Ρέκβιεμ για την Τρόικα;

Σύμβολο μιας πολιτικής σκληρής λιτότητας, που οδήγησε την ελληνική οικονομία σε μαρασμό και συρρίκνωση και μέρος του πληθυσμού σε εξαθλίωση, η «Τρόϊκα» αποτελεί κόκκινο πανί για αρκετούς Έλληνες, όπως και για την κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ. Πόσο ρεαλιστική είναι, όμως, η επιθυμία να απαλλαγεί αμέσως η χώρα από την εποπτεία της;

Έχει εκφρασθεί η άποψη ότι κάτι τέτοιο ίσως είναι δυνατό σε νομικό επίπεδο, μέσω της αμφισβήτησης της νομιμότητάς της έναντι του πρωτογενούς και παράγωγου ενωσιακού δικαίου. Η άποψη αυτή, ωστόσο, είναι αμφιλεγόμενη τόσο σε νομικό όσο και σε πρακτικό επίπεδο. Το ουσιώδες ζήτημα, όσον αφορά την τρόικα δεν είναι η νομιμότητά της, η οποία δεν μπορεί να αμφισβητηθεί με ιδιαιτέρως βάσιμες πιθανότητες επιτυχίας: η σύσταση του εν λόγω μηχανισμού προβλέφθηκε από συγκεκριμένες πράξεις και νομοθετικά κείμενα της Ένωσης (σημειωτέον ότι το άρθρο 13, παράγραφος 7, της Συνθήκης για τη θέσπιση του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας που υπογράφηκε στις Βρυξέλλες στις 2 Φεβρουαρίου 2012 διατήρησε την τρόικα ως εποπτική λύση και για τις μεταγενέστερες περιπτώσεις βοήθειας προς κράτη-μέλη, κάτι που διαπιστώθηκε και στην περίπτωση της Κύπρου). Επιπροσθέτως, τυχόν αποκλίσεις από το ενωσιακό δίκαιο θα μπορούσαν ενδεχομένως να δικαιολογηθούν με την επίκληση των έκτακτων συνθηκών στις οποίες η τρόικα οφείλει την ύπαρξή της: επρόκειτο για θεσμό που έπρεπε να στηθεί βιαστικά στην προσπάθεια άμεσης αντιμετώπισης μιας σοβαρής διατάραξης της οικονομίας κράτους μέλους.

Στη συνέχεια, δεν είναι βέβαιος ο τρόπος με τον οποίο θα ήταν δυνατό να αμφισβητηθεί η νομιμότητά της. Μπορεί, άραγε, να γίνει δεκτό ότι χωρεί ευθεία προσφυγή ιδιώτη ή κράτους-μέλους; Και ποια ακριβώς πράξη θα προσβληθεί; Επισημαίνεται ότι το Γενικό Δικαστήριο της ΕΕ, το οποίο αποφαίνεται ως πρωτοβάθμιο δικαιοδοτικό όργανο της Ένωσης επί ορισμένων θεμάτων, απέρριψε πρόσφατα σειρά προσφυγών που είχαν ασκήσει φυσικά και νομικά πρόσωπα κατά του Μνημονίου που υπέγραψαν η Κύπρος και ο Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Σταθερότητας (ΕΜΣ). Το Γενικό Δικαστήριο είναι αρμόδιο να ελέγχει τη νομιμότητα των πράξεων των θεσμικών και λοιπών οργάνων και οργανισμών της Ένωσης, πλην όμως, στην περίπτωση του κυπριακού μνημονίου, αποφάνθηκε ότι, καθόσον ούτε η Κύπρος ούτε ο ΕΜΣ «περιλαμβάνονται στα θεσμικά ή άλλα όργανα ή οργανισμούς της Ένωσης […] δεν έχει αρμοδιότητα να ελέγξει τη νομιμότητα των πράξεων που εγκρίνουν από κοινού» (απόφαση T‑289/13, Ledra Advertising Ltd).

Απομένει, ως «ασφαλής» λύση, η υποβολή στο Δικαστήριο της ΕΕ σχετικής αίτησης προδικαστικής απόφασης από κάποιο ελληνικό δικαστήριο. Ποια θα ήταν, όμως, και στην περίπτωση αυτή τα προδικαστικά ερωτήματα; Θα μπορούσαν να περιλαμβάνουν και τη νομιμότητα του ίδιου του οργάνου παρακολούθησης της συμμόρφωσης προς τους όρους που συνοδεύουν τη χρηματοπιστωτική συνδρομή ή το λογικότερο θα ήταν να ζητηθεί απάντηση σχετικά με το αν είναι σύμφωνες με το ενωσιακό δίκαιο συγκεκριμένες προβλέψεις των μνημονίων (λ.χ. σχετικές με το εργατικό δίκαιο); Όποια κι αν είναι η απάντηση, η διαδικασία είναι χρονοβόρα. Θα χρειαστεί, υπό τις καλύτερες συνθήκες, περίπου ένα έτος για την έκδοση μιας απόφασης με αβέβαιο αποτέλεσμα, ενώ οι πολιτικές ανάγκες απαιτούν ταχύτατες λύσεις.

Η αποδοχή, όμως, της τυπικής νομιμότητας του μηχανισμού, είτε ως βεβαιότητα είτε ως πιθανότητα, δεν συνεπάγεται ότι ο συγκεκριμένος μηχανισμός παρακολούθησης πρέπει να αναχθεί περίπου σε τοτέμ της δημοσιονομικής σταθερότητας και να παρουσιασθεί ως η «καλύτερη δυνατή λύση». Κάτι τέτοιο θα παρέβλεπε τόσο τον ad hoc χαρακτήρα της ως θεσμού όσο και τις σοβαρές αντιρρήσεις που έχουν εκφρασθεί όχι μόνο για τη δημοκρατική νομιμοποίησή της, αλλά και για την αποτελεσματικότητά της από αμιγώς τεχνοκρατική άποψη.

Στην πραγματικότητα, το ζήτημα της τρόικας είναι πρωτίστως πολιτικό. Και οι αντιρρήσεις δεν προέρχονται μόνο από την Ελλάδα ή την Αριστερά. Εκτός από τη γνωστή έκθεση και το συνακόλουθο ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου (Μάρτιος 2014), ορισμένες από τις σοβαρότερες ενστάσεις έχουν προβληθεί από τον νυν πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,  Ζαν-Κλωντ Γιουνκέρ.

Την άνοιξη του 2014, και στο ίδιο το πρόγραμμά του ως υποψηφίου του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος, ο Γιουνκέρ υποστήριζε: «Στο μέλλον, θα πρέπει να μπορέσουμε να αντικαταστήσουμε την τρόικα με μια δομή που θα διαθέτει ευρύτερη δημοκρατική νομιμοποίηση και θα πρέπει να λογοδοτεί σε μεγαλύτερο βαθμό για τις πράξεις της, δομή που θα βασίζεται στα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα και θα υπόκειται σε ενισχυμένο κοινοβουλευτικό έλεγχο, τόσο σε ευρωπαϊκό όσο και σε εθνικό επίπεδο».

Στις 16 Ιανουαρίου 2015, σε ομιλία του στο Στρασβούργο προς τους σπουδαστές της γαλλικής εθνικής σχολής δημόσιας διοίκησης (ENA), ο πρόεδρος της Επιτροπής επαναλάμβανε: «οι μηχανισμοί διαχείρισης της κρίσης που είχαμε ως τώρα στη διάθεσή μας δεν ήταν ιδιαιτέρως δημοκρατικοί. Υποστήριζα ανέκαθεν ότι πρέπει να προσθέσουμε μια δόση δημοκρατίας στην τρόικα». Κατόπιν, επανέφερε στον προβληματισμό το νομικό επιχείρημα περί συμβατού χαρακτήρα με τις Συνθήκες της ΕΕ, αναφερόμενος στις πρόσφατες προτάσεις του γενικού εισαγγελέα του ΔΕΕ Π. Κρουθ-Βιγιαλόν στην υπόθεση Gauweiler κ.λπ. (C‑62/14), σχετικά με το πρόγραμμα αγοράς ομολόγων κρατών μελών από την ΕΚΤ: κατά τον Ισπανό γενικό εισαγγελέα, η ΕΚΤ δεν μπορεί να καθορίζει το πρόγραμμα και ταυτόχρονα να ελέγχει την εφαρμογή του. Ως εκ τούτου, είναι εκ των πραγμάτων πιθανό να οδηγηθούμε σε τροποποίηση της μορφής του εποπτικού μηχανισμού. «Τούτο αποτελεί ένδειξη περί του ότι η τρόικα, με τη μορφή που γνωρίσαμε, μέχρι σήμερα δεν πρέπει να έχει πολύ μέλλον μπροστά της».

