Σοσιαλιστική αυτοκρατορία των Ίνκα!

Άποψη του Μάτσου Πίκτσου (κέντρο τελετών και/ή εξοχική κατοικία του μονάρχη), σε φωτογραφία του Martin St-Amant από τη Wikipedia

Άποψη του Μάτσου Πίκτσου (κέντρο τελετών και/ή εξοχική κατοικία του μονάρχη), σε φωτογραφία του Martin St-Amant από τη Wikipedia

Το 1928 ο Γάλλος οικονομολόγος Λουί Μπωντέν εξέδιδε το σύγγραμμά του με τίτλο L’Empire socialiste des Inka. Μη χαίρεστε, όμως, ο Μπωντέν ήταν ένθερμος υποστηρικτής του φιλελευθερισμού και θεωρούσε την προκολομβιανή αυτή αυτοκρατορία περίπου αντίστοιχο παράδειγμα της… Σοβιετίας. Ένα ψυχρό γραφειοκρατικό κατασκεύασμα όπου μια ελίτ έπαιρνε όλες τις αποφάσεις ρυθμίζοντας μέχρι την τελευταία λεπτομέρειά της τη ζωή ενός παθητικού πληθυσμού βυθισμένου σε πνευματικό λήθαργο!

Την ίδια χρονιά, όμως, ο Χοσέ Κάρλος Μαριάτεγκι, ιδρυτής του ΚΚ Περού προέβαινε σε μια διαμετρικά αντίθετη εκτίμηση της ινκαϊκής αυτοκρατορίας, καθώς διέβλεπε σ’ αυτήν στοιχεία ενός ιδιαίτερου κομμουνισμού τα οποία θα μπορούσαν να χρησιμεύσουν ως οδηγός για τη γνήσια ανδική εκδοχή του σοσιαλισμού. Πολύ πρωτύτερα, τον 19ο αιώνα, ο Αμερικανός ιστορικός Γουίλιαμ Πρέσκοττ χαρακτήριζε την αυτοκρατορία των Ίνκα ως την «ηπιότερη από τις δεσποτείες«, ενώ ακόμη νωρίτερα συμπαθείς τύποι σαν τον Βολταίρο επαινούσαν τους νόμους των Ίνκα ως υποδείγματα ορθολογισμού και δικαιοσύνης.

Για να μην μπερδεύεστε, ας πούμε ότι, για μια φορά ακόμη, οι μεταγενέστερες εποχές αρνούνται να αποτιμήσουν αυτοτελώς μια προγενέστερη και προτιμούν να την κρίνουν με τις δικές τους αντιλήψεις και προσδοκίες.

Φυσικά, η μελέτη του κράτους των Ίνκα μας παρέχει διάφορα ενδιαφέροντα στοιχεία, ενδεχομένως κι αξιοποιήσιμα ακόμη κι από τις σύγχρονες κοινωνίες. Θα αρκεστούμε στην επισήμανση δύο στοιχείων οικονομικού ενδιαφέροντος.

Το πρώτο προϋπήρχε του κράτους των Ίνκα, αλλά διατηρήθηκε κι από τους ηγεμόνες του Κούσκο. Η περιοχή των Κεντρικών Άνδεων (που συμπίπτει με το σύγχρονο Περού) χαρακτηρίζεται από την ύπαρξη τριών διαφορετικών οικολογικών-παραγωγικών ζωνών. Η γιούνκα, η θερμή «ημιορεινή» ζώνη που απλώνεται από τα παράλια και φτάνει στους πρόποδες των Άνδεων, σε υψόμετρο μέχρι 1.500 (και σε κάποιες περιπτώσεις περισσότερα) μέτρα, τόπος καλλιέργειας βαμβακιού, πιπεριών, αβοκάδο, φυστικιών και κόκας. Η κίτσουα, ζώνη των ορεινών κοιλάδων με υψόμετρο ως και 3.000 μ., περιοχή καλλιέργειας καλαμποκιού, φασολιών και κινόας. Τέλος, η πούνα, τα στεπώδη ορεινά υψίπεδα, πάνω από τα 3.000 μέτρα υψόμετρο, ζώνη κατεξοχήν κτηνοτροφική (λάμα και αλπακά), αλλά και καλλιέργειας πατάτας. Οι διάφορες ανδικές κοινότητες επιδίωκαν πάντα την οικονομική αυτάρκειά τους. Για τον σκοπό αυτό, αντί να στραφούν στην απόκτηση αγαθών που δεν παρήγαγε η περιοχή τους μέσω των εμπορικών συναλλαγών, προτίμησαν τη λύση του αποικισμού. Έτσι μια κοινότητα που είχε τη βάση της στη μέση ορεινή ζώνη έστελνε κάποια μέλη της να εγκατασταθούν στην πούνα, για να ασχοληθούν με την κτηνοτροφία και να καλλιεργήσουν πατάτες, και κάποια άλλα στα «πεδινά», έτσι ώστε η κοινότητα να εξασφαλίσει βαμβάκι, πιπεριές και κόκα!

