Μια πρόχειρη και κάπως βιωματική εισαγωγή στο «Δικό μας Αίμα» του Γιώργου Ιωάννου

«Πρόσεξε να μην τους πεις πως ορισμένες φορές οι πόλεις ακολουθούν η μία την άλλη στον ίδιο τόπο και με το ίδιο όνομα, γεννιούνται και πεθαίνουν δίχως να γνωρίζει η μία την άλλη, δίχως να συγκοινωνούν μεταξύ τους. Κάποτε ως και τα ονόματα των κατοίκων μένουν τα ίδια, κι ο ήχος των φωνών τους, και τα χαρακτηριστικά των προσώπων τους. Οι θεοί, όμως, που ζουν πέρα από τα ονόματα και πάνω από τους τόπους έχουν φύγει δίχως να πουν λέξη κι άλλοι έχουν πάρει τη θέση τους».

[Ίταλο Καλβίνο «Οι Αόρατες Πόλεις», 1972, απόσπασμα που παραθέτει ο Μ. Μαζάουερ στη «Θεσσαλονίκη, Πόλη των Φαντασμάτων», 2004]

Ι.   Πρέπει να είμαι ο πλέον ακατάλληλος άνθρωπος για να κάνω την εισαγωγή σε ένα βιβλίο νεοελληνικής λογοτεχνίας. Όσοι με γνωρίζουν καλά, γνωρίζουν ότι δεν είμαι κι ο πλέον επιμελής αναγνώστης της ημέτερης λογοτεχνικής παραγωγής. Υπήρχαν, όμως, και υπάρχουν πάντα κι οι εξαιρέσεις. Ο Γιώργος Ιωάννου καταλέγεται σ’ αυτές.

Η γνωριμία μου με το έργο του Ιωάννου ανάγεται, δίχως καμία πρωτοτυπία, στα σχολικά μου χρόνια. Κάτι πρέπει να διδασκόμασταν από αυτό. Κι ο φιλόλογός μας μιλούσε αρκετά επαινετικά για τον Θεσσαλονικιό λογοτέχνη. Ίσως και να τον γνώριζε και προσωπικά, αλλά πάνε πια πολλά χρόνια και η μνήμη μου δεν με βοηθά για να απαντήσω με βεβαιότητα. Έπειτα, ο συγγραφέας ζούσε τότε κι είχαμε την ευκαιρία να τον δούμε σε τηλεοπτικές εκπομπές να μιλά για το έργο και για την πόλη του. Φαινόταν ενδιαφέρων άνθρωπος, το δίχως άλλο. Αλλά κι ο γραπτός του λόγος, άμεσος και ζωντανός, σε κέρδιζε μάλλον εύκολα. Τέλος, έγραφε πρωτίστως για τη Θεσσαλονίκη. Κι αυτό ήταν για μένα το πιο σημαντικό.

Για κάποιον που μεγάλωνε στην Αθήνα της δεκαετίας του 1980, η Θεσσαλονίκη ασκούσε ακατανίκητη γοητεία, περιβαλλόταν από μυστήριο, αποκτούσε φήμη διαστάσεων σχεδόν μυθολογικών. Η Αθήνα ήταν μια μεγαλούπολη απομονωμένη και μονοπολιτισμική, άρχων και φορέας της ιδεολογίας και της νοοτροπίας του νεότερου ελληνικού κράτους. Αν κάπως έστρεφε το βλέμμα της προς τα έξω, αυτό προς το οποίο κοίταζε ήταν η δυτική Ευρώπη. Μια Ευρώπη, όμως, μακρινή κι εξιδανικευμένη, περισσότερο είδωλο παρά πραγματικότητα, κάτι το ιδωμένο μέσα από το πρίσμα πολλαπλών συμπλεγμάτων. Η Θεσσαλονίκη, με όλη την παρακμή της (ή, ίσως, και για αυτό), ήταν κάτι το διαφορετικό.

