Η αποδόμηση ενός μύθου;

Η Ιρένα Σεντλερόβα σε φωτογραφία του 1942

Η Ιρένα Κσυζανόφσκα, γνωστότερη ως Ιρένα Σέντλερ ή, στα πολωνικά, Ιρένα Σεντλερόβα, γεννήθηκε στη Βαρσοβία στις 15 Φεβρουαρίου του 1910. Η Ιρένα, η οποία σπούδασε νομικά και φιλολογία στο Πανεπιστήμιο της Βαρσοβίας, είναι σήμερα παγκοσμίως γνωστή διότι, εργαζόμενη ως κοινωνική λειτουργός στην υπηρεσία κοινωνικής πρόνοιας του Δήμου Βαρσοβίας στα χρόνια της ναζιστικής κατοχής, κατόρθωσε να διασώσει περίπου 2.500 Εβραιόπουλα. Για τον λόγο αυτό, το 1965, της απονέμεται από το Ισραήλ ο τίτλος του «Δικαίου των Εθνών».

Σύμφωνα με την επίσημη εκδοχή της ιστορίας, η Σεντλερόβα είναι πιστή καθολική και μέλος της AK (Armia Krajowa = Στρατού του Εσωτερικού), δηλαδή της ένοπλης αντιστασιακής οργάνωσης που ήταν πιστή στη φιλοδυτική εξόριστη πολωνική κυβέρνηση του Λονδίνου. Προκειμένου να σώσει τα Εβραιόπουλα από βέβαιο θάνατο, μεταβαίνει η ίδια στο γκέτο της Βαρσοβίας, συνοδευόμενη από τους συνεργάτες της. Διαλέγει συνήθως βρέφη ή παιδιά που λόγω της εξωτερικής εμφάνισής τους μπορούν να παρουσιαστούν ως ορφανά των οποίων οι γονείς ήταν χριστιανοί Πολωνοί. Λένε πως πάντοτε στις αποστολές υπήρχε κι ένα σκυλί: τα γαβγίσματά του κάλυπταν το κλάμα των βρεφών που διέσωζε η Σεντλερόβα. Συλλαμβάνεται και βασανίζεται από την Γκεστάπο. Καταδικάζεται σε θάνατο, αλλά μέλη της Żegota, της πολωνικής Επιτροπής Βοήθειας προς τους Εβραίους, κατορθώνουν να δωροδοκήσουν τους Γερμανούς και να σώσουν τη Σεντλερόβα, την ίδια την ημέρα για την οποία είχε προγραμματιστεί η εκτέλεσή της! Μετά τον πόλεμο, συλλαμβάνεται, ανακρίνεται και βασανίζεται από το σταλινικό κομμουνιστικό καθεστώς. Απελευθερώνεται, αφού υποχρεωθεί να γίνει μέλος του Polska Zjednoczona Partia Robotnicza (Πολωνικού Ενωμένου Εργατικού Κόμματος), δηλαδή του πολωνικού κομμουνιστικού κόμματος. Όταν ανακηρύσσεται Δίκαιη μεταξύ των Εθνών, το καθεστώς της απαγορεύει τη μετάβαση στο Ισραήλ. Το 1968, όταν το κόμμα προβαίνει σε μια ευρείας κλίμακας αντισημιτική εκστρατεία, εκείνη παραιτείται.


Η επιστημονική έρευνα, όμως, έχει την «κακή» συνήθεια να καταδεικνύει τις αντιφάσεις και τις ανακρίβειες των μύθων και των επίσημων εθνικών αφηγήσεων. Η Σεντλερόβα δεν είχε καμία σχέση με το πρότυπο του πιστού θρησκευόμενου καθολικού. Ο Στανίσουαφ Κσυζανόφσκι, πατέρας της Ιρένας, ήταν γιατρός, ενεργό μέλος του Πολωνικού Σοσιαλιστικού Κόμματος και… άθεος. Η Ιρένα βαφτίστηκε καθυστερημένα κι ύστερα από πιέσεις του οικογενειακού περιβάλλοντος. Η ίδια φέρεται να έχει πλειστάκις εξομολογηθεί ότι ήταν άθρησκη. Είναι μια νέα αριστερή (μέλος κι εκείνη, όπως ο πατέρας της, του σοσιαλιστικού κόμματος) και φεμινίστρια.

Οι γονείς της Ιρένας

Στα χρόνια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και της γερμανικής κατοχής, η Ιρένα έχει ουσιαστικά χωρίσει από τον σύζυγό της Μιετσύσουαφ Σέντλερ και ζει τον έρωτα της ζωής της με τον Άνταμ Τσελνίκιερ, Εβραίο που θα κατορθώσει να επιβιώσει με το πλαστό όνομα Στέφαν Σγκσεμπίνσκι. Μετά τον πόλεμο θα χωρίσει κι επίσημα με τον Σέντλερ, θα παντρευτεί τον Τσελνίκιερ/Σγκσεμπίνσκι και θα αποκτήσουν τρία παιδιά (εκ των οποίων το ένα θα φύγει από τη ζωή σε μικρή ηλικία). Ποτέ δεν θα μιλήσει στα παιδιά της για την εβραϊκή καταγωγή του πατέρα τους. Το 1959 θα χωρίσει από τον Τσελνίκιερ… και θα παντρευτεί ξανά τον Σέντλερ!

Κατά τη σταλινική περίοδο, δεν θα υποστεί καμία απολύτως δίωξη. Αντιθέτως, θα διοριστεί από το καθεστώς διευθύντρια των υπηρεσιών κοινωνικής πρόνοιας στη Βαρσοβία, ενώ θα συμμετάσχει και στις εργασίες της Κεντρικής Επιτροπής του κόμματος. Το κόμμα δεν έπαψε ποτέ να τη διορίζει σε θέσεις ευθύνης. Πράγματι, το 1968, το κύμα αντισημιτισμού θα την οδηγήσει σε αποξένωση από το κόμμα. Όχι, όμως, και σε παραίτηση. Η Ιρένα εξακολούθησε να είναι μέλος του PZPR έως την πτώση του κομμουνιστικού καθεστώτος στην Πολωνία.

Η δράση της δεν ήταν άγνωστη στην Πολωνία, τόσο επί κομμουνισμού όσο και αργότερα. Η ίδια μιλούσε δημόσια για τη δράση αυτή, χωρίς μάλιστα να διστάζει να τη μεγεθύνει και να τη δραματοποιεί. Στην πραγματικότητα, η Σεντλερόβα δεν συμμετείχε ποτέ προσωπικά σε αποστολές στο γκέτο. Η αποστολή της αφορούσε καθήκοντα διοικητικής μέριμνας, συγκεκριμένα δε την πλαστογράφηση εγγράφων που θα επέτρεπαν τη διαφυγή των Εβραιόπουλων από το γκέτο της Βαρσοβίας.

