Ανατομία μιας εκλογικής αποτυχίας

Δύσκολα μπορεί να αντισταθεί κάποιος στον πειρασμό να επιχειρήσει να εξηγήσει τους λόγους της παταγώδους (για κόμμα εξουσίας) αποτυχίας του ΣΥΡΙΖΑ στις πρόσφατες ευρωεκλογές, η οποία τον φέρνει αντιμέτωπο με μια σχεδόν βέβαιη απώλεια της εξουσίας στις επερχόμενες βουλευτικές εκλογές. Το ουσιωδώς χρήσιμο σε ένα τέτοιο εγχείρημα είναι να μη ληφθούν υπόψη στοιχεία που ικανοποιούν ιδεολογικά ή συναισθηματικά τον γράφοντα, αλλά μόνον όσα απορρέουν από τη λογική ανάλυση των πραγμάτων. Για τον λόγο αυτό, αφετηρία της ανάλυσης είναι η παραδοχή ότι η διακυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ δεν διαφοροποιείται ουσιωδώς από τις πρακτικές των προηγούμενων κυβερνήσεων της Μεταπολίτευσης (κάτι που για εμένα προσωπικά αποτελεί αντικειμενικό στοιχείο, μολονότι γνωρίζω ότι οι περισσότεροι θα διαφωνήσετε). Ομοίως, δεν πρόκειται να ληφθούν υπόψη στοιχεία που άπτονται της προσωπικότητας πολιτικών (λ.χ. ο α΄ είναι ψεύτης, ενώ ο β΄ ειλικρινής – ο α΄ εμφορείται από κοινωνικές ευαισθησίες, ενώ ο β΄ είναι αναίσθητος στα βάσανα του λαού), διότι κατά βάθος τέτοιου είδους πεποιθήσεις δεν καθορίζουν τις εκλογικές προτιμήσεις των ψηφοφόρων, παρά τις περί του αντιθέτου πεποιθήσεις. Ας δούμε, επομένως, τα στοιχεία που μετά βεβαιότητος ζημίωσαν τις εκλογικές επιδόσεις του κυβερνώντος κόμματος (Ι), εκείνα που ενδεχομένως του προκάλεσαν φθορά (ΙΙ) και, τέλος, τους στερούμενους σημασίας παράγοντες (ΙΙΙ).

Ι.   Οι βεβαιότητες.

  1. Η νομοτελειακή φθορά κάθε κυβέρνησης (α), ιδίως μιας κυβέρνησης σε εποχή μνημονίων και οικονομικής επιτήρησης (β).

α. Ο εκλογέας ψηφίζει με βασικό κίνητρο να τιμωρήσει εκείνον που τον κυβέρνησε κατά το προηγούμενο χρονικό διάστημα, συνήθως με αλαζονεία, αδεξιότητα και (όπως τουλάχιστον ο ψηφοφόρος αισθάνεται) αδικία. Κοινοτοπία αφόρητη, αλλά ποιος σας είπε ότι οι κοινοτοπίες δεν εκφράζουν μέρος, τουλάχιστον, της αλήθειας; Στην «Πόλη των Φαντασμάτων», ο Μαζάουερ γράφει ότι, όταν ο σουλτάνος ανακαλούσε τον εκάστοτε πασά της Σαλονίκης με σκοπό να τον μεταθέσει, στους δρόμους της πόλης έστηναν γιορτή και πανηγύρι, μια και θα έφευγε «ο πιο ανίκανος και διεφθαρμένος πασάς που είχε γνωρίσει η Θεσσαλονίκη». Λίγους μήνες μετά τον διορισμό του νέου πασά, εκείνοι που γιόρταζαν ήταν πλέον πεπεισμένοι ότι ο νέος ήταν ακόμη πιο ανίκανος και διεφθαρμένος από τον παλιό. Έτσι, όμως, πάνε τα πράγματα.

