Περί του δανεισμού μουσειακών εκθεμάτων

Ο Έφηβος της Μοτύης

Ο Έφηβος της Μοτύης

Έχουμε επανειλημμένα επικρίνει την ανεύθυνη πολιτική του ΥπΠο που συνίσταται στον συνεχή δανεισμό μουσειακών εκθεμάτων πρώτης γραμμής, χωρίς να τηρείται ούτε κατ’ όνομα η προϋπόθεση της αμοιβαιότητας και με ανόητα επαχθείς όρους δανεισμού (π.χ. το Ελληνικό Δημόσιο επιβαρύνεται συνήθως με τα μεταφορικά έξοδα και τα έξοδα ασφάλισης). Έχει επίσης επισημανθεί η αδήριτη ανάγκη τα ελληνικά μουσεία να ακολουθήσουν επιθετική πολιτική προκειμένου να προσελκύσουν τον μεγαλύτερο δυνατό αριθμό ημεδαπών κι αλλοδαπών επισκεπτών. Αυτό προϋποθέτει την απρόσκοπτη λειτουργία των μουσείων μας (κι όχι το σπουδαιότερο από αυτά να έχει μόλις το 1/3 των αιθουσών του ανοιχτό στο κοινό) και την πάση θυσία αποτροπή του ενδεχομένου αποψίλωσης, ιδίως όσον αφορά τα εμβληματικά εκθέματά τους (για ποιο λόγο να έρθει κάποιος στη χώρα μας για μουσειακό τουρισμό, όταν οι αρχαιότητές της θα βρίσκονται μεταξύ Κλήβελαντ και Νέας Υόρκης;).

Αντονέλλο της Μεσσήνης "ο Ευαγγελισμός"

Αντονέλλο της Μεσσήνης «ο Ευαγγελισμός»

Κάποιοι γείτονες αποδεικνύονται πολύ λιγότερο ψοφοδεείς από τους δικούς μας υπεύθυνους. Η Περιφέρεια Σικελίας αποφάσισε να σταματήσει τον δανεισμό στην αλλοδαπή των σημαντικότερων έργων τέχνης που εκτίθενται σε σικελικά μουσεία. Η απόφαση ελήφθη διότι «ο δανεισμός σε μουσεία της αλλοδαπής ουδόλως αποδείχθηκε επωφελής για τη Σικελία«, ενώ «δεν τηρήθηκε ο όρος της αμοιβαιότητας από τα δανειζόμενα μουσειακά ιδρύματα, τα οποία συνήθως προσφέρουν σε αντάλλαγμα έργα κατώτερης πολιτιστικής αξίας και φήμης«. Επισημαίνεται ότι η διατήρηση των εκθεμάτων θα προσελκύσει περισσότερους τουρίστες, βοηθώντας τα σικελικά μουσεία να αντιμετωπίσουν την οικονομική κρίση, ενώ για όσα εκθέματα επιτραπεί ο δανεισμός τους μελλοντικά, προβλέπεται ότι τα ασφάλιστρα και τα μεταφορικά θα βαρύνουν αποκλειστικώς τον δανειζόμενο.

Μεταξύ των έργων τέχνης που περιλαμβάνονται στον κατάλογο αυτών των οποίων απαγορεύεται εφεξής ο δανεισμός καταλέγονται αριστουργήματα όπως ο Έφηβος της Μοτύης (πιθανώς λάφυρο των Καρχηδονίων όταν κατέστρεψαν τον Σελινούντα), το αρχαιοελληνικό άγαλμα θεάς από τη Μοργαντίνη, ο «Ευαγγελισμός της Παρθένου» του Αντονέλλο της Μεσσήνης ή η «Προσκύνηση των Ποιμένων» του Καραβάτζο.

[Facebook, 27 Νοεμβρίου 2013]

Το Πολυτεχνείο και η σημασία του

Ποια μπορεί να είναι σήμερα η σημασία του Πολυτεχνείου, σαράντα ακριβώς χρόνια μετά τη φοιτητική εξέγερση που υπήρξε το κατεξοχήν σύμβολο της αντίστασης μέρους του ελληνικού λαού στην επαίσχυντη δικτατορία των συνταγματαρχών; Δεν έχει ξεθωριάσει η αξία του κάτω από το βάρος του χρόνου, τις σφοδρές επικρίσεις των οποίων αποτελεί αντικείμενο η ίδια η έννοια της Μεταπολίτευσης, την αμφιλεγόμενη δράση ορισμένων από τους πρωταγωνιστές του; Κι όμως, το Πολυτεχνείο εξακολουθεί να είναι επίκαιρο, ίσως μάλιστα περισσότερο από ποτέ.