Ι. Σεντλερόβα, φωτογραφία από τον Δεκέμβριο του 1944


Πώς, όμως, φτάσαμε στον μύθο; Λέγεται πως η ιστορία της Σεντλερόβα έρχεται εκ νέου στην επιφάνεια το 1999, χάρη σε μια εργασία μαθητών και μαθητριών του αμερικανικού λυκείου της Γιούνιοντάουν στο Κάνσας. Εν μέρει αυτό είναι αλήθεια, αλλά δεν αρκεί για να εξηγήσει τα όσα συνέβησαν στη συνέχεια. Ο μύθος γεννιέται και γιγαντώνεται στην Πολωνία στις αρχές του 21ου αιώνα. Το 2007, ο τότε Πρόεδρος της Δημοκρατίας της Πολωνίας Λεχ Κατσύνσκι προτείνει στη Γερουσία την ανακήρυξη της Σεντλερόβα ως «Εθνικής Ηρωίδας». Η Γερουσία υπερψηφίζει την πρόταση και προτείνει τη Σεντλερόβα, που βρίσκεται ακόμη εν ζωή, για το βραβείο Νομπέλ Ειρήνης. Η Ιρένα θα αποβιώσει πλήρης ημερών το 2008, χωρίς Νομπέλ, αλλά έχοντας τύχει κάθε επίσημης τιμής εκ μέρους της κυβέρνησης της χώρας της. Η απόδοση τιμών, άλλωστε, δεν θα σταματήσει με τον θάνατο της ηρωίδας. Το 2018 θα ανακηρυχθεί επίσημα στην Πολωνία ως «έτος Σεντλερόβα».

Ήταν, όμως, εντελώς αθώα όλα αυτά; Η προσπάθεια ανάδειξης της δράσης της Σεντλερόβα υπήρξε σε μεγάλο βαθμό μια δυναμική απάντηση ενός τμήματος της πολιτικής ελίτ και της πολωνικής κοινωνίας στα «ενοχλητικά» ευρήματα της ιστορικής έρευνας. Το 2001 κυκλοφορεί το βιβλίο του Γιαν Τόμας ΓκροςSąsiedzi: Historia zagłady żydowskiego miasteczka” («Γείτονες: Μια Ιστορία Εξόντωσης Εβραϊκής Κοινότητας»), το οποίο αφηγείται και αναλύει τα γεγονότα που συνέβησαν στο Γεντβάμπνε, μια κωμόπολη στην ανατολική Πολωνία, στις 10 Ιουλίου 1941. Το Γεντβάμπνε βρισκόταν στο τμήμα εκείνο της Πολωνίας που κατέλαβε η ΕΣΣΔ τον Σεπτέμβριο του 1939, βάσει των μυστικών πρωτοκόλλων του Συμφώνου Ρίμπεντροπ-Μόλοτοφ. Έχει ήδη ξεκινήσει η Επιχείρηση Μπαρμπαρόσα κι ο Κόκκινος Στρατός υποχωρεί. Πριν καν φθάσουν στο Γεντβάμπνε οι δυνάμεις της Βέρμαχτ, οι χριστιανοί κάτοικοί του συγκεντρώνουν τους Εβραίους της κωμόπολης στην κεντρική πλατεία. Τους κακοποιούν, τους υποχρεώνουν να κατεβάσουν ένα άγαλμα του Λένιν που βιαστικά είχε φτιάξει το σοβιετικό καθεστώς και τους οδηγούν σε έναν αχυρώνα, όπου θα τους κάψουν όλους ζωντανούς. Το Γεντβάμπνε δεν ήταν κάποιο μεμονωμένο περιστατικό

Γιαν Τόμας Γκρος (Collège de France, Παρίσι, Φεβρουάριος 2019), φωτογραφία: a. zielinska

Το βιβλίο του Γκρος αποτελεί τη θρυαλλίδα που θα οδηγήσει σε ένα πραγματικό κίνημα ιστορικής έρευνας, με σκοπό να καταδειχθεί μια σύνθετη αλήθεια: στα χρόνια της ναζιστικής κατοχής, ο χριστιανικός πληθυσμός της Πολωνίας δεν είχε απλώς ρόλο «μάρτυρα των γεγονότων», στη χειρότερη περίπτωση, ή «αρωγού των Εβραίων συμπολιτών», στην καλύτερη. Υπήρξαν περιπτώσεις κατά τις οποίες έδρασε ενεργά συμβάλλοντας στην υλοποίηση της Σοά!

Η ανάδειξη μιας τέτοιας ιστορικής αλήθειας δεν μπορεί να μείνει αναπάντητη από μέρους των οπαδών ενός «πατριωτικού ιστορικού αφηγήματος», το οποίο προωθεί και το PiS (Prawo i Sprawiedliwość = Δίκαιο και Δικαιοσύνη), κόμμα το οποίο κατέχει και σήμερα την εξουσία στην Πολωνία. Για τον λόγο αυτόν, είναι σκόπιμη και, τελικώς, απαραίτητη η προώθηση μιας ιστορίας απολύτως σύμφωνης με το επίσημο εθνικό αφήγημα. Η περίπτωση της Ιρένας Σεντλερόβα φαίνεται ιδανική για την επίτευξη του στόχου αυτού.

Ήταν πράγματι ηρωική η δράση της Σεντλερόβα στα χρόνια της ναζιστικής κατοχής; Διακινδύνευσε την ίδια τη ζωή της; Είναι άξια του τίτλου της Δίκαιης Μεταξύ των Εθνών; Η απάντηση σε όλα τα ερωτήματα είναι ανεπιφύλακτα καταφατική. Ταυτόχρονα, όμως, είναι απαραίτητο να καταγραφεί η ιστορική πραγματικότητα, με τον δυσνόητα σύνθετο χαρακτήρα, τις επιφυλάξεις και τα ερωτηματικά της. Είναι απαραίτητο, μια και διαφορετικά θα διατρέχουμε πάντοτε τον κίνδυνο να ξαναζήσουμε μια φρίκη που πιστεύουμε ότι ανήκει στο παρελθόν.

[βλ. Anna Bikont „Sendlerowa. W ukryciu”, εκδ. Wydawnictwo Czarne, Wołowiec, 2017 και «  Irena Sendler, une Juste “révisitée”, σε Audrey Kichelewski, Judith Lyon-Caen, Jean-Charles Szurek και Annette Wieviorka « Les Polonais et la Shoa, une nouvelle école historique » εκδ. CNRS, Παρίσι, 2019, σελ. 219-226]

Τέλος άδοξο και ατυχές…

Η αυλαία έπεσε βεβαίως με κάποιαν επιδεξιότητα, όπως αρμόζει όταν αποφαίνονται ειδικοί. Πολλοί, άλλωστε, ήταν εκείνοι που διατείνονταν ότι για τέτοια θέματα δικαίωμα να εκφέρουν γνώμη έχουν μόνον οι επαΐοντες. Στην πραγματικότητα, όμως, το ζήτημα είναι εξόχως πολιτικό: αφορά την ιεράρχηση των προτεραιοτήτων μιας κοινωνίας και τα κριτήρια βάσει των οποίων καθορίζονται οι προτεραιότητες αυτές.

