Προσωπικά δεδομένα…

Φραντς Κόνραντ φον Χέτσεντορφ, πορτραίτο φιλοτεχνημένο από τον Χέρμανν Τόργκλερ, 1915

Φραντς Κόνραντ φον Χέτσεντορφ, πορτραίτο φιλοτεχνημένο από τον Χέρμανν Τόργκλερ, 1915

Οι μεγάλες μεταβολές είναι έργο σχεδόν αόρατων δυνάμεων, συλλογικών κι απρόσωπων, που επενεργούν υπόγεια στις ανθρώπινες κοινωνίες σε βάθος χρόνου. Σε κάποιες περιπτώσεις, όμως, όταν επιχειρείται να εξηγηθούν συγκεκριμένα ιστορικά γεγονότα, η προσωπικότητα των πρωταγωνιστών τους είναι πάντα άξια προσοχής.

Στο δαιδαλώδες πλέγμα των πολλαπλών κέντρων εξουσίας της Αυστροουγγρικής Αυτοκρατορίας, εκεί κάπου στις αρχές του 20ού αιώνα, η φιλοπόλεμη σκληρή γραμμή ενσαρκωνόταν κυρίως από έναν άνθρωπο: τον Φραγκίσκο Ξαβέριο Ιωσήφ Κορράδο βαρόνο του Χέτσεντορφ (Franz Xaver Josef Conrad von Hötzendorf), αρχηγό του Γενικού Επιτελείου Ενόπλων Δυνάμεων της αυτοκρατορίας.

Γόνος αριστοκρατικής οικογένειας στρατιωτικών, ο φον Χέτσεντορφ γεννήθηκε το 1852 στο Πέντσινγκ, ένα προάστιο της Βιέννης. Ακολούθησε κι εκείνος στρατιωτική σταδιοδρομία και διακρίθηκε τόσο ως διοικητής μονάδων όσο και ως καθηγητής στρατιωτικών σχολών και θεωρητικός της τακτικής και της στρατηγικής, φτάνοντας, το 1902, στον βαθμό του στρατάρχη. Το 1886 είχε νυμφευθεί την κατά οκτώ χρόνια νεότερή του Βιλελμίνη λε Μπω, με την οποία απέκτησε τέσσερις γιους.

Ο φον Χέτσεντορφ θα μπορούσε να χαρακτηριστεί φυσιογνωμία εξαιρετικά ενδιαφέρουσα ή παράξενη (πράγμα που τελικά ίσως και να είναι το ίδιο). Η ψυχική ισορροπία του ήταν ιδιαίτερα εύθραυστη. Μετά τον πρόωρο θάνατο της συζύγου του, το 1905, έπεσε σε βαθιά κατάθλιψη. Έφτασε μέχρι του σημείου να σκέφτεται μήπως θα ήταν καλύτερο να παραιτηθεί από τη θέση του στο στράτευμα. Η συνηθέστερη διαφυγή του από τη θλίψη ήταν οι συχνές εκδρομές του στα βουνά: περνούσε ώρες ολόκληρες σχεδιάζοντας απότομες δασωμένες πλαγιές. Ο διορισμός του το 1906 στη θέση του αρχηγού του Γενικού Επιτελείου θα πρέπει να έδωσε, προσωρινά έστω, τέλος στις αμφιβολίες του.

Βιργινία φον Ράινινγκχάους

Βιργινία φον Ράινινγκχάους

Κι έπειτα… ήρθε ο έρωτας. Το 1907, σε κάποια δεξίωση, γνώρισε τη Βιργινία (Τζίνα) φον Ράινινγκχάους, σύζυγο ενός Βιεννέζου βιομηχάνου. Την επομένη την επισκεπτόταν στην έπαυλή της: «Είμαι παράφωρα ερωτευμένος μαζί σας κι η μόνη σκέψη που έχω στο μυαλό μου είναι ότι πρέπει να γίνετε γυναίκα μου»! Η έκπληκτη Τζίνα προσπάθησε να του εξηγήσει ότι υπήρχε ένα ανυπέρβλητο εμπόδιο: ο επταπλός δεσμός με τον σύζυγό της και τα έξι παιδιά τους. Αυτό δεν ήταν αρκετό για να αποθαρρύνει τον πενηνταπεντάχρονο στρατιωτικό που ως θεωρητικός πίστευε ότι η επίθεση είναι ό,τι καλύτερο. Μια μέρα αργότερα, ένας υπασπιστής του επισκεπτόταν την φον Ράινινγκχάους για να τη συμβουλέψει ότι, δεδομένης της εύθραυστης ψυχικής υγείας του επιτελάρχη, καλό θα ήταν η κυρία βιομηχάνου να μην του στερήσει κάθε ελπίδα! Λίγες μέρες μετά, ο Κόνραντ φον Χέτσεντορφ επέστρεφε για να δηλώσει στην Τζίνα ότι αν τον απέρριπτε θα υπέβαλε την παραίτησή του από τη θέση του αρχηγού του γενικού επιτελείου και θα ιδιώτευε. Μπροστά στον ερωτικό εκβιασμό, βρέθηκε τελικά μια συμβιβαστική λύση: η Τζίνα θα συνέχιζε να ζει με τον άντρα της και τα παιδιά τους, αλλά με την πρώτη ευκαιρία θα είχε κατά νου τον φον Χέτσεντορφ.

