Ρέκβιεμ για την Τρόικα;

Σύμβολο μιας πολιτικής σκληρής λιτότητας, που οδήγησε την ελληνική οικονομία σε μαρασμό και συρρίκνωση και μέρος του πληθυσμού σε εξαθλίωση, η «Τρόϊκα» αποτελεί κόκκινο πανί για αρκετούς Έλληνες, όπως και για την κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ. Πόσο ρεαλιστική είναι, όμως, η επιθυμία να απαλλαγεί αμέσως η χώρα από την εποπτεία της;

Έχει εκφρασθεί η άποψη ότι κάτι τέτοιο ίσως είναι δυνατό σε νομικό επίπεδο, μέσω της αμφισβήτησης της νομιμότητάς της έναντι του πρωτογενούς και παράγωγου ενωσιακού δικαίου. Η άποψη αυτή, ωστόσο, είναι αμφιλεγόμενη τόσο σε νομικό όσο και σε πρακτικό επίπεδο. Το ουσιώδες ζήτημα, όσον αφορά την τρόικα δεν είναι η νομιμότητά της, η οποία δεν μπορεί να αμφισβητηθεί με ιδιαιτέρως βάσιμες πιθανότητες επιτυχίας: η σύσταση του εν λόγω μηχανισμού προβλέφθηκε από συγκεκριμένες πράξεις και νομοθετικά κείμενα της Ένωσης (σημειωτέον ότι το άρθρο 13, παράγραφος 7, της Συνθήκης για τη θέσπιση του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας που υπογράφηκε στις Βρυξέλλες στις 2 Φεβρουαρίου 2012 διατήρησε την τρόικα ως εποπτική λύση και για τις μεταγενέστερες περιπτώσεις βοήθειας προς κράτη-μέλη, κάτι που διαπιστώθηκε και στην περίπτωση της Κύπρου). Επιπροσθέτως, τυχόν αποκλίσεις από το ενωσιακό δίκαιο θα μπορούσαν ενδεχομένως να δικαιολογηθούν με την επίκληση των έκτακτων συνθηκών στις οποίες η τρόικα οφείλει την ύπαρξή της: επρόκειτο για θεσμό που έπρεπε να στηθεί βιαστικά στην προσπάθεια άμεσης αντιμετώπισης μιας σοβαρής διατάραξης της οικονομίας κράτους μέλους.

Στη συνέχεια, δεν είναι βέβαιος ο τρόπος με τον οποίο θα ήταν δυνατό να αμφισβητηθεί η νομιμότητά της. Μπορεί, άραγε, να γίνει δεκτό ότι χωρεί ευθεία προσφυγή ιδιώτη ή κράτους-μέλους; Και ποια ακριβώς πράξη θα προσβληθεί; Επισημαίνεται ότι το Γενικό Δικαστήριο της ΕΕ, το οποίο αποφαίνεται ως πρωτοβάθμιο δικαιοδοτικό όργανο της Ένωσης επί ορισμένων θεμάτων, απέρριψε πρόσφατα σειρά προσφυγών που είχαν ασκήσει φυσικά και νομικά πρόσωπα κατά του Μνημονίου που υπέγραψαν η Κύπρος και ο Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Σταθερότητας (ΕΜΣ). Το Γενικό Δικαστήριο είναι αρμόδιο να ελέγχει τη νομιμότητα των πράξεων των θεσμικών και λοιπών οργάνων και οργανισμών της Ένωσης, πλην όμως, στην περίπτωση του κυπριακού μνημονίου, αποφάνθηκε ότι, καθόσον ούτε η Κύπρος ούτε ο ΕΜΣ «περιλαμβάνονται στα θεσμικά ή άλλα όργανα ή οργανισμούς της Ένωσης […] δεν έχει αρμοδιότητα να ελέγξει τη νομιμότητα των πράξεων που εγκρίνουν από κοινού» (απόφαση T‑289/13, Ledra Advertising Ltd).

Απομένει, ως «ασφαλής» λύση, η υποβολή στο Δικαστήριο της ΕΕ σχετικής αίτησης προδικαστικής απόφασης από κάποιο ελληνικό δικαστήριο. Ποια θα ήταν, όμως, και στην περίπτωση αυτή τα προδικαστικά ερωτήματα; Θα μπορούσαν να περιλαμβάνουν και τη νομιμότητα του ίδιου του οργάνου παρακολούθησης της συμμόρφωσης προς τους όρους που συνοδεύουν τη χρηματοπιστωτική συνδρομή ή το λογικότερο θα ήταν να ζητηθεί απάντηση σχετικά με το αν είναι σύμφωνες με το ενωσιακό δίκαιο συγκεκριμένες προβλέψεις των μνημονίων (λ.χ. σχετικές με το εργατικό δίκαιο); Όποια κι αν είναι η απάντηση, η διαδικασία είναι χρονοβόρα. Θα χρειαστεί, υπό τις καλύτερες συνθήκες, περίπου ένα έτος για την έκδοση μιας απόφασης με αβέβαιο αποτέλεσμα, ενώ οι πολιτικές ανάγκες απαιτούν ταχύτατες λύσεις.