Πρώτον, το Πολυτεχνείο είναι πάντα σημαντικό επειδή η ιδεολογία στην οποία αντιστάθηκαν σθεναρά οι φοιτητές όχι μόνο δεν έχει εκλείψει, αλλά βρίσκεται σε φάση επικίνδυνης αναζωπύρωσης. Αφενός, επειδή σήμερα ένα αμιγώς νεοναζιστικό κόμμα βρίσκεται εντός του Κοινοβουλίου μας και παρά τα όσα έχουν συμβεί, τις δολοφονίες, τις ποινικές διώξεις, τις αποφάσεις περί άρσεως βουλευτικής ασυλίας, φαίνεται ότι χαίρει της υποστήριξης ενός διόλου ευκαταφρόνητου τμήματος της ελληνικής κοινωνίας κι εμφανίζει ποσοστά ως προς την πρόθεση ψήφου που αγγίζουν, αν δεν υπερβαίνουν, το 10 %. Αφετέρου επειδή η ιδεολογία της ακροδεξιάς και του αυταρχισμού κερδίζουν διαρκώς έδαφος μεταξύ των παραδοσιακών πολιτικών χώρων. Η ελληνική πολιτική ζωή κινείται σταθερά προς το συντηρητικότερο και αυταρχικό, προσεγγίζοντας τις θέσεις της παραδοσιακής ακροδεξιάς. Μέσω διαφόρων επικοινωνιακών στρατηγημάτων, η Αριστερά στηλιτεύεται συλλήβδην ως δήθεν «άκρο» (ενώ ουδείς διανοήθηκε, για παράδειγμα, να χαρακτηρίσει ως ακραίο το σύνολο της δεξιάς παράταξης), την ώρα που πρακτικές αμφίβολης συνταγματικότητας και δημοκρατικότητας εφαρμόζονται όλο και συχνότερα και απολαύουν της επιδοκιμασίας αρκετών.

Δεύτερον, το Πολυτεχνείο είναι σημαντικό διότι από άποψη συμβολισμού αποτελεί το ιδρυτικό γεγονός της νεότερης ελληνικής δημοκρατίας. Της καλύτερης που είχαμε ποτέ. Γιατί δεν πρέπει να λησμονούμε ότι πριν τη Μεταπολίτευση σχεδόν για το μισό του ελληνικού λαού δεν ήταν δυνατή η πλήρης ένταξη στην κοινωνία κι ότι πολιτικοί που (κατά τα λοιπά, δικαίως) έφεραν τον τίτλο του διανοούμενου μιλούσαν χωρίς ενδοιασμούς για τους «νέους Παρθενώνες» του ελληνισμού, υπονοώντας τους τόπους εξορίας και μαρτυρίου συμπατριωτών τους.

Το Πολυτεχνείο, επομένως, εξακολουθεί να είναι επίκαιρο και σημαντικό ακριβώς γιατί σήμερα έχει τεθεί σε εφαρμογή ένα οργανωμένο σχέδιο απαξίωσης της Μεταπολίτευσης. Με όλα τα ελαττώματα και τις αδυναμίες της, όμως, η Μεταπολίτευση είναι συνώνυμη της δημοκρατίας. Είναι παράλογο να της καταλογίζονται όλες οι παθογένειες που κατατρύχουν την ελληνική πολιτική και κοινωνία, ενώ πρόκειται για εγγενή χαρακτηριστικά γνωρίσματα του νεότερου ελληνικού κράτους που υφίστανται από την ίδρυσή του. Η Μεταπολίτευση δεν έφερε ούτε το πελατειακό κράτος ούτε την προώθηση των «ημετέρων», ούτε το δυσλειτουργικό Δημόσιο ή τον παρασιτικό, κρατικοδίαιτο, ιδιωτικό τομέα. Όλα αυτά προϋπήρχαν.

Μόνο που η επιχειρούμενη απαξίωση της Μεταπολίτευσης δεν είναι αθώα, δεν αποτελεί απλώς πεπλανημένη εκτίμηση. Στοχεύει τελικά στην απαξίωση της δημοκρατίας. Εμμέσως αθωώνει το δικτατορικό καθεστώς, τον αυταρχισμό και τις ανελεύθερες πρακτικές του. Επιτρέπει σε κάποιους να ευαγγελίζονται δημοσίως την περιστολή των ατομικών ελευθεριών ή ανερυθρίαστα να παρομοιάζουν χουντικούς δολοφόνους με ήρωες του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα. Επιχειρεί να μας υποχρεώσει να λησμονήσουμε τα ουσιώδη στοιχεία του δημοκρατικού πολιτεύματος.