Και η ευκαιρία δεν άργησε να εμφανισθεί. Ο κύριος φον Ράινινγκχάους, άλλωστε, είχε πολλές ερωμένες για να ξεχαστεί. Κι αν ήθελε να παρηγορηθεί δεν είχε παρά να δει τα νούμερα στις επικερδείς συμβάσεις προμήθειας των ενόπλων δυνάμεων τις οποίες του χάριζε η απιστία της συζύγου του.

hotzendorff1248575145_65Ο Κόνραντ φον Χέτσεντορφ είχε ανακαλύψει το νόημα της ζωής. Έγραφε στην αγαπημένη του ερωτικές επιστολές κάθε ημέρα. Επειδή όμως δεν μπορούσε να τις στείλει δίχως να θέσει σε κίνδυνο το μέλλον όχι μόνο δύο οικογενειών, αλλά κι ολόκληρης της αυτοκρατορίας, επέλεξε να τις συγκεντρώνει σε ένα ημερολόγιο το οποίο ονόμασε «Ημερολόγιο των μαρτυρίων μου». Από το 1907 έως το 1915 έγραψε στην Τζίνα περισσότερες από τρεις χιλιάδες επιστολές, κάποιες από τις οποίες ξεπερνούσαν τις εξήντα σελίδες. Κι ήταν τέτοια η ψύχωση με τον ερωτικό δεσμό του που όταν, χρόνια αργότερα, ανοίχτηκε το προσωπικό αρχείο του, βρέθηκαν πάμπολλα αποκόμματα εφημερίδων με διαφημίσεις για αντιρυτιδικές κρέμες κι αντρικά καλλυντικά.

Επειδή αυτό που είχε σημασία για τον φον Χέτσεντορφ ήταν ο παράνομος δεσμός του, εκείνος δεν είχε κανένα ενδοιασμό να υποστηρίζει ακραίες θέσεις στην επαγγελματική ζωή του. Σε καθένα από τα πολλά διπλωματικά ζητήματα που ταλάνιζαν την αυτοκρατορία ο φον Χέτσεντορφ έδινε πάντα την ίδια απάντηση: πόλεμος! Πόλεμος κατά του Βασιλείου της Σερβίας, πόλεμος κατά του Μαυροβουνίου, πόλεμος κατά της Ρουμανίας και της τσαρικής Ρωσίας, πόλεμος ακόμη κι εναντίον της τυπικά συμμάχου Ιταλίας. Ο αρχηγός του γενικού επιτελείου ήταν δαρβινιστής: πίστευε ότι τόσο οι ανθρώπινες κοινωνίες όσο και η διεθνής κοινότητα αποτελούν πεδίο συγκρούσεων από τις οποίες μόνον οι ισχυρότεροι μπορούν να επιβιώσουν.

Δεν ήταν κι ένθερμος οπαδός της δυαρχίας που είχε καθιερώσει ο αυτοκράτορας Φραγκίσκος Ιωσήφ. Οι Ούγγροι τού προκαλούσαν έντονη δυσπιστία. Δεν είναι λοιπόν τυχαίο που είχε εγκάρδιες σχέσεις με τον αρχιδούκα Φραγκίσκο Φερδινάνδο, πρίγκιπα διάδοχο της αυτοκρατορίας. Ούτε ότι ο Υπουργός Εξωτερικών Αλόις Λέξα φον Έρενταλ καταλεγόταν ανάμεσα στους αντιπάλους του. Εκείνος ήταν, άλλωστε, που πρότεινε στον αυτοκράτορα να απολύσει τον φον Χέτσεντορφ εξαιτίας των αναίτια φιλοπολεμικών απόψεών του. Τον Δεκέμβριο του 1911 ο αυτοκράτορας και αποστολικός μονάρχης απήλλασσε τον ήρωά μας από τα καθήκοντά του. Προσωρινά μόνο, όπως επρόκειτο να αποδειχτεί. Ένα χρόνο αργότερα, ο αρχιδούκας έπειθε τον θείο του να διορίσει εκ νέου τον Φον Χέτσεντορφ αρχηγό του γενικού επιτελείου. Ο φον Έρενταλ, ήδη από τον Φεβρουάριο του 1912, είχε αποδημήσει σε άλλους τόπους εξαιτίας μιας καλπάζουσας λευχαιμίας.

