελλο, μια κοτύλη, που φτιάχτηκε στη Ρόδο, κατά το δεύτερο μισό του 8ου αιώνα π.Χ., και βρέθηκε σ’ έναν τάφο στις Πιθηκούσσες, την πρώτη ελληνική αποικία σε έδαφος ιταλικό, στο νησί που σήμερα ονομάζουμε Ίσκια.

«ΝΕΣΤΟΡΟΣ:…:ΕΥΠΟΤΟΝ:ΠΟΤΕΡΙΟΝ
ΗΟΣΔΑΤΟΔΕΠΙΕΣΙ:ΠΟΤΕΡΙ..:AΥΤΙΚΑΚΕΝΟΝ
ΗΙΜΕΡΟΣΗΑΙΡΕΣΕΙ:ΚΑΛΛΙΣΤΕΦΑΝΟ:ΑΦΡΟΔΙΤΕΣ»

Πρόκειται για μια από τις αρχαιότερες επιγραφές σε ελληνικό αλφάβητο. Σύμφωνα με τη γενικώς αποδεκτή άποψη για την αποκατάσταση του κειμένου, θα έπρεπε να συμπληρωθεί ως εξής:

«Νέστορος [εἰμὶ] εὔποτ[ον] ποτήριο[ν]·
ὃς δ’ ἂν τοῦδε π[ίησι] ποτηρί[ου] αὐτίκα κῆνον
ἵμερ[ος αἱρ]ήσει καλλιστ[εφάν]ου Ἀφροδίτης».

[δηλαδή, πρόχειρα μεταφρασμένο: «Του Νέστορα είμαι το ποτήρι, ιδανικά φτιαγμένο για να πίνεις. Όποιος πιει από το ποτήρι αυτό, αμέσως θα καταληφθεί απ’ τον πόθο της ομορφοστεφανωμένης Αφροδίτης».]

Ο ελλειπτικός, όμως, χαρακτήρας του κειμένου επιτρέπει πλείονες αποκλίνουσες μεταξύ τους ερμηνείες, σε συνδυασμό με την αβεβαιότητα ως προς την ταυτότητα του κυρίου του κυπέλλου και, φυσικά, την αναφορά στο όνομα του Νέστορα. Πώς συνδέονται, άραγε, μεταξύ τους η πρώτη με τη δεύτερη πρόταση; Δηλώνεται αντίθεση; Κι αν ναι, πρόκειται για προσπάθεια να αποτραπεί ο μελλοντικός άρπαγας που ενδεχομένως θα θελήσει να στερήσει από τον κύριο του κυπέλλου το αντικείμενό του (οπότε η αρχή του κειμένου θα έπρεπε ίσως να συμπληρωθεί διαφορετικά: «Νέστορος μὲν…» ή «Νέστορος ἔρροι …»); Ή μήπως είναι μια μορφή ειρωνείας, μια και το κύπελλο του Νέστορα για το οποίο γίνεται λόγος στην Ιλιάδα ήταν φτιαγμένο από τα πλέον πολύτιμα υλικά, ενώ τούτο από σκέτο πηλό;

«πὰρ δὲ δέπας περικαλλές, ὃ οἴκοθεν ἦγ᾽ ὁ γεραιός,

χρυσείοις ἥλοισι πεπαρμένον· οὔατα δ᾽ αὐτοῦ

τέσσαρ᾽ ἔσαν, δοιαὶ δὲ πελειάδες ἀμφὶς ἕκαστον

χρύσειαι νεμέθοντο, δύω δ᾽ ὑπὸ πυθμένες ἦσαν.

ἄλλος μὲν μογέων ἀποκινήσασκε τραπέζης

πλεῖον ἐόν, Νέστωρ δ᾽ ὁ γέρων ἀμογητὶ ἄειρεν». [Ομήρου, Ιλιάδα, Λ, 632-637,

και στη μετάφραση των Ν. Καζαντζάκη και Ι. Θ. Κακριδή:

«στερνά την ώρια κούπα, ο γέροντας που ‘χε απ᾿ την Πύλο φέρει,
την πλουμισμένη με χρυσόκαρφα, και τέσσερα τη ζώναν
αφτιά᾿ σε κάθε αφτί δεξόζερβα χρυσά βοσκολογουσαν
δυο περιστέρια, κι από κάτω της διπλοί βρίσκονταν πάτοι.
Γεμάτη αv ήταν, άλλος δύσκολα να την κουνήσει μπόρειε,
μα ο γέρο Νέστορας ανέκοπα την έφερνε στα χείλια»]