 

"Οι αποθήκες του μονάρχη", από το "El primer nueva corónica y buen gobierno" του Φελίπε Χουαμάν Πόμα ντε Αγιάλα, περ. 1615

«Οι αποθήκες του μονάρχη», από το «El primer nueva corónica y buen gobierno» του Φελίπε Χουαμάν Πόμα ντε Αγιάλα, περ. 1615

Το δεύτερο στοιχείο είναι άμεσο αποτέλεσμα του τρόπου διακυβέρνησης των Ίνκα. Σε κοινωνίες όπου το εμπόριο ήταν σχεδόν άγνωστο (εκτός από τις ακτές του Ειρηνικού και το βόρειο τμήμα των Άνδεων), η κεντρική εξουσία αναλαμβάνει το μονοπώλιο σχεδόν της κυκλοφορίας των αγαθών σε μεγάλη απόσταση. Όπως σημείωναν το 1558 δύο υπάλληλοι του ισπανικού στέμματος, ο Κριστόμπαλ ντε Κάστρο κι ο Ντιέγο ντε Ορτέγα Μορεχόν «ο Ίνκα διέτασσε τους αξιωματούχους του να ενεργούν ώστε τα αγαθά που του έδιναν ως φόρο υποτελείας οι επαρχίες του Νότου (Κολλασούγιου) να διανέμονται στις επαρχίες του Βορρά (Τσιντσασούγιου) και το αντίστροφο, διότι είχε διαπιστωθεί ότι τα αγαθά που παρήγαν οι μεν έλειπαν στους δε«. Υποκαθιστώντας πλήρως το εμπόριο και την αγορά, το ινκαϊκό κράτος επιτυγχάνει δύο πράγματα: αφενός, πραγματοποιεί τεράστια κέρδη, που του επιτρέπουν να συντηρεί όχι μόνο το γραφειοκρατικό του μηχανισμό, αλλά κυρίως ένα τεράστιο στράτευμα που μπορεί να χρησιμοποιεί για κατακτητικούς σκοπούς. Αφετέρου, αυξάνει σε απίστευτο ποσοστό τόσο την παραγωγή όσο και την κατανάλωση, βελτιώνοντας θεαματικά το βιοτικό επίπεδο των υπηκόων του.

Ας επισημανθεί κι ένα ακόμη γεγονός: ο φόρος υποτελείας στον μονάρχη καταβαλλόταν πρωτίστως με τη μορφή εργασίας. Κανονικά θα έπρεπε να κάνουμε λόγο για καταναγκαστική εργασία, πλην όμως οι πληθυσμοί των Άνδεων βίωναν την εμπειρία αυτή περισσότερο ως γιορτή. Η παροχή εργασίας συνεπαγόταν ως αντιπαροχή φαγητό (καλύτερης ποιότητας από τη συνηθισμένη) και, κυρίως, άφθονη μπίρα από καλαμπόκι. Αντί για τιμωρία ή υποχρέωση, η εργασία κατέληγε να είναι ευκαιρία σύσφιξης των σχέσεων μεταξύ κράτους και υποτελών.

Πηγή: César ITIER «Les Incas«, «Guides des civilisations«, Les Belles Lettres, Παρίσι, 2010

[Facebook, 14 Δεκεμβρίου 2013]

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s