Κάπως έτσι, ο Φον Χέτσεντορφ δεν σταματούσε να ονειρεύεται τον πόλεμο, τον πόλεμο που θα του έδινε την ευκαιρία να επιστρέψει σαν ήρωας και να κερδίσει για πάντα την καρδιά της αγαπημένης του Τζίνας, βουλώνοντας τα στόματα του κοινωνικού περίγυρου. Στα άρθρα του σε εφημερίδες, στις επίσημες αναφορές και τα υπομνήματα που συνέτασσε, ξεκινούσε πάντα υπερήφανα με την ίδια φράση:  «Θα υποστηρίξω εν προκειμένω την άποψη που πάντα υποστήριζα». Κι η άποψη αυτή ήταν ο πόλεμος. Μόνο κατά τη διάρκεια του 1913, πρότεινε ως μόνη λύση τον πόλεμο κατά της Σερβίας σε τουλάχιστον 25 έγγραφα!

Ο φον Χέτσεντορφ στο γραφείο του, 1914

Ο φον Χέτσεντορφ στο γραφείο του στο Γενικό Επιτελείο, 1914

Και κάποια στιγμή ο πόλεμος έφτασε! Κι είχε γι’ αφορμή τη δολοφονία του αρχιδούκα, του αγαπητού φίλου και προστάτη. Κι ο αρχηγός του επιτελείου έπρεπε τώρα να παίρνει αποφάσεις από τις οποίες θα κρίνονταν ζωές. Χιλιάδες ζωές. Αποφάσεις που πολλοί μετά από χρόνια θα υποστήριζαν ότι ήταν καταστροφικές. Μα ο φον Χέτσεντορφ δεν πρέπει να το ένιωθε έτσι. Άλλωστε, το 1915 κατόρθωνε να παντρευτεί την αγαπημένη του, παρά τις έντονες αντιδράσεις των γιων του και των παιδιών της φον Ράινινγκχάους.

Σε κάθε περίπτωση, πλήρωσε υψηλό τίμημα για τις επιλογές του. Δύο γιοι του σκοτώθηκαν στα πεδία των μαχών. Είδε την αγαπημένη του αυτοκρατορία να διαλύεται.

Πέθανε στις 25 Αυγούστου 1925 στο Μπαντ Μέργκεντχάιμ της Γερμανίας ενώ ακολουθούσε πρόγραμμα λουτροθεραπείας. Στην κηδεία του, στις 2 Σεπτεμβρίου, εκατό χιλιάδες Βιεννέζοι τον συνόδεψαν στην τελευταία του κατοικία. Η Τζίνα πληροφορήθηκε την ύπαρξη του ημερολογίου του δεύτερου συζύγου της με τις τρεις χιλιάδες ερωτικές επιστολές μόνον αφότου εκείνος δεν βρισκόταν πια στη ζωή.

[Πηγές: Christopher Clark The Sleepwalkers: how Europe went to war in 1914, εκδ. Allen Lane, Λονδίνο 2012 και Penguin Books, Λονδίνο 2013, σελ. 101 επ. (ελληνική έκδοση: «Οι Υπνοβάτες: πώς η Ευρώπη πήγε στον πόλεμο το 1914», εκδ. Αλεξάνδρεια, Αθήνα 2014, μετάφραση Κώστας Κουρεμένος)/ Lawrence Sondhaus: «Franz Conrad von Hötzendorf. Architect of the apocalypse» Humanity Press, Βοστώνη 2000/ Wikipédia/ Virginia „Gina“ Laura Antonia Gräfin Conrad von Hötzendorf «Mein Leben mit Conrad von Hötzendorf», Λειψία 1935]