Για αυτούς και για πολλούς άλλους λόγους πρέπει να τιμούμε την αντίσταση των φοιτητών, το Νοέμβρη του 1973. Μολονότι, τυπικώς «συνιστούσε παράνομη βία».  

[Γράφτηκε για ToPortal όπου και δημοσιεύθηκε στις 16 Νοεμβρίου 2013]

Σοβιετική δημοκρατία του Λουξεμβούργου;

Tις τελευταίες ημέρες, καθώς το ελληνόφωνο διαδικτυακό «χωριό» είχε χωριστεί σε αντίπαλα στρατόπεδα εξαιτίας της λειτουργίας των καταστημάτων τις Κυριακές, άρχισε να αναπαράγεται σχεδόν μαζικά ένα κείμενο που υποτίθεται ότι μας πληροφορεί για τις ώρες λειτουργίας των καταστημάτων στις χώρες της ΕΕ. Πηγή του κειμένου φαίνεται να είναι άρθρο που δημοσιεύθηκε σε εφημερίδα ευρείας κυκλοφορίας τον Ιανουάριο του 2009. Από περιέργεια, θέλησα να δω τι ανέφερε για τη χώρα στην οποία διαμένω εδώ και χρόνια και διαπίστωσα ότι αναγράφονταν τα εξής: «Λουξεμβούργο: Δευτέρα-Σάββατο: 06.00-20.00 και Κυριακή 06.00-13.00». Ακόμη και χωρίς προσωπική γνώση της κατάστασης, κάποιος θα παραξενευόταν με την ιδέα εμπορικών καταστημάτων που είναι ανοιχτά από τις 6 το πρωί. Λαμβάνοντας υπόψη και τα διδάγματα της πείρας ήταν σαφές ότι τα παρατιθέμενα στοιχεία δεν ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα.

Η εφημερίδα επισήμαινε ότι τα στοιχεία προέρχονταν από την EuroCommerce, μια ευρωπαϊκή ένωση επιχειρήσεων χονδρικού και λιανικού εμπορίου. Πράγματι, στον ιστότοπο της επαγγελματικής ένωσης αυτής υπάρχει σχετικό αρχείο με τα επίμαχα στοιχεία. Μόνο που συνοδεύεται από δήλωση αποποίησης ευθύνης και υπόμνηση ότι τα όποια στοιχεία παρατίθενται απλώς για ενημέρωση.

***

Ποια είναι η αλήθεια; Στο Λουξεμβούργο, το ζήτημα του ωραρίου λειτουργίας των εμπορικών καταστημάτων ρυθμίζεται με απόφαση της οικείας δημοτικής αρχής. Η απόφαση εκδίδεται κατόπιν διαβουλεύσεως με όλους τους εμπλεκόμενους φορείς (τοπικό εμπορικό επιμελητήριο, σύλλογοι εμποροϋπαλλήλων, ενώσεις καταναλωτών). Όσον αφορά την Πόλη του Λουξεμβούργου, τα εμπορικά λειτουργούν τη Δευτέρα μόνο το απόγευμα (14.00-18.00), ενώ από την Τρίτη έως και το Σάββατο από τις 9 το πρωί έως τις 6 το απόγευμα. Τα μεγάλα σουπερμάρκετ που βρίσκονται σε εμπορικά κέντρα έχουν τη δυνατότητα να είναι ανοιχτά με ωράριο 8.00-20.00. Όσον αφορά τη λειτουργία τις Κυριακές, κάποια σουπερμάρκετ είναι ανοιχτά από τις 8 το πρωί μέχρι τις 12 το μεσημέρι. Ειδικά τα εμπορικά καταστήματα, βάσει σχετικά πρόσφατης απόφασης (Νοέμβριος 2012), έχουν πλέον τη δυνατότητα, εφόσον το επιθυμούν, να είναι ανοιχτά από τις 14.00 έως τις 18.00 την πρώτη Κυριακή κάθε μήνα, από τον Απρίλιο μέχρι και τον Οκτώβριο (επτά ημέρες συνολικά). Στις ημέρες αυτές πρέπει να προστεθούν και οι οκτώ ετησίως ημερομηνίες κατά τις οποίες τα καταστήματα ανοίγουν εκ παραδόσεως την Κυριακή. Και αυτές οι ημερομηνίες είναι σαφώς καθορισμένες με τρόπο δεσμευτικό για όλες τις επιχειρήσεις: πρόκειται για την πρώτη Κυριακή καθεμιάς από τις δύο περιόδους εκπτώσεων, τις τέσσερις Κυριακές που προηγούνται των Χριστουγέννων, την τρίτη Κυριακή του Μαρτίου (για τις «ανοιξιάτικες αγορές») και την τρίτη Κυριακή του Οκτωβρίου, όταν, σύμφωνα με την τοπική παράδοση, αγοράζεται το καινούριο παλτό για τον χειμώνα.