β.   Το όπλο μιας κυβέρνησης για να αντισταθμίσει τις απώλειες αυτές είναι, βέβαια, οι παροχές προς τον λαό, συνήθως προς το τέλος της θητείας, όσο πλησιάζουν οι επόμενες εκλογές. Τα περιθώρια για παροχές, όμως, στην εποχή της οικονομικής επιτήρησης είναι πολύ μικρά. Χρειάζεται μεγάλη επιδεξιότητα (επικοινωνιακή και ουσιαστική) για να αντλήσει μια κυβέρνηση όφελος από αυτά. Στην προκειμένη περίπτωση δεν συνέβη κάτι τέτοιο, εκτός των άλλων διότι η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ έδινε διαρκώς την εντύπωση ότι πατούσε σε δύο βάρκες.

  1. Πατώντας σε δύο βάρκες.

Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν αντιμετώπιζε απλώς τον περιορισμό που ανέκυπτε από την ανάγκη τήρησης των όσων επέτασσαν τα μνημόνια. Έπρεπε να αποδεχθεί και μια αναγκαιότητα: αν ήθελε να εδραιωθεί ως κόμμα εξουσίας στο πλαίσιο μιας δυτικής δημοκρατίας, θα έπρεπε οπωσδήποτε να μεταλλαχθεί σε κεντροαριστερό κόμμα (δεν λέω σοσιαλδημοκρατικό, διότι όπως, πάνε τα πράγματα, πιο εύκολα τη βγάζει καθαρή αυτός που έχει βεβαρυμένο με ανθρωποκτονία ποινικό μητρώο, παρά εκείνος που διακηρύσσει ότι είναι σοσιαλδημοκράτης), ξεχνώντας τη ριζοσπαστική ρητορική και τις αντίστοιχες στοχεύσεις. Η προσπάθεια συμβιβασμού μεταξύ της ανάγκης να επιδειχθεί πολιτικός ρεαλισμός και εκείνης που ήθελε να διασωθούν έστω και τα προσχήματα αριστεροσύνης οδήγησε σε παλινωδίες, ανεπιτυχείς συμβιβασμούς και αδεξιότητες.

  • Ενώ θα μπορούσε να προβάλλει διαρκώς ότι αποδείχθηκε η συνεπέστερη κυβέρνηση ως προς την τήρηση των μνημονιακών απαιτήσεων, ο ΣΥΡΙΖΑ ομφαλοσκοπούσε επαναλαμβάνοντας ότι «το πρόγραμμα αυτό δεν είναι δικό μας». Όταν άρχισε να διακινεί το αφήγημα της εξόδου από τα μνημόνια ήταν πολύ αργά. Κι ό,τι έλεγε, δεν το έλεγε με πειστικό, για το εκλογικό σώμα, τρόπο.
  • Επιχειρώντας να τηρήσει τις μνημονιακές απαιτήσεις ακολούθησε την πεπατημένη των ελληνικών κυβερνήσεων, δηλαδή την υπερφορολόγηση. Το αποτέλεσμα ήταν να απογοητεύσει τα, εν ευρεία εννοία, μεσαία στρώματα που του χάρισαν τη νίκη το 2015. Όταν είχε την ευκαιρία να προβεί σε κάποιες παροχές, η αριστερή λογική επέβαλε να ενισχυθούν οι πλέον αδύναμες οικονομικά τάξεις. Δεν είναι παράλογο, δεν είναι ανήθικο (το αντίθετο, μάλλον), αλλά πρακτικά ζημίωσε και μάλιστα σοβαρά την κυβέρνηση. Όταν ο «μεγαλοσυνταξιούχος» των 800 ευρώ ανακάλυπτε ότι αυτό που του διαφήμιζαν ως 13η σύνταξη αντιστοιχούσε στο ένα τρίτο της συνήθους μηνιαίας σύνταξής του, ήταν λογικό να εκλάβει την κίνηση ως κοροϊδία. Με μια διαφορετική προσέγγιση (και επικοινωνιακή) ο ΣΥΡΙΖΑ θα μπορούσε να περιορίσει τις ζημιές, αλλά κάτι τέτοιο δεν συνέβη ποτέ.

Ο διχασμός προσωπικότητας είχε και άλλες σοβαρές επιπτώσεις, τόσο σε επίπεδο πολιτικών συμμαχιών όσο και στελέχωσης της διοίκησης.