Τα ευρήματα της Θεσσαλονίκης ήταν πολλαπλώς άτυχα. Κατά πρώτον, αναγόμενα στην Ύστερη Αρχαιότητα, δεν μπορούσαν να ενταχθούν ούτε στο εθνικό παραϊστορικό αφήγημα ούτε στο φαντασιακό περί Αρχαιότητας που διαμόρφωσαν και εν συνεχεία μας μετέδωσαν οι διάφοροι δυτικοί αρχαιολάτρες του 18ου και του 19ου αιώνα. Δεν υπήρχαν ούτε Μεγαλέξανδροι ούτε Αθηναϊκές Δημοκρατίες. Δεν μπορούσαν καν να σωθούν με την επίκληση κάποιου παραμυθιού με δράκο, όπως αυτό των «ξένων που μας ζηλεύουν, μας φθονούν και κλέβουν τα μνημεία μας». Δεν είναι τυχαίο που αρκετοί υποστηρικτές της διάσωσης των ευρημάτων προτιμούσαν να κάνουν λόγο, κάπως αδέξια, για «βυζαντινά μνημεία», μήπως και συγκινήσουν τίποτε ευαίσθητους πατριδόψυχους. Για τους ίδιους λόγους, η επιχειρηματολογία των υπέρμαχων της κατ’ ουσίαν καταστροφής των αρχαιοτήτων ολίσθησε γρήγορα από το λογικοφανές («δεν είναι δυνατό μερικά αρχαία να θέτουν σε κίνδυνο την υλοποίηση ενός έργου απαραίτητου για μια σύγχρονη μεγαλούπολη») στη χονδροειδή υποτίμηση και τους χυδαίους αφορισμούς («Σιγά το πράγμα! Κι εγώ άμα σκάψω στην αυλή μου θα βρω τέτοια αρχαία!», «Και τι θα πάθουμε με μια κολόνα λιγότερη;»).

Εν συνεχεία, οι αρχαιότητες της Θεσσαλονίκης είχαν την ατυχία να μην αποτελούν μεμονωμένα ευρήματα: δεν ήταν ένα περίτεχνο γλυπτό, δυο ψηφιδωτά, μια τοιχογραφία, πράγματα που προκαλούν ευκολότερα το ενδιαφέρον του κοινού. Αποτελούσαν ένα αδιάσπαστο σύνολο. Ωστόσο, όπως σοφά επισήμαινε κάποτε ο Αντρέ Μαλρώ, η διαφύλαξη της ιστορικής κληρονομιάς δεν μπορεί να περιορίζεται στη διατήρηση μεμονωμένων μνημείων, αλλά επιτάσσει τη διατήρηση συνόλων. Στην περίπτωσή μας, ο άνθρωπος του 21ου αιώνα θα είχε την ευκαιρία να περπατήσει στους δρόμους του κέντρου μιας πόλης της Ύστερης Αρχαιότητας, μιας τετραρχικής πρωτεύουσας, της μητρόπολης του ελληνικού χώρου και των Βαλκανίων.

Κάποιος θα έλεγε ότι με τη στάση μας καταδεικνύεται ο προνεοτερικός χαρακτήρας της ελληνικής κοινωνίας. Κάποιος άλλος, με λιγότερες αναστολές, θα υποστήριζε ότι η κοινωνία αυτή έχει από καιρό κάνει τις θεμελιώδεις επιλογές της, που δεν είναι άλλες από την αναζήτηση του βραχυπρόθεσμου κέρδους και την αρπαχτή. Για τον λόγο αυτό και δεν θα ωφελούσε σε τίποτε η επιχειρηματολογία με όρους μάντζμεντ και μάρκετιν, η υπόμνηση του brand name «Ελλάδα», που είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένο με την ιστορική κληρονομιά της, η επισήμανση του αυτονόητου, ότι δηλαδή το ίδιο το οικονομικό συμφέρον μας επιβάλλει τη διάσωση και την ανάδειξη μνημείων.

Κατά τα λοιπά, μπορούμε πάντοτε να φαντασιωνόμαστε Μεγαλέξανδρους στην Αμφίπολη, να ζητούμε την επιστροφή των Ελγινείων, να επικαλούμαστε το ένδοξο παρελθόν και, παράλληλα, να ονειρευόμαστε ότι από την οικονομική κρίση θα μας βγάλουν οι εκατοντάδες νεοφυείς επιχειρήσεις που θα πωλούν λογισμικό στους «κουτόφραγκους». Να πιστεύουμε, δηλαδή, ότι στην έρημο που οι ίδιοι δημιουργήσαμε θα φυτρώσει δάσος τροπικό.

Μπορεί και να είναι έτσι. Δεν είμαι ειδικός για να σας το πω.

[αρχική δημοσίευση: ΦΜΠ, 19 Δεκεμβρίου 2019]

Η (άτακτη;) υποχώρηση του δημόσιου χώρου

Το ταχυδρομικό μέγαρο στην Πλατεία Αμίλιους πριν από τα έργα (πηγή: Βικιπαίδεια, χρήστης MMFE)

Σε παλαιότερες αναρτήσεις στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης είχαμε εξηγήσει τους λόγους για τους οποίους οι επιλογές των λουξεμβουργιανών ελίτ ενέχουν τον κίνδυνο να καταστήσουν τη χώρα λιγότερο φιλόξενη σε πολιτικό και πολιτισμικό επίπεδο απ’ ό,τι ήταν στο πρόσφατο παρελθόν. Ένα παράδειγμα, το οποίο σε καμία περίπτωση δεν είναι μεμονωμένο, καταδεικνύει ότι τον ίδιο κίνδυνο διατρέχει και το ίδιο το αστικό περιβάλλον της πρωτεύουσας της χώρας.

Πριν από μερικά χρόνια η Πλατεία Αμίλιους αποτελούσε χώρο κατεξοχήν δημόσιο. Εκεί βρίσκονταν το κέντρο διοικητικών υπηρεσιών του δήμου, το οποίο εξυπηρετούσε τους πολίτες, η αστυνομία, το ταχυδρομικό μέγαρο και, βέβαια, οι στάσεις των λεωφορείων. Η πλατεία δεν ήταν ακριβώς όμορφη. Τα τελευταία νεοκλασσικά και λοιπά κτίρια υψηλής αισθητικής του τέλους του 19ου και των αρχών του 20ού αιώνα παραδίνονταν στις μπουλντόζες κι έδιναν τη θέση τους σε απρόσωπα κτίρια γραφείων που μετά από μια δεκαετία μόλις έδειχναν ήδη κακογερασμένα. Ήταν ωστόσο ένας χώρος φιλόξενος για τους κατοίκους και τους επισκέπτες. Οι στάσεις των λεωφορείων ήταν λειτουργικές, διέθεταν στέγαστρα, παρείχαν στον πολίτη τη δυνατότητα να περιμένει σε συνθήκες ανθρώπινες. Η αισθητική του χώρου διασωζόταν από το υπέροχο ταχυδρομικό μέγαρο, έργο του αρχιτέκτονα Σωσθένη Βάις στις αρχές του περασμένου αιώνα. Τέλος, η πλατεία αποτελούσε την πύλη εισόδου στο ιστορικό κέντρο της πόλης. Ο ανοιχτός της χώρος σε προσκαλούσε να προχωρήσεις και να επισκεφθείς τα πολύ ομορφότερα σημεία που σε περίμεναν στη συνέχεια του δρόμου σου.