Η αποδοχή, όμως, της τυπικής νομιμότητας του μηχανισμού, είτε ως βεβαιότητα είτε ως πιθανότητα, δεν συνεπάγεται ότι ο συγκεκριμένος μηχανισμός παρακολούθησης πρέπει να αναχθεί περίπου σε τοτέμ της δημοσιονομικής σταθερότητας και να παρουσιασθεί ως η «καλύτερη δυνατή λύση». Κάτι τέτοιο θα παρέβλεπε τόσο τον ad hoc χαρακτήρα της ως θεσμού όσο και τις σοβαρές αντιρρήσεις που έχουν εκφρασθεί όχι μόνο για τη δημοκρατική νομιμοποίησή της, αλλά και για την αποτελεσματικότητά της από αμιγώς τεχνοκρατική άποψη.

Στην πραγματικότητα, το ζήτημα της τρόικας είναι πρωτίστως πολιτικό. Και οι αντιρρήσεις δεν προέρχονται μόνο από την Ελλάδα ή την Αριστερά. Εκτός από τη γνωστή έκθεση και το συνακόλουθο ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου (Μάρτιος 2014), ορισμένες από τις σοβαρότερες ενστάσεις έχουν προβληθεί από τον νυν πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,  Ζαν-Κλωντ Γιουνκέρ.

Την άνοιξη του 2014, και στο ίδιο το πρόγραμμά του ως υποψηφίου του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος, ο Γιουνκέρ υποστήριζε: «Στο μέλλον, θα πρέπει να μπορέσουμε να αντικαταστήσουμε την τρόικα με μια δομή που θα διαθέτει ευρύτερη δημοκρατική νομιμοποίηση και θα πρέπει να λογοδοτεί σε μεγαλύτερο βαθμό για τις πράξεις της, δομή που θα βασίζεται στα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα και θα υπόκειται σε ενισχυμένο κοινοβουλευτικό έλεγχο, τόσο σε ευρωπαϊκό όσο και σε εθνικό επίπεδο».

Στις 16 Ιανουαρίου 2015, σε ομιλία του στο Στρασβούργο προς τους σπουδαστές της γαλλικής εθνικής σχολής δημόσιας διοίκησης (ENA), ο πρόεδρος της Επιτροπής επαναλάμβανε: «οι μηχανισμοί διαχείρισης της κρίσης που είχαμε ως τώρα στη διάθεσή μας δεν ήταν ιδιαιτέρως δημοκρατικοί. Υποστήριζα ανέκαθεν ότι πρέπει να προσθέσουμε μια δόση δημοκρατίας στην τρόικα». Κατόπιν, επανέφερε στον προβληματισμό το νομικό επιχείρημα περί συμβατού χαρακτήρα με τις Συνθήκες της ΕΕ, αναφερόμενος στις πρόσφατες προτάσεις του γενικού εισαγγελέα του ΔΕΕ Π. Κρουθ-Βιγιαλόν στην υπόθεση Gauweiler κ.λπ. (C‑62/14), σχετικά με το πρόγραμμα αγοράς ομολόγων κρατών μελών από την ΕΚΤ: κατά τον Ισπανό γενικό εισαγγελέα, η ΕΚΤ δεν μπορεί να καθορίζει το πρόγραμμα και ταυτόχρονα να ελέγχει την εφαρμογή του. Ως εκ τούτου, είναι εκ των πραγμάτων πιθανό να οδηγηθούμε σε τροποποίηση της μορφής του εποπτικού μηχανισμού. «Τούτο αποτελεί ένδειξη περί του ότι η τρόικα, με τη μορφή που γνωρίσαμε, μέχρι σήμερα δεν πρέπει να έχει πολύ μέλλον μπροστά της».

Τούτων δοθέντων, μπορούμε να ευελπιστούμε ότι η τρόικα θα… εξαερωθεί στο προσεχές μέλλον; Μια τέτοια προσδοκία παραβλέπει το πόσο δύσκολο θα είναι για τα ισχυρότερα κράτη-μέλη (και ειδικά τη Γερμανία), αλλά και για την ίδια την Ένωση να παραδεχθούν ότι έσφαλαν όσον αφορά τον τρόπο αντιμετώπισης της οικονομικής κρίσης. Η παραδοχή αυτή θα είναι κατά μείζονα λόγο δυσχερής, εάν φανεί ότι οδηγήθηκαν σ’ αυτήν υπό την πίεση της αριστερής κυβέρνησης ενός κράτους-μέλους με σοβαρότατες οικονομικές δυσχέρειες.

Είναι, συνεπώς, εξαιρετικά πιθανό, εάν η ελληνική κυβέρνηση επιθυμεί να απαλλαγεί από την τρόικα, να κληθεί συντόμως να της δώσει εκ νέου όρκο πίστης. Παράδοξο και μάλιστα ιδιαιτέρως ενοχλητικό! Σε αυτό το παιχνίδι τύπου και ουσίας, όμως, στο οποίο είναι εξαιρετικά δυσχερές να διακρίνει κάποιος τι άπτεται του πρώτου και τι της δεύτερης, το παράδοξο ενδέχεται, σε κάποιες περιπτώσεις, να αποδειχθεί καθοριστικής σημασίας. Γιατί πώς αλλιώς θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί μια ενδεχόμενη συμφωνία, που θα προέβλεπε ρητά την επανεξέταση σε καθορισμένο χρόνο της μορφής του μηχανισμού παρακολούθησης; Είναι ωστόσο παράτολμο να διακινδυνεύσει κάποιος οποιαδήποτε πρόβλεψη, ειδικά σε μια περίοδο που οι βεβαιότητες μοιάζουν να αμφισβητούνται από τα γεγονότα.