Τούτων δοθέντων, μπορούμε να ευελπιστούμε ότι η τρόικα θα… εξαερωθεί στο προσεχές μέλλον; Μια τέτοια προσδοκία παραβλέπει το πόσο δύσκολο θα είναι για τα ισχυρότερα κράτη-μέλη (και ειδικά τη Γερμανία), αλλά και για την ίδια την Ένωση να παραδεχθούν ότι έσφαλαν όσον αφορά τον τρόπο αντιμετώπισης της οικονομικής κρίσης. Η παραδοχή αυτή θα είναι κατά μείζονα λόγο δυσχερής, εάν φανεί ότι οδηγήθηκαν σ’ αυτήν υπό την πίεση της αριστερής κυβέρνησης ενός κράτους-μέλους με σοβαρότατες οικονομικές δυσχέρειες.

Είναι, συνεπώς, εξαιρετικά πιθανό, εάν η ελληνική κυβέρνηση επιθυμεί να απαλλαγεί από την τρόικα, να κληθεί συντόμως να της δώσει εκ νέου όρκο πίστης. Παράδοξο και μάλιστα ιδιαιτέρως ενοχλητικό! Σε αυτό το παιχνίδι τύπου και ουσίας, όμως, στο οποίο είναι εξαιρετικά δυσχερές να διακρίνει κάποιος τι άπτεται του πρώτου και τι της δεύτερης, το παράδοξο ενδέχεται, σε κάποιες περιπτώσεις, να αποδειχθεί καθοριστικής σημασίας. Γιατί πώς αλλιώς θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί μια ενδεχόμενη συμφωνία, που θα προέβλεπε ρητά την επανεξέταση σε καθορισμένο χρόνο της μορφής του μηχανισμού παρακολούθησης; Είναι ωστόσο παράτολμο να διακινδυνεύσει κάποιος οποιαδήποτε πρόβλεψη, ειδικά σε μια περίοδο που οι βεβαιότητες μοιάζουν να αμφισβητούνται από τα γεγονότα.

[Γράφτηκε για τα ΕΝΘΕΜΑΤΑ και δημοσιεύθηκε στο φύλλο της 8ης Φεβρουαρίου 2015]

Παγκόσμια ηγεμονία και προσωπικά δεδομένα

Εάν η κατάσταση της αμερικανικής οικονομίας αποτελεί αντικείμενο συζητήσεων, την ώρα που το Δημόσιο των ΗΠΑ ακροβατεί για να αποφύγει το ενδεχόμενο χρεοκοπίας, εάν η αμερικανική στρατιωτική ισχύς αντιμετωπίζεται από κάποιους σαν «ξεπερασμένο μέσο επιβολής», η ηγεμονία της υπερδύναμης δεν μπορεί να τεθεί σοβαρά εν αμφιβόλω όταν οι ΗΠΑ ελέγχουν κατά τρόπο σχεδόν απόλυτο τις νέες τεχνολογίες και ιδίως αυτές που σχετίζονται με τη διάδοση της πληροφορίας. Επικοινωνούμε αυτή τη στιγμή στο πλαίσιο ενός ΜΚΔ που ανήκει σε εταιρία εδρεύουσα στην Καλιφόρνια, διατηρούμε ιστολόγιο χάρη σε κάποιον πάροχο από τις ΗΠΑ, χρησιμοποιούμε αμερικανικές μηχανές διαδικτυακής αναζήτησης και αμερικανικό λογισμικό. Όλες αυτές οι καλές εταιρίες χρησιμοποιούν τα προσωπικά δεδομένα μας με μόνους περιορισμούς αυτούς (τους λίγους) που τους επιβάλλει η νομοθεσία της πολιτείας της έδρας τους και η ομοσπονδιακή νομοθεσία των ΗΠΑ.

Από την πλευρά της, η νομοθεσία της ΕΕ για την προστασία προσωπικών δεδομένων είναι ξεπερασμένη (το σώμα της ανάγεται στη δεκαετία του 1990, δηλ. στην προ της διάδοσης του Διαδικτύου εποχή) και μάλλον όχι ιδιαιτέρως ικανή για να προστατεύσει τους Ευρωπαίους χρήστες του Διαδικτύου. Εκτός της υστέρησης ως προς την παρακολούθηση των συχνά ραγδαίων τεχνολογικών εξελίξεων, η νομοθεσία αυτή πάσχει και για έναν πρόσθετο λόγο: ο τότε νομοθέτης είχε παραβλέψει ότι το κρίσιμο ζήτημα για την αποτελεσματική προστασία θα ήταν αυτό του εφαρμοστέου δικαίου. Οι αμερικανικές εταιρίες οχυρώνονται πίσω από τη νομοθεσία της έδρας τους (ή την επίσης ευνοϊκή για τα συμφέροντά τους νομοθεσία της χώρας έδρας της ευρωπαϊκής θυγατρικής τους) για να αποκρούσουν την εφαρμογή ενωσιακών κανόνων προστασίας του χρήστη. Θα θυμάστε ίσως την περίπτωση του ΦΜΠ στη Γερμανία: το ΜΚΔ ζητούσε συστηματικά από τους Γερμανούς χρήστες να διατηρούν λογαριασμούς μόνο με την πραγματική ταυτότητά τους, μολονότι η γερμανική νομοθεσία ρητώς επιτρέπει τη χρήση του Διαδικτύου με ψευδώνυμο. Όταν χρήστης προσέφυγε στην αρχή προστασίας προσωπικών δεδομένων του ομόσπονδου κράτους της κατοικίας του (Σλέσβιχ-Χολστάιν), το ΦΜΠ επικαλέστηκε την αμερικανική και την (άκρως «φιλελεύθερη») ιρλανδική νομοθεσία.

Ο μόνος αποτελεσματικός τρόπος για την προστασία του Ευρωπαίου χρήστη είναι φυσικά το να καταστεί εφαρμοστέο το ενωσιακό δίκαιο από τη στιγμή που η εταιρία, ανεξαρτήτως έδρας, απευθύνεται σε Ευρωπαίους καταναλωτές και παρέχει υπηρεσίες εντός της Ευρώπης. Αυτό θα μπορούσε να γίνει πολύ απλά με τον χαρακτηρισμό των σχέσεων ως συμβατικών και την εφαρμογή του αντίστοιχου κανονισμού για το εφαρμοστέο δίκαιο στις συμβατικές ενοχές. Μπορεί βεβαίως να γίνει και με ειδική προς τούτο νομοθεσία, όπως επέλεξε και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή η οποία έχει ετοιμάσει μια ογκώδη δέσμη για τη μεταρρύθμιση της ενωσιακής νομοθεσίας περί προστασίας των προσωπικών δεδομένων.

Το σχέδιο αυτό αντιμετωπίζει διαρκή εμπόδια. Κάποια κράτη μέλη δεν θέλουν να γίνει κάτι που θα στεναχωρήσει τον υπερατλαντικό εξάδελφο ή προστάτη ούτε να χάσουν τον επικερδή μεταπραττικό τους ρόλο. Παρά την αισιοδοξία της επιτρόπου Ρέντινγκ, η οποία πιστεύει ότι η δέσμη θα έχει εγκριθεί εντός του έτους, εύλογοι είναι οι φόβοι για υποχωρήσεις της τελευταίας στιγμής που θα ξεδοντιάσουν το φιλόδοξο σχέδιο.

Επομένως, όταν ανησυχείτε για την προστασία των προσωπικών δεδομένων σας υπάρχουν αποτελεσματικότεροι τρόποι αντίδρασης από την επικόλληση του γνωστού κειμένου (που αν ακολουθηθούν οι οδηγίες του το μόνο αποτέλεσμα θα είναι να μη μπορούν να δουν τις φωτογραφίες που αναρτάτε οι δικοί σας φίλοι). Μπορείτε να υποστηρίξετε την πρωτοβουλία της Επιτροπής (ακόμη κι αν για δικούς σας λόγους δεν τη συμπαθείτε ).