Είναι πράγματι ο Νέστωρ της επιγραφής ο ομηρικός ήρωας; Ή μήπως έχουμε να κάνουμε με αναφορά στον ήρωα ανεξάρτητη ίσως της ομηρικής παράδοσης; Ορισμένοι ερευνητές επισημαίνουν ότι ο Αθήναιος ο Ναυκρατίτης μας πληροφορεί ότι στις απέναντι ιταλικές ακτές, στην Καπύη, υπήρχε ένα ιερό της Αρτέμιδος, όπου φυλασσόταν ένα κύπελλο που λεγόταν ότι ανήκε στον μυθικό Νέστορα κι είχε αποκτήσει μαγικοθρησκευτική αξία.

Άλλοι, πάλι, υποστηρίζουν ότι η επιγραφή δεν είναι παρά ένα στιχουργικό παιχνίδι συμποσίου, στο οποίο κάθε συνδαιτημόνας συμπληρώνει κι από έναν στίχο. Πόσο ταιριαστό θα ήταν ένα τέτοιο παιχνίδι για ένα αντικείμενο που έμελλε να συνοδέψει κάποιον στην τελευταία κατοικία του;

Υπάρχει, όμως, και μια άλλη ερμηνεία, που εγώ τουλάχιστον θα προτιμούσα να κρατήσω. Το κύπελλο βρέθηκε στον τάφο ενός αγοριού, δέκα έως δεκατεσσάρων το πολύ χρονών. Ενός παιδιού που δεν πρόλαβε να γνωρίσει ούτε την ευθυμία του κρασιού ούτε τον ίμερο και τις χαρές της Αφροδίτης. Ίσως αυτή η επιγραφή να ήταν ένας τρόπος για να μπορέσει το αγόρι να χαρεί στον άλλο κόσμο αυτό που ο τόσο πρόωρος θάνατος του στέρησε στην επίγεια ζωή.

Σχεδόν δακρύζει κανείς… Κι υψώνοντας το ποτήρι μου δεν μπορώ παρά να ευχηθώ στον άτυχο κύριο του κυπέλλου, όπως κι αν τον έλεγαν, να κατόρθωσε εκεί που βρίσκεται να χαρεί τον πόθο και τις ηδονές της γλυκοστεφανωμένης Αφροδίτης… Όπως αναμφίβολα θα του άξιζε… Όπως αξίζει σε κάθε ανθρώπινη ύπαρξη.

Ερμηνείες α λα ελληνικά;

Σαν Τζιμινιάνο, Τοσκάνη

Εάν υπάρχει ένας τρόπος ερμηνείας του αποτελέσματος των πρόσφατων ιταλικών εκλογών που να είναι μετά βεβαιότητος πεπλανημένος, αυτός είναι ο «ελληνικός«. Αναφέρομαι στην τάση πολλών να ερμηνεύουν τις εξελίξεις στη γειτονική χώρα λες κι η Ιταλία είναι ίδια ακριβώς με την Ελλάδα, οι αντίστοιχες κοινωνίες δεν έχουν καθόλου διαφορές, οι καθοριστικές παραδόσεις, το παρελθόν και η νοοτροπία είναι πράγματα πανομοιότυπα και, φυσικά, οι συσχετισμοί εξουσίας ίδιοι. Όχι λίγοι προχωρούν ακόμη παραπέρα και ταυτίζουν τους Ιταλούς πολιτικούς με τους Έλληνες ομολόγους τους. Η διαδικασία είναι απλούστατη: αντικαθιστούμε το όνομα του Ιταλού πολιτικού με αυτό του Έλληνα που εμείς  θεωρούμε ότι του ταιριάζει κι έχουμε έτοιμη την ανάλυση, αυτήν δηλαδή που κάναμε για την Ελλάδα σε περιστάσεις που εμείς κρίνουμε παρεμφερείς (για να μην πω όμοιες). Με τη λογική αυτή, ο Μόντι γίνεται Παπαδήμος κι ο Γκρίλλο μεταμφιέζεται σε Καμμένο, άμα δεν του επιφυλάξουμε τον ρόλο του Τσίπρα για να αναδείξουμε τον Καβαλιέρε σαν… νέο Καμμένο! Φαντάζομαι ότι το βλέπετε και μόνοι σας, η ανάλυση αυτή, που τόσο πολύ έπαιξε σε ΜΜΕ και Διαδίκτυο (προβαλλόμενη μάλιστα από ανθρώπους σοβαρούς) είναι για τα σκουπίδια, ή έστω για την επιθεώρηση (επιπέδου Σεφερλή και κάτω). Ας της κάνουμε, έστω, τη χάρη να την αντιμετωπίσουμε κάπως σοβαρά. Αμέσως αντιλαμβανόμαστε ότι το σφάλμα που ενέχει είναι διττό. Αφενός, προβάλλει κρίσεις για τα ελληνικά πολιτικά πράγματα που είναι αυθαίρετες, μια κι ο καθένας βγάζει λάδι τις συμπάθειές του και καταδικάζει αυτούς που αντιπαθεί. Αφετέρου, προβάλλει τις ελληνικές αντιλήψεις σε ένα άλλο περιβάλλον. Κι όσο κι αν η Ιταλία είναι μεσογειακή χώρα, όπως η Ελλάδα, όσο κι αν η συγκυρία της κρίσης αφορά και τις δύο χώρες, οι όποιες προσπάθειες ταύτισής τους είναι εντελώς άστοχες.