Ποια συμπεράσματα προκύπτουν από το παράδειγμα του Λουξεμβούργου, το οποίο, ανεξαρτήτως του μικρού μεγέθους της χώρας, είναι όλως ενδεικτικό των όσων ισχύουν στα κράτη της Δυτικής Ευρώπης; Πράγματι παρατηρείται τάση διεύρυνσης του ωραρίου λειτουργίας, η οποία όμως δεν επιφέρει άναρχες ή ριζικές μεταβολές. Πράγματι αναγνωρίζεται ότι κάτι τέτοιο μπορεί να συμβάλει στην αύξηση του κύκλου εργασιών, αλλά όχι με τρόπο εντυπωσιακό. Σε καμία περίπτωση το μέτρο δεν παρουσιάζεται ως κεφαλαιώδους σημασίας για την οικονομία και την κοινωνία γενικότερα. Και, βέβαια, όλα αυτά συνοδεύονται από τη δέσμευση ότι θα τηρηθεί ευλαβικά η ισχύουσα εργατική νομοθεσία, ιδίως όσον αφορά τα προβλεπόμενα για τα σχετικά δικαιώματα των εργαζομένων.

Σε πιο θεσμικό επίπεδο, επισημαίνεται ότι το ζήτημα το ωραρίου λειτουργίας των εμπορικών καταστημάτων δεν καταλείπεται βεβαίως στην αυτορρύθμιση, όπως διατείνονται κάποιες φωνές στη χώρα μας, αλλά εξακολουθεί να ρυθμίζεται σχολαστικά από δημόσια αρχή. Σχολαστικά, όμως, δεν σημαίνει και αυθαίρετα. Το παράδειγμα του Μεγάλου Δουκάτου μας υπενθυμίζει μια σειρά από χρήσιμες έννοιες που φαίνεται πως έχουν λησμονηθεί στην καθ’ ημάς Ανατολή: αποκέντρωση, εκχώρηση αρμοδιοτήτων στους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης, διαβούλευση με όλους τους ενδιαφερομένους.

Στην πραγματικότητα, η περί αυτορρύθμισης εμμονή ενέχει μια πλάνη που δεν είναι αμελητέας σημασίας. Κάθε ζήτημα που αφορά το κοινωνικό σύνολο (και η λειτουργία καταστημάτων που απευθύνονται στο κοινό είναι ένα από αυτά) δεν μπορεί να επιλύεται με τρόπο άναρχο, ως άτακτη παράθεση ατομικών συμφερόντων. Η λύση πρέπει να είναι η συνισταμένη όλων αυτών, καθοριζομένη κατά τον πλέον ωφέλιμο για το σύνολο τρόπο. Εν προκειμένω, υπάρχουν τέσσερις εμπλεκόμενοι παράγοντες: επιχειρήσεις, εργαζόμενοι, καταναλωτές και Δημόσιο. Το τελευταίο είναι αυτό που νομιμοποιείται, ως εκφραστής του κοινωνικού συνόλου, να εντοπίσει το σημείο ισορροπίας και να επιλύσει τις όποιες συγκρούσεις συμφερόντων.

Αυτονόητα όλα αυτά, αλλά όχι στη χώρα μας, όπου το άνοιγμα των εμπορικών καταστημάτων τις Κυριακές παρουσιάζεται ως σπουδαίο αναπτυξιακό μέτρο, μείζων μεταρρύθμιση ή ως κίνηση υψηλού συμβολισμού με παραπομπή… στις ατομικές ελευθερίες. Θα ήταν σκληρό να υπενθυμίσει κάποιος το γνωστό «όπου φτωχός κι η μοίρα του». Εάν, πάντως, η πενία δεν νοηθεί με σημασία αποκλειστικά οικονομική, ίσως η διαπίστωση να είναι κι ακριβής.