[Ανάρτηση στο Facebook (8 Οκτωβρίου 2013) – δημοσιεύθηκε στον ιστότοπο ToPortal στις 10 Οκτωβρίου 2013]

Σκόρπιες σημειώσεις για την ΕΡΤ

Τεντυμποϊσμός;

«Επειδή η εγκληματική βλακεία δεν μπορεί να ονομάζεται ούτε ηγετική αποφασιστικότητα ούτε μεταρρύθμιση. Επειδή πολύ ακούγεται και γράφεται ο ισχυρισμός ότι το κλείσιμο της ΕΡΤ αποτελούσε αναγκαία κίνηση που ανταποκρίνεται στη λογική, ενώ όσοι αντιδρούν σ’ αυτό είναι υποστηρικτές «ακραίων κομμάτων που αντιπροτείνουν μονάχα μια μελοδραματική αφήγηση»… λέω να υποβάλω μερικά απλά ερωτήματα. Πόσο ζημιώνεται το Ελληνικό Δημόσιο από την παύση λειτουργίας ενός κερδοφόρου φορέα (διότι άλλο πράγμα το είμαι καταρχήν αντίθετος στο ειδικό τέλος κι άλλο το καμώνομαι πως αυτό δεν υπάρχει); Πόσο ζημιώνεται το Ελληνικό Δημόσιο από την αθέτηση συμβατικών υποχρεώσεων της ΕΡΤ ΑΕ κι από τις αποζημιώσεις προς το απολυμένο προσωπικό της; Διαπραγματεύτηκε το Ελληνικό Δημόσιο, ως φυσικός διάδοχος της ΕΡΤ ΑΕ, τη μεταβίβαση των δικαιωμάτων αναμετάδοσης αθλητικών διοργανώσεων που κατείχε ο καταργηθείς φορέας; Καταβλήθηκε κάποιο αντίτιμο από τους ιδιωτικούς φορείς που μετέδωσαν ήδη κάποια τέτοια γεγονότα (όπως τον τρίτο τελικό του πρωταθλήματος μπάσκετ και το Κύπελλο Συνομοσπονδιών Ποδοσφαίρου); Ποια είναι ακριβώς η ζημία του Ελληνικού Δημοσίου στις περιπτώσεις αυτές (αντίτιμο που κατέβαλε η ΕΡΤ ΑΕ στις διοργανώτριες αρχές ή στους όποιους δικαιούχους, μη πραγματοποιηθέντα έσοδα από διαφημίσεις κ.λπ.);

Πέρα από την πολιτική και πολιτιστική ανάγκη ύπαρξης δημόσιας τηλεόρασης, πέρα από την αυτοτελή αξία της συγκεκριμένης δημόσιας υπηρεσίας, οι υπέρμαχοι της λογικής ζητούν και στοιχεία κι αριθμούς. Υπολογισμούς κόστους κάθε απόφασης. Τα υπόλοιπα επιχειρήματα υπέρ της κατάργησης δεν είναι παρά ιδεοληψίες και παραμύθια γραμμένα από ατάλαντο συγγραφέα.

Όταν σπάζεις αυγά πετώντας τα σε τοίχους και σε περαστικούς δεν φτιάχνεις ομελέτα. Η ταπεινή φιλοδοξία του μαγείρου δεν πρόκειται να πραγματοποιηθεί ποτέ με τον τρόπο αυτό. Το μόνο που μένει είναι ο τεντυμποϊσμός.» [ανάρτηση στο Facebook, 16 Ιουνίου 2013]

 

Δημιουργική ερμηνεία δικαστικών αποφάσεων

«Είναι εντυπωσιακό το πώς η πολιτική ιδεολογία και η προσκόλληση σε ό,τι θεωρήθηκε επιθυμητό αποτέλεσμα οδηγούν ανθρώπους, μερικοί εκ των οποίων διαθέτουν πτυχίο νομικής, σε δραματική παρανάγνωση αποφάσεων δικαιοδοτικών οργάνων. Μυριάδες αυτόκλητων ειδικών γνωμοδότησαν επί της πολυαναμενόμενης προσωρινής διαταγής του Προέδρου του ΣτΕ με αποκλειστική πηγή πληροφοριών το ρεπορτάζ δημοσιογράφου. Χωρίς να έχουν δει την προσωρινή διαταγή, χωρίς να έχουν διαβάσει την αίτηση ακυρώσεως (αφού όλοι «προσφυγή» την έλεγαν) και τα αιτήματα για τη λήψη προσωρινών/ ασφαλιστικών μέτρων, χωρίς να ξέρουν ποια ακριβώς ήταν η προσβαλλόμενη πράξη (ή οι προσβαλλόμενες πράξεις) της διοίκησης, χωρίς καν να κάνουν τον κόπο να διαβάσουν το άρθρο 52 του ΠΔ 18/1989, όπως έχει αντικαταστάθεί με τις διατάξεις του άρθρου 35 του νόμου 2721/1999 και να θυμηθούν τι ακριβώς κρίνεται σε τέτοιες διαδικασίες.

Διάβασα τόσες φορές ότι το «ΣτΕ αποφάνθηκε υπέρ της νομιμότητας και συνταγματικότητας» της ΠΝΠ και της επίμαχης ΚΥΑ (ή το αντίθετο). Όλα αυτά για μια προσωρινή διαταγή (που δεν είναι καν η απόφαση περί αναστολής εκτελέσεως της προσβαλλόμενης πράξης, την οποία εκδίδει η Επιτροπή της παρ. 2 του άρθρου 52). Μάλλον ξεχάσαμε τα νομικά μας αναμένοντας κρίση επί της ουσίας από προσωρινή διαταγή.

Άρα ή πολλά πεντάρια κι αντιγραφή είχε πέσει στο Διοικητικό ή πέρασαν τα χρόνια και θεωρούμε κι αμαρτία ν’ ανοίξουμε κανένα βιβλίο ή μας τυφλώνει η ιδεοληψία μας. Διαλέξτε!» [ανάρτηση στο Facebook, 17 Ιουνίου 2013]

 

Υποχρέωση

«Η διοίκηση έχει υποχρέωση να συμμορφώνεται προς τις δικαστικές αποφάσεις. Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής γεννά ευθύνη για κάθε αρμόδιο όργανο, όπως νόμος ορίζει.» (Σύνταγμα της Ελλάδας, άρθρο 95, παρ. 5)[ανάρτηση στο Facebook, 18 Ιουνίου 2013]

 

Διευκρινίσεις;

«Τα δικαστήρια (και δη τα ανώτατα) ΔΕΝ παρέχουν διευκρινίσεις επί των αποφάσεών τους. Ναι, καλοί μου φίλοι, το καταλάβατε… και οι «διευκρινίσεις» που δημοσιεύθηκαν σε ΜΜΕ το βράδυ της Δευτέρας ήταν πλαστές. Τώρα αν εγώ αν μιλήσω για γατάκια που το παίζουν νομικοί και αναλύουν αποφάσεις κατά το δοκούν θα είμαι εριστικός, έ; Δεν θα μιλήσω, λοιπόν… φαίνεται ότι αυτοί όταν δίκαζαν υπόθεση στην Επιτροπή Αναστολών του ΣτΕ έπαιρναν «επίσημες διευκρινίσεις».

Μη μιλάς για Ευρώπη όταν οι πρακτικές σου παραπέμπουν στη Νότια Βαλκανική του προπερασμένου αιώνα (και πιο παλιά).» [ανάρτηση στο Facebook, 19 Ιουνίου 2013]

«Ευρωπαϊκός προσανατολισμός» και τήρηση του δικαίου της ΕΕ

 

Μαξ Μπέκμαν "Η Αρπαγή της Ευρώπης" 1933

Με αφετηρία το πάγωμα του αντιρατσιστικού νόμου

Πόση αξιοπιστία μπορεί να έχει ένα πολιτικό κόμμα, το μεγαλύτερο του κυβερνητικού συνασπισμού, όταν, ενώ εμφανίζεται ως θεματοφύλακας του ευρωπαϊκού προσανατολισμού της χώρας, υποστηρίζει τη λογική της ήσσονος προσπαθείας όσον αφορά την ενσωμάτωση του δικαίου της ΕΕ; Όταν πιστεύει ότι η χώρα μας δεν υπέχει καμία υποχρέωση μεταφοράς στην εσωτερική έννομη τάξη, ενώ το ίδιο το ενωσιακό νομοθέτημα ορίζει ρητά ότι «τα κράτη-μέλη θεσπίζουν τα αναγκαία μέτρα για να συμμορφωθούν με τις διατάξεις της παρούσας απόφασης πλαισίου έως τις 28 Νοεμβρίου 2010» (κι εμείς βρισκόμαστε αισίως στο σωτήριο έτος 2013); Όταν πιστεύει ότι αρκεί ένα νομοθέτημα του 1979, μολονότι η χρονική απόσταση μεταξύ της θέσπισής του και της έκδοσης της οικείας απόφασης, καθώς και οι προφανείς διαφορές όσον αφορά την έκταση και το περιεχόμενο καταδεικνύουν το αντίθετο;