Την ίδια στιγμή ο Δήμος Λουξεμβούργου εκπονούσε το σχέδιο που, σύμφωνα με τους εμπνευστές του θα έφερνε την Πόλη του Λουξεμβούργου στον 21ο αιώνα. Ποιον, όμως, 21ο αιώνα και με βάση ποιες ακριβώς αντιλήψεις; Το φαραωνικό σχέδιο, το οποίο η πόλη θα ανέθετε σε κάποιον διεθνούς φήμης αρχιτέκτονα κατόπιν διαγωνισμού, προέβλεπε ένα τεράστιο συγκρότημα το οποίο θα κάλυπτε όχι μόνον τον χώρο της Πλατείας Αμίλιους, αλλά θα συνεπαγόταν και την απαλλοτρίωση σειράς κτιρίων επί του Μπουλβάρ Ρουαγιάλ, και το οποίο θα περιελάμβανε εμπορικό κέντρο, πολυώροφο γκαράζ και διαμερίσματα κατοικιών. Οι διαγωνισμοί προκηρύχθηκαν και διενεργήθηκαν, ο σχεδιασμός ανατέθηκε στον Βρετανό σερ Νόρμαν Φόστερ, οι εργολάβοι ορίστηκαν. Το κέντρο της πόλης μετατράπηκε για μια πενταετία σε ένα κακάσχημο αχανές εργοτάξιο, με αίσθηση Βερολίνου του 1945. Ανυπολόγιστη η ζημιά για τα καταστήματα κι εστιατόρια της περιοχής. Απίστευτη η ταλαιπωρία των κατοίκων και των επισκεπτών της πόλης. Το σύστημα των δημόσιων συγκοινωνιών μεταρρυθμίσθηκε ριζικά. Το κοινό των στάσεων της πλατείας μεταφέρθηκε σε δύο στάσεις, Μπουλβάρ Ρουαγιάλ-Αμίλιους και Ίδρυμα Πεσκατόρ, συνωστιζόμενο σε στενά πεζοδρόμια, περιμένοντας κάτω από τη βροχή, το χιόνι ή τον ήλιο, σχηματίζοντας ουρές μήκους 500 μέτρων. Οι άνθρωποι διαγκωνίζονταν για να κατορθώσουν να φτάσουν στο απρόβλεπτο σημείο όπου στάθμευε το λεωφορείο που περίμεναν, αγωνίζονταν να αποφύγουν ποδηλάτες και οδηγούς ηλεκτρικών πατινιών που θεωρούσαν ότι είναι οι απόλυτοι κύριοι του πεζοδρομίου κι αποφάσιζαν να επιταχύνουν μέσα στο πλήθος…

Η νέα μορφή της πλατείας (πηγή: ιστότοπος του νέου συγκροτήματος royal-hamilius, http://www.royal-hamilius.lu)]

Και κάποια στιγμή το έργο ολοκληρώθηκε. Ένα μαμούθ από γυαλί και μέταλλο. Κρύο. Όχι ιδιαιτέρως όμορφο. Με την παραδοξότητα να διακόπτεται από μια γερασμένη πολυκατοικία (της οποίας δεν συμφώνησαν όλοι οι ιδιοκτήτες με την απαλλοτρίωση) της δεκαετίας του 1970 για να συνεχιστεί μετά… Ένας γίγαντας που κρύβει το όμορφο ταχυδρομικό μέγαρο. Οι μόνοι που θα έχουν τη δυνατότητα να το θαυμάζουν είναι οι ένοικοι των διαμερισμάτων τους συγκροτήματος. Άνθρωποι που πλήρωσαν κοντά 20 χιλιάδες ευρώ το τετραγωνικό μέτρο, χωρίς μάλιστα να αποκτούν πλήρη κυριότητα, αλλά στο πλαίσιο απλώς εμφυτευτικής μίσθωσης ισχύος 100 ετών. Οι υπόλοιποι θα μπορούν απλώς να το βλέπουν μέσα από την «κλειδαρότρυπα» της στενής οδού την οποία καταδέχτηκε να παραχωρήσει το συγκρότημα ανάμεσα στα δύο μέρη του. Πράσινο δεν υπάρχει πουθενά, εκτός από την οροφή του εμπορικού κέντρου. Κι αν αναρωτιέστε μήπως κέρδισε κάτι ο καταναλωτής, η απάντηση φοβούμαι ότι δεν θα είναι ενθαρρυντική. Το τμήμα βιβλίων της Φνακ είναι θλιβερά μικρό. Οι νέες Γκαλλερί Λαφαγιέτ άνοιξαν διατυμπανίζοντας τη συνεργασία τους με γνωστό λουξεμβουργιανό κατάστημα πώλησης ενδυμάτων. Σε τελική ανάλυση προσφέρουν αυτά που ήδη έβρισκε ο καταναλωτής και πριν…

Η μεταμόρφωση ολοκληρώθηκε κι η γεύση που αφήνει είναι μάλλον πικρή. Το ελάχιστο και σχετικό κέρδος δεν αντισταθμίζει την ταλαιπωρία πέντε δύσκολων χρόνων ούτε, κατά μείζονα λόγο, τις απώλειες για τον πολίτη. Ο δημόσιος χώρος ιδιωτικοποιήθηκε σχεδόν ολοκληρωτικά. Το άτομο αντιμετωπίζεται λιγότερο ως πολίτης και πολύ περισσότερο ως πελάτης-καταναλωτής. Το Βασιλικό Βουλεβάρτο από πύλη εισόδου στο ιστορικό κέντρο μετατράπηκε σε τείχος που διώχνει τον επισκέπτη κάνοντάς τον να αισθανθεί παρείσακτος. Η ίδια η πόλη χάνει την ιστορική της συνέχεια, απεμπολεί το παρελθόν της. Είναι λογικό όταν, βάσει πνεύματος νεοπλουτισμού, τα πρότυπα είναι το Μανχάταν και το Ντουμπάι.

Παραφράζοντας ελαφρώς την κατακλείδα του άρθρου που αποτέλεσε την πηγή έμπνευσης για την ανάρτηση, οι επιλογές αυτές είναι ουσιωδώς πολιτικές. Όσο, όμως, οι άνθρωποι βρίσκουν φτηνά επώνυμα ρούχα, σημεία φόρτισης του κινητού τους και σάντουιτς με αβοκάντο δεν υπάρχει περίπτωση να αναλογισθούν τις ανισότητες που χαρακτηρίζουν τις δυτικές κοινωνίες του πρώτου τετάρτου του 21ου αιώνα.