Καταρχάς και σε επίπεδο εντελώς επιφανειακό, η ταύτιση των βασικών πολιτικών πρωταγωνιστών δεν περπατά. Ο Μπέππε Γκρίλλο (που είναι απείρως καλύτερος κωμικός από τον οποιονδήποτε Λαζόπουλο) απορρίπτει συλλήβδην το ιταλικό πολιτικό σύστημα ως διεφθαρμένο, αλλά νομιμοποιείται να το κάνει διότι δεν υπήρξε ποτέ μέλος του (ενώ ο κάθε Καμμένος είναι παιδί του κομματικού σωλήνα που υπηρέτησε κόμμα εξουσίας σε ολόκληρη την πολιτική σταδιοδρομία του), και είναι σαφέστατα ευρωσκεπτικιστής (οπότε δεν μπορεί να είναι… «Τσίπρας»). Ο Μπερλουσκόνι είναι μεν καραγκιόζης, αλλά αυθεντικά και χαρισματικά (όπως δεν υπήρξε κανένας Έλληνας πολιτικός εξουσίας), πράγμα όπως και να το κάνουμε δύσκολο. Και βεβαίως είναι αυτόφωτα επιτυχημένος, δεν ήταν ανεπάγγελτος (όπως ο μέσος Έλληνας πολιτικός πρώτης γραμμής) ούτε γιος κάποιου. Και μιλάμε για πραγματική επιτυχία. Χυδαίος και ανήθικος, βεβαίως, αλλά επιτυχημένος επιχειρηματίας, ιδιοκτήτης ποδοσφαιρικής ομάδας και πολιτικός: έχει να επιδείξει την πλέον μακρόχρονη πρωθυπουργική θητεία στην μεταπολεμική Ιταλία (σχεδόν 4 χρόνια) και, όταν ολόκληρη η Ιταλία συνασπίσθηκε εναντίον του, χρειάστηκε να καταμετρούν τις ψήφους για τρεις μήνες μέχρι να διαπιστωθεί ότι τελικά είχε χάσει για λίγο την επανεκλογή του. Κι όλα αυτά για να επιστρέψει δριμύτερος δυο χρόνια μετά. Δεν είναι σήμερα που καταλαβαίνουμε ότι πολιτικά είναι εφτάψυχος. Την ίδια ώρα, ο βασικός υποψήφιος για τον ρόλο του «Έλληνα Μπερλουσκόνι» έχει προλάβει να ρίξει στον γκρεμό έναν όμιλο επιχειρήσεων, έναν ποδοσφαιρικό σύλλογο και μια ολόκληρη χώρα (μικρή έστω), οπότε έχει καεί πριν καν βγει στο πολιτικό σκηνικό. Κατά τα λοιπά, ό,τι και να κάνουμε, ο Μπερσάνι… ΠΑΣΟΚ δεν είναι με τίποτε. Κι όσο για τον «άνθρωπο των τραπεζών» Μόντι, εγώ θυμάμαι ότι στη Σύνοδο του Ιουνίου είχε το θάρρος να προβάλει διεκδικήσεις για μια πιο εύλογη και δίκαιη αντιμετώπιση της κρίσης. Πράγμα που κανένας Έλληνας πολιτικός δεν έκανε ποτέ, μια και οι δύο βασικοί ρόλοι του σε τέτοιες περιπτώσεις ήταν είτε να κάθεται σε μια γωνιά περιμένοντας τους άλλους ν’ αποφασίσουν για τη χώρα του είτε ξεκινούσε το λογύδριο του βλαχοδήμαρχου, κάνοντας τους ομότιμούς του να αναρωτιούνται από που ξεφύτρωσε αυτό το φρούτο.

