Ο άνθρωπος που θα γινόταν βασιλιάς…

Σεπτέμβριος 1921: ο βαρόνος Ρομάν φον Ούνγκερν-Στέρνμπεργκ αιχμάλωτος των Μπολσεβίκων

Σεπτέμβριος 1921: ο βαρόνος Ρομάν φον Ούνγκερν-Στέρνμπεργκ αιχμάλωτος των Μπολσεβίκων

Ο βαρόνος Ρόμπερτ Νίκολάι Μαξιμίλιαν (Ρομάν) Φιόντοροβιτς φον Ούνγκερν-Στέρνμπεργκ γεννήθηκε στο Γκρατς της Αυστρίας στις 29 Δεκεμβρίου 1885 (με το νέο ημερολόγιο), ενώ οι γονείς του περιηγούνταν στην Ευρώπη. Ήταν παιδί μιας από τις τέσσερις πιο αριστοκρατικές γερμανικές οικογένειες της Λιβονίας (των παράκτιων περιοχών της Λεττονίας και της Εσθονίας με τις μεγάλες γερμανικές παροικίες και τις συνδεδεμένες με τη Χανσεατική Ένωση πόλεις). Μεγάλωσε στο Ρεβάλ (σημ. Τάλλινν) μέχρι το διαζύγιο των γονιών του και στη συνέχεια στα κτήματα της μητέρας του κοντά στη εσθονική πρωτεύουσα. Φοίτησε στην Πετρούπολη, πρώτα στη σχολή ναυτικών δοκίμων κι έπειτα στην αυτοκρατορική στρατιωτική ακαδημία. Στη συνέχεια, υπηρέτησε ως αξιωματικός στην ανατολική Σιβηρία, πέραν της Βαϊκάλης, και την Εξωτερική Μογγολία. Την εποχή εκείνη γεννιέται η μεγάλη του αγάπη για τους νομάδες της Ανατολής, Μπουριάτες και Μογγόλους, και τη θιβετιανή εκδοχή του βουδισμού.

Ο βαρόνος σε παιδική ηλικία

Ο βαρόνος σε παιδική ηλικία

Κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο υπηρέτησε στο Ανατολικό (για τους Δυτικούς) Μέτωπο όπου διακρίθηκε και τιμήθηκε με παράσημα ανδρείας. Οι εκθέσεις των ανωτέρων του έκαναν λόγο για έναν ιδιαίτερα γενναίο, πλην όμως παρορμητικό κι απείθαρχο αξιωματικό. Μετά την επανάσταση του Φεβρουαρίου του 1917 και την παραίτηση του τσάρου, ο βαρόνος φον Ούνγκερν-Στέρνμπεργκ πολέμησε στο Μέτωπο του Καυκάσου κατά των Οθωμανών. Τότε γνώρισε τον συνάδελφό του Γκριγκόρι Μιχάιλοβιτς Σεμιόνοφ, ο οποίος καταγόταν από την περιοχή της Βαϊκάλης, ήταν φιλομοναρχικός όπως ο βαρόνος, κι είχε τον ίδιο εκρηκτικό χαρακτήρα. Με την άνοδο των Μπολσεβίκων στην εξουσία καταφεύγουν στην ανατολική Σιβηρία και οργανώνουν στρατιωτική δύναμη για να πολεμήσουν τους κομμουνιστές. Είναι όμως τόσο ανυπότακτοι που προτιμούν να δράσουν αυτόνομα, αρνούμενοι να αναγνωρίσουν την εξουσία του ναυάρχου Αλεξάντρ Κολτσάκ, επικεφαλής των δυνάμεων των Λευκών στη ρωσική Άπω Ανατολή.

Νεαρός αξιωματικός

Νεαρός αξιωματικός

Το όνειρο του φον Ούνγκερν-Στέρνμπεργκ ήταν διττό: αφενός η παλινόρθωση των Ρομανώφ, αφετέρου η… αναβίωση της Μογγολικής Αυτοκρατορίας. Ο ίδιος πίστευε ότι ήταν μετενσάρκωση του Τσενγκίς Χαν. Κι έτσι, το φθινόπωρο του 1920 αφήνει τον Σεμιόνοφ και κατευθύνεται προς τη Μογγολία με στράτευμα από Ρώσους, Μογγόλους, Μπουριάτες και Θιβετιανούς. Πολιορκεί τη μογγολική πρωτεύουσα Ουργκά (ή Ιχ Χουρέε, σημερινή Ούλαν Μπατάαρ) και την καταλαμβάνει τον Φεβρουάριο του 1921 διώχνοντας τους Κινέζους. Ενθρονίζει τον λαμαϊστή ηγέτη Μπογκντ Χαν και προσπαθεί να οργανώσει το νέο μογγολικό κράτος.

Μπογκντ Χαν

Μπογκντ Χαν

Έχει ξεχάσει να υπολογίσει την ισχύ των Μπολσεβίκων, οι οποίοι, τον Ιούλιο του 1921, διώχνουν τον βαρόνο από την Ουργκά. Ο Ρομάν φον Ούνγκερν-Στέρνμπεργκ καταφεύγει στην Μπουριατία και προσπαθεί να ανασυγκροτήσει τις δυνάμεις του για να αντεπιτεθεί. Προδομένος, όμως, από τους στρατιώτες και τους φίλους του, συλλαμβάνεται από τους Μπολσεβίκους στις 20 Αυγούστου. Μεταφέρεται στο Νοβονικολάγιεφσκ (νυν Νοβοσιμπίρσκ) όπου, μετά από παρωδία δίκης (η οποία διήρκεσε, πάντως, περισσότερες από έξι ώρες) κρίνεται ένοχος αντεπαναστατικής δράσης και προδοσίας κι εκτελείται το ίδιο βράδυ (15 Σεπτεμβρίου 1921).