[αρχική δημοσίευση: ΦΜΠ, 15 Δεκεμβρίου 2019]

Πού πηγαίνουν τ’ αστέρια σαν σβήσουν;

Βαλεντίνα Σερόβα/ πηγή: ιστότοπος repin.info/ Неизвестные знаменитости/ Актриса Валентина Серова - муза и трагедия Константина Симонова

Βαλεντίνα Σερόβα/ πηγή: ιστότοπος repin.info/ Неизвестные знаменитости/ Актриса Валентина Серова – муза и трагедия Константина Симонова

Η Βαλεντίνα Βασίλιεβνα Σερόβα γεννήθηκε στους δίδυμους αστερισμούς της επιτυχίας και της τραγωδίας. Για δεκαπέντε τουλάχιστον χρόνια υπήρξε η απόλυτη σταρ του σοβιετικού θεάτρου και κινηματογράφου. Κι έπειτα ακολούθησε η βασανιστική συνεχής παρακμή. Παντρεύτηκε δύο διασημότητες της εποχής της. Χήρεψε από τον πρώτο άντρα της ακριβώς στην επέτειο του γάμου τους. Η σχέση της με τον δεύτερο ξεκίνησε παθιασμένα για να εκφυλιστεί σε αδιαφορία και αποξένωση, ενώ η ίδια βυθιζόταν όλο και περισσότερο στον αλκοολισμό. Πέθανε υπό αδιευκρίνιστες συνθήκες πριν συμπληρώσει το 58ο έτος της ζωής της.

Η Βαλεντίνα γεννιέται στο Χάρκοβο της Ουκρανίας, στις 23 Δεκεμβρίου 1917, κόρη της ηθοποιού Κλάβντιγια Πολοβίκοβα και του μηχανικού Βασίλι Πολοβίκ. Ζει τα πρώτα χρόνια με τον παππού και τη γιαγιά της στην Ουκρανία. Σε ηλικία έξι ετών ακολουθεί τη μητέρα της στη Μόσχα, όπου έχει εγκατασταθεί η δεύτερη για λόγους καρριέρας. Ακριβώς χάρη στη μητέρα της παίζει από μικρή ηλικία διάφορους παιδικούς ρόλους σε θεατρικά έργα. Το 1934 κερδίζει ένα μικρό κινηματογραφικό ρόλο, αλλά η σκηνή της κόβεται τελικά στο μοντάζ της ταινίας. Αρχίζει να γίνεται δημοφιλής χάρη στις εμφανίσεις της στο θέατρο (σε ρεπερτόριο μάλλον ελαφρύ). Περίπου την ίδια εποχή, ο πατέρας της συλλαμβάνεται και καταλήγει σε κάποιο από τα στρατόπεδα του Γκουλάγκ.

Η Βαλεντίνα γνωρίζει κι ερωτεύεται τον Ανατόλι Κονσταντίνοβιτς Σερόφ, διάσημο πιλότο που είχε δακριθεί στον Ισπανικό Εμφύλιο. Παντρεύονται στις 11 Μαΐου 1938. Η ευτυχία τους δεν θα διαρκέσει πολύ. Την ημέρα της πρώτης επετείου του γάμου τους, ο Σερόφ σκοτώνεται σε αεροπορικό δυστύχημα κατά τη διάρκεια δοκιμαστικής πτήσης κι ενώ η Βαλεντίνα είναι έγκυος στο πρώτο τους παιδί. Ο Ανατόλι Σερόφ ο νεότερος θα γεννηθεί τον Σεπτέμβριο του 1939 χωρίς να γνωρίσει ποτέ τον πατέρα του.

Η Βαλεντίνα Σερόβα με τον πρώτο της σύζυγο Ανατόλι Σερόφ (πηγή: ιστότοπος Repin.info, όπ. π.)

Η Βαλεντίνα Σερόβα με τον πρώτο της σύζυγο Ανατόλι Σερόφ (πηγή: ιστότοπος repin.info, όπ. π.)

Κ. Μ. Σίμονοφ

Κ. Μ. Σίμονοφ

Την τραγωδία, όμως, θα τη συνοδέψει η επιτυχία στον κινηματογράφο, κυρίως σε κομεντί και μελό ταινίες, ξεκινώντας από το  «Κορίτσι με χαρακτήρα», το 1939. Και, στο μεταξύ, ξεσπά ο πόλεμος. Τη γνωρίζει και την ερωτεύεται παράφορα ο λογοτέχνης και δημοσιογράφος Κονσταντίν Μιχάιλοβιτς Σίμονοφ, ο άνθρωπος που με το ποίημά του «Περίμενέ με» («Жди меня») κατόρθωσε να περιγράψει με τον πιο ακριβή και γλαφυρό τρόπο τα συναισθήματα του στρατιώτη του Κόκκινου Στρατού στο Μέτωπο. Αρχικά, η Σερόβα αποκρούει το φλερτ του Σίμονοφ. Λέγεται ότι την εποχή εκείνη ήταν ερωτευμένη με τον στρατηγό Κονσταντίν Ροκοσσόφσκι. Σύμφωνα με την ίδια ιστορία, η Σερόβα υπέβαλε τον καψούρη Σίμονοφ στην πλέον ακραία ταπείνωση, αναθέτοντάς του να παραδώσει ο ίδιος μια ερωτική επιστολή της στον στρατηγό. Η σχέση Σερόβα και Ροκοσσόφσκι, αν υποτεθεί ότι υπήρξε, τερματίστηκε γρήγορα, μια και, καθώς λένε, παρενέβη ο Στάλιν αυτοπροσώπως: υπενθύμισε στον Ροκοσσόφσκι ότι ήταν παντρεμένος κι ότι δεν θα έδινε και το καλύτερο παράδειγμα αν μαθευόταν ότι ένας από τους καλύτερους στρατηγούς του Κόκκινου Στρατού διατηρεί εξωσυζυγική σχέση!

Η επιμονή του Σίμονοφ ανταμείβεται. Το 1943, η Βαλεντίνα τον παντρεύεται! Την ίδια χρονιά, πρωταγωνιστεί στο φιλμ «Περίμενέ με» των Μπορίς Ιβανόφ και Αλεξάντρ Στόλπερ, σε σενάριο του ίδιου του Σίμονοφ (η ταινία εμπνέεται… χαλαρά από το ομώνυμο ποίημά του). Οι δυο τους περιοδεύουν στα διάφορα μέτωπα του πολέμου για να εμψυχώσουν τους στρατιώτες του Κόκκινου Στρατού.

1944: Σερόβα και Σίμονοφ σε περιοδεία, κάπου στο Μέτωπο του Λενινγκράντ (πηγή: repin.info, όπ. π.)

1944: Σερόβα και Σίμονοφ σε περιοδεία, κάπου στο Μέτωπο του Λενινγκράντ (πηγή: repin.info, όπ. π.)