  1. Επιζήμιες συμμαχίες.

Το πνεύμα πολιτικού ρεαλισμού υπερίσχυσε στον τομέα αυτό σε τέτοιο βαθμό που ο ρεαλισμός κατέληγε να είναι κυνισμός και μάλιστα όχι πολύ επιδέξιος. Δεν θα σταματήσω να γράφω πόσο ολέθρια ήταν για τον ΣΥΡΙΖΑ η αφύσικη συμμαχία με τους Αν.Έλ. Ο αντίλογος είναι ότι χωρίς αυτούς δεν θα κυβερνούσε ποτέ. Μπορεί (αν και δεν είμαι πεπεισμένος για αυτό). Στην πράξη, όμως, η πολιτική συμμαχία αυτή ζημίωσε τρομακτικά τον ΣΥΡΙΖΑ σε επίπεδο αξιοπιστίας, επικοινωνιακής διαχείρισης και (πρωτίστως) κυβερνητικής αποτελεσματικότητας. Όταν το έργο αυτό έφτασε στο τέλος του, το διαδέχθηκε μια πρακτική ψευδοοππορτουνιστικών συμμαχιών με ρετάλια κομμάτων γραφικών και με κατόχους της σφραγίδας κομμάτων με μηδενική απήχηση στο εκλογικό σώμα.

Το μόνο που απομένει είναι να βρεθεί ο ευφάνταστος συγγραφέας κάποιας Ουχρονίας στο πλαίσιο της οποίας ο ΣΥΡΙΖΑ σχηματίζει κυβέρνηση με το Ποτάμι και/ή το ΚΙΝΑΛ, παρακάμπτοντας και το δράμα του αρχικού εξαμήνου της πρώτης διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ.

  1. Προβληματική στελέχωση του κρατικού μηχανισμού.

Η αποτελεσματικότητα μιας κυβέρνησης κρίνεται συνήθως σε επίπεδο μεσαίων (και μεγαλομεσαίων) στελεχών του κρατικού μηχανισμού. Ο ΣΥΡΙΖΑ έκανε κάποιες κινήσεις προς τη σωστή κατεύθυνση, μόνο που δεν ήταν καθόλου επαρκείς. Η ανάγκη να ικανοποιηθούν οι ευκαιριακοί ή λιγότερο ευκαιριακοί πολιτικοί σύμμαχοι οδηγούσε και στην τοποθέτηση σε κρίσιμες θέσεις ανθρώπων που υποδείκνυαν κάθε λογής προβληματικοί συνεταίροι (Αν.Έλ., κατάλοιπα του ΠΑΣΟΚ ή της καραμανλικής ΝΔ κ.ο.κ.). Ποτέ δεν επικράτησε η αντίληψη ότι θα έπρεπε να χρησιμοποιηθούν άνθρωποι με επαρκή επαγγελματική κατάρτιση για τις θέσεις που επρόκειτο να καλύψουν. Η ειρωνεία έγκειται στο ότι το κυβερνών κόμμα θα μπορούσε να εκμεταλλευτεί πολύ καλύτερα προς τον σκοπό αυτό τη δεξαμενή στελεχών και συμπαθούντων.

[η προφανής δικαιολογία είναι η ομολογουμένως κακή συναφώς παράδοση των ελληνικών κομμάτων εξουσίας. Τις καλύτερες επιδόσεις σε επίπεδο στελέχωσης του κρατικού μηχανισμού τις είχε το εκσυγχρονιστικό ΠΑΣΟΚ. Τότε, όμως, «λεφτά υπήρχαν» (πραγματικά ή δανεικά), οπότε μπορούσαν να συνυπάρχουν επαγγελματικά στελέχη και αδηφάγα κομματικά].