Φίλοι κι εχθροί τον αποκαλούσαν με το προσωνύμιο ο «Τρελός Βαρόνος» εξαιτίας της βίαιης συμπεριφοράς του. Οι δεύτεροι μάλιστα, εκμεταλλευόμενοι το πάθος του για την Ανατολή, διέδιδαν απίστευτες φήμες; ξερίζωνε, έλεγαν, τις καρδιές των αιχμάλωτων εχθρών του και τις τοποθετούσε σε κύπελλα φτιαγμένα από ανθρώπινα κρανία, προκειμένου να τις προσφέρει στους παράξενους θεούς του!
Με τον τρόπο αυτό, στον ιδιόμορφο οριενταλισμό του βαρόνου φον Ούνγκερν-Στέρνμπεργκ, οι αντίπαλοί του απαντούσαν μ’ έναν αντίστροφο γκροτέσκο οριενταλισμό.

Προσωπικά δεδομένα…

Φραντς Κόνραντ φον Χέτσεντορφ, πορτραίτο φιλοτεχνημένο από τον Χέρμανν Τόργκλερ, 1915

Φραντς Κόνραντ φον Χέτσεντορφ, πορτραίτο φιλοτεχνημένο από τον Χέρμανν Τόργκλερ, 1915

Οι μεγάλες μεταβολές είναι έργο σχεδόν αόρατων δυνάμεων, συλλογικών κι απρόσωπων, που επενεργούν υπόγεια στις ανθρώπινες κοινωνίες σε βάθος χρόνου. Σε κάποιες περιπτώσεις, όμως, όταν επιχειρείται να εξηγηθούν συγκεκριμένα ιστορικά γεγονότα, η προσωπικότητα των πρωταγωνιστών τους είναι πάντα άξια προσοχής.

Στο δαιδαλώδες πλέγμα των πολλαπλών κέντρων εξουσίας της Αυστροουγγρικής Αυτοκρατορίας, εκεί κάπου στις αρχές του 20ού αιώνα, η φιλοπόλεμη σκληρή γραμμή ενσαρκωνόταν κυρίως από έναν άνθρωπο: τον Φραγκίσκο Ξαβέριο Ιωσήφ Κορράδο βαρόνο του Χέτσεντορφ (Franz Xaver Josef Conrad von Hötzendorf), αρχηγό του Γενικού Επιτελείου Ενόπλων Δυνάμεων της αυτοκρατορίας.

Γόνος αριστοκρατικής οικογένειας στρατιωτικών, ο φον Χέτσεντορφ γεννήθηκε το 1852 στο Πέντσινγκ, ένα προάστιο της Βιέννης. Ακολούθησε κι εκείνος στρατιωτική σταδιοδρομία και διακρίθηκε τόσο ως διοικητής μονάδων όσο και ως καθηγητής στρατιωτικών σχολών και θεωρητικός της τακτικής και της στρατηγικής, φτάνοντας, το 1902, στον βαθμό του στρατάρχη. Το 1886 είχε νυμφευθεί την κατά οκτώ χρόνια νεότερή του Βιλελμίνη λε Μπω, με την οποία απέκτησε τέσσερις γιους.

Ο φον Χέτσεντορφ θα μπορούσε να χαρακτηριστεί φυσιογνωμία εξαιρετικά ενδιαφέρουσα ή παράξενη (πράγμα που τελικά ίσως και να είναι το ίδιο). Η ψυχική ισορροπία του ήταν ιδιαίτερα εύθραυστη. Μετά τον πρόωρο θάνατο της συζύγου του, το 1905, έπεσε σε βαθιά κατάθλιψη. Έφτασε μέχρι του σημείου να σκέφτεται μήπως θα ήταν καλύτερο να παραιτηθεί από τη θέση του στο στράτευμα. Η συνηθέστερη διαφυγή του από τη θλίψη ήταν οι συχνές εκδρομές του στα βουνά: περνούσε ώρες ολόκληρες σχεδιάζοντας απότομες δασωμένες πλαγιές. Ο διορισμός του το 1906 στη θέση του αρχηγού του Γενικού Επιτελείου θα πρέπει να έδωσε, προσωρινά έστω, τέλος στις αμφιβολίες του.

Βιργινία φον Ράινινγκχάους

Βιργινία φον Ράινινγκχάους

Κι έπειτα… ήρθε ο έρωτας. Το 1907, σε κάποια δεξίωση, γνώρισε τη Βιργινία (Τζίνα) φον Ράινινγκχάους, σύζυγο ενός Βιεννέζου βιομηχάνου. Την επομένη την επισκεπτόταν στην έπαυλή της: «Είμαι παράφωρα ερωτευμένος μαζί σας κι η μόνη σκέψη που έχω στο μυαλό μου είναι ότι πρέπει να γίνετε γυναίκα μου»! Η έκπληκτη Τζίνα προσπάθησε να του εξηγήσει ότι υπήρχε ένα ανυπέρβλητο εμπόδιο: ο επταπλός δεσμός με τον σύζυγό της και τα έξι παιδιά τους. Αυτό δεν ήταν αρκετό για να αποθαρρύνει τον πενηνταπεντάχρονο στρατιωτικό που ως θεωρητικός πίστευε ότι η επίθεση είναι ό,τι καλύτερο. Μια μέρα αργότερα, ένας υπασπιστής του επισκεπτόταν την φον Ράινινγκχάους για να τη συμβουλέψει ότι, δεδομένης της εύθραυστης ψυχικής υγείας του επιτελάρχη, καλό θα ήταν η κυρία βιομηχάνου να μην του στερήσει κάθε ελπίδα! Λίγες μέρες μετά, ο Κόνραντ φον Χέτσεντορφ επέστρεφε για να δηλώσει στην Τζίνα ότι αν τον απέρριπτε θα υπέβαλε την παραίτησή του από τη θέση του αρχηγού του γενικού επιτελείου και θα ιδιώτευε. Μπροστά στον ερωτικό εκβιασμό, βρέθηκε τελικά μια συμβιβαστική λύση: η Τζίνα θα συνέχιζε να ζει με τον άντρα της και τα παιδιά τους, αλλά με την πρώτη ευκαιρία θα είχε κατά νου τον φον Χέτσεντορφ.