Με το θριαμβευτικό για την ΕΣΣΔ τέλος του «Μεγάλου Πατριωτικού Πολέμου», η Σερόβα και ο Σίμονοφ είναι το πιο διάσημο σοβιετικό ζευγάρι. Ζουν στη Μόσχα σε συνθήκες χλιδής (για τα δεδομένα της χώρας και της εποχής) και ενσαρκώνουν το απόλυτο glamour της σταλινικής περιόδου. Η Σερόβα πρωταγωνιστεί και σε ταινίες μεγαλύτερων καλλιτεχνικών αξιώσεων (όπως η κινηματογραφική βιογραφία του μεγάλου Ρώσου συνθέτη Μιχαήλ Γκλίνκα, το 1946). Μόνο που όλα αυτά αποδεικνύονται μια τεράστια ψευδαίσθηση που δεν θα αργήσει να θρυμματιστεί… Ο Σίμονοφ αφοσιώνεται όλο και περισσότερο στο συγγραφικό του έργο και στα καθήκοντά του στην Εταιρία Σοβιετικών Συγγραφέων και στη διεύθυνση και αρχισυνταξία των μεγαλύτερων λογοτεχνικών εντύπων. Η Σερόβα αρχίζει να βρίσκει αγχολυτικό καταφύγιο στο ποτό. Ο Σίμονοφ, κατά τα λοιπά άνθρωπος με βαθύτατες ευαισθησίες, ο οποίος όμως έχει μάθει να αντιμετωπίζει με πειθαρχία κάθε αντιξοότητα της ζωής, δεν συγχωρεί στη σύζυγό του την αδυναμία της να διαχειριστεί την επιτυχία και μια, κατά τα φαινόμενα, ευτυχισμένη οικογενειακή ζωή. Η σχέση τους δηλητηριάζεται κι από το γεγονός ότι ο συγγραφέας δεν μπόρεσε ποτέ να έχει καλές σχέσεις με τον γιο της Σερόβα από τον πρώτο της γάμο, τον Ανατόλι. Στο τέλος, κατορθώνει να κλείσει τον μικρό Τόλια σε κάποιο ορφανοτροφείο πέρα από τα Ουράλια!

Το 1950, ο λογοτέχνης και η ηθοποιός αποκτούν την κόρη τους Μάσα. Αντί, όμως, η γέννηση του παιδιού να βελτιώσει τη σχέση τους, επιταχύνει την κατάρρευσή της. Ο Σίμονοφ διακόπτει πολύ γρήγορα κάθε επικοινωνία με το κοριτσάκι (σχεδόν μέχρι την ενηλικίωσή της αρνιόταν να τη δει και να την παρουσιάσει στους συγγενείς του). Κι όχι μόνο αυτό, αλλά κατορθώνει να αφαιρέσει την επιμέλειά της κι από την ίδια τη Βαλεντίνα (η Μάσα ανατράφηκε από τη μητέρα της Βαλεντίνας). Το 1957 εκδίδεται το διαζύγιο κι από εκεί και πέρα η σταδιοδρομία της Σερόβα παίρνει την κάτω βόλτα.

Τα προβλήματά της με το ποτό επιδεινώνονται διαρκώς. Χάνει πρόβες και παραστάσεις, απολύεται από το ένα θέατρο μετά το άλλο. Τραγική ειρωνεία: κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1960 η μοναδική απασχόληση της Σερόβα ήταν ένας ρόλος σε θεατρικό του τέως συζύγου της [«Άνθρωποι της Ρωσίας» («Русские люди»)]. Η τελευταία της κινηματογραφική εμφάνιση ήταν σε μια ταινία του 1973.

1939: η Σερόβα με τον μικρό Τόλια (πηγή: http://www.liveinternet.ru/users/lora_norton/post208414955/)

1939: η Σερόβα με τον μικρό Τόλια (πηγή: http://www.liveinternet.ru/users/lora_norton/post208414955/)

Ο γιος της, μεγαλωμένος στο αφιλόξενο περιβάλλον του ορφανοτροφείου, κατέληξε μπλεγμένος με τον υπόκοσμο και βαριά αλκοολικός. Έζησε μεταξύ αναμορφωτηρίων, στρατοπέδων και φυλακών, πριν το αλκοόλ κόψει το νήμα της ζωής του το 1975.

Λίγους μήνες αργότερα, το βράδυ της 11ης προς τη 12η Δεκεμβρίου 1975, η Βαλεντίνα Σερόβα βρισκόταν νεκρή στο διαμέρισμά της στη Μόσχα. Τα αίτια του θανάτου της δεν διαλευκάνθηκαν ποτέ. Πάνω στο φέρετρό της υπήρχε μια ανθοδέσμη με 58 τριαντάφυλλα. Ήταν το τελευταίο δώρο του Κονσταντίν Σίμονοφ προς τον μεγάλο έρωτα της ζωής του.

[πηγές: Βικιπαίδεια/ ιστότοπος repin.info/ Неизвестные знаменитости: «Актриса Валентина Серова – муза и трагедия Константина Симонова», 23.6.2013/ Orlando Figes «The Whisperers: Private Life in Stalin’s Russia», 2007]

Γενέθλια πόλη

Φωτογραφία του Άρη Καλαντίδη, Μάρτιος 2014

Φωτογραφία του Άρη Καλαντίδη, Μάρτιος 2014

Είναι δυνατό και, κυρίως, θεμιτό να γράψει για την Αθήνα κάποιος που την έχει εγκαταλείψει εδώ και χρόνια; Όχι πάρα πολλά, αλλά αρκετά για να χάσει τη δυνατότητα να αντιλαμβάνεται τις συνεχείς αλλαγές και μεταλλάξεις της, για να μην μπορεί πλέον να πιάσει τον σφυγμό της; Ίσως, όμως, αυτό να μην είναι παρά ένα ψευτοδίλημμα. Γράφουμε με άνεση, χωρίς κανένα ενδοιασμό, για πόλεις τις οποίες δεν έχουμε καν επισκεφτεί, πιθανότατα επειδή στην περίπτωση αυτή δεν αισθανόμαστε καμία υποχρέωση απέναντι στην αλήθεια. Γιατί να διστάσουμε, επομένως, να μιλήσουμε για ένα κομμάτι της ζωής μας; Η απόσταση στον χώρο και τον χρόνο δεν συνεπάγεται απώλεια μνήμης.

Σε ποια Αθήνα αναφερόμαστε, όμως; Σ’ αυτήν που βρίσκεται εντός των ορίων του Δήμου Αθηναίων ή σε ολόκληρο το πολεοδομικό συγκρότημα; Στην Αθήνα των παιδικών και νεανικών χρόνων, με άλλο μέγεθος και χαρακτηριστικά από τη σημερινή, ή σ’ αυτήν που τείνει να καταλάβει ολόκληρο το λεκανοπέδιο οδηγώντας σε μια παράδοξη σύμπτωση του σύγχρονου αστικού ιστού με την επικράτεια της αρχαίας πόλης, αστική και αγροτική μαζί; Στην Αθήνα των εποχών της ανάπτυξης και της ευημερίας, αληθινής ή επίπλαστης, ή σ’ αυτήν της κρίσης με τις πληγές και τις ελπίδες της; Στην Αθήνα της Ιστορίας και του μακρινού ή πρόσφατου παρελθόντος ή σ’ αυτήν του αύριο; Προφανώς σε όλες αυτές και σε πολλές ακόμη που γνώρισα ή που ουδέποτε κατόρθωσα να ζήσω.