ΙΙ.   Οι αμφίβολοι παράγοντες

  1. Η τραγωδία στο Μάτι: σε περιπτώσεις τέτοιας έκτασης τραγωδιών, μια κυβέρνηση φέρει αντικειμενική ευθύνη, ακόμη κι αν αποδείξει ότι έπραξε εν προκειμένω ό,τι ήταν ανθρωπίνως δυνατό. Η ευθύνη ενισχύεται όταν δεν έχει συμβεί κάτι τέτοιο κι όταν οι επικοινωνιακοί χειρισμοί είναι το λιγότερο αδέξιοι. Εντούτοις, οι τραγωδίες αυτές επιδρούν σε επίπεδο πρωτίστως συναισθηματικό: όσοι δεν επρόκειτο να ψηφίσουν ποτέ ΣΥΡΙΖΑ εδραίωσαν την πεποίθηση ότι η επιλογή τους είναι ορθή. Όσοι, πάλι, επρόκειτο να τον ψηφίσουν, επιχείρησαν να εκλογικεύσουν τα δεδομένα και να ικανοποιηθούν με το επιχείρημα ότι «όποια κυβέρνηση και να ήταν δεν θα κατόρθωνε κάτι καλύτερο». Μένουν οι αναποφάσιστοι. Ατυχώς, η ανίχνευση ψυχολογικών διαθέσεων είναι εξαιρετικά δυσχερής. Για πόσους η συγκεκριμένη τραγωδία αποτέλεσε καθοριστικό παράγοντα για την επιλογή στις εκλογές; Αν λάβουμε υπόψη το μοναδικό πρόσφατο ανάλογο παράδειγμα, όχι για πολλούς: το 2007, οι καταστροφικές πυρκαγιές ήταν εντελώς πρόσφατες, πλην όμως δεν φαίνεται να προκάλεσαν ουσιαστική φθορά στην απερχόμενη κυβέρνηση Καραμανλή, η οποία και εξασφάλισε την επανεκλογή της.
  2. Η συμφωνία των Πρεσπών: η ΝΔ ακολούθησε με επιτυχία την τακτική του παραδοσιακού ελληνικού εθνικισμού. Και φαίνεται να ενίσχυσε τα ποσοστά της στη Βόρεια Ελλάδα. Το πρόβλημα έγκειται στο ότι η συγκεκριμένη περιοχή ήταν παραδοσιακά για τον ΣΥΡΙΖΑ χώρος χαμηλών επιδόσεων. Τα αποτελέσματα της προηγούμενης Κυριακής δείχνουν ότι το «Μακεδονικό» έφθειρε μεν την παρούσα κυβέρνηση, όχι όμως και σε βαθμό αποφασιστικό.

ΙΙΙ.   Παράγοντες που δεν άσκησαν επιρροή.

Αναφερόμαστε στη θεωρία ότι ο ΣΥΡΙΖΑ πρόδωσε τις αρχές της Αριστεράς, δεν άσκησε πραγματικά αριστερή πολιτική, δεν εφήρμοσε το «πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης», δεν ήρθε σε ρήξη με την ΕΕ κ.λπ. Ωραία όλα αυτά, μόνο που οι εκλογείς οι οποίοι χάρισαν στον ΣΥΡΙΖΑ δύο φορές την πρωτιά το 2015 δεν είχαν τέτοιες προσδοκίες ή ψευδαισθήσεις. Αν ίσχυε κάτι τέτοιο, τότε Μέρα25, Πλεύση Ελευθερίας και ΛΑΕ θα συγκέντρωναν ποσοστό περί το 40 %. Εάν ο ΣΥΡΙΖΑ ακολουθούσε τέτοιου είδους γραμμή θα διεκδικούσε κάποιο μονοψήφιο ποσοστό (αν τα πράγματα συνεχίζονταν φυσιολογικά σε μια χώρα που θα είχε διακτινιστεί σε περίεργη τροχιά κάπου στο σύμπαν).

Όπως διαπιστώνετε, ούτε καν εξετάζω το ζήτημα του «επικοινωνιακού πολέμου» που φέρεται να δέχθηκε η νυν κυβέρνηση. Το 2015 τα πράγματα ήταν ακόμη χειρότερα. Δεν λέω ότι δεν είχε κάποια σημασία η πολεμική δύο ομίλων ΜΜΕ, απλώς νομίζω ότι δεν ήταν αυτή το καθοριστικό στοιχείο για τις εξελίξεις.