Στην πραγματικότητα, η στάση αυτή είναι απολύτως σύμφωνη με την πάγια αντιμετώπιση την οποία επιφύλαξαν οι ελληνικές κυβερνήσεις στο δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και η οποία κυμαινόταν μεταξύ αδιαφορίας, στην καλύτερη περίπτωση, και περιφρόνησης, στη χειρότερη. Η διαπίστωση επιβεβαιώνεται όχι μόνο σε σχέση με την ενσωμάτωση και εφαρμογή του δικαίου της ΕΕ, αλλά και την (κατά κανόνα αναιμική) ελληνική συμμετοχή στις προπαρασκευαστικές εργασίες για την έκδοση ευρωπαϊκών νομοθετημάτων, χωρίς να παραβλέπεται η συνήθης πρακτική της θέσπισης εθνικών διατάξεων αντίθετων προς το δίκαιο της Ένωσης. Μερικά εντελώς ενδεικτικά παραδείγματα: η πλημμελέστατη εφαρμογή των οδηγιών για τη σύναψη δημοσίων συμβάσεων (προμηθειών, παροχής υπηρεσιών και δημοσίων έργων). Η θέσπιση της περιβόητης διάταξης του άρθρου 7, παρ. 2, του νόμου 2955/2001, η οποία, χαρακτηρίζοντας ορισμένα ιατρικά υλικά (ορθοπαιδικά είδη, βηματοδότες κ.λπ.) ως «μη συγκρίσιμα», επέτρεπε την προμήθειά τους με απευθείας αναθέσεις, αντί των διαγωνισμών που επιβάλλει η ευρωπαϊκή νομοθεσία (η χώρα μας καταδικάστηκε για τον λόγο αυτό από το Δικαστήριο της ΕΕ με την απόφαση της 18ης Δεκεμβρίου 2007, υπόθεση C-481/06, Επιτροπή κατά Ελλάδας). Τέλος, η πανηγυρική εξαγγελία από την τότε κυβέρνηση Κ. Καραμανλή νόμου περί «βασικού μετόχου», του οποίου οι διατάξεις αντέβαιναν προδήλως σε όλες σχεδόν τις θεμελιώδεις ελευθερίες που κατοχυρώνουν οι Συνθήκες της ΕΕ.

Εν προκειμένω, δεν μπορεί να υποστηριχθεί βάσιμα ότι ο νόμος 927/1979, περί κολασμού πράξεων ή ενεργειών που αποσκοπούν σε φυλετικές διακρίσεις, απαλλάσσει την Ελληνική Δημοκρατία από την υποχρέωσή της να ενσωματώσει στην εσωτερική έννομη τάξη τα όσα προβλέπει η απόφαση πλαίσιο 2008/913/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 28ης Νοεμβρίου 2008, για την καταπολέμηση ορισμένων μορφών και εκδηλώσεων ρατσισμού και ξενοφοβίας μέσω του ποινικού δικαίου. Ακόμη κι αν υποτεθεί ότι οι ελλείψεις του ισχύοντος νόμου (όσον αφορά τους ορισμούς εννοιών ή την αναλυτική περιγραφή της αντικειμενικής υπόστασης των αξιόποινων πράξεων) θα μπορούσαν να καλυφθούν ερμηνευτικά, απουσιάζει από αυτόν η δυνατότητα επιβολής κυρώσεων (περιλαμβανομένου και του αποκλεισμού από δημόσιες παροχές ή ενισχύσεις) σε νομικά πρόσωπα (άρθρο 6, παρ. 1, της απόφασης πλαισίου), τα οποία μπορούν να κριθούν υπεύθυνα για αδικήματα ρατσισμού και ξενοφοβίας (άρθρο 5). Είναι μάλλον προφανές εναντίον ποιας πολιτικής οργάνωσης θα μπορούσε να στραφεί μια τέτοια διάταξη και ποιος προστατεύεται καταρχήν με την απόσυρση του «αντιρατσιστικού» σχεδίου νόμου.

Είναι αλήθεια ότι έχουν εκφρασθεί πολλές αμφιβολίες για τη σκοπιμότητα της καταπολέμησης του ρατσισμού με νομικά μέσα. Ομοίως έχουν επισημανθεί οι κίνδυνοι υπέρμετρου περιορισμού της ελευθερίας της έκφρασης ή αυθαίρετης χρήσης των διατάξεων ενός τέτοιου νομοθετήματος. Ένα ζήτημα τόσο σοβαρό θα απαιτούσε την ευρύτερη δυνατή διαβούλευση μεταξύ πολιτικών και κοινωνικών φορέων. Κάτι που, ως συνήθως, δεν συνέβη. Σε κάθε περίπτωση, η περιπέτεια του αντιρατσιστικού νόμου επιβεβαιώνει μια παλιά, αλλά όχι και τόσο προβεβλημένη διαπίστωση: αν κάποιος αναζητήσει συνειδητοποιημένους θιασώτες του ευρωπαϊκού ιδανικού δεν πρόκειται να τους βρει στα κόμματα που άσκησαν εξουσία στη χώρα μας.

[γράφτηκε για τα Ενθέματα και δημοσιεύθηκε στο φύλλο της 26ης Μαΐου 2013]

Λίγο πιο πέρα απ’ την αρένα των εικονικών μονομαχιών

Τα όσα συμβαίνουν στην ελληνική κοινωνία δεν χαρακτηρίζονται κατά κανόνα από κάποια μοναδικότητα. Ανάλογα φαινόμενα συναντούμε στις περισσότερες δυτικές χώρες. Κάποιοι, ωστόσο, έχουν βαλθεί να αποδείξουν ότι η κρίση αυτή είναι εσφαλμένη, τουλάχιστον εν μέρει. Γιατί τελικά υπάρχει μια ελληνική ιδιαιτερότητα κι έγκειται στον στρεβλό τρόπο με τον οποίο πολλοί αντιλαμβάνονται και σχολιάζουν την επικαιρότητα.

Αναφέρομαι (κι ας μην ήθελα καθόλου να σχολιάσω το θέμα αυτό) στη γνωστή υπόθεση της διπλής μαστεκτομής στην οποία υποβλήθηκε για προληπτικούς λόγους η Αντζελίνα Τζολί και, κυρίως, σε όσα γράφτηκαν σχετικά στη χώρα μας. Πώς είναι δυνατόν αυτό το θέμα να αντιμετωπισθεί ως ευκαιρία πολιτικής αντιπαράθεσης και ξεκαθαρίσματος προσωπικών λογαριασμών μεταξύ γραφιάδων και πιστών τους; Πώς καταφέραμε να το κάνουμε ζήτημα σύγκρουσης «μνημονιακών» κι «αντιμνημονιακών» ή αυτοπροσδιοριζόμενων ως «υπεύθυνων» πανέτοιμων να στηλιτεύσουν με βαρύ οπλισμό την «ανευθυνότητα» όσων έκαναν το λάθος να διατυπώσουν γνώμη διαφορετική από τη δική τους; Θα τρελαθούμε εντελώς, καθώς φαίνεται, ή μάλλον έχουμε ήδη τρελαθεί.

Η ηθοποιός άσκησε την ελευθερία της να διαθέτει το σώμα της όπως αυτή κρίνει. Πήρε μια απόφαση δύσκολη (να υποβληθεί σε μια σειρά επώδυνων ιατρικών πράξεων), κρίνοντας ότι ήταν η καλύτερη για την υγεία της. Της πρέπει σεβασμός. Ουδείς έχει δικαίωμα να της υποδείξει τι θα έπρεπε να κάνει. Και, ναι, η πρόσβαση στις υπηρεσίες ιατρικής περίθαλψης και, ακόμη περισσότερο, σε υπηρεσίες που συνδέονται άμεσα με τα πλέον πρόσφατα επιτεύγματα της έρευνας είναι εν πολλοίς και ταξική υπόθεση. Οι περισσότεροι άνθρωποι δεν θα έχουν την ευκαιρία να αποκτήσουν πρόσβαση σ’ αυτές. Όμως, δεν είναι η κατάλληλη στιγμή να αναδειχθεί αυτός ο ταξικός χαρακτήρας. Δεν μου φαίνεται πρέπον τώρα, ειδικά με αυτόν τον τρόπο, πώς να το κάνουμε… Από την άλλη, οι διθύραμβοι περί «ηρωίδας» είναι υπερβολικοί. Μια προσωπική απόφαση επί ζητήματος υγείας, η οποία λαμβάνεται με γνώμονα το συμφέρον του ατόμου και της οικογένειάς του, δεν αποτελεί «ηρωισμό», τουλάχιστον όχι όπως τον αντιλαμβάνονται ορισμένοι. Με άλλα λόγια, πάλι χάσαμε την ουσία της υπόθεσης.