Η Αθήνα είναι πρωτίστως ο τόπος των αναμνήσεων που όλες γίνονται γλυκές με το πέρασμα του χρόνου. Ο πρώτος περίπατος στον αρχαιολογικό χώρο του Κεραμεικού, τη Στοά του Αττάλου και το Θησείο, η αίσθηση της σύνδεσης με την Ιστορία. Οι αμέτρητες φορές που ανηφόρισα τη Βαλτετσίου ή την Ακαδημίας με προορισμό το σχολείο κι αργότερα τη σχολή. Οι νύχτες, όταν η φαντασία μπορεί να κάνει το αστικό τοπίο ομορφότερο απ’ ό,τι είναι. Η χαρά της ανακάλυψης της ζωής σε όλες τις πτυχές της. Τα πρόσωπα και τα γεγονότα, σημαντικά ή καθημερινά. Όλα συνδέονται με την Αθήνα.

Η πόλη όπου γεννήθηκες και μεγάλωσες είναι σαν την οικογένεια: δεν τη διαλέγεις και δεν έχεις άλλη επιλογή παρά να την αγαπήσεις, όποια κι αν είναι, εκτός κι αν θες να επιλέξεις τη διαρκή δυστυχία. Και, για να είμαι ειλικρινής, για πολλά χρόνια η σχέση μου με την πόλη δεν χαρακτηριζόταν ακριβώς από αισθήματα έρωτα δίχως επιφυλάξεις. Την έβρισκα μάλλον άσχημη, άναρχη στην ανάπτυξή της, χωρίς «παλιά πόλη» κι αληθινό «ιστορικό κέντρο», χωρίς σαφή ταυτότητα και πραγματική Ιστορία, πέρα από κάποιες απομονωμένες νησίδες στις οποίες, συνήθως, το τουριστικό στοιχείο έπνιγε το ιστορικό. Στην Αθήνα δεν έβρισκες την ιστορική συνέχεια που χαρακτηρίζει κάποιες ευρωπαϊκές πόλεις, το παρελθόν, κατά περίπτωση, είχε χαθεί ή κρυφτεί, δεν ήταν τόσο σημαντικό για να αφήσει το αποτύπωμά του ή δεν μπορούσε να συνδεθεί με τη σύγχρονη ζωή της πόλης. Βέβαια, είναι αδύνατο μια πόλη να μη δείχνει την Ιστορία της. Στην περίπτωση της πρωτεύουσας η εικόνα αυτή έλλειψης κι ασυνέχειας οφειλόταν εν μέρει στο γεγονός ότι, ύστερα από ένα ένδοξο μακρινό παρελθόν, η πόλη βρέθηκε για αιώνες στην περιφέρεια αυτοκρατοριών κι αντιμετωπίστηκε με αδιαφορία από την εκάστοτε κεντρική εξουσία. Με χρόνο ουσιαστικής ύπαρξης που με το ζόρι έφτανε τους δύο αιώνες, η σύγχρονη Αθήνα δεν ήταν κάτι άλλο από έναν καθρέφτη του νεότερου ελληνικού κράτους και των δυσκολιών του. Εν μέρει, όμως… Η υπόλοιπη ευθύνη ανήκει στις ατυχέστατες επιλογές οικιστικής ανάπτυξης κατά την μεταπολεμική περίοδο. Κάποτε, είχα διαβάσει αποσπάσματα από το ημερολόγιο ενός Γερμανού αξιωματικού των κατοχικών δυνάμεων: περιέγραφε με ενθουσιασμό την Αθήνα σαν ένα μικρό μεσογειακό Παρίσι. Αυτήν την πόλη δεν τη γνώρισα ποτέ, μόνο να τη φανταστώ προσπάθησα βλέποντας τα λίγα νεοκλασικά που σώθηκαν από σύμπτωση.     

Φυσικά, σε όλα αυτά τα χρόνια αγάπησα γωνιές της Αθήνας. Δεν είμαι, όμως, βέβαιος ότι τις αγάπησα πραγματικά για αυτό που ήταν ή επειδή στο μυαλό μου υποκρινόμουν ότι έπρεπε ν’ ανήκουν στο Παρίσι, το Λονδίνο, τη Μόσχα ή το Λος Άντζελες.

Κι έπειτα έφυγα για μια πρώτη φορά. Ερωτεύτηκα άλλες πόλεις, αγάπησα αυτές στις οποίες έζησα. Ξαναέφυγα, μάλλον οριστικά, σε μια στιγμή που είχα αρχίσει ν’ αποδέχομαι ότι θα περνούσα την υπόλοιπη ενήλικη ζωή μου στην πόλη αυτή. Σταδιακά, απωθημένα εξαφανίστηκαν κι επιθυμίες ικανοποιήθηκαν, καταστάσεις απομυθοποιήθηκαν. Άργησα, αλλά συνειδητοποίησα ότι μπορούσα πλέον ν’ αγαπήσω ανυπόκριτα την πραγματική Αθήνα. Επειδή με την πόλη μ’ ενώνουν άρρηκτοι δεσμοί, αλλά κι επειδή μια άσχημη με χαρακτήρα μπορεί να έχει τελικά γοητεία.

Επειδή πέρα από την υποκειμενική αντίληψη περί αισθητικής, η ταυτότητα μιας πόλης είναι η ζωή, η δυναμική κι οι άνθρωποί της. Και η Αθήνα εμπεριέχει όλες τις δυνατότητες, τις αρετές και τις παθογένειες της σύγχρονης Ελλάδας σαφώς μεγεθυμένες. Γοητευτική ή αποκρουστική, είναι αδύνατο να μην προκαλεί έντονα αισθήματα. Από υποκειμενική άποψη, πάλι, είναι η πόλη όπου ζουν πολλοί από τους ανθρώπους που θεωρώ σημαντικούς στη ζωή μου. Ακόμη και τώρα που βρίσκομαι μακριά της, η Αθήνα εξακολουθεί να καθορίζει τον τρόπο με τον οποίο σκέφτομαι. Δύσκολο να δοθεί μεγαλύτερος έπαινος σε μια πόλη.

[14 Μαρτίου 2014]

ΥΓ: Δεν ξέρω γιατί ποτέ δεν έγραψα κάτι για την Αθήνα. Για την ακρίβεια, ποτέ δεν μου πέρασε από το μυαλό να γράψω κάτι. Μάλλον επειδή ποτέ δεν γράφω για προσωπικά θέματα στα ιστολόγιά μου. Σε κάθε περίπτωση, μένω με την αίσθηση ότι παρέδωσα μια μέτρια γυμνασιακή έκθεση. 😉

Πρωτοχρονιά;

Η εικόνα για τον Ιανουάριο, από τις "Très Riches Heures du duc de Berry" (15ος αι.) - ο εορτασμός στον οποίο μετέχουν ο δούκας και η ακολουθία του δεν είναι βέβαια της Πρωτοχρονιάς, αλλά των Θεοφανίων

Η εικόνα για τον Ιανουάριο, από τις «Très Riches Heures du duc de Berry» (15ος αι.) – ο εορτασμός στον οποίο μετέχουν ο δούκας και η ακολουθία του δεν είναι βέβαια της Πρωτοχρονιάς, αλλά των Θεοφανίων

Η συνήθεια να γιορτάζεται η Πρωτοχρονιά την 1η Ιανουαρίου δεν αποτελεί παράδοση ούτε οικουμενική ούτε και τόσο παλιά. Και, μην ανησυχείτε, δεν πρόκειται να σας μιλήσω για την ανοιξιάτικη Βαβυλωνιακή Πρωτοχρονιά και να σας στείλω να αγγίξετε το χέρι του αγάλματος του θεού Μπέλ-Μαρδούκ.

