Θεαματικά αυτογκόλ

Πριν από 32 χρόνια, τον Ιανουάριο του 1982, με πήγαν στη Λεωφόρο να δούμε το μεγάλο ντέρμπυ Παναθηναϊκού-Ολυμπιακού. Στις αρχές του δευτέρου ημιχρόνου, σε μια φάση διαρκείας στην περιοχή των γηπεδούχων, με χαρακτηριστικό τα συνεχόμενα γεμίσματα υψηλοτάτης τεχνικής, ο Σπύρος Λιβαθηνός σηκώθηκε να διώξει τη μπάλα με ανάποδο ψαλίδι. Το αποτέλεσμα ήταν να πετύχει ένα από τα θεαματικότερα αυτογκόλ της ελληνικής ποδοσφαιρικής ιστορίας (στο βίντεο η φάση είναι περίπου στο 4′ 55»). [ευτυχώς προς το τέλος ισοφάρισε ο Ντόρου Νικολάε και το ματς τελείωσε 1-1]

Ένα τέτοιο αυτογκόλ ήταν κι η πρόσφατη επιλογή του υποψήφιου περιφερειάρχη Δυτικής Μακεδονίας. Το γκολ που έψαχναν εναγωνίως οι διάφοροι Φαηλομουρούτηδες το πέτυχε μόνο του το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Και το να κάνεις λάθη είναι φυσικό κι ανθρώπινο, το να μην τα διορθώνεις, όμως, είναι καταστροφικό. Όπως και το να μην προσπαθείς να βρεις τους λόγους που σε οδήγησαν σ’ αυτά.

Φοβούμαι ότι πίσω από τη γκάφα υπάρχουν δύο αίτια. Αφενός η αγνή ελληνική προχειρότητα κι αφετέρου η καλλιέργεια της εντύπωσης ότι οι Ανεξ. Ελ. μπορεί να αποδειχθούν «χρήσιμοι σύμμαχοι». Με ποια λογική άραγε; Δεν έπρεπε το αστείο αυτό να κοπεί από την πρώτη στιγμή; Δηλαδή αν μεθαύριο ο Χ Φαήλος (επειδή λ.χ. η «Ευρώπη» θα βγάλει κόκκινη κάρτα στην κυβέρνηση) γίνει φανατικά «αντιμνημονιακός» θα εξεταστεί ως σοβαρή προοπτική συμμάχου;

Δεν είναι δυνατόν κάποιους να τους περνάνε από πολλαπλά τεστ ιδεολογικής καθαρότητας (με κριτήρια που παραπέμπουν σε αριστερή οργάνωση της δεκαετίας του ’70) κι άλλους να τους καταπίνουν αμάσητους, χωρίς να γίνεται ο πλέον στοιχειώδης έλεγχος, με μόνο διαβατήριο μια ασαφή και συγκυριακή «αντιμνημονιακότητα». Ήμαρτον, που έλεγε και μια ψυχή.

ΥΓ: ποια, όμως, «μεγάλη» πολιτική φυσιογνωμία είχε πρωτοκάνει λόγο για «συνεργασία με την πατριωτική δεξιά»; Ποιά, άραγε;

[ανάρτηση στο Facebook, 5 Φεβρουαρίου 2014 – αναδημοσιεύθηκε στο Portal στις 7 Φεβρουαρίου 2014]

Advertisements

«Где-где? — В Караганде!»

[«Πού; Πού; – Στην Καραγκαντά!», με το πραγματικό νόημα να είναι: «Πού είναι; – Στου διαόλου τη μάνα είναι!«. Π.χ. «Γυναίκα, εκείνο το μπουκάλι βότκα που μας είχε κάνει δώρο ο θείος Σεριόζα, μήπως ξέρεις πού είναι;Στην Καραγκαντά!… Πού να ξέρω, αγάπη μου, εσύ θα το έβαλες κάπου και δεν θυμάσαι. (= στα σκουπίδια το πέταξα, μπεκρούλιακα, για να μάθεις!)» ή «Την πήρες τελικά τη μετάθεση, Αλιόσα;Άστα να πάνε, μη ρωτάς καλύτερα.Δηλαδή πού;Στην Καραγκαντά (= εγώ Μόσχα είχα ζητήσει και με στέλνουν στο Περμ)»]