[Γράφτηκε για τα ΕΝΘΕΜΑΤΑ και δημοσιεύθηκε στο φύλλο της 8ης Φεβρουαρίου 2015]

Advertisements

Ουκρανία, δεύτερος γύρος

Η ώρα των υπερδυνάμεων κι ο ρόλος της Ευρώπης

Οι μέχρι σήμερα εξελίξεις στην Ουκρανία επιβεβαιώνουν, πιστεύω, την εκτίμηση περί αντιπαράθεσης ιδιόμορφα εθνοτικού χαρακτήρα, το κύριο διακύβευμα της οποίας δεν ήταν κάποια υποθετική προσχώρηση στην ενωμένη Ευρώπη, αλλά η απομάκρυνση ή όχι από τη ρωσική σφαίρα επιρροής. Επιβεβαιώθηκε επίσης η σύγχυση όσον αφορά τον τρόπο παρουσίασης της ουκρανικής κρίσης από τα ΜΜΕ, σύγχυση η οποία επιτείνεται από την επίμονη αναζήτηση «καλών» και «κακών» σε μια σκληρή σύγκρουση συμφερόντων και την αδυναμία ή την έλλειψη βούλησης ελέγχου των ειδήσεων (εντός κι εκτός εισαγωγικών), την ώρα που οι αντιμαχόμενες πλευρές (και, ιδίως, οι εξωτερικοί προστάτες τους) επιδίδονται, χωρίς ενδοιασμούς, σε πραγματικό πόλεμο προπαγάνδας.

Ι. Στο εσωτερικό της Ουκρανίας είναι σαφής η επικράτηση του συνασπισμού δυνάμεων που αντιπολιτεύονταν τον τελευταίο εκλεγμένο πρόεδρο της χώρας, Βίκτορ Γιανουκόβιτς. Θεωρώντας τους εαυτούς τους νικητές της «πολεμικής» αναμέτρησης, νέμονται αποκλειστικά πλέον την εξουσία στο Κίεβο, αθετώντας τη συμφωνία που είχε συναφθεί υπό την αιγίδα της ΕΕ και προέβλεπε τη συγκρότηση μεταβατικής κυβέρνησης κοινής αποδοχής με σκοπό τη διενέργεια εκλογών το συντομότερο δυνατό. Το συνεκτικό στοιχείο αυτού του καταρχήν ανομοιογενούς συνασπισμού που περιλαμβάνει από κεντροδεξιούς φιλελεύθερους μέχρι καθαρόαιμους ακροδεξιούς είναι ο ουκρανικός εθνικισμός νοούμενος πρωτίστως ως εναντίωση στη Ρωσία. Η ισχυρότερη πολιτική δύναμη της κυβέρνησης είναι η κεντροδεξιά Πανουκρανική Ένωση «Πατρίδα» (Всеукраїнське об’єднання «Батьківщина»), στην ηγεσία της οποίας βρίσκεται εκ των πραγμάτων, χάρη σε μια σειρά από επιδέξιους πολιτικούς ελιγμούς, ο νέος πρωθυπουργός Αρσένιι Γιατσενιούκ. Οι πολιτικές θέσεις τόσο του, αυτοπροσδιοριζόμενου ως κεντροδεξιού, πολιτικού κόμματος όσο και του Γιατσενιούκ προσωπικά αποτελούν μείγμα φιλελευθερισμού, λαϊκισμού και, βεβαίως, εθνικισμού.

Το πλέον απογοητευτικό στοιχείο των εξελίξεων είναι, όμως, η έντονη συμμετοχή των δυνάμεων της Ακροδεξιάς στο κυβερνητικό σχήμα: μέλη της Πανουκρανικής Ένωσης «Ελευθερία» (Всеукраїнське об’єднання «Свобода»), κατέχουν τέσσερις υπουργικούς θώκους (συν την επίζηλη θέση του γενικού εισαγγελέα). Η εξέλιξη δεν πρέπει να ξαφνιάζει. Σύμφωνα με τις μαρτυρίες, αποτελούσαν το ένα τρίτο περίπου των διαδηλωτών και την αιχμή του δόρατος στις συγκρούσεις με την αστυνομία. Η παρουσία της Ακροδεξιάς σε μια κυβέρνηση με κύριο χαρακτηριστικό τον εθνικισμό είναι μάλλον αναμενόμενη εξέλιξη. Και η σχετικά πρόσφατη Ιστορία του ουκρανικού εθνικισμού αποδεικνύει τη σύνδεσή του όχι απλώς με την Ακροδεξιά, αλλά με τον ίδιο τον ναζισμό. Ενδεικτικό είναι ίσως το γεγονός ότι το υποτίθεται πιο «ήπιο» στοιχείο της ουκρανικής Ακροδεξιάς, το Σβομπόντα, αποτελεί απευθείας εξέλιξη του, ιδρυθέντος το 1991, Εθνικοσοσιαλιστικού Κόμματος Ουκρανίας!

Όλα αυτά έχουν ως συνέπεια την επιτάχυνση του εγγενούς διχασμού του πληθυσμού και την αποξένωση του ρωσόφωνου στοιχείου της Ανατολής και των παραλίων της Μαύρης Θάλασσας. Δεν είναι τυχαίο ότι μια από τις πρώτες κινήσεις του ουκρανικού κοινοβουλίου μετά την επικράτηση του νέου συνασπισμού ήταν η κατάργηση του νόμου του 2012 περί γλωσσικού καθεστώτος, ο οποίος έδινε τη δυνατότητα σε οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης να χαρακτηρίζουν άλλη γλώσσα πλην της ουκρανικής ως «τοπική», επιτρέποντας τη χρήση της στις συναλλαγές με τις τοπικές αρχές [Σημείωση: ο μεταβατικός πρόεδρος Ολεκσάντρ Τουρτσύνοφ άσκησε βέτο κατά της απόφασης αυτής και προέβη στη σύσταση ειδικής επιτροπής που θα εξετάσει το θέμα και θα προτείνει νέο σχέδιο νόμου].Donetsk

ΙΙ. Είναι, όμως, σαφές ότι έχουμε περάσει σε μια δεύτερη φάση της ουκρανικής κρίσης, με πρωταγωνίστριες τις μεγάλες δυνάμεις.