Ακόμη, όμως, και στη χριστιανικότατη Δύση έως τους Νεότερους Χρόνους δεν υπήρχε ομοφωνία ως προς το σημείο έναρξης του έτους. Στη μεσαιωνική Γαλλία των Καπετιδών, για παράδειγμα, η Πρωτοχρονιά συνέπιπτε κατά κανόνα με την Κυριακή του Πάσχα (γεγονός που είχε ως αποτέλεσμα έτη άνισης διάρκειας)! Το «κατά κανόνα» έχει την αξία του, δότι σε διάφορες περιοχές υπήρχαν ταυτόχρονα διαφορετικές παραδόσεις, κι έτσι κάποιοι γιόρταζαν την Πρωτοχρονιά μαζί με τα Χριστούγεννα (Λυών), ενώ άλλοι μαζί με τον Ευαγγελισμό. Ό,τι «καλύτερο» για τους σημερινούς ιστορικούς του Μεσαίωνα που αντιμετωπίζουν πραγματικές σπαζοκεφαλιές όταν πρέπει να εκτιμήσουν τη χρονολογία που συναντούν σε ένα κείμενο της εποχής! Για παράδειγμα, σύμφωνα με τις πηγές, η Σύνοδος της Τρουά, στο πλαίσιο της οποίας αναγνωρίσθηκε επίσημα το Τάγμα των Ναϊτών, συγκλήθηκε στις 13 Ιανουαρίου 1128. Στη Γαλλική Καμπανία, όμως, ακολουθούσαν την παράδοση να αλλάζουν χρόνο την ημέρα του Ευαγγελισμού (25.3). Άρα η σωστή χρονολογία για μας είναι το 1129!

Όσον αφορά τη Γαλλία, η επιβολή της 1ης Ιανουαρίου ως ημερομηνίας έναρξης του νέου έτους οφείλεται σε έδικτο του Καρόλου Θ΄ (1564), ενώ για το σύνολο της καθολικής χριστιανοσύνης σε απόφαση της Αγίας Έδρας (1622). Υπήρξε φυσικά στη Γαλλία και το επαναστατικό διάλειμμα (1792-1806), όταν η χρονιά άρχιζε την 1η του Τρυγητή (vendémiaire), δηλαδή στις δικές μας 22 Σεπτέμβρη.

[Facebook, 2 Ιανουαρίου 2014]

Επόμενος σταθμός: Πάτνα, Μπιχάρ…

Τις ημέρες αυτές της παραμονής μου στα πάτρια εδάφη είχα την ευτυχία να συναλλαγώ εκ νέου με υπηρεσίες του Ελληνικού Δημοσίου. Ξεκίνησα από το ληξιαρχείο κάποιου δήμου για να ζητήσω ένα πιστοποιητικό. Έκανα τη δουλειά μου μέσα σε δύο λεπτά της ώρας (περιλαμβανομένης της – ανύπαρκτης εν προκειμένω – αναμονής). Το πιστοποιητικό μού είχε παραδοθεί πριν καν υπογράψω την αίτηση! Αίσθηση Ευρώπης σε αυτό που οι περισσότεροι θεωρούμε άντρο διαφθοράς. Αλλά η χαρά μου κράτησε μόλις πέντε λεπτά, όσα μου χρειάστηκαν για να φθάσω στη ΔΟΥ μου. Εκεί βρέθηκα σε ένα άλλον σύμπαν, εξόχως τριτοκοσμικό. Η εικόνα παρέπεμπε σε ινδικό τρένο, μάλλον άλλης εποχής.

Μέρες που είναι, λοιπόν, ας δώσω μιαν ευχή στους ανθρώπους που λαμβάνουν αποφάσεις στο ΥπΟικ, ειδικώς στη ΓΓ Εσόδων ή όπου αλλού. Επιβάλλετε ό,τι επιβάλλετε σε φόρους και τέλη, βάλτε το μυαλό σας να δουλέψει ώστε να καταστήσετε την καταβολή τους όσο γίνεται ευχερέστερη. Πάρτε παραδείγματα από αυτήν την άτιμη τη Δύση που επικαλείσθε, είτε ως παράδειγμα προς μίμηση είτε ως «κακιά δανείστρια» που σας αναγκάζει να παίρνετε «δυσάρεστα μέτρα». Θα δείτε ότι υπάρχουν κι άλλοι τρόποι από αυτούς τους παρωχημένους που διαλέγετε. Και θα δείτε και τα έσοδά σας να αυξάνονται. Και αφήστε επιτέλους αυτό το παιχνίδι με τις προθεσμίες και τις παρατάσεις. Τάξτε ευθύς εξαρχής προθεσμίες γενναιόδωρες, αντί για τις τσιγγούνικες που θα παρατείνετε μια και δυο φορές όταν θα διαπιστώσετε ότι δεν έχει συγκεντρωθεί το ποσό που είχατε προϋπολογίσει, ενώ ενδιαμέσως θα έχετε δηλώσει πανηγυρικά (ή θα έχετε «τιτιβίσει» ) ότι «δεν θα δοθεί καμία παράταση».

Κι αφού θα βάλετε το μυαλό σας σε λειτουργία, θα σκεφτείτε επιτέλους κι άλλα πράγματα. Όπως για παράδειγμα ότι η μείωση του ΕΦΚ σε πετρέλαιο θέρμανσης και καύσιμα θα σας αποφέρει απίστευτα περισσότερα έσοδα. Για τον απλό λόγο ότι οι συντελεστές που επιβάλατε οδηγούν σε σχεδόν μηδενικές καταναλώσεις, αφού υπερβαίνουν βάναυσα τη φοροδοτική ικανότητα του μέσου ανθρώπου.

Εάν, βεβαίως, πιστεύετε βάσιμα ότι ο Έλληνας καίει ό,τι σαββούρα βρει από επιλογή, γιατί γουστάρει να αναπνέει δηλητήριο και να ξεχαρμανιάζει κι όχι γιατί το πετρέλαιο θέρμανσης είναι ακριβό λόγω φόρων, μπορείτε να αγνοήσετε τις ευχές μου. Το ίδιο ισχύει κι εφόσον ο στόχος δεν είναι η αύξηση των δημοσιονομικών εσόδων, αλλά η έσχατη ταπείνωση του φορολογούμενου.

Σε κάθε περίπτωση, καλή χρονιά!

[Δημοσιεύθηκε στο Facebook την 31η Δεκεμβρίου 2013 – αναδημοσιεύθηκε στο Portal στις 6 Ιανουαρίου 2014]