Η ιστορία αυτή φέρνει στην επιφάνεια δύο ζητήματα.

Το πρώτο αφορά την δέουσα ιατρικώς αντιμετώπιση της γενετικής προδιάθεσης για σοβαρά νοσήματα. Μέχρι ποιο σημείο μπορεί να φτάσει; Πόσο μπορεί να προβληθεί μια μέθοδος αντιμετώπισης ως η βέλτιστη εν γένει, όταν η κάθε περίπτωση έχει τη μοναδικότητά της και οι όποιες κατηγοριοποιήσεις είναι εξαιρετικά περίπλοκες για να αποτελέσουν θέμα συζήτησης σε κοινωνία και ΜΜΕ; Το βέβαιο είναι ότι η απόφαση της Αμερικανίδας ηθοποιού καταδεικνύει μια σοβαρή διαφοροποίηση σε επιστημονικό και κοινωνικό επίπεδο μεταξύ ΗΠΑ και Ευρώπης. Στις ΗΠΑ ιατρική και κοινωνία φαίνεται να προτιμούν τις πιο επιθετικές λύσεις, ακόμη κι αν δεν έχει αποδειχθεί η ορθότητά τους. Θυμάμαι πρόσφατη απόφαση ατόμου το οποίο, μαθαίνοντας ότι έχει αυξημένη προδιάθεση να αναπτύξει καρκίνο στο πάγκρεας, προτίμησε να το αφαιρέσει, ζώντας το υπόλοιπο της ζωής του ως διαβητικό. Αντιθέτως, η ιατρική κοινότητα στην Ευρώπη είναι εξαιρετικά επιφυλακτική σε σχέση με τις επιθετικές αμερικανικές λύσεις.

«Πρόκειται για χαρακτηριστικά αμερικανική αντίδραση την οποία θεωρώ υπερβολική. Στην Ευρώπη δεν υιοθετούμε την ίδια ακριβώς προσέγγιση. Πρόκειται για ακραία περίπτωση άσκησης προληπτικής ιατρικής που δεν τελεί σε σχέση αναλογικότητας με τον κίνδυνο εμφάνισης του νοσήματος» (Μαρί-Πωλ Προστ-Χάινις, διευθύντρια του Αντικαρκινικού Ιδρύματος Λουξεμβούργου και προφανώς όχι μέλος του ΣΥΡΙΖΑ ή του ΠΑΜΕ).

Διαπιστώνουμε ότι τα πράγματα δεν είναι καθόλου απλά και σίγουρα δεν έχουν σχέση ούτε με ηρωίδες ούτε με εκπροσώπους της ανάλγητης πλουτοκρατίας. Η εύλογη απορία είναι η εξής: είναι σωστό μια διασημότητα να προβάλλει ως ενδεδειγμένη μια ιατρική πράξη αμφισβητούμενης επιστημονικά σκοπιμότητας;

Το δεύτερο ζήτημα είναι ταυτόχρονα νομικό και κοινωνικό. Ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου των ΗΠΑ εκκρεμεί διαφορά σχετική με τη δυνατότητα εταιριών που δραστηριοποιούνται στον τομέα της ιατρικής έρευνας να κατοχυρώνουν ανθρώπινο γενετικό υλικό και τα αποτελέσματα των σχετικών ερευνών με διπλώματα ευρεσιτεχνίας (υπόθεση AssociationforMolecularPathology κατά MyriadGenetics)! Είναι σαφές ότι το ενδεχόμενο νομικής προστασίας και παροχής δικαιωμάτων που απορρέουν από διπλώματα ευρεσιτεχνίας θα καταστήσει τα τεστ γενετικής προδιάθεσης τόσο ακριβά που η συντριπτική πλειονότητα των ανθρώπων δεν θα έχει καμιά ελπίδα πρόσβασης σ’ αυτά. Να ποια είναι τα πραγματικά σημαντικά ζητήματα που μπορούν να επηρεάσουν με τον πιο καθοριστικό τρόπο τη ζωή πολλών ανθρώπων. Κι οι απαντήσεις στα διλήμματα (προστασία νόμιμων και θεμιτών εμπορικών δικαιωμάτων ή προστασία της υγείας και με ποιους όρους) δεν είναι καθόλου απλές. Πώς θα σταθμισθούν δύο έννομα αγαθά με τον πιο δίκαιο τρόπο στο πλαίσιο κοινωνιών με συγκεκριμένες δομές και αντιλήψεις;

Αυτός είναι ο προβληματισμός που η υπόθεση της Αντζελίνας Τζολί θα μπορούσε να αναδείξει και στη χώρα μας. Αντ’ αυτού προτιμήσαμε, ως συνήθως, να επιδοθούμε σε ανταλλαγές υποτιμητικών χαρακτηρισμών, αφορισμούς και δηλώσεις με στόχο τον εντυπωσιασμό. Ας περιοριστούμε λοιπόν στον χαβαλέ του ποιος τα λέει καλύτερα και πιο υπεύθυνα κι ας απολαύσουμε λογοτέχνες, δημοσιογράφους κι άλλους πολλούς στις εικονικές αρένες των μονομαχιών τους (που όλο και περισσότερο θυμίζουν τους θρυλικούς σικέ αγώνες κατς που διεξάγονταν παλαιότερα στο γήπεδο της Λεωφόρου Αλεξάνδρας).

[Δημοσιεύθηκε στο Facebook, στις 17 Μαΐου 2013]

[Μια δικαιολογημένα ταλαιπωρημένη διάκριση] Νομοθετικός – Κανονιστικός: αμοιβαίως αποκλειόμενες ή συνώνυμες έννοιες;

Ναπολεόντειος Κώδικας. 1804

Ναπολεόντειος Κώδικας. 1804

Ι. Σημασιολογικό περιεχόμενο και διάκριση στο πλαίσιο της ελληνικής έννομης τάξης

 Α. Ορισμοί

«Νομοθετικός»: ΛΝΕΓ: 1. αυτός που σχετίζεται με τη νομοθεσία ή/ και τον νομοθέτη… 2. (α) νομοθετική εξουσία: η πρώτη και βασική μορφή εξουσίας στο πλαίσιο της συνταγματικώς κατοχυρωμένης τριμερούς διάκρισης των εξουσιών (οι άλλες δύο είναι η εκτελεστική και η δικαστική) που συνίσταται στη θέσπιση κανόνων δικαίου… και ασκείται στα δημοκρατικά πολιτεύματα από το Κοινοβούλιο… / ΛΚΝ: που έχει σχέση με τη νομοθεσία… α. που βασίζεται στη νομοθεσία, που έχει χαρακτήρα νόμου: Νομοθετική ρύθμιση, νομοθετικό διάταγμα…. β. που έχει ως αποστολή την κατάρτιση των νόμων: Νομοθετική λειτουργία/ εξουσία

«Νομοθεσία»: ΛΝΕΓ: 1. η σύνταξη νόμων και η επιβολή τους από τις αρμόδιες αρχές… 2. (συνεκδ.) το σύνολο των νόμων που έχουν κωδικοποιηθεί και ισχύουν σε δεδομένη πολιτεία…/ ΛΚΝ: 1 α. το σύνολο των νόμων που ισχύουν σε ένα κράτος β. το σύνολο των νόμων που ρυθμίζουν ορισμένες σχέσεις δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου… 2. το έργο ενός νομοθέτη.