Σε κάποια από τις επισκέψεις μου στη Θεσσαλονίκη, ενήλικος πια, ανέβηκα στη Μονή Βλατάδων, εκτός των άλλων και για να θαυμάσω τη μαγευτική θέα που προσφέρει. Ενώ μας περιέβαλλαν οχυρώσεις βυζαντικές, ενετικές κι οθωμανικές, η ματιά μας έφτανε στον Θερμαϊκό. Η πόλη απλωνόταν στα πόδια μας. Ανάμεσα στις θλιβερές νεοελληνικές πολυκατοικίες (οι οποίες στη Θεσσαλονίκη ίσως και να δείχνουν ακόμη πιο θλιβερές), ξεχώριζαν ρωμαϊκά ερείπια και βυζαντινοί ναοί. Ακριβώς μπροστά μας, τα σπίτια της κάποτε τουρκικής Άνω Πόλης. Από κάποιο από αυτά άρχισαν ξαφνικά να ακούγονται αμανέδες. Η πόλη ήταν πράγματι διαφορετική. Κάτω από το βερνίκι της συμπρωτεύουσας, πέρα από τον ραγδαίο εξελληνισμό της και τη δραματική αλλαγή της πληθυσμιακής της σύνθεσης, έφερε πάνω της τα σημάδια του παρελθόντος. Το βλέμμα της έμοιαζε να στρέφεται προς τα Βαλκάνια και την Ανατολή.

ΙΙ.   Ο Γιώργος Ιωάννου γεννιέται στη Θεσσαλονίκη το 1927, παιδί προσφύγων από την Ανατολική Θράκη. Σπουδάζει στη Φιλοσοφική Σχολή του ΑΠΘ. Ύστερα από ένα σύντομο διάστημα, κατά το οποίο υπηρετεί ως βοηθός στο Πανεπιστήμιο, εργάζεται ως καθηγητής μέσης εκπαίδευσης σε ιδιωτικά και δημόσια σχολείο. Το 1971 εγκαταλείπει τη γενέτειρά του για να εγκατασταθεί στην Αθήνα, εργαζόμενος στο Υπουργείο Παιδείας.

Ο Ιωάννου ασχολήθηκε με πολλά: ποίηση, έργα για παιδιά, λαογραφικές μελέτες, μεταφράσεις της αρχαιοελληνικής και λατινικής γραμματείας, επιμέλεια εκδόσεων και έκδοση λογοτεχνικών περιοδικών. Το είδος, όμως, στο οποίο κυρίως διακρίθηκε ήταν το πεζογράφημα, είδος υβριδικό μεταξύ του δοκιμίου και της διήγησης των ψυχικών καταστάσεων του αφηγητή. Εξέδωσε συνολικά 12 συλλογές πεζογραφημάτων, από το «Για ένα Φιλότιμο» (1964) και τη «Σαρκοφάγο» (1971) ως την «Πρωτεύουσα των Προσφύγων» (1984).

Το νήμα της ζωής του κόβεται πρόωρα το 1985, εξαιτίας των επιπλοκών εγχείρησης προστάτη. Εγχείρησης η οποία χαρακτηριζόταν ως «απλή επέμβαση ρουτίνας».

ΙΙΙ.   «Το Δικό μας Αίμα» είναι η τέταρτη κατά σειρά έκδοσης συλλογή πεζογραφημάτων του Γιώργου Ιωάννου και αποτελεί ένα από τα πλέον χαρακτηριστικά δείγματα της γραφής του και της θεματολογίας του. Περιλαμβάνει 17 πεζογραφήματα, τα οποία είχαν δημοσιευθεί σε πρωτόλεια μορφή στην εφημερίδα «Καθημερινή» και τα οποία ο συγγραφέας ξαναδούλεψε πριν από την έκδοσή τους στη συλλογή, το 1978. Θέμα όλων είναι, φυσικά, η Θεσσαλονίκη, κυρίως η Θεσσαλονίκη των παιδικών, εφηβικών και φοιτητικών χρόνων του συγγραφέα, δηλαδή των δεκαετιών του 1930 και του 1940, αλλά όχι μόνο. Ο Ιωάννου γράφει για τις συνοικίες της προπολεμικής Θεσσαλονίκης και τη ζωή σ’ αυτές («Εις τόπον λεγόμενον Λιθόστρωτον»), το προσφυγικό στοιχείο («Η παρέλαση των προσφύγων»), τα χρόνια της κατοχής («Το δικό μας αίμα», «Θεσσαλονίκη: 25 Μαρτίου 1944») και την απελευθέρωση («Η παραπεταμένη απελευθέρωση»), τον αφανισμό των Εβραίων της πόλης («Το ξεκλήρισμα των Εβραίων») ή για τα φοιτητικά του χρόνια και τις αναμνήσεις από τους καθηγητές του στο ΑΠΘ («Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης: Τα πενήντα χρόνια του»), φτάνοντας μέχρι τους πρόσφατους τότε σεισμούς που είχαν πλήξει την συμπρωτεύουσα («Για τις περιβόητες πολυκατοικίες», «Απογραφή ζημιών») *.