Στα χρόνια της ΕΣΣΔ το τοπωνύμιο Καραγκαντά (Καραγαντί στα καζάκικα) ήταν συνώνυμο του μέρους που βρίσκεται στην μέση του πουθενά, της δυσμενούς μετάθεσης, του τόπου όπου κανείς δεν θα ήθελε να βρεθεί. Για αυτόν τον λόγο κι η παροιμιώδης φράση «Где-где? — В Караганде!». Χαμένη κάπου στις αχανείς στέπες του Καζακστάν, η πόλη άρχισε να χτίζεται μόλις το 1934 με σκοπό να στεγάσει το εργατικό δυναμικό για την εκμετάλλευση των πλούσιων κοιτασμάτων άνθρακα της περιοχής. Φυσικά, η τοποθεσία ήταν ιδανική και για την εκτόπιση «ύποπτων» κι «ανεπιθύμητων» ατόμων ή μειονοτήτων. Ο Στάλιν έστειλε στην μαγευτική Καραγκαντά πολλούς Γερμανούς του Βόλγα και κάμποσους Τσετσένους. Εξάλλου, πριν καν αρχίσει να χτίζεται η πόλη, είχε ήδη τεθεί σε λειτουργία το διαβόητο στρατόπεδο συγκέντρωσης της Καραγκαντά (Карагандинский исправительно-трудовой лагерь και, χαϊδευτικά, Карлаг) το οποίο «φιλοξένησε» συνολικά 800 χιλιάδες αντιφρονούντες ή απλώς άτυχους.

Η Καραγκαντά είναι πια, με μισό εκατομμύριο κατοίκους, η τέταρτη μεγαλύτερη πόλη του Καζακστάν (κάποτε ήταν η δεύτερη). Οι Γερμανοί έχουν φύγει σχεδόν όλοι (πολλοί πήγαν στη Γερμανία). Είναι, όμως, πλέον κοντά στην πρωτεύουσα της χώρας (η απόσταση από την Αστάνα είναι μικρότερη από 200 χλμ). Και φυσικά έχει την πρωταθλήτρια Καζακστάν στο ποδόσφαιρο, τη Σαχτιόρ… την οποία αντιμετώπισε απόψε ο ΠΑΟΚ στην άδεια Τούμπα και την νίκησε 2-1 με αρκετή δυσκολία.

[Facebook, 19 Σεπτεμβρίου 2013]

Τριπλούν

Για να τελειώνουμε με τη θλιβερή ιστορία της πρωταθλήτριας του τριπλούν, που κάποιοι φρόντισαν να μας επιβάλουν ως ζήτημα «εθνικής σημασίας».

1. Η παράβαση των κανονισμών της διοργάνωσης στην οποία επρόκειτο να συμμετάσχει η αθλήτρια είναι πρόδηλη. Το μόνο ζήτημα που εγείρεται είναι ενδεχομένως η αναλογικότητα του αποκλεισμού ως ποινής σε σχέση με το παράπτωμά της.

2. Το ηθικό της παράπτωμα είναι πολύ πιο σοβαρό από την οποιαδήποτε παράβαση κανονισμών για όλους αυτούς που πιστεύουν στην αξιοπρέπεια ΟΛΩΝ των ανθρώπων, ανεξαρτήτως χρώματος, φυλής, ιθαγένειας ή καταγωγής.

3. Το ιδανικό κατά την ταπεινή μου γνώμη θα ήταν το εξής: η αθλήτρια να κληθεί σε απολογία και εφόσον ζητήσει συγγνώμη με τον πλέον επίσημο τρόπο α. να της επιτραπεί η συμμετοχή στους ΟΑ (έ, να μην κλαίνε κι οι διάφοροι υπερασπιστές) και β. να υποχρεωθεί για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα και για ορισμένες ώρες να παρέχει κοινωνική εργασία βοηθώντας δομές που στοχεύουν στην κοινωνική ένταξη μεταναστών. Μια χαρά θα ήταν αν π.χ. προπονούσε και δίδασκε τα βασικά του στίβου και του αθλήματός της ειδικά σε παιδιά μεταναστών. Ίσως κι η ίδια να είχε την ευκαιρία να αναθεωρήσει τις ρατσιστικές ιδέες της, ενώ και κανένας άλλος δεν θα έχανε.

Κατά τα λοιπά, εξακολουθεί να με εντυπωσιάζει το πόσοι συμπολίτες μας αρνούνται να αντιμετωπίσουν τους επαγγελματίες αθλητές ως αυτό που είναι (δηλ. επαγγελματίες), προτιμώντας να τους θεωρούν κάτι σαν σημαιοφόρους του ελληνισμού. Αρκετούς ντοπαρισμένους δεν κάναμε ήδη αξιωματικούς των ΕΔ ή δώσαμε το όνομά τους σε στάδια και πλοία;

[Δημοσιεύθηκε στο Facebook, στις 26 Ιουλίου 2012]