Advertisements

Στις εσχατιές της Μεσευρώπης

Τσερνιβτσί: η Πλατεία Θεάτρου

Τσερνιβτσί: η Πλατεία Θεάτρου

Τον νέο Ουκρανό πρωθυπουργό τον έχετε ήδη δει οι περισσότεροι σε εκείνη τη φωτογραφία όπου φαίνεται να χαιρετά ναζιστικά. Οι περισσότεροι, επίσης, δεν γνωρίζετε τον τονισμό του ονόματός του, απολύτως δικαιολογημένα μια και στα ΜΜΕ εμφανίζονται όλοι οι πιθανοί εκτός από τον σωστό. Τυπική περίπτωση πολιτικού νέας κοπής στις χώρες του τέως ανατολικού μπλοκ, ο Αρσένιι Πετρόβιτς Γιατσενιούκ έχει να επιδείξει πολιτική σταδιοδρομία η οποία χαρακτηρίζεται μάλλον από οπορτουνισμό και ιδέες επιφανειακά «φιλοδυτικές», ταλαντευόμενες μεταξύ φιλελεύθερου και φιλολαϊκού (π.χ. «θέλουμε την Ευρώπη γιατί συνεπάγεται υψηλότερο επίπεδο παροχών στους τομείς της παιδείας και της υγείας») και σε αρκετές περιπτώσεις προδήλως αντιβαίνουσες στις δυτικές αντιλήψεις (άρνηση αναγνώρισης μειονοτικών γλωσσών, κατηγορηματική αντίθεση στην αναγνώριση του γάμου μεταξύ ατόμων του ιδίου φύλου). Ίσως τα σημαντικότερα στοιχεία να είναι ότι αποτελεί σαφώς εκπρόσωπο του ουκρανικού εθνικισμού και, ταυτόχρονα, τον εκλεκτό των ΗΠΑ στο πλαίσιο της ουκρανικής κρίσης.

 

Αρσένιι Γιατσενιούκ

Αρσένιι Γιατσενιούκ

Το πιο ενδιαφέρον, όμως, για μένα είναι η γενέτειρα του Γιατσενιούκ, το Τσερνιβτσί (Чернівці́) της Δυτικής Ουκρανίας [ρωσ.: Τσερνοβτσί (Черновцы και παλαιότερα Τσερνοβίτσι/ Чернови́цы), γερμανικά και γίντις: Τσέρνοβιτς (Czernowitz/ טשערנאָװיץ), ρουμανικά: Τσερνιάουτσι (Cernăuți), πολωνικά: Τσερνιόβτσε (Czerniowce)]. Ευρισκόμενο στην ιστορική περιοχή της Μπουκοβίνας, το Τσερνιβτσί ανήκε μέχρι το 1918 στην Αυστροουγγρική Αυτοκρατορία. Μετά τη διάλυση του κράτους των Αψβούργων πέρασε στο Βασίλειο της Ρουμανίας. Το 1940 την κατέλαβε η ΕΣΣΔ αποδίδοντάς την στη ΣΣΔ της Ουκρανίας. Με τη γερμανική εισβολή η πόλη επιστράφηκε στους Ρουμάνους συμμάχους του Γ΄ Ράιχ. Το 1944 ο Κόκκινος Στρατός ανακατέλαβε την πόλη, η οποία έκτοτε αποτελεί έδαφος της Ουκρανίας.

το κτιριακό συγκρότημα του Πανεπιστημίου της πόλης

το κτιριακό συγκρότημα του Πανεπιστημίου της πόλης

Είναι ενδιαφέρον ότι το 1930 η πληθυσμιακά κυρίαρχη στην πόλη εθνοτική ομάδα ήταν οι Εβραίοι (26,8 %), ακολουθούμενοι από τους Ρουμάνους (23,2 %), τους Γερμανούς (20,8 %) και τους Ουκρανούς (18,6 %). Στην πόλη ζούσαν επίσης αρκετοί Πολωνοί και σαφώς μικρότερος αριθμός Ρώσων και Ούγγρων. Από τότε η εθνοτική σύνθεση έχει αλλάξει: άλλωστε κατά τη διάρκεια του Β΄ ΠΠ τα 2/3 του εβραϊκού πληθυσμού της εξοντώθηκαν στα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Σήμερα η συντριπτική πλειονότητα των 260.000 κατοίκων της πόλης είναι Ουκρανοί (189.000).

Βέβαια, το πιο διάσημο πρόσωπο που έχει γεννηθεί στο Τσερνιβτσί δεν είναι ο Γιατσενιούκ.