Ο λόγος του Ιωάννου είναι απλός, άμεσος και βιωματικός. Κατά τον ίδιο «καλή λογοτεχνία δεν μπορεί να γραφεί όταν ο λόγος δεν έχει βιωματικό βάρος και όταν ο λογοτέχνης δεν τον έχει ψηλαφίσει με την ψυχή και το πνεύμα του». Στα πεζογραφήματα που περιλαμβάνει «Το Δικό μας Αίμα», ο Ιωάννου είναι απολύτως πιστός στην αρχή αυτή. Η επιλογή της Θεσσαλονίκης ως θέματος μοιάζει απολύτως φυσική, με τον συγγραφέα να φτάνει μέχρι του σημείου να γράψει:

«Παρομοιάζω το σώμα μου με την πόλη αυτή – είναι, άλλωστε, η γενέτειρά μου και προς αυτήν πάντοτε κατατείνω. Τόσο τυραννικά διακατέχομαι, ώστε, πράγμα αστείο ίσως, νιώθω καμιά φορά να χαράζεται η τοπογραφία της απάνω μου, με τα σημάδια της, τα σχήματα και τα χρώματά της». [«Με τα σημάδια της απάνω μου», σελ. 183].

Όποτε το επιθυμεί, ο συγγραφέας γίνεται ειρωνικός, σαρκαστικός και καυστικός (λ.χ. «Η Πλατεία του Αγίου Βαρδαρίου» σελ. 46 επ., όπου μιλά για τις μετονομασίες αναλόγως των πολιτικών μεταβολών, «Η παραπεταμένη απελευθέρωση», σελ. 108, για τους αστούς που την τελευταία στιγμή βγάζουν στα μπαλκόνια τις σημαίες των συμμάχων), κάποιες φορές με τρόπο ανεπανάληπτα μεγαλειώδη:

«Μια καθυστερημένη διαδήλωση πλησίαζε από τα βάθη της Εγνατίας, το ανταριασμένο Βαρδάρι. Έστριψαν γοργά από τη Βενιζέλου για το Διοικητήριο, θαρρείς για να προλάβουνε τη νύχτα. Θά ’ταν καμιά διακοσαριά, σκελετωμένοι και κουρελήδες. Έμοιαζαν κρατούμενοι από το στρατόπεδο Παύλου Μελά. Κραύγαζαν ξέφρενα, φανατικά, κουνούσαν τη γροθιά με ορμή τόση, που νόμιζες πως θα τους φύγει προς τον ουρανό το χέρι. Τεράστιες παντιέρες ολοκόκκινες, καμωμένες από αλεξίπτωτα γερμανικά, χαϊδεύαν τα κουρεμένα κεφάλια. Για πού τραβούσαν τέτοια ώρα οι κολασμένοι αυτοί; “Πολύ κόκκινο, πολύ”, φιθύρισε κάποιος δίπλα μου. Τον ήξερα αυτόν, και με ήξερε, γι’ αυτό άλλωστε, μουρμούριζε μέσα στ’ αυτί μου. Πριν λίγες μέρες έλεγε θριαμβικά: “Ήρθε η ώρα που θα τρώμε με χρυσά κουτάλια”. Τώρα, οι κουρελήδες αυτοί με την ανατριχιαστική λύσσα τους θολώναν κάπως το σχέδιο για τα χρυσά κουτάλια. Όμως η ιδέα, η σύλληψη της ιδέας, παρά τα τρεμοσβησίματά της, αποδείχτηκε κατά βάση σωστή. Το Σχέδιο Μάρσαλ, καθώς και όλα τα παρόμοια σχέδια, χάρισαν σ’ αυτόν και τους επιτήδειους ομοίους τους όχι μονάχα τα χρυσά κουτάλια, μα και τα χρυσά πιρούνια και τα χρυσά μαχαίρια, ακόμα και τις αλυσίδες τις ολόχρυσες.