Και η ευκαιρία δεν άργησε να εμφανισθεί. Ο κύριος φον Ράινινγκχάους, άλλωστε, είχε πολλές ερωμένες για να ξεχαστεί. Κι αν ήθελε να παρηγορηθεί δεν είχε παρά να δει τα νούμερα στις επικερδείς συμβάσεις προμήθειας των ενόπλων δυνάμεων τις οποίες του χάριζε η απιστία της συζύγου του.

hotzendorff1248575145_65Ο Κόνραντ φον Χέτσεντορφ είχε ανακαλύψει το νόημα της ζωής. Έγραφε στην αγαπημένη του ερωτικές επιστολές κάθε ημέρα. Επειδή όμως δεν μπορούσε να τις στείλει δίχως να θέσει σε κίνδυνο το μέλλον όχι μόνο δύο οικογενειών, αλλά κι ολόκληρης της αυτοκρατορίας, επέλεξε να τις συγκεντρώνει σε ένα ημερολόγιο το οποίο ονόμασε «Ημερολόγιο των μαρτυρίων μου». Από το 1907 έως το 1915 έγραψε στην Τζίνα περισσότερες από τρεις χιλιάδες επιστολές, κάποιες από τις οποίες ξεπερνούσαν τις εξήντα σελίδες. Κι ήταν τέτοια η ψύχωση με τον ερωτικό δεσμό του που όταν, χρόνια αργότερα, ανοίχτηκε το προσωπικό αρχείο του, βρέθηκαν πάμπολλα αποκόμματα εφημερίδων με διαφημίσεις για αντιρυτιδικές κρέμες κι αντρικά καλλυντικά.

Επειδή αυτό που είχε σημασία για τον φον Χέτσεντορφ ήταν ο παράνομος δεσμός του, εκείνος δεν είχε κανένα ενδοιασμό να υποστηρίζει ακραίες θέσεις στην επαγγελματική ζωή του. Σε καθένα από τα πολλά διπλωματικά ζητήματα που ταλάνιζαν την αυτοκρατορία ο φον Χέτσεντορφ έδινε πάντα την ίδια απάντηση: πόλεμος! Πόλεμος κατά του Βασιλείου της Σερβίας, πόλεμος κατά του Μαυροβουνίου, πόλεμος κατά της Ρουμανίας και της τσαρικής Ρωσίας, πόλεμος ακόμη κι εναντίον της τυπικά συμμάχου Ιταλίας. Ο αρχηγός του γενικού επιτελείου ήταν δαρβινιστής: πίστευε ότι τόσο οι ανθρώπινες κοινωνίες όσο και η διεθνής κοινότητα αποτελούν πεδίο συγκρούσεων από τις οποίες μόνον οι ισχυρότεροι μπορούν να επιβιώσουν.

Δεν ήταν κι ένθερμος οπαδός της δυαρχίας που είχε καθιερώσει ο αυτοκράτορας Φραγκίσκος Ιωσήφ. Οι Ούγγροι τού προκαλούσαν έντονη δυσπιστία. Δεν είναι λοιπόν τυχαίο που είχε εγκάρδιες σχέσεις με τον αρχιδούκα Φραγκίσκο Φερδινάνδο, πρίγκιπα διάδοχο της αυτοκρατορίας. Ούτε ότι ο Υπουργός Εξωτερικών Αλόις Λέξα φον Έρενταλ καταλεγόταν ανάμεσα στους αντιπάλους του. Εκείνος ήταν, άλλωστε, που πρότεινε στον αυτοκράτορα να απολύσει τον φον Χέτσεντορφ εξαιτίας των αναίτια φιλοπολεμικών απόψεών του. Τον Δεκέμβριο του 1911 ο αυτοκράτορας και αποστολικός μονάρχης απήλλασσε τον ήρωά μας από τα καθήκοντά του. Προσωρινά μόνο, όπως επρόκειτο να αποδειχτεί. Ένα χρόνο αργότερα, ο αρχιδούκας έπειθε τον θείο του να διορίσει εκ νέου τον Φον Χέτσεντορφ αρχηγό του γενικού επιτελείου. Ο φον Έρενταλ, ήδη από τον Φεβρουάριο του 1912, είχε αποδημήσει σε άλλους τόπους εξαιτίας μιας καλπάζουσας λευχαιμίας.

Κάπως έτσι, ο Φον Χέτσεντορφ δεν σταματούσε να ονειρεύεται τον πόλεμο, τον πόλεμο που θα του έδινε την ευκαιρία να επιστρέψει σαν ήρωας και να κερδίσει για πάντα την καρδιά της αγαπημένης του Τζίνας, βουλώνοντας τα στόματα του κοινωνικού περίγυρου. Στα άρθρα του σε εφημερίδες, στις επίσημες αναφορές και τα υπομνήματα που συνέτασσε, ξεκινούσε πάντα υπερήφανα με την ίδια φράση:  «Θα υποστηρίξω εν προκειμένω την άποψη που πάντα υποστήριζα». Κι η άποψη αυτή ήταν ο πόλεμος. Μόνο κατά τη διάρκεια του 1913, πρότεινε ως μόνη λύση τον πόλεμο κατά της Σερβίας σε τουλάχιστον 25 έγγραφα!

Ο φον Χέτσεντορφ στο γραφείο του, 1914

Ο φον Χέτσεντορφ στο γραφείο του στο Γενικό Επιτελείο, 1914

Και κάποια στιγμή ο πόλεμος έφτασε! Κι είχε γι’ αφορμή τη δολοφονία του αρχιδούκα, του αγαπητού φίλου και προστάτη. Κι ο αρχηγός του επιτελείου έπρεπε τώρα να παίρνει αποφάσεις από τις οποίες θα κρίνονταν ζωές. Χιλιάδες ζωές. Αποφάσεις που πολλοί μετά από χρόνια θα υποστήριζαν ότι ήταν καταστροφικές. Μα ο φον Χέτσεντορφ δεν πρέπει να το ένιωθε έτσι. Άλλωστε, το 1915 κατόρθωνε να παντρευτεί την αγαπημένη του, παρά τις έντονες αντιδράσεις των γιων του και των παιδιών της φον Ράινινγκχάους.

Σε κάθε περίπτωση, πλήρωσε υψηλό τίμημα για τις επιλογές του. Δύο γιοι του σκοτώθηκαν στα πεδία των μαχών. Είδε την αγαπημένη του αυτοκρατορία να διαλύεται.