Μια τελευταία επισήμανση. Η εσπευσμένη προκήρυξη πρόωρων εκλογών μετά τα αποτελέσματα της 26ης Μαΐου συνιστά κίνηση πανικού. Δίνει την εντύπωση ότι κάποιοι πιστεύουν ότι κάθε μέρα επιφέρει και περαιτέρω μείωση των ποσοστών του κυβερνώντος κόμματος. Εκτός κι αν υπάρχει πρόγραμμα κομμάντο για την αντιστροφή της διαπιστωμένης τάσης. Ως τέτοιο δεν εννοώ, φυσικά, το να αρχίσουν άπαντες οι συμπαθούντες το κυβερνών κόμμα να αναρτούν κείμενα που θα μας προειδοποιούν για τις συμφορές που συνεπάγεται η άνοδος της ΝΔ στην εξουσία. Εννοώ ένα πρόγραμμα που θα εκπλήξει ευχάριστα τους αναποφάσιστους *. [το οποίο, προς το παρόν, δεν βλέπω, βέβαια]

*Λ.χ., όσον αφορά το ζήτημα της επιλογής της ηγεσίας των ανωτάτων δικαστηρίων: να ενθάρρυνε η κυβέρνηση τα ανώτατα δικαστήρια να επιλέξουν μόνα τους ηγεσία, δεσμευόμενη ότι θα σεβαστεί την επιλογή τους και θα προβεί σε ανάλογη πρόταση προς τον ΠτΔ. Πώς, όμως, να βρεθεί τέτοια φαντασία;

Επιμύθιο: Αν η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ υπήρξε καταρχήν μια ελληνική κυβέρνηση όπως όλες οι άλλες, τι θα έκανε εντύπωση σε όποιον εξετάσει τα πεπραγμένα της στο μέλλον; Κατά την άποψή μου, ένα διττό παράδοξο (εκ πρώτης όψεως).

1. Αποδείχθηκε η πιο συνεπής μνημονιακή κυβέρνηση στα χρόνια της ελληνικής κρίσης. Θα αντιταχθεί το εύλογο επιχείρημα ότι δεν είχε κι άλλη επιλογή, αν ήθελε να κυβερνήσει. Πιθανότατα. Ας δούμε τότε και αυτά στα οποία είχε μεγαλύτερα περιθώρια ευελιξίας.

2. Ήταν η κυβέρνηση που επιδίωξε με τον μεγαλύτερο ζήλο και συνέπεια την υλοποίηση διεθνών σχεδίων που εκπονήθηκαν υπερατλαντικά ή είχαν τις ευλογίες της υπερδύναμης (και των περισσότερων Ευρωπαίων εταίρων).

– Σε ό,τι αφορά το ουκρανικό ζήτημα, στάθηκε από την πρώτη στιγμή στο πλευρό του Ποροσένκο, δεν δίστασε να έρθει σε ρήξη με τη Μόσχα, υποστήριξε το σχέδιο δημιουργίας της Αυτοκέφαλης Εκκλησίας της Ουκρανίας (που υλοποίησε το Οικουμενικό Πατριαρχείο), σκοπός του οποίου ήταν να συγκεντρωθεί μεγάλο μέρος από τα διάσπαρτα κομμάτια του ουκρανικού εκκλησιαστικού παζλ και να μειωθεί η επιρροή του μοσχοβίτικου πατριαρχείου.

– Έκλεισε επιτυχώς το ζήτημα της σχετικής με την ονομασία διένεξης με την ΠΓΔΜ (και νυν Βόρεια Μακεδονία) με τη Συμφωνία των Πρεσπών.

– Συμμετείχε πρόθυμα και ενεργώς σε όλες τις διεθνείς πρωτοβουλίες που ανέλαβε η Πολωνία, αναβιώνοντας το κατά Πιουσούτσκι σχέδιο της «Διαθαλάσσιας Συμμαχίας» (Międzymorze).