Δεν ήταν, λοιπόν, τόσο απλό ούτε τόσο απαλό το τέλος.» [«Η παραπεταμένη απελευθέρωση», σελ. 112]

Αν κάπου φαίνεται η ηλικία των κειμένων, αυτό, όπως ξαναδιαβάζω το βιβλίο 30 και περισσότερα χρόνια μετά, είναι στην έλλειψη πολιτικής ορθότητας. Πνεύμα πατριωτικό οδηγεί τον συγγραφέα να εξυμνεί την ελληνική φυλή. Συλλήβδην οι ξένοι υποτιμούνται. Απέχθεια φανερώνεται για τους διάφορους κατακτητές της πόλης, από τους Ενετούς και τους Τούρκους ως τους Γερμανούς. Ακόμη κι όταν μιλά για τους Εβραίους (κι ο Ιωάννου είναι από τους πρώτους που έγραψαν για τον αφανισμό του εβραϊκού στοιχείου της Θεσσαλονίκης, για το πανεπιστήμιο που οικοδομήθηκε πάνω στο εβραϊκό νεκροταφείο) δεν αποφεύγει κάποια σχόλια που σήμερα θα μπορούσαν να εκληφθούν ως υποτιμητικά. Ο Ιωάννου δεν έχει κανένα πρόβλημα να φανερώσει την απέχθειά του για το «καταπιεστικό κράτος των Αθηνών», να μιλήσει υποτιμητικά για τους προερχόμενους από την Παλαιά Ελλάδα και ειδικά τους Μοραΐτες (κι όταν θέλει να μειώσει τους Δυτικομακεδόνες τους χαρακτηρίζει ως «Μοραΐτες» της Βόρειας Ελλάδας!).

Αυτά, όμως, περισσότερο φανερώνουν ότι ο συγγραφέας, όπως ήταν λογικό, ήταν άνθρωπος της εποχής του, παρά τον χαρακτηρίζουν. Άλλωστε, το απόσπασμα που παραθέτει στο τέλος του  «Με τα σημάδια της απάνω μου» (σελ. 195) δεν είναι, εκτός από όλα τα άλλα, κι ένας ύμνος στο διαπολιτισμικό παρελθόν της πόλης;

«Μαζί σαπίζουμε, Νύμφη του Θερμαϊκού. Είσαι Νύμφη και είμαι Νυμφίος. Και είσαι η γενέτειρά μου. Εσύ, βέβαια, κάποτε θα ξανανιώσεις, όταν όλα αυτά τα μπετά ξαναγίνουνε, έτσι ή αλλιώς, χώματα. Και στον καιρό της νέας δόξας σου, της νέας αναγέννησής σου, αν είσαι η μάνα, η ανά, η μάικω, ή η μάντρε, εμάς, Μπαγιάτιδες και Γιουνάνιδες, Αποικιστές κι Αποίκους, που όμως φέρνουμε τις ουλές και τα σφραγίσματά σου, μη μας πατικώσεις μες στην ανωνυμία και τη λησμονιά, όπως τόσο καλά ξέρεις, αλλά να μας ξαναθυμηθείς, να μας πεις υιούς σου και να μας εξυψώσεις».

* Το πεζογράφημα της συγκεκριμένης συλλογής που διαφέρει από τα υπόλοιπα είναι μάλλον το «Βουκουρέστι, αχ Βουκουρέστι», στο οποίο αφιέρωσε πρόσφατη ανάρτησή του ο Νίκος Σαραντάκος. Όπως σημειώνει ο Ν. Σ., πρόκειται για το μόνο από τα διηγήματα του βιβλίου που δεν είναι «πολεογραφικό», «αφού διηγείται ιστορίες ανθρώπων πιο πολύ και όχι της πόλης». Είναι, άλλωστε, το πιο σύνθετο από τα πεζογραφήματα, καθώς έχει διττή θεματολογία: σε πρώτο επίπεδο, ο κομμουνισμός, ή μάλλον η φοβία για τον κομμουνισμό. Σε δεύτερο (και ουσιαστικότερο) επίπεδο, η ελευθερία στον έρωτα.