Πέθανε στις 25 Αυγούστου 1925 στο Μπαντ Μέργκεντχάιμ της Γερμανίας ενώ ακολουθούσε πρόγραμμα λουτροθεραπείας. Στην κηδεία του, στις 2 Σεπτεμβρίου, εκατό χιλιάδες Βιεννέζοι τον συνόδεψαν στην τελευταία του κατοικία. Η Τζίνα πληροφορήθηκε την ύπαρξη του ημερολογίου του δεύτερου συζύγου της με τις τρεις χιλιάδες ερωτικές επιστολές μόνον αφότου εκείνος δεν βρισκόταν πια στη ζωή.

[Πηγές: Christopher Clark The Sleepwalkers: how Europe went to war in 1914, εκδ. Allen Lane, Λονδίνο 2012 και Penguin Books, Λονδίνο 2013, σελ. 101 επ. (ελληνική έκδοση: «Οι Υπνοβάτες: πώς η Ευρώπη πήγε στον πόλεμο το 1914», εκδ. Αλεξάνδρεια, Αθήνα 2014, μετάφραση Κώστας Κουρεμένος)/ Lawrence Sondhaus: «Franz Conrad von Hötzendorf. Architect of the apocalypse» Humanity Press, Βοστώνη 2000/ Wikipédia/ Virginia „Gina“ Laura Antonia Gräfin Conrad von Hötzendorf «Mein Leben mit Conrad von Hötzendorf», Λειψία 1935]

Απ’ τη Λιλή και τη Μαρλέν, ποια να διαλέξω;

Ο Χανς Λάιπ στρατιώτης στα χρόνια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου

Ο Χανς Λάιπ στρατιώτης στα χρόνια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου

Τον λένε Χανς Λάιπ και γεννήθηκε στις 22 Σεπτεμβρίου 1893 στο Αμβούργο. Παιδί φτωχής οικογένειας (ο πατέρας του δούλεψε ως ναυτικός και λιμενεργάτης), αλλά έξυπνος, μελετηρός και με φύση καλλιτεχνική, κατορθώνει να σπουδάσει και το 1914 διορίζεται ως δάσκαλος σ’ ένα προάστιο του Αμβούργου. Η χαρά δεν πρόκειται να κρατήσει πολύ: ξεσπά ο μεγάλος πόλεμος κι ο νεαρός Χανς επιστρατεύεται.

Είναι όμως ψηλός, ξανθός, γαλανομάτης κι όμορφος. Η εξωτερική του εμφάνιση θα κάνει τους υπεύθυνους της στρατολογίας να τον επιλέξουν για την αυτοκρατορική φρουρά στο Βερολίνο. Θα του χαρίσει κυρίως πολλές επιτυχίες με τα κορίτσια. Μια από τις κατακτήσεις του είναι κι η Μπέττυ, που εκείνος τη φωνάζει Λιλή, η κόρη της σπιτονοικοκυράς του. Μόνο που δεν του αρκεί… Κυνηγά ταυτόχρονα και τη Μαρλέν, την κόρη ενός γιατρού η οποία εργάζεται ως νοσοκόμα.

Έρχεται η ώρα του κρίσιμου ραντεβού με τη Μαρλέν. Ο Χανς δεν θα καταφέρει ποτέ να τη συναντήσει. Ο αξιωματικός υπηρεσίας τον βάζει σκοπιά ακριβώς τις ώρες που είχε κανονιστεί η συνάντηση με τη νεαρή νοσοκόμα. Δεύτερη ευκαιρία δεν πρόκειται να υπάρξει. Ο Χανς έχει μετατεθεί στο Μέτωπο των Καρπαθίων. Μες στην απελπισία του αποφασίζει να αποτυπώσει τα συναισθήματά του στο χαρτί. Γράφει ένα ποίημα με θέμα τον χωρισμό, ποίημα στους στίχους του οποίου οι δύο έρωτες της αληθινής ζωής ενώνονται σε ένα πρόσωπο, τη Λιλή Μαρλέν.

Χανς Λάιπ

Χανς Λάιπ

Ο Χανς Λάιπ θα πολεμήσει στην Ανατολή. Θα αποστρατευτεί το 1917 εξαιτίας ενός σοβαρού τραυματισμού. Επιστρέφει στο Αμβούργο, παντρεύεται μια παιδική φίλη, αποκτά παιδιά. Κι έπειτα, ξαφνικά, αποφασίζει να ακολουθήσει τις καλλιτεχνικές του παρορμήσεις. Εγκαταλείπει την οικογένειά του, βυθίζεται στη μποέμικη ζωή κι αρχίζει σταδιοδρομία συγγραφέα. Ειδικά τα διηγήματά του θα γνωρίσουν μεγάλη επιτυχία στη Γερμανία του Μεσοπολέμου. Κάποια στιγμή αποφασίζει να συγκεντρώσει τα νεανικά του ποιήματα σε μια συλλογή. Μεταξύ τους βρίσκεται και το «Τραγούδι ενός νεαρού στρατιώτη στη σκοπιά» («Das Lied eines Jungen Soldaten auf der Wacht«).

Οι μελαγχολικοί στίχοι του ποιήματος θα εντυπωσιάσουν τον συνθέτη Ρούντολφ Τσινκ που θα αποφασίσει αμέσως να το μελοποιήσει και να το δώσει στην ερωμένη του η οποία εμφανίζεται σε κάποιο καμπαρέ του Μονάχου. Η κυρία αυτή ονομάζεται Ελίζαμπετ Μπούννενμπεργκ. Γεννήθηκε κι εκείνη στον Βορρά, στο Μπρέμερχάφεν για την ακρίβεια, το 1905. Το καλλιτεχνικό της ψευδώνυμο είναι Λάλε Άντερσεν. Είναι μια ψηλή ξανθιά, αισθησιακή για τα μέτρα της εποχής και, πρωτίστως, χειραφετημένη. Παράτησε άντρα και παιδιά για να σταδιοδρομήσει στα καμπαρέ και να κάνει μια εντυπωσιακή συλλογή εραστών, ο αριθμός των οποίων πρέπει να ξεπερνά εκείνον των τραγουδιών που έχει ερμηνεύσει. Και κάπως έτσι, κοντά στο τέλος του 1937, η Άντερσεν θα ερμηνεύσει για πρώτη φορά το «Τραγούδι ενός νεαρού στρατιώτη στη σκοπιά«.