***

Ένα ηλιόλουστο μεσημέρι του Οκτώβρη, βρέθηκα σ’ ένα εστιατόριο της πόλης. Παρά τον θαυμάσιο καιρό, το κατάστημα δεν είχε στρώσει τα τραπέζια στον εξωτερικό του χώρο. Ρώτησα τον σερβιτόρο κι εκείνος μου απάντησε τα εξής: «Κι εμείς θα το θέλαμε, αλλά η άδεια που μας έχει χορηγήσει ο δήμος μάς επιτρέπει να τα στρώνουμε μέχρι τις 30 Σεπτεμβρίου μόνον». Αναρωτήθηκα αν τελικά ζω στην τελευταία σοβιετική δημοκρατία της Ευρώπης. Ήμουν τόσο ταραγμένος που βγαίνοντας νόμιζα ότι στο δρόμο κυκλοφορούσαν μόνο Λάντα και Τράμπαντ. Έπειτα, θυμήθηκα ότι τα ίδια περίπου ισχύουν και σε όλες τις γειτονικές χώρες. Και, παρατηρώντας προσεκτικότερα, διαπίστωσα ότι τα αυτοκίνητα έφεραν συχνά μερικά από τα εταιρικά εμβλήματα που συμβολίζουν την (επαπειλούμενη) ευημερία του Δυτικού Κόσμου!

Τα πράγματα είναι πιο απλά, όταν συνειδητοποιήσουμε ότι οι ατομικές επιθυμίες και συμφέροντα δεν συμπίπτουν πάντα με αυτά της κοινωνίας συνολικά κι ότι δεν είναι θεμιτό τα πρώτα να επιβάλλονται στα δεύτερα.

[Γράφτηκε για τα Ενθέματα και δημοσιεύθηκε στο φύλλο της 10ης Νοεμβρίου 2013]

Περί Σωκράτους

Μια κι έγινε λόγος για τη στάση του Σωκράτη κατόπιν της καταδίκης του… [Κ. Δουζίνας «Η ανθρωπότητα γεννιέται με ανυπακοή… Ο Σωκράτης παραβιάζει την ορθοδοξία της Αθήνας και πεθαίνοντας βάζει τον θεμέλιο λίθο της φιλοσοφίας»/ Π. Μανδραβέλης «ο Σωκράτης με την απόφασή του να πιει το κώνειο, παρά την καταφανώς άδικη απόφαση του δικαστηρίου, ήθελε να διδάξει στους νέους την αξία της υποταγής στους νόμους της Δημοκρατίας»], οφείλω να ομολογήσω ότι το ζήτημα της αποτίμησης της στάσης αυτής υπερβαίνει τις δυνατότητές μου. Όχι μόνο γιατί κρίνω ότι οι γνώσεις μου περί φιλοσοφίας δεν είναι ικανοποιητικές αλλά και γιατί τα στοιχεία που διαθέτουμε δεν είναι επαρκή. Γνωρίζουμε τον Σωκράτη του Πλάτωνα κι εκείνον του Ξενοφώντα κι εύλογα μπορεί να αναρωτηθεί κανείς αν πρόκειται για το ίδιο πρόσωπο. Δεν μας λείπουν μόνον οι αντικειμενικές μαρτυρίες για το πρόσωπο, αλλά και για τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά και τις ειδικές συνθήκες της υπόθεσης της δίκης και των όσων ακολούθησαν.

Ίσως θα ήταν πιο δόκιμο να επιχειρήσουμε να απαντήσουμε το αντίστροφο ερώτημα. Όχι δηλαδή να ερμηνεύσουμε ψυχολογικά τη στάση του προσώπου (εγχείρημα εξαιρετικά δυσχερές ακόμη και για σύγχρονά μας γεγονότα,πόσο μάλλον για κάτι που συνέβη πριν 2.400 χρόνια) αλλά να εξηγήσουμε τους λόγους για τους οποίους η Αθηναϊκή Δημοκρατία καταδίκασε τον φιλόσοφο.

Καταρχάς, πρέπει να λάβουμε υπόψη τις ιδιαιτερότητες της υπό κρίση περίπτωσης: μια πόλη που μόλις έχει περάσει μια διπλή τραυματική εμπειρία, έναν καταστροφικό πόλεμο που τελειώνει με ταπεινωτική ήττα και την κατάλυση του δημοκρατικού πολιτεύματος εξαιτίας της τυραννίας των Τριάκοντα. Κι ένα πρόσωπο που ποτέ δεν έκρυψε τις φιλίες του με διάφορους ολιγαρχικούς και την εχθρότητά του προς το πληγωμένο κι εύθραυστο πολίτευμα.

Υπό τις συνθήκες αυτές, μια εύλογη ερμηνεία είναι η εξής: η αναγκαία ομόνοια μετά την αποκατάσταση της δημοκρατίας επετεύχθη χάρη μέσω μιας γενικής αμνηστίας η οποία συνεπαγόταν κι απαιτούσε για να καταστεί αποτελεσματική μια αντίστοιχη καθολική αμνησία. Η διδασκαλία του Σωκράτη παραβίαζε επομένως τις αναγκαίες προϋποθέσεις για την εδραίωση και διατήρηση της κοινωνικής ειρήνης. Περισσότερο από κάποια συγκεκριμένη κατηγορία, η τελική καταδίκη του ήταν αποτέλεσμα της περιρρέουσας ατμόσφαιρας.