Μέχρι τώρα, ο μεγάλος νικητής δεν είναι άλλος από τις ΗΠΑ. Κατόρθωσαν να δημιουργήσουν εστία έντασης στην αυλή του μεγάλου αντιπάλου, να συμβάλουν στην επικράτηση αντιρωσικών δυνάμεων και να επιβάλουν τον εκλεκτό τους Γιατσενιούκ ως πρωθυπουργό (παραμερίζοντας την επιλογή του Βερολίνου, τον πρώην πυγμάχο Βιτάλι Κλιτσκό). Επανέφεραν το σχέδιο προσχώρησης της Ουκρανίας στη Βορειοατλαντική Συμμαχία, απειλώντας να «περικυκλώσουν» τη Ρωσία με κράτη μέλη του ΝΑΤΟ. Ζητούν την επιβολή οικονομικών κυρώσεων λόγω «παράβασης του διεθνούς δικαίου» επιχειρώντας να εκφοβίσουν τον αντίπαλο. Ουσιαστικά, έχουν τη δυνατότητα να αυξομειώνουν την ένταση διακινδυνεύοντας ελάχιστα. Οι εμπορικές συναλλαγές ΗΠΑ-Ρωσίας είναι αμελητέου μεγέθους. Το μόνο ερωτηματικό για την υπερδύναμη είναι το εύρος των κερδών της.

Έχοντας βρεθεί σε θέση αμυνόμενου στο σκάκι της διεθνούς διπλωματίας, η Ρωσία, με την επέμβασή της στην Κριμαία και τις ενέργειες στις οποίες προέβη ή φέρεται να έχει προβεί, κάνει τα απαραίτητα για να δείξει ότι θα πράξει οτιδήποτε χρειαστεί για να διαφυλάξει όσα θεωρεί ζωτικά συμφέροντά της. Θα παλέψει λυσσαλέα για να αποτρέψει τις απώλειες κι έχει τα όπλα (και τα οικονομικά) για να διασπάσει τη συμμαχία των αντιπάλων της, αλλά διακινδυνεύει πολλά στην παρούσα κρίση.

ΙΙΙ. Και η Ευρώπη; Η Ευρώπη εξακολουθεί να επιδεικνύει την αδυναμία της να αρθρώσει συγκροτημένο πολιτικό λόγο. Προς το παρόν, φαίνεται να υπακούει στα κελεύσματα της συμμάχου υπερδύναμης. Πρέπει όμως να απαντήσει σε μια σειρά από ερωτήματα: τη συμφέρει η ύπαρξη εστίας έντασης στην ευρύτερη περιοχή της και μια ενδεχόμενη διχοτόμηση της Ουκρανίας με γνώμονα τα συμφέροντα άλλων; Μπορεί να αντέξει μια ευθεία οικονομική σύγκρουση με ένα σημαντικό εμπορικό εταίρο της;

Αντιθέτως προς ό,τι πιστεύουν οι περισσότεροι, το πρόβλημα της Ευρώπης δεν είναι η πολιτική ηγεμονία της Γερμανίας, αλλά η απροθυμία της να αναλάβει έναν τέτοιο ρόλο εκτός του αυστηρού ελέγχου των δημοσιονομικών της Ευρωζώνης. Όσο, όμως, κι αν αυτό δεν μας αρέσει, διαπιστώνεται στην πράξη ότι οι πρώτοι ρόλοι στη διεθνή σκηνή απαιτούν όχι μόνο οικονομική, αλλά και στρατιωτική ισχύ. Όταν οι μούδες των ενετικών εμπορικών διέσχιζαν τη μεσαιωνική Μεσόγειο συνοδεύονταν πάντα από πολεμικά πλοία της Γαληνοτάτης.

Θα ήταν άδικο, πάντως, αν δεν αναφερόταν ότι η Γερμανία έχει κρατήσει έως τώρα μετριοπαθή στάση, επιδιώκοντας σταθερά τη διπλωματική επίλυση της κρίσης. Κίνηση απλής λογικής για μια χώρα που αποτελεί τον μεγαλύτερο πελάτη παγκοσμίως ρωσικού φυσικού αερίου (το οποίο καλύπτει το ένα τρίτο, τουλάχιστον, των ενεργειακών αναγκών της Γερμανίας) κι έχει τον μεγαλύτερο (από κάθε άλλη ευρωπαϊκή χώρα) όγκο εμπορικών συναλλαγών με τη Μόσχα.