Τα υπόλοιπα μου φαίνονται πιο εφήμερα…

[δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά στο ΦΜΠ, στις 2 Ιουνίου 2019]

 

3 thoughts on “Ανατομία μιας εκλογικής αποτυχίας

  1. Καλησπέρα.

    1) Ένσταση : Δεν πιστεύω ότι ο ΣΥΡΙΖΑ βοήθησε ακόμα και τις πλέον αδύναμες οικονομικά τάξεις. Έλεγε ότι τις βοηθούσε, με επιδόματα κλπ., αλλά με το ένα χέρι έδινε ψίχουλα και με το άλλο έπαιρνε πολύ περισσότερα. Όλη του η πολιτική ήταν επικοινωνιακή. Το να λες ότι είσαι υπέρ των αδύναμων τάξεων δεν σημαίνει και ότι είσαι στ΄ αλήθεια.

    Για μενα, τα πράγματα, σε ένα πρώτο, αλλά πολύ υπαρκτό και σημαντικό επίπεδο, είναι πολύ πιο απλά : Ο ΣΥΡΙΖΑ το 2015 πήρε ψήφους ελπίδας, και όταν λέμε ελπίδας, εννοούμε ψήφους ελπίδας για βελτίωση της καθημερινής ζωής, άμεσα και στην πράξη. Τέτοια βελτίωση δεν είδε κανείς στην ζωή του, ούτε καν οι οικονομικά ασθενέστεροι (το να σε βοηθάν ίσα ίσα για να μην πεθάνεις στο δρόμο, δεν αποτελεί βελτίωση της καθημερινότητας), ούτε βέβαια οι περίφημες «μεσαίες τάξεις». (στο σημείο αυτό να επισημάνουμε μια εννοιολογική μετατόπιση προς το χειρότερο που έχει φέρει η οικονομική κρίση. Ως οικονομικά ασθενέστεροι λογίζονται πλέον αυτοί που βρίσκονται στις παρυφές της εξαθλίωσης, ή έχουν εισέλθει ήδη στην εξαθλίωση, και ως η περίφημη μεσαία τάξη λογίζονται πλέον οι απλοί εργαζόμενοι/αυτοαπασχολούμενοι που διατηρούν ακόμη μια απλή αξιοπρεπή εργασία, π.χ. ένα εμπορικό κατάστημα στα πρόθυρα κλεισίματος, ή είναι κακοπληρωμένοι εργαζόμενοι, και απλά επιβιώνουν). Κλείνει η πρώτη παρένθεση και ανοίγει δεύτερη : οι «τάξεις» αυτές δεν είναι στεγανές, αλλά αποτελούν συγκοινωνούντα δοχεία, π.χ. ο άνεργος γιος που μένει με τους μικροεπαγγελματίες ή υπάλληλους γονείς του, παίρνει μεν ένα κρατικό επίδομα, αλλά στηρίζεται συγχρόνως οικονομικά και από τους γονείς του, γιατί φυσικά το επίδομα δεν φτάνει να ζήσει κανείς σαν άνθρωπος. Όταν ο γιος ακούει όλη μέρα τους γονείς του να βρίζουν την κυβέρνηση, ή βλέπει το οικογενειακό του «επίδομα» να μειώνεται ή να κόβεται, δεν θα υπερψηφίσει την κυβέρνηση, επειδή αυτός παίρνει ένα μικρό κρατικό επίδομα αλλά θα την καταψηφίσει, επειδή η πλειοψηφία του περιβάλλοντός του δέχθηκε πλήγματα από την πολιτική που εφάρμοσε η κυβέρνηση αυτή και η τελική «σούμα» σε ό,τι αφορά όλη την ζωή του και τις σχέσεις του με τους γύρω του είναι αρνητική, δεν είναι θετική).

    ¨Οσοι λοιπόν διαψεύσθηκαν για τις ελπίδες βελτίωσης της ζωής τους, (ξαναλέμε ότι η κρατική ελεημοσύνη δεν συνιστά βελτίωση), τιμώρησαν το ΣΥΡΙΖΑ. Δυστυχώς η ψήφος τους κατευθύνθηκε στο άλλο άκρο του γνωστού διπόλου, αποδεικνύοντας τον εγκλωβισμό τους.