Δεν θα περάσει χρόνος κι η Άντερσεν θα λάβει μια επιστολή από έναν άλλο παλιό της εραστή, τον επίσης συνθέτη Νόρμπερτ Σούλτσε. Έχοντας πια αναθεωρήσει την αρχική του άποψη για το ταλέντο της Λάλε, ο Σούλτσε της στέλνει μια σειρά από μελωδίες για να διαλέξει ποιες από αυτές θα επιθυμούσε να ερμηνεύσει. Με έκπληξη η τραγουδίστρια διαπιστώνει ότι ανάμεσα στις προτάσεις υπάρχει πάλι το ποίημα του Λάιπ, αυτή τη φορά με εντελώς διαφορετική μελωδία! Αντί της ρομαντικής μελοποίησης του Τσινκ, ο Σούλτσε έχει προτιμήσει ένα σκοπό που θυμίζει έντονα στρατιωτικό εμβατήριο.

Ν. Σούλτσε

Ν. Σούλτσε

Η σύνθεση του Σούλτσε δεν πολυαρέσει στην Άντερσεν. Αν ήξερε κιόλας ότι ο Σούλτσε είχε αρχικά συνθέσει τη μελωδία για να χρησιμοποιηθεί στο διαφημιστικό μιας οδοντόπαστας.. Με μισή καρδιά αποφασίζει να την τραγουδήσει, υποψιαζόμενη ότι ίσως αρέσει στο κοινό. Η πρώτη παρουσίαση θα γίνει το 1938 στο Kabarett der Komiker του Βερολίνου. Η επιτυχία είναι αρκετά μεγάλη ώστε να αποφασιστεί κι η ηχογράφηση του τραγουδιού σε δίσκο, το 1939, με τον τίτλο «Das Mädchen unter der Laterne» («Το κορίτσι κάτω απ’ το φανάρι«). Μόνο που ο δίσκος δεν θα πάει καθόλου καλά.

Θα περάσουν δύο ολόκληρα χρόνια. Στο κατεχόμενο Βελιγράδι, οι παρουσιαστές του γερμανικού στρατιωτικού σταθμού διαλέγουν να παίξουν το τραγούδι του Σούλτσε και της Άντερσεν. Ο σταθμός αυτός φτάνει σε όλες τις γερμανικές μονάδες, στο Ανατολικό Μέτωπο, στη Βόρεια Αφρική κι αλλού. Κι ένα τραγούδι που μιλά για τον χωρισμό ενός στρατιώτη από το κορίτσι του είναι ιδανικό για να γίνει επιτυχία μέσα στην καρδιά του πολέμου. Πράγματι, η επιτυχία είναι ασύλληπτη, δεν υπάρχει Γερμανός στρατιώτης ή αξιωματικός που να μη λατρεύει τη μελωδία αυτή. Ο ίδιος ο Χίτλερ φέρεται να εκμυστηρεύθηκε ότι «το τραγούδι αυτό δεν θα ενθουσιάσει απλώς τον Γερμανό στρατιώτη, είναι πολύ πιθανό να συνεχίσει να γνωρίζει επιτυχία όταν εμείς θα έχουμε πια πεθάνει«.

Μ. Ντήτριχ

Μ. Ντήτριχ

Το παράξενο ήταν ότι το ίδιο τραγούδι κατέκτησε και τους αντιπάλους των Γερμανών. Οι Άγγλοι στρατιώτες ίσως να το πρωτάκουσαν στη Βόρεια Αφρική, πιθανώς στο Τομπρούκ, εκεί που γραμμές των εμπολέμων βρίσκονταν πολύ κοντά. Άρχισαν να το τραγουδούν κι εκείνοι. Η σύνθεση διαδόθηκε σε ολόκληρο τον κόσμο κι άρχισε να γνωρίζει πολλές διασκευές. Έφτασε και στις ΗΠΑ, όπου η Μαρλέν Ντήτριχ δεν έχασε την ευκαιρία να οικειοποιηθεί ένα τραγούδι του οποίου η ηρωίδα είχε όνομα που θύμιζε το δικό της και το ηχογράφησε το 1944, τώρα πια με τον τίτλο «Λιλή Μαρλέν«.

Κι έτσι, συνέβη το αδιανόητο. Η ίδια μελωδία χρησιμοποιήθηκε από τα διαβόητα Einsatzgruppen των Ες Ες για να καλύπτει τις κραυγές των αθώων θυμάτων τους και τραγουδήθηκε από τους Αμερικανούς στρατιώτες που καταλάμβαναν γερμανικά εδάφη!

Οι τρεις πρωταγωνιστές πέρασαν από δυσκολίες, αλλά τελικά μάλλον τα κατάφεραν. Ο Σούλτσε ήταν εκείνος που είχε τις καλύτερες σχέσεις με το ναζιστικό καθεστώς. Αυτό του στοίχισε δικαίως την (πρόσκαιρη) περιθωριοποίησή του. Επανέκαμψε αρκετά σύντομα και γνώρισε μεγάλη επιτυχία ως συνθέτης μουσικής επένδυσης κινηματογραφικών ταινιών και τηλεοπτικών σειρών. Πέθανε πλήρης ημερών το 2002.

Η Λάλε Άντερσεν, μολονότι ερμηνεύτρια της εμβληματικής μουσικής επιτυχίας για τα γερμανικά στρατεύματα, ήρθε σχετικά γρήγορα σε σύγκρουση με τους ναζί. Στην επίσκεψή της στη Βαρσοβία αρνήθηκε κατηγορηματικά να μπει στο εβραϊκό γκέτο το οποίο οι ναζί αξιωματούχοι ήθελαν να της δείξουν σαν να επρόκειτο για ζωολογικό κήπο… Επιχείρησε να διαφύγει στο εξωτερικό. Της απαγόρεψαν να δίνει συναυλίες και να ακούγεται στο ραδιόφωνο και της έκαναν έξωση από το διαμέρισμά της στην Κουρφύρστενταμμ. Μετά τον πόλεμο ξανάρχισε την καλλιτεχνική σταδιοδρομία της κι υπήρξε μια από τις δημοφιλέστερες τραγουδίστριες στην ΟΔΓ. Όταν κάποτε της ζήτησαν να εξηγήσει την τεράστια επιτυχία της «Λιλή Μαρλέν«, εκείνη απάντησε με αρκετά ποιητικό τρόπο: «Μπορεί να εξηγήσει ο άνεμος πώς γίνεται θύελλα;».