Αλλά αυτή εδώ η κυρία:

Μίλα Κούνις: φωτό του χρήστη του flickr Gage Skidmore

Μίλα Κούνις: φωτό του χρήστη του flickr Gage Skidmore

Εάν, όμως, έπρεπε να μνημονεύσουμε το σημαντικότερο τέκνο του Τσερνιβτσί, αυτό δεν είναι άλλο από τον μεγάλο Πάουλ Τσέλαν.

Πάουλ Τσέλαν: φωτογραφία διαβατηρίου, 1938.

Πάουλ Τσέλαν: φωτογραφία διαβατηρίου, 1938.

[Facebook, 3 Μαρτίου 2014]

Ιστορία ενός δουκάτου που ήταν κάποτε πτωχό, πλην όμως τίμιο

Ήταν κάποτε μια κομητεία ανάμεσα στις Αρδέννες και τον Μοζέλλα… όχι ασήμαντη, όχι πολύ σπουδαία. Οι άρχοντές της γίνονται όλο κι ισχυρότεροι. Αποκτούν εδάφη δεξιά κι αριστερά. Κάποια στιγμή φτάνουν στο σημείο να ανέβουν στον θρόνο της Αγίας Γερμανικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Αλλά έχουν πλέον φύγει. Η έδρα τους είναι τώρα στην Πράγα, περιφέρονται στη Μεσευρώπη, έχουν να ασχοληθούν με ζητήματα πολύ σημαντικότερα από τον τόπο καταγωγής τους. Άλλοι ισχυροί πρόκειται να ενδιαφερθούν για αυτόν. Κάποιοι από αυτούς θα πάρουν από τον Οίκο του Λουξεμβούργου και τον αυτοκρατορικό θρόνο και τα πατρογονικά εδάφη.

Κι έτσι η κομητεία πέφτει στα χέρια των Αψβούργων. Για πολλά χρόνια στον κλάδο των Αψβούργων της Ισπανίας, από τον 18ο αιώνα και μετά σ’ αυτόν της Αυστρίας. Έχεις, όμως, κι έναν ισχυρό και βουλιμικό γείτονα που τον λένε Γαλλία. Κι έτσι το Λουξ κάνει κάτι εμφανίσεις στα εδάφη της, π.χ. επί Λουδοβίκου ΙΔ΄ και κυρίως με τη Γαλλική Επανάσταση και τον Ναπολέοντα.

Τι γίνεται, όμως, όταν ο Ναπολέοντας πάθει το Βατερλώ του; Έ, τότε οι μεγάλες δυνάμεις συσκέπτονται στη Βιέννη και, μεταξύ πολλών άλλων, αποφασίζουν να δημιουργήσουν ένα μεγάλο ενιαίο κράτος των Κάτω Χωρών με Ολλανδία, Βέλγιο και Λουξ και να το δώσουν στον Γουλιέλμο του Οίκου της Οράγγης και του Νασσάου. Ωραία όλα αυτά, αλλά έχουν υπολογίσει χωρίς τους Βέλγους που τους τη βάρεσε να γίνουν ανεξάρτητοι και λένε στον Γουλιέλμο πάρε τα κουβαδάκια σου κι άμε να παίξεις αλλού, τη Βρυξέλλα μας δεν θα την πειράξεις!

Τι να κάμει κι ο Γουλιέλμος, γυρνά στις Χάγες και στα Αμστελόδαμα και μένει με το Λουξ αμανάτι καμιά τετρακοσούρα χιλιόμετρα μακριά από τα σύνορά του. Επειδή κι οι Μεγάλοι συνειδητοποιούν ότι το όλο πράμα είναι ελαφρώς ξεκούδουνο, λένε κοινός μονάρχης μεν ο Γουλιέλμος, αλλά το Λουξ να είναι κράτος χωριστό από τις Κάτω Χώρες. Κι έτσι πορευόμαστε ως το τέλος του 19ου. Αλλά λησμόνησα να σας πω τα πιο σοβαρά: καλοί οι Ολλανδοί μονάρχες, αλλά το μεγάλο παιχνίδι παίζεται αλλού. Στον έλεγχο από τις δυνάμεις του ευρύτερου γερμανικού χώρου. Στην «προστασία» από τους Αψβούργους και σ’ αυτήν που παρέχουν οι Χοεντσόλλερν της Πρωσσίας, που εξακολουθούν να διατηρούν στρατιωτική φρουρά στο Λουξεμβούργο!