    2) Για να θέσω ευθύς εξαρχής το στίγμα μου, δηλώνω ότι στηρίζω/ψηφίζω ΚΚΕ. Δεν μπορώ όμως να μην επισημάνω τον πόλεμο που δέχθηκε ο ΣΥΡΙΖΑ από όλα τα ΜΜΕ που προφανώς στήριζαν το άλλο άκρο του δικομματισμού. Φυσικά τα επιχειρήματα του πολέμου αυτού, ήταν εντελώς λάθος, δηλαδή πολεμούσαν το ΣΥΡΙΖΑ για εντελώς λάθος λόγους, π.χ. με την κατηγορία του μπολσεβικισμού/κομμουνισμού (!!!). Σε κάθε περίπτωση όμως ο ΣΥΡΙΖΑ δεν μπόρεσε να απαντήσει με επάρκεια σε κανένα εις βάρος του τηλεοπτικό επιχείρημα, με αποτέλεσμα να κυριαρχήσουν τα ψέμματα και η προπαγάνδα της άλλης πλευράς. Εννοείται ότι εάν κατάφερνε και ο ΣΥΡΙΖΑ να φτιάξει και αυτός ένα μεγάλης εμβέλειας τηλεοπτικό δίκτυο και αυτός θα μετέδιδε με τη σειρά του εξ ίσου προπαγανδιστικά ψέμματα, από την δική του πλευρά (προσπάθησε να το κάνει με τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, τα οποία όμως αποδείχθηκαν πολύ μικρότερης εμβέλειας από τα κανάλια). Ούτε όμως αυτό έγινε. Σε κάθε περίπτωση αυτό που θέλω να πω είναι ότι τα τηλεοπτικά κανάλια έπαιξαν ρόλο, και ότι η πλευρά που νίκησε κατάφερε μέσω των δικών της καναλιών, να πλασάρει τα δικά της ψέματά της καλύτερα και εκωφαντικότερα από ότι ο ΣΥΡΙΖΑ τα δικά του και αυτό έπαιξε το ρόλο του.

    Στο σημείο αυτό να πω ότι κατά την γνώμη μου τα περίφημα φέικ νιους χρησιμοποιήθηκαν εξ ίσου και από τις 2 πλευρές, αλλά της δεξιάς τα φέικ νιους ακούγονταν και διασπείρονταν πολύ περισσότερο, επειδή είχε τα βασικά κανάλια δικά της.

    3) Η αλαζονεία του ΣΥΡΙΖΑ τον ζημίωσε, αφού υποτίμησε τον αντίπαλο. Επειδή απλά κόλλησαν ένα υποτιμητικό παρατσούκλι στον αντίπαλο (Κούλης) και επειδή τον κοροϊδευαν από το πρωί ως το βράδυ (συχνά όχι άδικα), νόμιζαν ότι ξεμπέρδεψαν με την Δεξιά και ότι θα κέρδιζαν και τις εκλογές, χωρίς καμία άλλη προσπάθεια, Και πάλι υπερεκτίμησαν τις επικοινωνιακές τους δεξιότητες σε σχέση με την αμείλικτη πραγματικότητα.

    4) Άφησα για το τέλος το καλύτερο, με την έννοια ότι μπορεί να σε ενδιαφέρει ως ιστορικό.