«Κανονιστικός»: ΛΝΕΓ: 1. αυτός που αποσκοπεί στον κανονισμό, στη ρύθμιση… 2. κανονιστικό διάταγμα: το διάταγμα που αναφέρει και καθορίζει τις λεπτομέρειες της εφαρμογής ενός νόμου/ ΛΚΝ: που έχει σχέση με την επιβολή ενός νόμου ή κανονισμού, που ρυθμίζει κάτι: κανονιστικό διάταγμα, που κανονίζει τις λεπτομέρειες της εφαρμογής ενός νόμου. Κανονιστική πράξη, αναγκαστική ρύθμιση που έχει ισχύ νόμου…

Β. Σημασιολογικό περιεχόμενο και χρήση κατά την ελληνική νομική ορολογία

α. Μια φαινομενική αντίθεση: Συχνότατα συναντούμε τα επίθετα νομοθετικός και κανονιστικός να παρατίθενται το ένα δίπλα στο άλλο, με τρόπο δηλαδή που υποδηλώνει ότι οι έννοιες αυτές διαφοροποιούνται ως προς το σημασιολογικό τους περιεχόμενο. Γίνεται, για παράδειγμα, λόγος για «νομοθετικό και κανονιστικό πλαίσιο» ή προβλέπεται ότι «τα κράτη μέλη θα πρέπει να προσεγγίσουν τις νομοθετικές και κανονιστικές διατάξεις τους…» [βλ. λ.χ. Απόφαση-πλαίσιο 2001/220/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 15ης Μαρτίου 2001, σχετικά με το καθεστώς των θυμάτων σε ποινικές διαδικασίες (ΕΕ L 15, σ. 82), τρίτη αιτιολογική σκέψη]. Μνημονεύεται επίσης «το σύνολο των εργαζομένων που έχουν συμμορφωθεί προς τις νομοθετικές και κανονιστικές διατάξεις του κράτους μέλους υποδοχής» [απόφαση του Δικαστηρίου, της 18ης Δεκεμβρίου 2008, C-337/07, Ibrahim Altun κατά Stadt Böblingen, Συλλογή 2008, σ. I-10323, σκέψη 23] ή παρέχεται στα κράτη μέλη της ΕΕ η δυνατότητα να «εφαρμόζουν ή να θεσπίζουν ευνοϊκότερες νομοθετικές, κανονιστικές ή διοικητικές διατάξεις για την προστασία της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων» [άρθρο 15 της οδηγίας 89/391/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 12ης Ιουνίου 1989, σχετικά με την εφαρμογή μέτρων για την προώθηση της βελτίωσης της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων κατά την εργασία (ΕΕ L 183, σ. 1)].

β. Μια τυπική διάκριση παρά το κοινό σημασιολογικό περιεχόμενο: Ωστόσο οι δύο έννοιες έχουν κοινό σημασιολογικό πυρήνα: και τα δύο επίθετα αφορούν πράξεις με τις οποίες τίθεται κανόνας δικαίου (άρα το επίθετο «κανονιστικός» συνάδει και προς τους τυπικούς νόμους, οι οποίοι εξ ορισμού περιέχουν «νομοθετικές» διατάξεις), δηλαδή νόμος με την ουσιαστική έννοιά του! Σε τι οφείλεται, επομένως, η διάκριση που κατά τα φαινόμενα ακολουθείται στην πράξη; Ίσως θα έπρεπε να τη θεωρήσουμε απλώς συμβατική, απόρροια τρόπον τινά εθίμου και παράδοσης, κατάσταση που ενισχύεται εμμέσως πλην σαφώς από δευτερογενείς διακρίσεις που εξυπηρετούν την ταξινόμηση των τυπικών νόμων, αφενός, και των διοικητικών πράξεων, αφετέρου, και οι οποίες δεν θα έπρεπε κανονικά να αφορούν το γενικό πλαίσιο.

Έτσι, στην πράξη, επιφυλάσσουμε συνήθως το επίθετο «νομοθετικός» στις περιπτώσεις κατά τις οποίες αναφερόμαστε σε τυπικούς νόμους, ενώ χαρακτηρίζουμε ως «κανονιστικές» τις πράξεις της εκτελεστικής εξουσίας με τις οποίες θεσπίζονται κανόνες δικαίου. Κατά τον τρόπο αυτό καταλήγουμε σε ένα τυπικό-οργανικό κριτήριο διακρίσεως [νομοθετικός = αυτός που θέτει κανόνα δικαίου και απορρέει από τη νομοθετική εξουσία, δηλ. στην περίπτωση της Ελλάδας, τη Βουλή (βλ. Επ. ΣΠΗΛΙΩΤΟΠΟΥΛΟΥ Εγχειρίδιο Διοικητικού Δικαίου, τ. Ι, 7η έκδοση, εκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα-Κομοτηνή 1996, αριθ. 41 επ., σελ. 50 επ./ Π. Δ. ΔΑΓΤΟΓΛΟΥ Γενικό Διοικητικό Δίκαιο, 4η έκδοση, εκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα-Κομοτηνή 1996, αριθ. 142 επ., σελ. 64 επ.)/ κανονιστικός = αυτός που θέτει κανόνα δικαίου και απορρέει από την εκτελεστική εξουσία και το σύνολο των φορέων δημόσιας εξουσίας που αποτελούν τη δημόσια διοίκηση).

γ. Πηγή του «προβλήματος», η αρχή της διάκρισης των εξουσιών: Διαπιστώνεται ότι η διαφοροποίηση ανάγεται στη θεμελιώδη για το δημοκρατικό πολίτευμα αρχή της διάκρισης των εξουσιών (νομοθετική, εκτελεστική, δικαστική) ή, ορθότερα ίσως, των λειτουργιών. Το «πρόβλημά μας» δεν θα ανέκυπτε ποτέ αν η αρχή της διάκρισης αυτής ήταν απόλυτη. Κανόνες δικαίου θα έθεταν (πέραν του Συντάγματος και του διεθνούς δικαίου) μόνον οι τυπικοί νόμοι που ψηφίζονται από τη Βουλή σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπει το Σύνταγμα (όλοι οι τυπικοί νόμοι είναι και ουσιαστικοί, πλην του σχετικού με τον ετήσιο προϋπολογισμό της χώρας). Σε αυτούς θα έπρεπε να προστεθούν και οι πράξεις νομοθετικού περιεχομένου την έκδοση των οποίων προβλέπει το Σύνταγμα σε έκτακτες καταστάσεις (άρθρο 44, παρ. 1, βλ. Σπηλιωτόπουλο όπ. π., αριθ. 43 επ., σελ. 52 επ. – κατά τα προϊσχύσαντα συνταγματικά κείμενα αυτές οι πράξεις νομοθετικού περιεχομένου χαρακτηρίζονταν ως αναγκαστικοί νόμοι, αναγκαστικά ή νομοθετικά διατάγματα, βλ. ΛΝΕΓ: στο λήμμα νομοθετικός: (γ) νομοθετικό διάταγμα: έγγραφη πράξη του αρχηγού του κράτους, που συνήθως προσυπογράφεται από τον αρμόδιο υπουργό, το υπουργικό συμβούλιο ή/και τον πρωθυπουργό και έχει ισχύ τυπικού νόμου).

Όμως, παρά την καθολική νομοθετική αρμοδιότητα του Κοινοβουλίου η έκδοση όλων των κανόνων δικαίου από αυτό δεν είναι ούτε δυνατή ούτε επιθυμητή (Δαγτόγλου, όπ. π., αριθ. 173, σελ. 81). Ο ειδικός ή τεχνικός χαρακτήρας ορισμένων θεμάτων ή η ευμετάβολη φύση τους αποτελούν λόγους που καθιστούν σκόπιμη τη νομοθετική εξουσιοδότηση. Η θέσπιση κανόνων δικαίου από όργανα της εκτελεστικής εξουσίας επιβάλλεται από την ανάγκη ταχείας και αποτελεσματικής επίλυσης προβλημάτων. Έτσι σε πληθώρα περιπτώσεων η διοίκηση υποκαθιστά το κοινοβούλιο στη νομοθετική λειτουργία του εκδίδοντας κανονιστικές διατάξεις. Η χρήση του επιθέτου κανονιστικός στις περιπτώσεις αυτές δεν οφείλεται σε προσπάθεια διάκρισης των διοικητικών πράξεων αυτών από τους νόμους, αλλά από τις συνήθεις διοικητικές πράξεις που είναι ατομικές και δεν θέτουν κανόνες δικαίου (εκδίδονται από τα αρμόδια διοικητικά όργανα στο πλαίσιο της εκτελεστικής λειτουργίας της κρατικής εξουσίας – με αυτές διαπλάσσεται η ισχύς ή μη συγκεκριμένων έννομων συνεπειών ως προς προσδιοριζόμενα πρόσωπα). Πράγματι οι κανονιστικές πράξεις της δημόσιας διοίκησης θέτουν κανόνες γενικούς (όσον αφορά τα υποκείμενα που αφορά η ρύθμιση) και αφηρημένους (που δεν αναφέρονται σε συγκεκριμένες περιστάσεις, αλλά σε κατά γένος οριζόμενες). Η κανονιστική αρμοδιότητα της διοίκησης καλείται πρωτογενής όταν προβλέπεται από το Σύνταγμα (έκδοση εκτελεστικών των νόμων διαταγμάτων από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας) και δευτερογενής οσάκις προϋποθέτει την ύπαρξη εξουσιοδοτήσεως από τυπικό νόμο. Η εξουσιοδότηση αυτή πρέπει να προσδιορίζει το αντικείμενο, τον σκοπό και την έκταση της ρύθμισης.