Και για μια φορά ακόμη, η τύχη του «Μεγάλου Δουκάτου» θα κριθεί στη Μεσευρώπη. Κάπου στις πεδιάδες της Βοημίας, στη Σάντοβα (1866), οι Πρώσοι θα δώσουν οριστικό τέλος στην ηγεμονία των Αμψούργων στον γερμανικό χώρο. Και θα τους αντικαταστήσουν πλήρως στον ρόλο του προστάτη του μικρού, πτωχού και τίμιου Λουξεμβούργου. Κι ως νέοι άτυποι επικυρίαρχοι θα πουν: καιρός να τελειώνουμε μ’ αυτήν την ανοησία του ολλανδικού θρόνου. Η ευκαιρία θα δοθεί το 1890 με τον πρόωρο θάνατο του Γουλιέλμου Γ΄, που δεν είχε αποκτήσει αρσενικό παιδί. Για τους μοντέρνους Ολλανδούς πά ντε προμπλέμ, θα κάνουμε βασίλισσα τη γλυκυτάτη Γουλιελμίνη. Στο Λουξ, όμως, λέει, το πράγμα κόμπλαρε, διότι κάποιοι υποστήριξαν ότι εκεί ίσχυε ακόμη ο αρχαίος νόμος των Σάλιων Φράγκων και δεν είναι δυνατό να δώσουμε τον θρόνο σε γυναίκα. Οπότε, ο θρόνος μας επήγε στα χέρια ενός ελάσσονος κλάδου του βασιλικού Οίκου του Νασσάου. Το πόσο μούφα ήταν η ιστορία αυτή, το καταλάβαμε σύντομα, διότι ο Μέγας Δουξ Γουλιέλμος του Λουξεμβούργου πέθανε κι αυτός χωρίς διάδοχο αρσενικό, μόνο που τότε είπανε, «δεν πειράζει γκάις, καλή και η Μαρία-Αδελαΐδα και να τα ξεχάσουμε τα παλιά, δεν είμεθα οπισθοδρομικοί άνθρωποι εμείς».

Κι έτσι, πάντα πτωχό, πλην τίμιο και κυρίως ανεξάρτητο, πορεύτηκε το Λουξεμβούργο. Μεταξύ δύο μεγάλων που έλεγαν πως ήταν καλύτερα να το αφήσουν στην ησυχία του, γιατί αλλιώς μπορεί ο αντίπαλος να δυνάμωνε υπερβολικά. Βέβαια, στους πολέμους οι αντιστάσεις κάμπτονται, δεν είναι τώρα ώρα για ηθικές και υπολογισμούς, ο δυνατότερος τα τρώει όλα. Και νάσου η Γερμανία που καταβροχθίζει το Δουκάτο και τις δυο φορές, παιδιά του Ράιχ και του μεγάλου γερμανικού έθνους είναι κι αυτά, αμαρτία απ’ το θεό να τ’ αφήσουμε αλύτρωτα. Ιστορία βεβαίως γνωρίζετε, δεν χρειάζεται να σας πω εγώ τι έπαθε η Γερμανία σε δύο παγκόσμιους πολέμους… κι άφησε το Λουξάκι ήσυχο κι ανεξάρτητο πλέον.

Κι έγιναν κι οι Ευρωπαϊκές Κοινότητες και είδαν πλέον όλοι ότι, να, δεν έχει μόνο πατάτες, αγελάδες και ρημαγμένα φρούρια αυτό το μέρος, είναι ουδέτερο και κοντά σε όλους μας, γιατί να μην το κάνουμε κι έδρα κάποιων ευρωπαϊκών οργανισμών. Και ευτύχησε η χώρα να έχει και μερικούς πολιτικούς που βλέπανε λίγο μακρύτερα απ’ τον ίσκιο τους και σκέφτηκαν γιατί να μην την εκμεταλλευτούμε τη φάση, να κάνουμε το Λουξ τραπεζικό κι επιχειρηματικό κέντρο, να πέσει και το φράγκο, να έχουμε και μεις μπέμπες και μερτσέντες κι άουντι και να τρώμε φιλέτα Ροσσίνι σε ρεστωράν γαλλικά;

Και γίναν όλα αυτά και ζήσαμε εμείς καλά… κι αυτοί καλύτερα!

[Ξεκίνησε σαν σχόλιο στο Facebook, κάτω από ανάρτηση σχετική με τις βουλευτικές εκλογές στο Λουξεμβούργο, για να γίνει αυτοτελές ποστ στις 19 Οκτωβρίου 2013 – Στην παρούσα μορφή δημοσιεύθηκε στο Portal στις 21 Οκτωβρίου]