Έπειτα, ας μη γελιόμαστε. Ως μέγεθος η Ιταλία δεν συγκρίνεται με την αγαπημένη μας πατρίδα. Μιλάμε για χώρα που παράγει τα πάντα, από αυτοκίνητα και ελικόπτερα μέχρι «λαϊκή» και «υψηλή» κουλτούρα, στυλ και μόδα. Εμείς τι πουλάμε εκτός από «υπηρεσίες», κατά προτίμηση του αέρα; Η Ιταλία μπορεί να υψώσει τη φωνή της και να διεκδικήσει, χωρίς καμία υποχρέωση να παίξει τον ρόλο του «καλού» (ή του «κακού») παιδιού, γιατί ξέρει ότι δεν γίνεται να θυσιαστεί προς παραδειγματισμό των άλλων (όπως η Ελλάδα), γιατί ξέρει ότι θα επιζήσει ό,τι κι αν συμβεί, εντός ή εκτός ευρώ (για να μην πούμε ότι εκτός ευρώ μάλλον θα τα καταφέρει μια χαρά, οπότε, από μιαν άποψη, χάρη κάνει και μένει στην Ευρωζώνη).

Επιπλέον, δεν είναι δυνατόν να παραγνωρίζεται η εντελώς ιδιαίτερη πολιτική Ιστορία της μεταπολεμικής Ιταλίας. Την ώρα που στην Ελλάδα το σύστημα λειτούργησε με την εναλλαγή στην εξουσία δύο κομμάτων (ενός δεξιού κι ενός κεντρώου), που έχτιζαν την επιρροή τους σε τοπικό επίπεδο βασιζόμενα στις δομές και τις πελατειακές σχέσεις του βαλκανικού κοτζαμπασισμού, η Ιταλία ζούσε σε μια πολυκομματική αστάθεια που δεν επηρέαζε τις δραστηριότητες της χώρας. Οι κυβερνήσεις συνασπισμού με προσδόκιμο ζωής το τρίμηνο ήταν μάλλον ο κανόνας: είχε βρεθεί το αναγκαίο μόντους βιβέντι ώστε η δημόσια διοίκηση, η οικονομία και η κοινωνία να λειτουργούν με τη λιγότερη δυνατή εξάρτηση από τις αποφάσεις της πολιτικής εξουσίας. Κι η λαϊκή δυσαρέσκεια μπορούσε να εκδηλώνεται με την ψήφο στο ιταλικό ΚΚ, ανανεωτικό, ανοιχτό και δίχως εξαρτήσεις από τον «υπαρκτό». Οι επιδέξιοι χειρισμοί των αστικών κομμάτων κι οι συγκυρίες (στις οποίες θα πρέπει να συνυπολογίσουμε παράγοντες τόσο ετερόκλητους όσο η αντίθεση της Καθολικής Εκκλησίας και της υπερδύναμης από τη μια μεριά και η τρομοκρατία από την άλλη) το κράτησαν εκτός εξουσίας. Και κάποτε ήρθε η ώρα της κάθαρσης του διεφθαρμένου πολιτικού κόσμου με την επιχείρηση «Καθαρά Χέρια» και τον δικαστή Ντι Πιέτρο. Μόνο που αντί για την ηθική και τη διαφάνεια, στρώθηκε ο δρόμος για τον Σίλβιο. Τη συνέχεια τη θυμόμαστε…

Τέλος, δεν πρέπει να ξεχνάμε την ουσιαστικότερη ίσως διαφορά. Την πολιτιστική κληρονομιά της γείτονος. Εδώ, πρέπει μάλλον να δώσουμε τον λόγο στον φίλο Έρμιππο:

» Όποιοι θέλουν να κάνουν συγκρίσεις με την Ιταλία και να μιλήσουν για την εκεί κατάσταση και ιδίως για τον λαό της ας μην βιαστούν να βουτήξουν κατευθείαν στα βαθιά πολιτικά και στα λεπτομερή οικονομικά.
Ας δούνε πρώτα το Μιλάνο δίπλα στην Αθήνα, την Μπολόνια δίπλα στην Θεσσαλονίκη, την Ραβέννα δίπλα στα Γρεβενά, το Ούρμπινο δίπλα στην Λαμία, την Ασσίζη δίπλα στα Γιαννιτσά, την Κουρμαγιέρ με την Βασιλίτσα και , και, και.
Μόλις τελειώσουν την περιήγηση ας επανέλθουν στα πιο πεζά, αν τους μείνει κουράγιο. Βέβαια αν δεν καταλάβουν θα τους μείνει και πολύ μάλιστα. Και οι περισσότεροι δεν θα καταλάβουν.
Να σημειώσουμε ότι οι παραπάνω πόλεις των γειτόνων μας δεν είναι έτσι όπως είναι, κάτι σαν στολίδια της οικουμένης δηλαδή, επειδή υπήρξαν τυχαία στην χώρα αυτή κάποιοι ουρανοκατέβατοι νόμοι, αλλά επειδή οι ίδιοι οι Ιταλοί έτσι το θέλησαν. Όπως αντίστοιχα έτσι το θελήσαμε και μεις για τις δικές μας πόλεις και τα χωριά«.

Και καλά όλα αυτά, θα μου πείτε, αλλά δεν υπάρχει ένα μήνυμα από τις ιταλικές εκλογές; Πώς, υπάρχει… Μόνο που δεν είναι πρωτότυπο ή απροσδόκητο. Είναι αυτό που ήδη γνωρίζαμε: υπάρχει ουσιώδης διάσταση απόψεων μεταξύ πολιτικών και οικονομικών ελίτ, αφενός, και λαού, αφετέρου. Ζητείται επειγόντως δικαιότερο σημείο κοινωνικής ισορροπίας. Κι όσο συνεχίζεται η πορεία προς τη μία κατεύθυνση, τόσο η ρήξη θα φαντάζει πιο πιθανή, αν δεν γίνουν οι απαραίτητοι συμβιβασμοί. Μόνο που η ρήξη, όπως γνωρίζουμε από την Ιστορία, δεν συνεπάγεται απαραίτητα ανατροπή. Για να είμαστε ειλικρινείς, σημαίνει συνήθως εδραίωση του ισχυρού και των πλέον ακραίων επιθυμιών του. Κάποιες φορές, όμως, το φύλλο αλλάζει… Είναι πολύ νωρίς ακόμη για να ξέρουμε πού κατευθυνόμαστε. Οι ιταλικές εκλογές της Κυριακής και της Δευτέρας ήταν απλώς ένα επεισόδιο (που τελικά μπορεί να αποδειχθεί κι ασήμαντο). Τα αποτελέσματά τους λογικά. Η δυσαρέσκεια των εξουσιαζόμενων με τέτοιους τρόπους συνήθως εκδηλώνεται: είτε διαλέγοντας έναν «ειλικρινή» εξουσιαστή που προβάλλει το προσωπείο του φιλολαϊκού είτε ένα κομμάτι τρελό «παιδί του λαού», χωρίς απαραίτητα συγκροτημένη άποψη για το τι πρέπει και μπορεί να γίνει, αλλά με λογικοφανείς εξηγήσεις για τα δεινά της εποχής.

Και για την Ελλάδα δεν υπάρχει κάποιο ηθικό δίδαγμα απ’ όλη αυτήν την ιστορία; Υπάρχει ή μάλλον υπάρχουν. Το πρώτο είναι ότι ακόμη και σ’ αυτό το χάος οι Ιταλοί πολιτικοί αποδεικνύονται είτε πιο επιδέξιοι κι «αυθεντικοί» από τους Έλληνες είτε πιο σοβαροί, είτε (συνήθως) και τα δύο μαζί. Και το δεύτερο δεν είναι άλλο από το ότι καλά κάνουμε και ασχολούμαστε με τις εξελίξεις στην Ιταλία. Αν αναζητούμε πρότυπα και παραδείγματα για να βελτιώσουμε τη χώρα μας πρέπει καταρχήν να ψάξουμε σε αυτό που είναι πιο κοντά σε μας από άποψη νοοτροπίας και κοινωνικών δομών. Μέχρι την Ιταλία και τη Γαλλία, χοντρικά. Για να πετύχει η μεταμόσχευση πρέπει να υπάρχει συμβατότητα μεταξύ δότη και λήπτη. Γιατί, όταν ακούτε κάποιον να σας εξηγεί για τα προτερήματα του φινλανδικού εκπαιδευτικού συστήματος ή σας υπόσχεται να σας κάνει «Δανία του Νότου», να ξέρετε ότι παίζουν και δύο επικίνδυνα ενδεχόμενα. Είτε να είναι βαθιά νυχτωμένος είτε να σας παραμυθιάζει απλώς, διότι στην πραγματικότητα δεν θέλει να αλλάξει απολύτως τίποτε.