Επομένως, βασικός λόγος αισιοδοξίας για την αποκλιμάκωση της έντασης και την εξεύρεση συμβιβαστικής λύσης στο ουκρανικό ζήτημα είναι ακριβώς η απροθυμία των Ευρωπαίων να ακολουθήσουν τις ΗΠΑ σε μια μετωπική διπλωματική σύγκρουση με τη Ρωσία, καθώς οι οικονομικές συνέπειες θα είναι εξαιρετικά σοβαρές για την Ευρώπη. Για αυτό άλλωστε και η μόνη κύρωση που αποφασίστηκε είναι ένα μέτρο εντυπώσεων, το πάγωμα των συνομιλιών για τη διευκόλυνση της κυκλοφορίας Ρώσων υπηκόων εντός της ΕΕ, δηλαδή συνομιλιών που έχουν ουσιαστικά παγώσει εδώ και καιρό. Ένας άλλος είναι η ύπαρξη μετριοπαθών φωνών και εντός των ΗΠΑ: παραδόξως (;) η πιο αντικειμενική τοποθέτηση για την ουκρανική κρίση που δημοσιεύθηκε σε μεγάλο αμερικανικό ΜΜΕ ήταν το άρθρο του Χένρυ Κίσσιντζερ στη Γουώσινγκτον Ποστ της 5ης Μαρτίου. Για τον Κίσσιντζερ, η μόνη βιώσιμη λύση είναι αυτή της συμφιλίωσης και του συμβιβασμού, τόσο των αντιπάλων παρατάξεων στο εσωτερικό όσο και των εκτός Ουκρανίας εμπλεκομένων δυνάμεων, έτσι ώστε η χώρα, αντί για σημείο αντιπαράθεσης, να αποτελέσει τη γέφυρα μεταξύ Ανατολής και Δύσης.

[Γράφτηκε για τα Ενθέματα και δημοσιεύθηκε στο φύλλο της 9ης Μαρτίου 2014]

Ρινάτ Αχμέτοφ

Ρινάτ Αχμέτοφ

ΠΡΟΣΘΗΚΗ: [ανάρτηση της 10ης Μαρτίου 2014 στο Facebook] Στην Ουκρανία, μια δεκάδα άνθρωποι κατέχουν πάνω από το 50 % του οικονομικού πλούτου της χώρας και ελέγχουν πάνω από τους μισούς βουλευτές και εκλεγμένους τοπικούς άρχοντες. Ανάμεσά τους, ο τατάρικης καταγωγής Ρινάτ Αχμέτοφ, ιδοκτήτης του ποδοσφαιρικού συλλόγου της Σαχτιόρ/ Σαχτάρ του Ντανιέτσκ, ελέγχει πάνω από το 20 % των πλουτοπαραγωγικών πηγών της χώρας! Μιλάμε για ανθρώπους που απέκτησαν περιουσίες αμύθητης αξίας δαπανώντας ένα ελάχιστο τίμημα για την αγορά δημόσιας, μέχρι τη διάλυση της ΕΣΣΔ, περιουσίας, μέσω διαδικασιών που δύσκολα θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν διαφανείς. Οι ίδιοι άνθρωποι έχουν φυσικά προσπαθήσει να «οικοδομήσουν», ιδίως στη Δύση, εικόνα ευεργέτη μέσω διαφόρων κοινωφελών και φιλανθρωπικών ιδρυμάτων. Καθώς τα περιουσιακά στοιχεία τους βρίσκονται κυρίως στην πλούσια ανατολική Ουκρανία, είχαν αποτελέσει βασικά στηρίγματα του καθεστώτος Γιανουκόβιτς. Η νέα εξουσία στο Κίεβο επιχειρεί να τους προσεταιρισθεί, για να διασφαλίσει τον έλεγχο της χώρας. Η προσπάθεια αυτή είναι πιθανό να στεφθεί από επιτυχία: όχι μόνον οι ολιγάρχες προτιμούν την πολιτική σταθερότητα, αλλά προκρίνουν μια αδύναμη εξουσία στο Κίεβο από τον στενό έλεγχο του Κρεμλίνου.

Κατά τα λοιπά, εσείς μπορείτε να συνεχίσετε να αναζητείτε «καλούς» και «κακούς» σ’ αυτήν την αμείλικτη αντιπαράθεση συμφερόντων και να πιστεύετε ότι μια δήλωση καταδίκης (της ρωσικής επέμβασης στην Κριμαία ή της δράσης των ακροδεξιών στο Κίεβο και τη Δυτική Ουκρανία) θα κάνει τον κόσμο αυτομάτως καλύτερο και… θα οδηγήσει στην εκ νέου ενοποίηση… της Κύπρου.

Σχετικά με το ουκρανικό ζήτημα: Σύγχυση γενικώς

Προκαλεί πράγματι εντύπωση ο απλοϊκός τρόπος με τον οποίο παρουσιάζονται στην Ελλάδα οι δραματικές εξελίξεις στην Ουκρανία. Από τη μία πλευρά, δημοσιεύονται πολιτικές αναλύσεις, υποτίθεται «φιλοευρωπαϊκές», τις οποίες υποψιάζομαι ότι, τηρουμένων των αναλογιών, δεν θα καταδεχόταν να υπογράψει ούτε κομματικός ινστρούχτορας μικρομεσαίας πόλης του Κάτω Βόλγα. Από την άλλη, είναι αδύνατο να συμφωνήσει κάποιος με απόψεις του τύπου «στην Ουκρανία την Ε.Ε. την υποστηρίζουν μόνον οι νεοναζί». Στην πραγματικότητα, μιλάμε για μια κρίση που μπορεί να εξηγηθεί με όρους γεωπολιτικής και η οποία έχει τα αίτιά της σε πολύ παλαιότερες εποχές. Για να είμαστε ακριβείς, η «καλή» ή «κακή» Ε.Ε. δεν είναι παρά μια πρόφαση, μια αφορμή· το διακύβευμα είναι εντελώς διαφορετικό.