[το κείμενο αυτό αποτέλεσε την εισήγηση στο εν λόγω βιβλίο του Γιώργου Ιωάννου στο πλαίσιο συνάντησης της Ελληνικής Λέσχης Ανάγνωσης Λουξεμβούργου (Ε.Λέ.Α.Λ.), στις 17 Μαΐου 2019]

Advertisements

Γενέθλια πόλη

Φωτογραφία του Άρη Καλαντίδη, Μάρτιος 2014

Φωτογραφία του Άρη Καλαντίδη, Μάρτιος 2014

Είναι δυνατό και, κυρίως, θεμιτό να γράψει για την Αθήνα κάποιος που την έχει εγκαταλείψει εδώ και χρόνια; Όχι πάρα πολλά, αλλά αρκετά για να χάσει τη δυνατότητα να αντιλαμβάνεται τις συνεχείς αλλαγές και μεταλλάξεις της, για να μην μπορεί πλέον να πιάσει τον σφυγμό της; Ίσως, όμως, αυτό να μην είναι παρά ένα ψευτοδίλημμα. Γράφουμε με άνεση, χωρίς κανένα ενδοιασμό, για πόλεις τις οποίες δεν έχουμε καν επισκεφτεί, πιθανότατα επειδή στην περίπτωση αυτή δεν αισθανόμαστε καμία υποχρέωση απέναντι στην αλήθεια. Γιατί να διστάσουμε, επομένως, να μιλήσουμε για ένα κομμάτι της ζωής μας; Η απόσταση στον χώρο και τον χρόνο δεν συνεπάγεται απώλεια μνήμης.

Σε ποια Αθήνα αναφερόμαστε, όμως; Σ’ αυτήν που βρίσκεται εντός των ορίων του Δήμου Αθηναίων ή σε ολόκληρο το πολεοδομικό συγκρότημα; Στην Αθήνα των παιδικών και νεανικών χρόνων, με άλλο μέγεθος και χαρακτηριστικά από τη σημερινή, ή σ’ αυτήν που τείνει να καταλάβει ολόκληρο το λεκανοπέδιο οδηγώντας σε μια παράδοξη σύμπτωση του σύγχρονου αστικού ιστού με την επικράτεια της αρχαίας πόλης, αστική και αγροτική μαζί; Στην Αθήνα των εποχών της ανάπτυξης και της ευημερίας, αληθινής ή επίπλαστης, ή σ’ αυτήν της κρίσης με τις πληγές και τις ελπίδες της; Στην Αθήνα της Ιστορίας και του μακρινού ή πρόσφατου παρελθόντος ή σ’ αυτήν του αύριο; Προφανώς σε όλες αυτές και σε πολλές ακόμη που γνώρισα ή που ουδέποτε κατόρθωσα να ζήσω.

Η Αθήνα είναι πρωτίστως ο τόπος των αναμνήσεων που όλες γίνονται γλυκές με το πέρασμα του χρόνου. Ο πρώτος περίπατος στον αρχαιολογικό χώρο του Κεραμεικού, τη Στοά του Αττάλου και το Θησείο, η αίσθηση της σύνδεσης με την Ιστορία. Οι αμέτρητες φορές που ανηφόρισα τη Βαλτετσίου ή την Ακαδημίας με προορισμό το σχολείο κι αργότερα τη σχολή. Οι νύχτες, όταν η φαντασία μπορεί να κάνει το αστικό τοπίο ομορφότερο απ’ ό,τι είναι. Η χαρά της ανακάλυψης της ζωής σε όλες τις πτυχές της. Τα πρόσωπα και τα γεγονότα, σημαντικά ή καθημερινά. Όλα συνδέονται με την Αθήνα.