Συμπερασματικά: Ο κανονιστικός χαρακτήρας είναι το στοιχείο που αντιδιαστέλλει τον νόμο και τις κανονιστικές διοικητικές αποφάσεις που εκδίδονται βάσει νομοθετικής εξουσιοδότησεως (που από μεγάλο μέρος της νομικής θεωρίας κρίνεται προτιμότερο να καλείται… κανονιστική) από τις ατομικές διοικητικές πράξεις και από τις δικαστικές αποφάσεις. Το αντιθετικό ζεύγος δεν είναι κατ’ ουσίαν ο νομοθετικός προς τον κανονιστικό, αλλά ο κανονιστικός προς τον διαπλαστικό (των ατομικών διοικητικών πράξεων). Η ταυτόχρονη παράθεση των επιθέτων νομοθετικός και κανονιστικός απορρέει από παραδοσιακή διάκριση που δεν επιβάλλεται από ουσιαστικούς λόγους. Εφόσον υιοθετείται θα πρέπει να ακολουθεί το προμνημονευθέν τυπικό-οργανικό κριτήριο: στο πλαίσιο της ελληνικής έννομης τάξης, ο όρος νομοθετικός θα παραπέμπει σε τυπικούς νόμους και πράξεις νομοθετικού περιεχομένου, ο όρος κανονιστικός σε κανονιστικές διοικητικές πράξεις [π.χ. υπουργικές αποφάσεις και – κατά κανόνα – προεδρικά διατάγματα]. Εάν επιλεγεί η χρήση ενός μόνον όρου, τότε είναι προτιμότερο να γίνει λόγος για «νομοθετικό», εφόσον το νομικό πλαίσιο στο οποίο γίνεται παραπομπή περιλαμβάνει έστω κι έναν τυπικό νόμο.

ΙΙ. Η χρήση των όρων «νομοθετικός» και «κανονιστικός» στο πλαίσιο μετάφρασης

Α. Ορισμοί

FR Réglementation : 1. action de réglementer. 2. résultat de cette action… 3. ensemble des règles qui gouvernent une matière (G. CORNU Vocabulaire juridique, 7e éd., PUF, Paris, 2005)

cf. Législation : 1. science législative 2. action de légiférer… 4. ensemble de lois (y compris les règlements) d’un Etat… 5. ensemble de règles se rapportant à un objet particulier…

EN Legislation: laws collectively/ the action of legislating (Oxford English Dictionary)

Legislative: 1. having the power to make laws 2. relating to laws or a legislature (OED)

Regulation: a rule or directive made and maintained by an authority 2. the action or process of regulating or being regulated (OED)

Regulatory: derivative of Regulate = … 2. control or supervise by means of rules and regulations (OED)

B. Σημασιολογικό περιεχόμενο και χρήσεις

Εκ πρώτης όψεως, οι ανωτέρω ορισμοί οδηγούν στα εξής συμπεράσματα: στατιστικά υφίστανται μεγάλες πιθανότητες ο γαλλικό όρος réglementation να ταυτίζεται σημασιολογικά με τον όρο législation κι επομένως να δηλώνει τη νομοθεσία και όχι κανονιστική ρύθμιση, αντιθέτως δηλαδή προς τη φυσική τάση του Έλληνα μεταφραστή να τον αποδίδει χρησιμοποιώντας το επίθετο κανονιστικός. Αυτό αποδεικνύεται και από το ότι στα αντίστοιχα κείμενα στην αγγλική γλώσσα το réglementation αποδίδεται κατά κανόνα ευθέως ως legislation, αίροντας κάθε αμφισημία. Κατ’ αυτόν τον τρόπο συνάγεται ότι το ουσιαστικό regulation και το επίθετο regulatory παραπέμπουν συχνά (αλλά όχι κατ’ ανάγκη) στο ελληνικό κανονιστικός. Ακόμη, όμως, ασφαλέστερη λύση αποτελεί η απόδοση με τον ελληνικό όρο «ρύθμιση» άνευ επιθετικού προσδιορισμού.

Παραδείγματα:  1 α. réglementation de l’Union (fr)/ European Union legislation (en)/ νομοθεσία της Ενώσεως (el) – 1 β. réglementation nationale (fr)/ National legislation (en)/ εθνική νομοθεσία (el) (Απόφαση του Δικαστηρίου, της 3ης Μαΐου 2012, C-337/10, Georg Neidel κατά Stadt Frankfurt am Main/ απόφαση του Δικαστηρίου, της 12ης Ιουλίου 2012, C-79/11, ποινική δίκη κατά Maurizio Giovanardi κ.λπ.)

2. national regulation (en)/ disposition nationale (fr)/ εθνική ρύθμιση (el) (Απόφαση του Δικαστηρίου, της 8ης Νοεμβρίου 2012, C-271/11, ΤΕΕ κατά Υπουργού Εσωτερικών, σκέψη 27, όπου και τα προδικαστικά ερωτήματα που υπέβαλε το ΣτΕ: εν προκειμένω οι επίμαχες εθνικές ρυθμίσεις περιλαμβάνονταν σε ΠΔ).

Γ. Προτεινόμενες λύσεις

Κατά συνέπεια, η τυποποίηση της απόδοσης των ξενόγλωσσων όρων είναι καλύτερο να αποφευχθεί. Η πλέον ασφαλής επιλογή συνίσταται στην κατά περίπτωση απόδοση, με βάση το είδος των πράξεων στις οποίες παραπέμπουν οι όροι.

ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ 1: οι όροι réglementation/ regulation παραπέμπουν σε εξατομικευμένη διάταξη.

Η απόδοση «ρύθμιση» είναι απολύτως ασφαλής. Εφόσον, πάντως, προκρίνεται από τον μεταφραστή η χρήση επιθέτου τότε:

1α: Διάταξη του δικαίου της ΕΕ: εφόσον η διάταξη περιλαμβάνεται σε κανονισμό ή οδηγία, προτιμάται το επίθετο «νομοθετικός».

1 β: Διάταξη εθνικού δικαίου: το είδος της πράξης στην οποία περιέχεται η διάταξη καθορίζει και τον όρο που θα χρησιμοποιηθεί. Εφόσον πρόκειται για νόμο ή άλλη πράξη νομοθετικού περιεχομένου (π.χ. νομοθετικά διατάγματα στο πλαίσιο της ιταλικής έννομης τάξης) τότε πρέπει φυσικά να χρησιμοποιηθεί το επίθετο «νομοθετικός». Υπουργικές αποφάσεις ή αποφάσεις άλλων οργάνων της εκτελεστικής εξουσίας, καθώς και, κατά κανόνα, τα διάφορα προεδρικά ή βασιλικά διατάγματα περιέχουν ρυθμίσεις που μπορούν να χαρακτηριστούν ως κανονιστικές.

ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ 2: οι όροι réglementation ή législation/ regulation ή legislation παραπέμπουν σε πλείονες κανόνες δικαίου/ νομικό πλαίσιο. Η παρουσία ενός και μόνο κανονισμού/ οδηγίας (δίκαιο ΕΕ) ή τυπικού νόμου/ πράξης νομοθετικού περιεχομένου συμπαρασύρει και τα υπόλοιπα και επιβάλλει τη χρήση του όρου νομοθεσία (και του επιθέτου νομοθετικός, οσάκις υφίστανται ανάλογες συνάψεις).

Τονίζεται εν κατακλείδι ότι, με βάση τα όσα προαναφέρθηκαν, δεν υφίσταται επί της ουσίας ορθή και εσφαλμένη χρήση. Με το πρόχειρο αυτό σημείωμα προτείνονται απλώς λύσεις περισσότερο σύμφωνες με την παράδοση της ελληνικής νομικής ορολογίας.