Για περισσότερα, θα άξιζε να ανατρέξει κανείς στο, εξαιρετικά ενδιαφέρον, πρόσφατο βιβλίο του Paulin Ismard «L’Evénement Socrate», εκδ. Flammarion, 2013 (παρουσίαση στη Monde και στο L’Histoire).

[Facebook, 25 Οκτωβρίου 2013]

 

Περί βίας

Η επικινδυνότητα του γενικού αφορισμού

Εκ των πραγμάτων αποδεικνύεται ότι η βία αποτελεί διαχρονικό στοιχείο των ανθρώπινων κοινωνιών, είτε στο εσωτερικό τους είτε στις μεταξύ τους σχέσεις. Είναι επίσης σαφές ότι, γενικά κι αφηρημένα, δεν μπορεί να υπάρξει διάκριση μεταξύ «καλής» και «κακής» βίας. Εξ ορισμού η άσκηση βίας αποτελεί δυσάρεστη και απευκταία κατάσταση.

Η πραγματικότητα, εντούτοις, είναι πολύ πιο σύνθετη. Τούτο διαπιστώνεται και βάσει των όχι λίγων προσπαθειών να δικαιολογηθούν μορφές βίας. Για τη σημαντικότερη από αυτές, τον πόλεμο, πολλοί και διάφοροι, τουλάχιστον από την εποχή του Αυγουστίνου της Ιππώνος (τέλη 4ου αιώνα), έχουν επιχειρήσει να θεμελιώσουν θεωρητικά την έννοια του «δίκαιου πολέμου», εξηγώντας τις αναγκαίες προς τούτο προϋποθέσεις.

Κατ’ αναλογία και όσον αφορά τις σχέσεις εντός ορισμένης κοινωνίας, είναι γενικά αποδεκτό ότι, υπό όρους, υφίσταται νομίμως ασκούμενη βία από τα ειδικώς εντεταλμένα όργανα της Πολιτείας. Ομοίως, η άσκηση βίας ως νόμιμη άμυνα αποτελεί λόγο που αίρει τον αξιόποινο χαρακτήρα πράξης. Επιπροσθέτως, δεν πρέπει να λησμονούμε ότι στη δικαιολόγηση της βίας υπεισέρχεται κι ένας μεταβλητός παράγοντας: η ταυτότητα του εκάστοτε φορέα εξουσίας. Έτσι, πράξεις αντίστασης σ’ ένα δικτατορικό καθεστώς, οι οποίες θα αντιμετωπιστούν από αυτό ως παράνομη άσκηση βίας, θα δικαιολογηθούν μετά την αποκατάσταση της δημοκρατίας.
Για τους λόγους αυτούς, αφορισμοί όπως «καταδικάζω τη βία απ’ όπου κι αν προέρχεται» στερούνται τελικά νοήματος. Εκτός των άλλων, ενδέχεται να υπονοούν μια αυθαίρετη εξομοίωση πράξεων εντελώς ανομοιογενών που δεν έχουν καν την ίδια βαρύτητα:  βία ασκούμενη στο πλαίσιο ένοπλης σύγκρουσης (μεταξύ κρατικών οντοτήτων ή εμφύλιας), υπέρβαση ορίων από όργανα της πολιτείας, οργανωμένη πολιτική βία, τρομοκρατία, διάχυτες “μαζικές” ταραχές, παρεκτροπές στο πλαίσιο διαδηλώσεων ή ενεργειών περιβαλλοντικού ακτιβισμού κ.ο.κ.

Ο γενικός αφορισμός καθίσταται δε κατά μείζονα λόγο αλυσιτελής στις περιπτώσεις κατά τις οποίες υπαγορεύεται αποκλειστικά από πολιτικές (αν όχι αμιγώς κομματικές) σκοπιμότητες. Δεν εκφέρεται επειδή αποσκοπεί στην καταπολέμηση της βίας, αλλά επειδή στοχεύει στην εξουδετέρωση πολιτικών αντιπάλων. Υπό τους όρους αυτούς, καταλήγει να είναι επικίνδυνος για την πολιτειακή ομαλότητα και την κοινωνική ειρήνη.