Η πόλη όπου γεννήθηκες και μεγάλωσες είναι σαν την οικογένεια: δεν τη διαλέγεις και δεν έχεις άλλη επιλογή παρά να την αγαπήσεις, όποια κι αν είναι, εκτός κι αν θες να επιλέξεις τη διαρκή δυστυχία. Και, για να είμαι ειλικρινής, για πολλά χρόνια η σχέση μου με την πόλη δεν χαρακτηριζόταν ακριβώς από αισθήματα έρωτα δίχως επιφυλάξεις. Την έβρισκα μάλλον άσχημη, άναρχη στην ανάπτυξή της, χωρίς «παλιά πόλη» κι αληθινό «ιστορικό κέντρο», χωρίς σαφή ταυτότητα και πραγματική Ιστορία, πέρα από κάποιες απομονωμένες νησίδες στις οποίες, συνήθως, το τουριστικό στοιχείο έπνιγε το ιστορικό. Στην Αθήνα δεν έβρισκες την ιστορική συνέχεια που χαρακτηρίζει κάποιες ευρωπαϊκές πόλεις, το παρελθόν, κατά περίπτωση, είχε χαθεί ή κρυφτεί, δεν ήταν τόσο σημαντικό για να αφήσει το αποτύπωμά του ή δεν μπορούσε να συνδεθεί με τη σύγχρονη ζωή της πόλης. Βέβαια, είναι αδύνατο μια πόλη να μη δείχνει την Ιστορία της. Στην περίπτωση της πρωτεύουσας η εικόνα αυτή έλλειψης κι ασυνέχειας οφειλόταν εν μέρει στο γεγονός ότι, ύστερα από ένα ένδοξο μακρινό παρελθόν, η πόλη βρέθηκε για αιώνες στην περιφέρεια αυτοκρατοριών κι αντιμετωπίστηκε με αδιαφορία από την εκάστοτε κεντρική εξουσία. Με χρόνο ουσιαστικής ύπαρξης που με το ζόρι έφτανε τους δύο αιώνες, η σύγχρονη Αθήνα δεν ήταν κάτι άλλο από έναν καθρέφτη του νεότερου ελληνικού κράτους και των δυσκολιών του. Εν μέρει, όμως… Η υπόλοιπη ευθύνη ανήκει στις ατυχέστατες επιλογές οικιστικής ανάπτυξης κατά την μεταπολεμική περίοδο. Κάποτε, είχα διαβάσει αποσπάσματα από το ημερολόγιο ενός Γερμανού αξιωματικού των κατοχικών δυνάμεων: περιέγραφε με ενθουσιασμό την Αθήνα σαν ένα μικρό μεσογειακό Παρίσι. Αυτήν την πόλη δεν τη γνώρισα ποτέ, μόνο να τη φανταστώ προσπάθησα βλέποντας τα λίγα νεοκλασικά που σώθηκαν από σύμπτωση.     

Φυσικά, σε όλα αυτά τα χρόνια αγάπησα γωνιές της Αθήνας. Δεν είμαι, όμως, βέβαιος ότι τις αγάπησα πραγματικά για αυτό που ήταν ή επειδή στο μυαλό μου υποκρινόμουν ότι έπρεπε ν’ ανήκουν στο Παρίσι, το Λονδίνο, τη Μόσχα ή το Λος Άντζελες.

Κι έπειτα έφυγα για μια πρώτη φορά. Ερωτεύτηκα άλλες πόλεις, αγάπησα αυτές στις οποίες έζησα. Ξαναέφυγα, μάλλον οριστικά, σε μια στιγμή που είχα αρχίσει ν’ αποδέχομαι ότι θα περνούσα την υπόλοιπη ενήλικη ζωή μου στην πόλη αυτή. Σταδιακά, απωθημένα εξαφανίστηκαν κι επιθυμίες ικανοποιήθηκαν, καταστάσεις απομυθοποιήθηκαν. Άργησα, αλλά συνειδητοποίησα ότι μπορούσα πλέον ν’ αγαπήσω ανυπόκριτα την πραγματική Αθήνα. Επειδή με την πόλη μ’ ενώνουν άρρηκτοι δεσμοί, αλλά κι επειδή μια άσχημη με χαρακτήρα μπορεί να έχει τελικά γοητεία.

Επειδή πέρα από την υποκειμενική αντίληψη περί αισθητικής, η ταυτότητα μιας πόλης είναι η ζωή, η δυναμική κι οι άνθρωποί της. Και η Αθήνα εμπεριέχει όλες τις δυνατότητες, τις αρετές και τις παθογένειες της σύγχρονης Ελλάδας σαφώς μεγεθυμένες. Γοητευτική ή αποκρουστική, είναι αδύνατο να μην προκαλεί έντονα αισθήματα. Από υποκειμενική άποψη, πάλι, είναι η πόλη όπου ζουν πολλοί από τους ανθρώπους που θεωρώ σημαντικούς στη ζωή μου. Ακόμη και τώρα που βρίσκομαι μακριά της, η Αθήνα εξακολουθεί να καθορίζει τον τρόπο με τον οποίο σκέφτομαι. Δύσκολο να δοθεί μεγαλύτερος έπαινος σε μια πόλη.

[14 Μαρτίου 2014]

ΥΓ: Δεν ξέρω γιατί ποτέ δεν έγραψα κάτι για την Αθήνα. Για την ακρίβεια, ποτέ δεν μου πέρασε από το μυαλό να γράψω κάτι. Μάλλον επειδή ποτέ δεν γράφω για προσωπικά θέματα στα ιστολόγιά μου. Σε κάθε περίπτωση, μένω με την αίσθηση ότι παρέδωσα μια μέτρια γυμνασιακή έκθεση. 😉