Λ. Άντερσεν

Ο Χανς Λάιπ είχε αριστερό παρελθόν κι Εβραίους φίλους. Δεν μπορούσε να ελπίζει στη συμπάθεια των ναζί, ούτε και την ήθελε. Το 1943 διέφυγε στην Ελβετία όπου και πέρασε την υπόλοιπη ζωή του. Στα χρόνια του πολέμου δεν εισέπραξε ούτε πφέννιχ από πνευματικά δικαιώματα. «Δεν πειράζει, μου αρκεί η δόξα«, σχολίαζε. Μετά τον πόλεμο τιμήθηκε αρκετές φορές, ονομάσθηκε μάλιστα κι επίτιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου του Αμβούργου. Ίσως η μεγαλύτερη τιμή να ήταν τα λόγια του Ντουάιτ Άιζενχάουερ: «ο Λάιπ είναι ο μόνος Γερμανός που έκανε όλο τον κόσμο ευτυχισμένο στα χρόνια του πολέμου«!

Όταν ήταν ακόμη νέος και βρισκόταν στο ουκρανικό μέτωπο, κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, ο Λάιπ είχε γράψει στους δικούς του:

«Εγκαταλείψαμε ό,τι αγαπάμε… Ο διάβολος συντρίβει μέσα μας και το τελευταίο ίχνος καλοσύνης κι ανθρωπιάς. Πεθαίνουμε για ένα ιδανικό στο οποίο δεν πιστέψαμε ποτέ«.

Αυτό το μαρτύριο ίσως ν’ απάλυναν οι στίχοι του..

[πηγή: Jean-Baptiste Michel «La chanson qui a changé de champ«, GEOHISTOIRE, τεύχος αριθ. 17, Σεπτέμβριος-Οκτώβριος 2014, σελ. 120-129/ Wikipedia]

Lili_Marleen,_film_poster

 

Στο φρούριο του Μπρεστ-Λιτόφσκ

η θρυλική επιγραφή "Πεθαίνω, αλλά δεν παραδίνομαι" στο φρούριο του Μπρεστ-Λιτόφσκ, σήμερα στο Μουσείο Ενόπλων Δυνάμεων στη Μόσχα

η θρυλική επιγραφή «Πεθαίνω, αλλά δεν παραδίνομαι» στο φρούριο του Μπρεστ-Λιτόφσκ, σήμερα στο Μουσείο Ενόπλων Δυνάμεων στη Μόσχα

«Я умираю, но не сдаюсь! Прощай, Родина! 20.VII.41»
Εγώ πεθαίνω, αλλά δεν παραδίνομαι! Αντίο Πατρίδα! 20 Ιουλίου 1941»]

Το Μπρεστ, κάποτε Μπρεστ-Λιτόφσκ, βρίσκεται στη Λευκορωσία στα σύνορα της χώρας με την Πολωνία. Η πόλη αποτελούσε πολωνικό έδαφος μέχρι το 1795, όταν, με τον τρίτο διαμελισμό της Πολωνίας, κατέληξε στη Ρωσία. Για να διασφαλισθεί η άμυνα της πόλης και της περιοχής της από κάθε πιθανό εισβολέα, οι Ρώσοι έχτισαν στο πρώτο μισό του 19ου αιώνα ένα από τα πιο επιβλητικά φρούρια της εποχής σε ένα νησί που σχηματίζεται ανάμεσα στους ποταμούς Μπουγκ και Μοχαβέτς.

Κατά τη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου το φρούριο κατελήφθη από τους Γερμανούς. Από την πόλη του Μπρεστ-Λιτόφσκ έστειλαν οι Γερμανοί ένα από τα πιο προκλητικά τελεσίγραφα στη Ρωσία των Μπολσεβίκων πλέον, στα τέλη του 1917. Στο οχυρό της πόλης υπογράφηκε τον Μάρτιο του 1918, μετά από διαπραγματεύσεις μηνών, η Συνθήκη ειρήνης του Μπρεστ-Λιτόφσκ η οποία έθετε τέρμα στον πόλεμο μεταξύ Γερμανικής Αυτοκρατορίας και Ρωσίας των Λένιν και Τρότσκι.

Η πόλη αλλάζει χέρια κάμποσες φορές μεταξύ Γερμανών, Ρώσων και Πολωνών στους οποίους και καταλήγει το 1921. Κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου θα αποτελέσει το θέατρο σκληρών μαχών δύο φορές. Η πρώτη πολιορκία της πόλης και του οχυρού ανάγεται στον Σεπτέμβριο του 1939, όταν η πολωνική φρουρά του οχυρού υπό τον στρατηγό Κονστάντυ Πλισόφσκι θα προσπαθήσει ανεπιτυχώς να αποκρούσει την επίθεση των γερμανικών δυνάμεων του στρατηγού Χάιντς Γκουντέριαν. Οι Γερμανοί καταλαμβάνουν το φρούριο στις 17/18-9-1939, αλλά 4 ημέρες μετά το παραδίδουν στους Σοβιετικούς σύμφωνα με τους όρους του Συμφώνου Ρίμπεντροπ-Μόλαταφ. Σε λιγότερο από δύο χρόνια θα χρειαστεί να το πολιορκήσουν εκ νέου.

Η Πύλη του Χολμ στο φρούριο του Μπρεστ-Λιτόφσκ

Η Πύλη του Χολμ στο φρούριο του Μπρεστ-Λιτόφσκ

Όταν ξεκίνησε η Επιχείρηση Μπαρμπαρόσσα, η σοβιετική αντίδραση μαρτυρούσε πανικό κι έλειψη προετοιμασίας κι οργάνωσης. Υπήρξαν ωστόσο μεμονωμένα σημεία σθεναρής ρωσικής άμυνας. Ένα από αυτά ήταν ακριβώς και το φρούριο του Μπρεστ-Λιτόφσκ. Οι Γερμανοί έφτασαν στην πόλη ήδη από την πρώτη ημέρα της εισβολής. Δύο ημέρες μετά, στις 24 Ιουνίου 1941, η πόλη είχε καταληφθεί, όχι όμως και το οχυρό της, όπου αντιστέκεται ηρωϊκά ισχυρή σοβιετική δύναμη.