[συμμετοχή στο αφιέρωμα του ιστότοπου Popaganda στο θέμα της βίας (21 Οκτωβρίου 2013) – στους συμμετέχοντες είχε τεθεί το εξής ερώτημα: «Η βία είναι συστατικό κομμάτι κάθε κοινωνίας; Κι αν ναι, πώς θα την ορίζατε»; Στο 1ο μέρος απάντησαν: ελληνάκι, Άκης Γαβριηλίδης, Niemands Rose, OldBoy, Ρογήρος και το Βυτίο/ Στο 2ο μέρος (23 Οκτωβρίου 2013): Χρ. Κάσδαγλης, Μιχ. Κωνσταντάτος, Ανδρ. Πετρουλάκης, Δημ. Κ. Ψυχογιός και Θοδ. Ρακόπουλος]

Παγκόσμια ηγεμονία και προσωπικά δεδομένα

Εάν η κατάσταση της αμερικανικής οικονομίας αποτελεί αντικείμενο συζητήσεων, την ώρα που το Δημόσιο των ΗΠΑ ακροβατεί για να αποφύγει το ενδεχόμενο χρεοκοπίας, εάν η αμερικανική στρατιωτική ισχύς αντιμετωπίζεται από κάποιους σαν «ξεπερασμένο μέσο επιβολής», η ηγεμονία της υπερδύναμης δεν μπορεί να τεθεί σοβαρά εν αμφιβόλω όταν οι ΗΠΑ ελέγχουν κατά τρόπο σχεδόν απόλυτο τις νέες τεχνολογίες και ιδίως αυτές που σχετίζονται με τη διάδοση της πληροφορίας. Επικοινωνούμε αυτή τη στιγμή στο πλαίσιο ενός ΜΚΔ που ανήκει σε εταιρία εδρεύουσα στην Καλιφόρνια, διατηρούμε ιστολόγιο χάρη σε κάποιον πάροχο από τις ΗΠΑ, χρησιμοποιούμε αμερικανικές μηχανές διαδικτυακής αναζήτησης και αμερικανικό λογισμικό. Όλες αυτές οι καλές εταιρίες χρησιμοποιούν τα προσωπικά δεδομένα μας με μόνους περιορισμούς αυτούς (τους λίγους) που τους επιβάλλει η νομοθεσία της πολιτείας της έδρας τους και η ομοσπονδιακή νομοθεσία των ΗΠΑ.

Από την πλευρά της, η νομοθεσία της ΕΕ για την προστασία προσωπικών δεδομένων είναι ξεπερασμένη (το σώμα της ανάγεται στη δεκαετία του 1990, δηλ. στην προ της διάδοσης του Διαδικτύου εποχή) και μάλλον όχι ιδιαιτέρως ικανή για να προστατεύσει τους Ευρωπαίους χρήστες του Διαδικτύου. Εκτός της υστέρησης ως προς την παρακολούθηση των συχνά ραγδαίων τεχνολογικών εξελίξεων, η νομοθεσία αυτή πάσχει και για έναν πρόσθετο λόγο: ο τότε νομοθέτης είχε παραβλέψει ότι το κρίσιμο ζήτημα για την αποτελεσματική προστασία θα ήταν αυτό του εφαρμοστέου δικαίου. Οι αμερικανικές εταιρίες οχυρώνονται πίσω από τη νομοθεσία της έδρας τους (ή την επίσης ευνοϊκή για τα συμφέροντά τους νομοθεσία της χώρας έδρας της ευρωπαϊκής θυγατρικής τους) για να αποκρούσουν την εφαρμογή ενωσιακών κανόνων προστασίας του χρήστη. Θα θυμάστε ίσως την περίπτωση του ΦΜΠ στη Γερμανία: το ΜΚΔ ζητούσε συστηματικά από τους Γερμανούς χρήστες να διατηρούν λογαριασμούς μόνο με την πραγματική ταυτότητά τους, μολονότι η γερμανική νομοθεσία ρητώς επιτρέπει τη χρήση του Διαδικτύου με ψευδώνυμο. Όταν χρήστης προσέφυγε στην αρχή προστασίας προσωπικών δεδομένων του ομόσπονδου κράτους της κατοικίας του (Σλέσβιχ-Χολστάιν), το ΦΜΠ επικαλέστηκε την αμερικανική και την (άκρως «φιλελεύθερη») ιρλανδική νομοθεσία.