Καταρχάς, πρέπει να επισημανθούν ορισμένα στοιχεία σχετικά με τα γεγονότα που αποτέλεσαν την αφορμή για να ξεσπάσει η κρίση στην Ουκρανία.

* Για μεγάλο χρονικό διάστημα, οι πολιτικές δυνάμεις που σήμερα χαρακτηρίζονται ως «αντιευρωπαϊκές» ήταν αυτές που «έτρεχαν» την υπόθεση της συμφωνίας σύνδεσης Ε.Ε.-Ουκρανίας. Επομένως, οι διακρίσεις με γνώμονα το ευρωπαϊκό κριτήριο δεν είναι τόσο ευχερείς.

* Η υπογραφή της συμφωνίας σύνδεσης είχε παγώσει για περίπου 1,5 χρόνο, επειδή η Ε.Ε. και τα κράτη μέλη ζητούσαν –όχι αδικαιολόγητα– από την Ουκρανία να προβεί σε μεταρρυθμίσεις του δικαστικού συστήματος και της έννομης τάξης της εν γένει (εμβληματικά επισημαινόταν η υπόθεση της συνεχιζόμενης φυλάκισης της πρώην προέδρου Τιμοσένκο).

* Είναι προφανές ότι πολλοί δεν γνωρίζουν τι ακριβώς είναι μια συμφωνία σύνδεσης. Πρόκειται για γενικού περιεχομένου συμφωνία με την οποία διακηρύσσεται ότι τα συμβαλλόμενα μέρη έχουν κοινές αρχές και η οποία συνοδεύεται ενίοτε (αλλά όχι κατ’ ανάγκη) με εμπορικά προνόμια για τη συνδεδεμένη χώρα και κάποιες διευκολύνσεις κυκλοφορίας εντός της Ε.Ε. για τους υπηκόους της. Δεν συνεπάγεται καμία απολύτως δέσμευση περί ένταξης, ούτε καν για έναρξη ενταξιακών διαπραγματεύσεων στο εγγύς ή το απώτερο μέλλον. Δεν είναι τυχαίο ότι η Ένωση έχει υπογράψει συμφωνία σύνδεσης με την Τουρκία ήδη από το 1963, χωρίς βέβαια η χώρα να ενταχθεί στην Ε.Ε. Συμφωνίες σύνδεσης έχουν υπογραφεί ακόμη με χώρες όπως το Μαρόκο ή η Χιλή. Δεν νομίζω να αναμένει κανείς ότι η Χιλή θα αποτελέσει το 29ο μέλος της Ένωσης.

Σημαντικότερα είναι, όμως, τα βαθύτερα αίτια της ουκρανικής κρίσης.

Τα εδάφη της Ουκρανίας υπήρξαν κάποτε κοιτίδα του ρωσικού κράτους (το οποίο, για να είμαστε ακριβείς, συγκροτήθηκε από Σκανδιναβούς). Τον 15ο αιώνα, όμως, βρέθηκαν υπό πολωνικό έλεγχο. Το 1648 η εξέγερση του Μπαγκντάν Χμελνίτσκι οδήγησε σε μια πρόσκαιρη ανεξαρτητοποίηση της Ουκρανίας, αρκετά επισφαλή πάντως ώστε να αναζητηθεί η βοήθεια του ομόδοξου ισχυρού γείτονα: τον Ιανουάριο του 1654, με τη Συνθήκη του Περεγιασλάβλ, οι Κοζάκοι αναγνώριζαν την επικυριαρχία του τσάρου Αλέξιου της Ρωσίας. Σχετικά γρήγορα η επικυριαρχία εξελίχθηκε σε απορρόφηση. Κατά τους αιώνες που ακολούθησαν, η τάση της αφομοίωσης από τη Ρωσία συνυπήρχε με τις δυνάμεις ενός πολύμορφου ουκρανικού εθνικισμού οι οποίες ενεργοποιούνταν αναλόγως των ιστορικών συγκυριών (μεταξύ των οποίων και η ναζιστική κατοχή).

Η Ουκρανία σήμερα δεν είναι μία χώρα· είναι δύο τουλάχιστον. Υπάρχει «ουκρανική» Δύση και «ρωσική» Ανατολή, κάτι πολύ λογικό για ένα λαό του οποίου η εθνογένεση δεν ολοκληρώθηκε ποτέ. Πολύ λογικό για μια χώρα της οποίας τα σύνορα χαράχτηκαν με γνώμονα πολλούς και διάφορους λόγους, έτσι ώστε σήμερα να περιλαμβάνει εδάφη που μέχρι τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο ήταν πολωνικά ή την έως το 1954 ρωσική Κριμαία η οποία ήταν το δώρο του Νικίτα Χρουστσόφ προς την Ουκρανία για τα 300 χρόνια από την «επανένωση Ρωσίας-Ουκρανίας».

Με απλά λόγια, το ζήτημα δεν είναι άλλο από την απομάκρυνση ή την προσάρτηση (όχι απαραίτητα τυπική) στη Ρωσία. Η Ε.Ε. είναι το πολύ ένα μέσο, τίποτε περισσότερο.