Μέχρι το τέλος του Ιουνίου οι Γερμανοί έχουν καταλάβει το μεγαλύτερο τμήμα του οχυρού. Ωστόσο θα συνεχίσουν να υπάρχουν μεμονωμένα σημεία αντίστασης μέσα στο φρούριο τουλάχιστον έως τις 24 Ιουλίου. Σε κάποιον από εκείνους τους γενναίους υπερασπιστές ανήκει κι η επιγραφή με ημερομηνία 20 Ιουλίου που παρατίθεται κάτω από τον τίτλο. Τον συγκεκριμένο χώρο στον οποίο βρέθηκε η επιγραφή τον υπερασπίζονταν στρατιωτικές μονάδες του Εν Κα Βε Ντε (του γνωστού και μη εξαιρετέου Λαϊκού Επιτροπάτου Εσωτερικών Υποθέσεων).

Το σύνολο σχεδόν της φρουράς θυσιάστηκε, εκτός από λίγους βαριά τραυματισμένους τους οποίους αιχμαλώτισαν οι Γερμανοί. Κάποιοι από αυτούς κατόρθωσαν να επιζήσουν στην αιχμαλωσία. Η τραγική ειρωνεία έγκειται στο ότι, μετά την απελευθέρωσή τους το 1945, αντί να τους υποδεχτούν στην πατρίδα ως ήρωες, τους έστειλαν στα στρατόπεδα συγκέντρωσης του Γκουλάγκ ως ύποπτους συνεργασίας με τον εχθρό.

[Facebook, 19 Ιουλίου 2014]

Τα κύματα του… Ήρεμου Ντον

quiet donO «Ήρεμος Ντον» του Μιχαήλ Αλιξάντροβιτς Σόλαχαφ είναι ένα από τα σημαντικότερα μυθιστορήματα που γράφτηκαν στα χρόνια της ΕΣΣΔ. Έως το 1980 είχαν πωληθεί περίπου 80 εκατομμύρια αντίτυπα του βιβλίου, το οποίο είχε μεταφραστεί σε 84 τουλάχιστον γλώσσες. Χάρισε στον συγγραφέα το Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνίας της ΕΣΣΔ (τότε Βραβείο Στάλιν) το 1941 κι ένα Νομπέλ το 1965, μαζί με απίστευτα εγκώμια εκ μέρους των κριτικών, οι οποίοι χαρακτήριζαν τον Σόλαχαφ ως «Σοβιετικό Ταλστόι».

Μ. Α. Σόλαχαφ, φωτογραφία του 1938

Μ. Α. Σόλαχαφ, φωτογραφία του 1938

Το τετράτομο έργο (με 8 μέρη) γράφτηκε από το 1926 έως το 1940 και δημοσιευόταν σε συνέχειες σε διάφορα έντυπα [π.χ. τα λογοτεχνικά περιοδικά «Октябрь» (Οχτώβρης) και «Новый мир» (Νέος Κόσμος)]. Περιγράφει τις περιπέτειες μιας οικογένειας Κοζάκων εγκατεστημένων στην περιοχή της Βιοσένσκαγια, κοντά στο Ραστόφ. Ο πατριάρχης των Μέλεχοφ, παππούς του κεντρικού ήρωα του μυθιστορήματος, επέστρεψε από τον Κριμαϊκό Πόλεμο παντρεμένος με μια Τατάρισσα, η οποία είχε αντιμετωπιστεί από τους συγχωριανούς με περιφρόνηση και φόβο κι είχε κατηγορηθεί για μάγισσα. Ακόμη και στην εποχή κατά την οποία διαδραματίζεται η υπόθεση του έργου τα μέλη της οικογένειας έχουν το προσωνύμιο «Τούρκοι»

Η συνάντηση του Γκριγκόρι και της Αξίνιας (σκίτσο του Σ. Καραλκόφ, 1935)

Η συνάντηση του Γκριγκόρι και της Αξίνιας (σκίτσο του Σ. Καραλκόφ, 1935)

Βρισκόμαστε στις αρχές του 20ού αιώνα, λίγο πριν ξεσπάσει ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος. Το βιβλίο περιγράφει με τα πιο ειδυλλιακά χρώματα τη φύση της περιοχής κοντά στις εκβολές του Ντον και την ειρηνική ζωή των χωρικών. Ο Γκριγκόρι Παντελέγιεβιτς Μέλεχοφ είναι ένας νεαρός αξιωματικός που ερωτεύεται την Αξίνια, σύζυγο του οικογενειακού φίλου Στεπάν Αστάχαφ. Οι παράνομοι εραστές κλέβονται, γεγονός που προκαλεί έριδα ανάμεσα στις δύο οικογένειες. Η έναρξη του πολέμου επισκιάζει τις διαμάχες τις οποίες προκάλεσαν τα ερωτικά πάθη. Ο Γκριγκόρι επιστρατεύεται και βρίσκεται να πολεμά εναντίον των δυνάμεων της Αυστροουγγρικής Αυτοκρατορίας. Σε μια μάχη θα σώσει τη ζωή του αντίζηλού του. Ούτε αυτή η πράξη, όμως, θα δώσει τέλος στη διαμάχη μεταξύ του Γκριγκόρι και του Στεπάν. Θα ακολουθήσει η Οκτωβριανή Επανάσταση, η επιστροφή στην πατρίδα, ο εμφύλιος πόλεμος στην Ουκρανία και την περιοχή του Ντον. Ο Γκριγκόρι θ’ αλλάξει στρατόπεδο πολλές φορές για να βρεθεί τελικά σ’ αυτό των ηττημένων.