Ο μόνος αποτελεσματικός τρόπος για την προστασία του Ευρωπαίου χρήστη είναι φυσικά το να καταστεί εφαρμοστέο το ενωσιακό δίκαιο από τη στιγμή που η εταιρία, ανεξαρτήτως έδρας, απευθύνεται σε Ευρωπαίους καταναλωτές και παρέχει υπηρεσίες εντός της Ευρώπης. Αυτό θα μπορούσε να γίνει πολύ απλά με τον χαρακτηρισμό των σχέσεων ως συμβατικών και την εφαρμογή του αντίστοιχου κανονισμού για το εφαρμοστέο δίκαιο στις συμβατικές ενοχές. Μπορεί βεβαίως να γίνει και με ειδική προς τούτο νομοθεσία, όπως επέλεξε και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή η οποία έχει ετοιμάσει μια ογκώδη δέσμη για τη μεταρρύθμιση της ενωσιακής νομοθεσίας περί προστασίας των προσωπικών δεδομένων.

Το σχέδιο αυτό αντιμετωπίζει διαρκή εμπόδια. Κάποια κράτη μέλη δεν θέλουν να γίνει κάτι που θα στεναχωρήσει τον υπερατλαντικό εξάδελφο ή προστάτη ούτε να χάσουν τον επικερδή μεταπραττικό τους ρόλο. Παρά την αισιοδοξία της επιτρόπου Ρέντινγκ, η οποία πιστεύει ότι η δέσμη θα έχει εγκριθεί εντός του έτους, εύλογοι είναι οι φόβοι για υποχωρήσεις της τελευταίας στιγμής που θα ξεδοντιάσουν το φιλόδοξο σχέδιο.

Επομένως, όταν ανησυχείτε για την προστασία των προσωπικών δεδομένων σας υπάρχουν αποτελεσματικότεροι τρόποι αντίδρασης από την επικόλληση του γνωστού κειμένου (που αν ακολουθηθούν οι οδηγίες του το μόνο αποτέλεσμα θα είναι να μη μπορούν να δουν τις φωτογραφίες που αναρτάτε οι δικοί σας φίλοι). Μπορείτε να υποστηρίξετε την πρωτοβουλία της Επιτροπής (ακόμη κι αν για δικούς σας λόγους δεν τη συμπαθείτε ).

[Ανάρτηση στο Facebook (8 Οκτωβρίου 2013) – δημοσιεύθηκε στον ιστότοπο ToPortal στις 10 Οκτωβρίου 2013]

Εξαιρέσεις από τη διαθεσιμότητα

«- Κύριε Χ, δεν ξέρω πώς ακριβώς να σας το πω, αλλά, να, η υποψηφιότητά σας είναι κάπως αδύναμη. Βλέπω ότι η διατριβή σας «Μετάφραση αραβικών συγγραμμάτων προς τη λατινική στο Τολέδο του 12ου αιώνα» όχι απλώς υποστηρίχθηκε σε περιφερειακό παρισινό πανεπιστήμιο, αλλά βαθμολογήθηκε και μ’ ένα σκέτο «très honorable», χωρίς «félicitations du jury». Κι αφήνω στην άκρη την έλλειψη συνάφειας του γνωστικού αντικειμένου με τα καθήκοντα της θέσης για την οποία είστε υποψήφιος.
-Μα, έχω συγγραφικό έργο, έχω δημοσιεύσει πάνω από 20 άρθρα σε αναγνωρισμένα επιστημονικά περιοδικά.
– Δεν αρκεί! Οι συνυποψήφιοί σας έχουν μεταδιδακτορικά κι υφηγεσίες και μάλιστα όχι όπου κι όπου. Διδακτικό έργο τουλάχιστον;
– Έχω εργασθεί για τρία χρόνια ως maître de conf στο Πανεπιστήμιο της Πικαρδίας στην Αμιένη.
– Στη γαλλική επαρχία; Πολύ λίγο. Λυπούμαι, κύριε.»

[από τα πρακτικά της εξεταστικής επιτροπής του διαγωνισμού για την πρόσληψη σχολικών φυλάκων στον Δήμο Άνω Κωλοπετεινίτσας-Ερατοσθένους]

Και μετά έχετε αμφιβολίες για το ότι μας ψεκάζουν; [κι αν όχι εμάς, πάντως τους συντάκτες των τελευταίων νομοσχεδίων]

Στη σημερινή ειδησεογραφία διαβάζω ότι μεταξύ των «βελτιώσεων» του πολυνομοσχεδίου καταλέγεται κι η εξής: «Εξαιρούνται από τη διαθεσιμότητα οι δημοτικοί αστυνόμοι και οι σχολικοί φύλακες που έχουν μεταπτυχιακό ή διδακτορικό τίτλο σπουδών«.

Πόσες πιθανότητες σωτηρίας δίνετε εσείς σε μια κοινωνία που απασχολεί διδάκτορες ως σχολικούς φύλακες;

[Δημοσιεύθηκε στο Facebook, στις 16 Ιουλίου 2013]