***

Το γεγονός ότι ίσως υπήρξε η διάθεση να «αποσπασθεί» από τη Ρωσία μια χώρα που ανήκει κατεξοχήν στη σφαίρα επιρροής της δεν είναι παράδοξο στο πλαίσιο των σύγχρονων γεωστρατηγικών συσχετισμών. Εφόσον όμως υπήρξε τέτοια βούληση, θα έπρεπε και τα μέσα να είναι ανάλογα (π.χ. γενναία οικονομική ενίσχυση, πολιτική στήριξη κ.ο.κ.). Στην προκειμένη περίπτωση, επιχειρήθηκε να γίνει επική παρτίδα πόκερ με μέσα που έφταναν για να παιχτεί το πολύ ένα άθλιο δελτίο ξυστού! Το αποτέλεσμα ήταν να απελευθερωθούν δυνάμεις που δεν μπορούν να ελεγχθούν και να προκληθεί αστάθεια που βλάπτει τα συμφέροντα της Ευρώπης, όπως κι αν τα εννοεί ο καθένας.

[Δημοσιεύθηκε στα Ενθέματα, στις 23 Φεβρουαρίου 2014. Αναδημοσιεύθηκε την επομένη στο ιστολόγιο του φίλου Νίκου Σαραντάκου «Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία«, με πλούσιο σχολιασμό]

Σοβιετική δημοκρατία του Λουξεμβούργου;

Tις τελευταίες ημέρες, καθώς το ελληνόφωνο διαδικτυακό «χωριό» είχε χωριστεί σε αντίπαλα στρατόπεδα εξαιτίας της λειτουργίας των καταστημάτων τις Κυριακές, άρχισε να αναπαράγεται σχεδόν μαζικά ένα κείμενο που υποτίθεται ότι μας πληροφορεί για τις ώρες λειτουργίας των καταστημάτων στις χώρες της ΕΕ. Πηγή του κειμένου φαίνεται να είναι άρθρο που δημοσιεύθηκε σε εφημερίδα ευρείας κυκλοφορίας τον Ιανουάριο του 2009. Από περιέργεια, θέλησα να δω τι ανέφερε για τη χώρα στην οποία διαμένω εδώ και χρόνια και διαπίστωσα ότι αναγράφονταν τα εξής: «Λουξεμβούργο: Δευτέρα-Σάββατο: 06.00-20.00 και Κυριακή 06.00-13.00». Ακόμη και χωρίς προσωπική γνώση της κατάστασης, κάποιος θα παραξενευόταν με την ιδέα εμπορικών καταστημάτων που είναι ανοιχτά από τις 6 το πρωί. Λαμβάνοντας υπόψη και τα διδάγματα της πείρας ήταν σαφές ότι τα παρατιθέμενα στοιχεία δεν ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα.

Η εφημερίδα επισήμαινε ότι τα στοιχεία προέρχονταν από την EuroCommerce, μια ευρωπαϊκή ένωση επιχειρήσεων χονδρικού και λιανικού εμπορίου. Πράγματι, στον ιστότοπο της επαγγελματικής ένωσης αυτής υπάρχει σχετικό αρχείο με τα επίμαχα στοιχεία. Μόνο που συνοδεύεται από δήλωση αποποίησης ευθύνης και υπόμνηση ότι τα όποια στοιχεία παρατίθενται απλώς για ενημέρωση.

***

Ποια είναι η αλήθεια; Στο Λουξεμβούργο, το ζήτημα του ωραρίου λειτουργίας των εμπορικών καταστημάτων ρυθμίζεται με απόφαση της οικείας δημοτικής αρχής. Η απόφαση εκδίδεται κατόπιν διαβουλεύσεως με όλους τους εμπλεκόμενους φορείς (τοπικό εμπορικό επιμελητήριο, σύλλογοι εμποροϋπαλλήλων, ενώσεις καταναλωτών). Όσον αφορά την Πόλη του Λουξεμβούργου, τα εμπορικά λειτουργούν τη Δευτέρα μόνο το απόγευμα (14.00-18.00), ενώ από την Τρίτη έως και το Σάββατο από τις 9 το πρωί έως τις 6 το απόγευμα. Τα μεγάλα σουπερμάρκετ που βρίσκονται σε εμπορικά κέντρα έχουν τη δυνατότητα να είναι ανοιχτά με ωράριο 8.00-20.00. Όσον αφορά τη λειτουργία τις Κυριακές, κάποια σουπερμάρκετ είναι ανοιχτά από τις 8 το πρωί μέχρι τις 12 το μεσημέρι. Ειδικά τα εμπορικά καταστήματα, βάσει σχετικά πρόσφατης απόφασης (Νοέμβριος 2012), έχουν πλέον τη δυνατότητα, εφόσον το επιθυμούν, να είναι ανοιχτά από τις 14.00 έως τις 18.00 την πρώτη Κυριακή κάθε μήνα, από τον Απρίλιο μέχρι και τον Οκτώβριο (επτά ημέρες συνολικά). Στις ημέρες αυτές πρέπει να προστεθούν και οι οκτώ ετησίως ημερομηνίες κατά τις οποίες τα καταστήματα ανοίγουν εκ παραδόσεως την Κυριακή. Και αυτές οι ημερομηνίες είναι σαφώς καθορισμένες με τρόπο δεσμευτικό για όλες τις επιχειρήσεις: πρόκειται για την πρώτη Κυριακή καθεμιάς από τις δύο περιόδους εκπτώσεων, τις τέσσερις Κυριακές που προηγούνται των Χριστουγέννων, την τρίτη Κυριακή του Μαρτίου (για τις «ανοιξιάτικες αγορές») και την τρίτη Κυριακή του Οκτωβρίου, όταν, σύμφωνα με την τοπική παράδοση, αγοράζεται το καινούριο παλτό για τον χειμώνα.