    Ιστορικά, και διόρθωσέ με αν κάνω λάθος, μετά από μια πρόσκαιρη ανάδειξη στο προσκήνιο της σοσιαλδημοκρατίας, ακολουθεί πάντα μετατόπιση του εκκρεμούς σε πολύ πιο ακροδεξιό άκρο, ακριβώς επειδή η σοσιαλδημοκρατία αδυνατεί να δώσει ουσιαστική λύση στα προβλήματα και ο κόσμος που τη στήριξε απογοητεύεται και στρέφεται σε πιο δεξιές λύσεις. Αυτός είναι και ο ρόλος της σοσιαλδημοκρατίας διαχρονικά. Ο ΣΥΡΙΖΑ αποτελεί μεν ένα κακέκτυπο σοσιαλδημοκρατίας (με την έννοια ότι η αληθής σοσιαλδημοκρατία συγκρούεται και κάπου κάπου για επιμέρους θέματα με το κεφάλαιο, απλά δεν θέλει να το ανατρέψει ολοκληρωτικά, ενώ ο ΣΥΡΙΖΑ δεν συγκρούστηκε καν, πέραν βέβαια από τις γνωστές ρηματικές φανφάρες), αλλά όμως τον ρόλο του ως εφεδρειακό στήριγμα του καπιταλισμού εν μέσω κρίσης μια χαρά τον έπαιξε. Δυστυχώς, είμαστε στη μετά την (συριζαικού τύπου) σοσιαλδημοκρατία φάση, η οποία ιστορικά οδηγεί πάντα σε δεξιές ή και υπερδεξιές λύσεις.

    5) Συμφωνώ μαζί σου για το ρόλο του ΣΥΡΙΖΑ στα διεθνή θέματα, ότι ήταν ο καλύτερος εταίρος των δυνάμεων που αναφέρεις (Ε.Ε., ΝΑΤΟ κλπ). Να θυμηθούμε και τον οξύτατης δυναμικής και παραστατικότητας χαρακτηρισμό «γεωπολιτικός μεντεσές» και την προέλευσή του.

    Ευχαριστώ για την φιλοξενία.

    • Αγαπητέ Μπετατζή, καλώς σε βρίσκω και εδώ! Ευχαριστώ πολύ για το μεστό και εξαιρετικά ενδιαφέρον σχόλιο!

      Οι όποιες διαφωνίες μας απορρέουν από τη διαφορετική οπτική κι αφετηρία μας. Για μένα το ρεαλιστικό ζητούμενο ήταν μια εκσυγχρονισμένη κι «έξυπνη» σοσιαλδημοκρατία, εσύ ξεκινάς από αμιγώς αριστερή προοπτική.

      Ως προς το 1. Ελαφρώς διαφορετικές αξιολογήσεις, χωρίς να διαφοροποιούνται οι αντικειμενικές διαπιστώσεις μας. Εγώ θεωρώ ότι κάτι έκανε ο Σ. προς την κατεύθυνση αυτή, για σένα ήταν ανεπαρκές.
      2. Δεν μπορεί κανείς να παραβλέψει εντελώς το επικοινωνιακό ζήτημα. Σύμφωνοι. Ο Σ., όμως, είχε τις ευκαιρίες να πάρει πόντους στον τομέα αυτό. Διαχειρίστηκε, όμως, το θέμα χωρίς φαντασία κι ακολουθώντας τις γνωστές αποτυχημένες συνταγές. Το αποτέλεσμα ήταν να κάνει την κρατική τηλεόραση να δείχνει απωθητική στο ενημερωτικό της σκέλος, ενώ μπορούσε να κοντράρει άνετα την προπαγάνδα των δύο γνωστών ιδιωτικών ομίλων που τον πολεμούσαν.
      3. Ναι, δίκιο έχεις και συμφωνώ με τις επισημάνσεις σου.
      4. Μπορεί, όντως, να παρατηρηθεί και το φαινόμενο που μνημονεύεις. Θεωρώ, όμως, το ζήτημα πολύ πιο περίπλοκο, δεν εξηγείται μονοσήμαντα και μόνο με ένα σχήμα εξέλιξης. Πιστεύω ότι η επιτυχία ή η αποτυχία της σοσιαλδημοκρατίας εξαρτάται και από ιστορικές συγκυρίες, γεωπολιτικές ισορροπίες και άλλα πολλά.
      5. Εδώ απλά σημειώνεται η συμφωνία των εκτιμήσεών μας.

      Ευχαριστώ και πάλι! [και αναμένω συνέχεια σχολιασμού και συζήτησης] 😉

  2. ακροδεξιό άκρο : Χμ, κάτι σαν φάσμα ή κάτι τέτοιο πήγαινε εκεί, τέλοσπάντων, κατάλαβες τι λέω, ελπίζω, παρά την αδέξια έκφραση.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s