Роман-газеты_1928_гΠαρά την τεράστια επιτυχία του και την καταξίωση που προσέφερε στον συγγραφέα, το μυθιστόρημα είχε ταραχώδη ιστορία, αντιμετωπίζοντας ευθύς εξαρχής κατηγορίες για λογοκλοπή. Με το που άρχισε να δημοσιεύεται το έργο σε συνέχειες, υπήρξαν αρκετοί που υποστήριξαν ότι ο Σόλαχαφ είχε απλώς αντιγράψει το αδημοσίευτο βιβλίο του Κοζάκου συγγραφέα και φανατικού αντιμπολσεβίκου Φιόνταρ Ντμίτριεβιτς Κριούκοφ, ο οποίος πέθανε το 1920 από τυφοειδή πυρετό. Οι κατηγορίες αναζωπυρώθηκαν το 1974, όταν δημοσιεύθηκε στο Παρίσι ένα ανώνυμο άρθρο, γραμμένο από κάποιον κριτικό λογοτεχνίας. Μεταξύ των προσώπων που σε διάφορες εποχές κατηγόρησαν τον Σόλαχαφ για λογοκλοπή καταλέγονταν η Σβιτλάνα Αλλιλούγεβα, κόρη του Στάλιν, κι ένας από τους γνωστότερους Ρώσους αντιφρονούντες, ο συγγραφέας Αλιξάντρ Σαλζενίτσιν. Ακόμη κι αν δεχθούμε ότι το θέμα δεν έχει κλείσει οριστικά, η επικρατούσα άποψη συνηγορεί υπέρ της γνησιότητας του έργου (ακόμη και η στατιστική ανάλυση φαίνεται να την αποδεικνύει, ενώ έχουν βρεθεί και τα χειρόγραφα του Σόλαχαφ, για τα οποία όλοι πίστευαν ότι είχαν χαθεί κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου).

Θα ήταν ίσως άδικο να σταθούμε στην ιστορία της λογοκλοπής. Όχι μόνο γιατί, κατά πάσα πιθανότητα, δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, αλλά και γιατί δεν ωφελεί να χρονοτριβούμε με ορισμένα ζητήματα όταν η Ιστορία της λογοτεχνίας έχει ήδη αποφανθεί, άλλως θα αρχίσουμε να διαφωνούμε για την πατρότητα π.χ. των σαιξπηρικών έργων.

Κυρίως, όμως, θα αδικούσαμε την αδιαμφισβήτητη λογοτεχνική αξία του μυθιστορήματος. Πρόκειται για μια αριστοτεχνική παρουσίαση ενός θέματος κλασσικού για την παγκόσμια λογοτεχνία: πώς οι απλοί άνθρωποι παρασύρονται στη δίνη των γεγονότων της Μεγάλης Ιστορίας. Από την άποψη αυτή, η σύγκριση με τον Ταλστόι και ειδικότερα το «Πόλεμος και Ειρήνη» είναι απολύτως επιτυχημένη. Άδικη είναι επίσης η κατηγορία περί έργου φιλοσοβιετικής προπαγάνδας. Ο Γκριγκόρι απέχει πολύ από το πρότυπο του σοβιετικού ήρωα (καταλήγει, άλλωστε, αντίπαλος των μπολσεβίκων), ενώ το μυθιστόρημα υπέστη εκτεταμένη λογοκρισία για να πάρει άδεια δημοσίευσης.

Η αφίσα του κατά Μπανταρτσούκ "Ήρεμου Ντον"

Η αφίσα του κατά Μπανταρτσούκ «Ήρεμου Ντον»

Ο «Ήρεμος Ντον» μεταφέρθηκε τρεις φορές στον κινηματογράφο, την πρώτη μάλιστα χωρίς καν να έχει ολοκληρωθεί (1930, σκηνοθεσία Όλγκα Πριαμπραζένσκαγια και Ιβάν Πράβαφ). Η πιο κλασσική είναι μάλλον αυτή του 1957-1958 (σε τρία μέρη) από τον Σιργκέι Γκεράσιμαφ, με τον Πιοτρ Γκλέμπαφ ως Γκριγκόρι και την Ελίνα Μπιστρίτσκαγια ως Αξίνια. Η τρίτη απόπειρα μεταφοράς του μυθιστορήματος στη μεγάλη οθόνη ήταν αυτή του Σιργκέι Μπανταρτσούκ το 1992-1993, με τον Ρούπερτ Έβερεττ και τη Γαλλίδα Ντελφίν Φορέ στους βασικούς ρόλους. Έμεινε ανολοκλήρωτη εξαιτίας του θανάτου του σκηνοθέτη το 1994. Ο γιος του, ο Φιόνταρ Μπανταρτσούκ, κατόρθωσε κατά κάποιο τρόπο να την ολοκληρώσει: το φιλμ προβλήθηκε στη ρωσική τηλεόραση με τη μορφή μίνι τηλεοπτικής σειράς.

Γκριγκόρι (Ρ. Έβερεττ) και Αξίνια (Ντ. Φορέ), από το φιλμ του Μπανταρτσούκ

Γκριγκόρι (Ρ. Έβερεττ) και Αξίνια (Ντ. Φορέ), από το φιλμ του Μπανταρτσούκ

* Και για το τέλος, σκηνές από την ανολοκλήρωτη ταινία του Μπανταρτσούκ με μουσική επένδυση ένα παραδοσιακό ουκρανικό τραγούδι το «Несе Галя воду» [δηλ. η Γκάλια ή… Χάλια, αν προτιμάτε μεταγραφή με βάση την ουκρανική προφορά, (υποκοριστικό της Γκαλίνας = Γαλήνης) φέρνει νερό]. Στο ποτάμι, συναντά τον νεαρό Ιβάνκο ο οποίος την φλερτάρει. Η κοπέλα του κάνει νάζια, αλλά, εμμέσως πλην σαφώς, του δίνει και ραντεβού. 😉

«Несе Галя воду,
Коромисло гнеться,
За нею Іванко,
Як барвінок, в»ється.

 

– Галю ж моя Галю,
Дай води напиться,
Ти така хороша,
Дай хоч подивиться!

 

– Вода у криниці,
Піди тай напийся,
Як буду в садочку,
Прийди подивися.

 

– Прийшов у садочок,
Зозуля кувала,
А ти ж мене, Галю,
Та й не шанувала.

 

– Стелися, барвінку,
Буду поливати,
Вернися, Іванку,
Буду шанувати.

 

– Скільки не стелився,
Ти не поливала,
Скільки не вертався,
Ти не шанувала».