Ποια συμπεράσματα προκύπτουν από το παράδειγμα του Λουξεμβούργου, το οποίο, ανεξαρτήτως του μικρού μεγέθους της χώρας, είναι όλως ενδεικτικό των όσων ισχύουν στα κράτη της Δυτικής Ευρώπης; Πράγματι παρατηρείται τάση διεύρυνσης του ωραρίου λειτουργίας, η οποία όμως δεν επιφέρει άναρχες ή ριζικές μεταβολές. Πράγματι αναγνωρίζεται ότι κάτι τέτοιο μπορεί να συμβάλει στην αύξηση του κύκλου εργασιών, αλλά όχι με τρόπο εντυπωσιακό. Σε καμία περίπτωση το μέτρο δεν παρουσιάζεται ως κεφαλαιώδους σημασίας για την οικονομία και την κοινωνία γενικότερα. Και, βέβαια, όλα αυτά συνοδεύονται από τη δέσμευση ότι θα τηρηθεί ευλαβικά η ισχύουσα εργατική νομοθεσία, ιδίως όσον αφορά τα προβλεπόμενα για τα σχετικά δικαιώματα των εργαζομένων.

Σε πιο θεσμικό επίπεδο, επισημαίνεται ότι το ζήτημα το ωραρίου λειτουργίας των εμπορικών καταστημάτων δεν καταλείπεται βεβαίως στην αυτορρύθμιση, όπως διατείνονται κάποιες φωνές στη χώρα μας, αλλά εξακολουθεί να ρυθμίζεται σχολαστικά από δημόσια αρχή. Σχολαστικά, όμως, δεν σημαίνει και αυθαίρετα. Το παράδειγμα του Μεγάλου Δουκάτου μας υπενθυμίζει μια σειρά από χρήσιμες έννοιες που φαίνεται πως έχουν λησμονηθεί στην καθ’ ημάς Ανατολή: αποκέντρωση, εκχώρηση αρμοδιοτήτων στους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης, διαβούλευση με όλους τους ενδιαφερομένους.

Στην πραγματικότητα, η περί αυτορρύθμισης εμμονή ενέχει μια πλάνη που δεν είναι αμελητέας σημασίας. Κάθε ζήτημα που αφορά το κοινωνικό σύνολο (και η λειτουργία καταστημάτων που απευθύνονται στο κοινό είναι ένα από αυτά) δεν μπορεί να επιλύεται με τρόπο άναρχο, ως άτακτη παράθεση ατομικών συμφερόντων. Η λύση πρέπει να είναι η συνισταμένη όλων αυτών, καθοριζομένη κατά τον πλέον ωφέλιμο για το σύνολο τρόπο. Εν προκειμένω, υπάρχουν τέσσερις εμπλεκόμενοι παράγοντες: επιχειρήσεις, εργαζόμενοι, καταναλωτές και Δημόσιο. Το τελευταίο είναι αυτό που νομιμοποιείται, ως εκφραστής του κοινωνικού συνόλου, να εντοπίσει το σημείο ισορροπίας και να επιλύσει τις όποιες συγκρούσεις συμφερόντων.

Αυτονόητα όλα αυτά, αλλά όχι στη χώρα μας, όπου το άνοιγμα των εμπορικών καταστημάτων τις Κυριακές παρουσιάζεται ως σπουδαίο αναπτυξιακό μέτρο, μείζων μεταρρύθμιση ή ως κίνηση υψηλού συμβολισμού με παραπομπή… στις ατομικές ελευθερίες. Θα ήταν σκληρό να υπενθυμίσει κάποιος το γνωστό «όπου φτωχός κι η μοίρα του». Εάν, πάντως, η πενία δεν νοηθεί με σημασία αποκλειστικά οικονομική, ίσως η διαπίστωση να είναι κι ακριβής.

***

Ένα ηλιόλουστο μεσημέρι του Οκτώβρη, βρέθηκα σ’ ένα εστιατόριο της πόλης. Παρά τον θαυμάσιο καιρό, το κατάστημα δεν είχε στρώσει τα τραπέζια στον εξωτερικό του χώρο. Ρώτησα τον σερβιτόρο κι εκείνος μου απάντησε τα εξής: «Κι εμείς θα το θέλαμε, αλλά η άδεια που μας έχει χορηγήσει ο δήμος μάς επιτρέπει να τα στρώνουμε μέχρι τις 30 Σεπτεμβρίου μόνον». Αναρωτήθηκα αν τελικά ζω στην τελευταία σοβιετική δημοκρατία της Ευρώπης. Ήμουν τόσο ταραγμένος που βγαίνοντας νόμιζα ότι στο δρόμο κυκλοφορούσαν μόνο Λάντα και Τράμπαντ. Έπειτα, θυμήθηκα ότι τα ίδια περίπου ισχύουν και σε όλες τις γειτονικές χώρες. Και, παρατηρώντας προσεκτικότερα, διαπίστωσα ότι τα αυτοκίνητα έφεραν συχνά μερικά από τα εταιρικά εμβλήματα που συμβολίζουν την (επαπειλούμενη) ευημερία του Δυτικού Κόσμου!

Τα πράγματα είναι πιο απλά, όταν συνειδητοποιήσουμε ότι οι ατομικές επιθυμίες και συμφέροντα δεν συμπίπτουν πάντα με αυτά της κοινωνίας συνολικά κι ότι δεν είναι θεμιτό τα πρώτα να επιβάλλονται στα δεύτερα.

[Γράφτηκε για τα Ενθέματα και δημοσιεύθηκε στο φύλλο της 10ης Νοεμβρίου 2013]