[εισήγηση στο πλαίσιο της Ομάδας Τυποποίησης Ορολογίας των μεταφραστικών υπηρεσιών ελληνικής γλώσσας των οργάνων της ΕΕ/ συνεδρίαση της 22ας Φεβρουαρίου 2013/ κείμενο που γράφηκε τον Νοέμβριο του 2012]

Άσχετοι, οκνηροί, ιδεοληπτικοί;

Στη Βουλή συζητείται το τελευταίο νομοσχέδιο περί ναρκωτικών. Μία από τις άσχετες με το βασικό αντικείμενο του νόμου διατάξεις φαίνεται ότι προκάλεσε αναταραχή στο ελληνικό κοινοβούλιο. Όπως διαβάζουμε στο ΒΗΜΑ πρόκειται, λέει, για την «υποχρέωση του Αρείου Πάγου και του Συμβουλίου της Επικρατείας να «αναψηλαφούν» αποφάσεις τους για τις οποίες εκφράζουν ενστάσεις τα ευρωπαϊκά δικαστήρια…
Όπως είπε ο εισηγητής της ΝΔ κ. Αν. Νεράντζης το κόμμα του θα καταψηφίσει τα άρθρα «με τα οποία καθιερώνεται δικαίωμα ασκήσεως αναψηλαφήσεως σε κάποιον που πήγε στο ευρωδικαστήριο και αυτό αποφάσισε ότι η απόφαση του Άρειου Πάγου δεν τήρησε τους όρους περί δίκαιης δίκης». Εκ μέρους των Ανεξάρτητων Ελλήνων η κυρία Χρυσούλα Γιαταγάνα ανέφερε ότι με το συγκεκριμένο νομοσχέδιο «μετατρέπουν τα εθνικά μας δικαστήρια σε επαρχιακά δικαστήρια της ευρωπαϊκής ένωσης»…
Ο κ. Ρουπακιώτης δεν άφησε αναπάντητα τα πυρά που δέχθηκε και «ξεσπώντας» είπε στους βουλευτές της ΝΔ: «Από την στιγμή που προσχωρήσαμε στην Ευρωπαϊκή Ένωση ένα μέρος της εθνικής μας ανεξαρτησίας εκχωρήθηκε. Από την στιγμή που συμμετέχουμε σε ευρωπαϊκούς θεσμούς ένα μέρος της εθνικής μας κυριαρχίας εκχωρήθηκε. Φτάσαμε στο σημείο να προσδεθούμε στις απαιτήσεις των δανειστών μας, υπαχθήκαμε σε μια σύμβαση με το πιο σκληρό Δίκαιο…»».

Είναι ακριβώς η στιγμή που κάποιος με στοιχειώδεις γνώσεις νομικής ψάχνει για τα χάπια του ή αναρωτιέται μήπως έφτασε η ώρα να πηδήξει απ’ το παράθυρο. Διότι τι καταλαβαίνετε εσείς διαβάζοντας το άρθρο και τις δηλώσεις Νεράντζη (δικηγόρος), Γιαταγάνα (πρώην δικαστικός), Ρουπακιώτη (τ. πρόεδρος του ΔΣΑ); Ότι κάτι συμβαίνει και πρέπει να έχει σχέση με τα «ευρωπαϊκά δικαστήρια», γενικά κι αόριστα (μάλλον αυτό της ΕΕ πρέπει να εννοούν), κι ότι αυτοί οι κακοί Ευρωπαίοι θέλουν ν’ αναμειχθούν και στα δικαστικά μας πράγματα κι ούτε την ελευθερία του ΑΠ και του ΣτΕ δεν σέβονται. Κι εννοείται ότι όλα τούτα δεν μπορεί, «στα Μνημόνια θα οφείλονται»…

Έ, πριν ξαναβγάλετε το γιαταγάνι από τη θήκη δείτε και την επίμαχη διάταξη. Πρόκειται για το άρθρο 69Α που φέρει τον τίτλο
«Αίτηση επανάληψης της διαδικασίας» και προβλέπει τα εξής:

«1. Δικαστική απόφαση, για την οποία κρίθηκε με απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου ότι εκδόθηκε κατά παραβίαση δικαιώματος που αφορά το δίκαιο χαρακτήρα της διαδικασίας που τηρήθηκε ή διάταξης ουσιαστικού δικαίου της Σύμβασης, υπόκειται σε αίτηση επανάληψης της διαδικασίας ενώπιον του δικαστηρίου που την εξέδωσε.
2. Δικαίωμα να ασκήσουν την κατά την προηγούμενη παράγραφο αίτηση έχουν όσοι διατέλεσαν διάδικοι στη δίκη ενώπιον του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου ή οι κάθε είδους καθολικοί ή ειδικοί διάδοχοί τους, εφόσον έχουν έννομο συμφέρον...».

Η διάταξη, λοιπόν, αφορά τις αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (κι όχι βέβαια το Δικαστήριο της ΕΕ ούτε «τα ευρωπαϊκά δικαστήρια», γενικά κι αόριστα) και δίνει τη δυνατότητα επανάληψης της διαδικασίας οσάκις το δικαστήριο του Στρασβούργου έκρινε ότι υπήρξε παραβίαση της ΕΣΔΑ. Παρέχει δηλαδή τη δυνατότητα εξάλειψης του παράδοξου να εξακολουθεί να υπάρχει ελληνική δικαστική απόφαση αντίθετη προς αυτήν του ΕΔΔΑ, προς μεγάλη προφανώς ζημία του προσφεύγοντος που δικαιώθηκε από το δεύτερο. Απολύτως λογικά πράγματα. Άλλωστε την ΕΣΔΑ την έχουμε κυρώσει από τις 28.11.1974. Μήπως επιθυμεί η ΝΔ (ή οι ΑνεξΕλ) να ζητήσει ευθύνες από την τότε κυβέρνηση… του Κων/νου Καραμανλή;  🙂

Όπως αντιλαμβάνεστε οι δηλώσεις που παραθέσαμε παραπάνω φλερτάρουν με το τραγικό… ή με την αξεπέραστη κωμωδία, θέμα γούστου είναι αυτό. Και καλά, ας μην πιαστούμε από το λεπτό ζήτημα της διάκρισης μεταξύ αναψηλάφησης και επανάληψης της διαδικασίας. Άντε να μη συζητήσουμε το θέμα των σχέσεων εθνικών δικαστηρίων και δικαιοδοτικών οργάνων διεθνών οργανισμών και υπερεθνικών ενώσεων. Να μην έχουν αντιληφθεί π.χ. Νεράντζης και Γιαταγάνα ούτε καν ότι πρόκειται για το ΕΔΔΑ και την ΕΣΔΑ και αντ’ αυτού να λένε ασυναρτησίες επιπέδου αποφοίτου δημοτικού; Δεν διάβασαν καν το νομοσχέδιο (η διάταξη δεν είναι ούτε στρυφνή ούτε δυσνόητη, ούτε τίποτε); Ή η ιδιότητα του πολιτικού τους επιτρέπει να λένε ό,τι τους καπνίσει, ξεχνώντας την όποια επιστημονική τους κατάρτιση; Να μιλήσουμε για τον κομπογιαννίτικο νομικό (κι όχι μόνο) εθνικισμό τους που δεν τους επιτρέπει καν να υποψιασθούν πόσο σημαντική είναι η ύπαρξη αυτών των διεθνών δικαιοδοτικών οργάνων; Όσο για τον συμπαθή Υπουργό Δικαιοσύνης μίλησε κι αυτός εκτός θέματος, σαν να αφορά η διάταξη το ΔΕΕ, τη συμμετοχή μας στην Ένωση και τις συμβάσεις δανειακής διευκόλυνσης. Γιατί; Μήπως ξέχασε να διαβάσει κι αυτός το νομοσχέδιο που έφερε προς ψήφιση;  😉

Περιμένετε μετά κάτι καλό με το συγκεκριμένο ανθρώπινο δυναμικό; Βρεθήκαμε να παίζουμε στο Τσάμπιονς Ληγκ με υλικό τοπικού ερασιτεχνικού… Δεν μας σώζει τίποτε! [καλά, εντάξει, ίσως ο Φάμπρι άμα μείνει ελεύθερος από τον ΠΑΟ] 😉

[Δημοσιεύθηκε στο Facebook, στις 13 Φεβρουαρίου 2013]