«Где-где? — В Караганде!»

[«Πού; Πού; – Στην Καραγκαντά!», με το πραγματικό νόημα να είναι: «Πού είναι; – Στου διαόλου τη μάνα είναι!«. Π.χ. «Γυναίκα, εκείνο το μπουκάλι βότκα που μας είχε κάνει δώρο ο θείος Σεριόζα, μήπως ξέρεις πού είναι;Στην Καραγκαντά!… Πού να ξέρω, αγάπη μου, εσύ θα το έβαλες κάπου και δεν θυμάσαι. (= στα σκουπίδια το πέταξα, μπεκρούλιακα, για να μάθεις!)» ή «Την πήρες τελικά τη μετάθεση, Αλιόσα;Άστα να πάνε, μη ρωτάς καλύτερα.Δηλαδή πού;Στην Καραγκαντά (= εγώ Μόσχα είχα ζητήσει και με στέλνουν στο Περμ)»]

Στα χρόνια της ΕΣΣΔ το τοπωνύμιο Καραγκαντά (Καραγαντί στα καζάκικα) ήταν συνώνυμο του μέρους που βρίσκεται στην μέση του πουθενά, της δυσμενούς μετάθεσης, του τόπου όπου κανείς δεν θα ήθελε να βρεθεί. Για αυτόν τον λόγο κι η παροιμιώδης φράση «Где-где? — В Караганде!». Χαμένη κάπου στις αχανείς στέπες του Καζακστάν, η πόλη άρχισε να χτίζεται μόλις το 1934 με σκοπό να στεγάσει το εργατικό δυναμικό για την εκμετάλλευση των πλούσιων κοιτασμάτων άνθρακα της περιοχής. Φυσικά, η τοποθεσία ήταν ιδανική και για την εκτόπιση «ύποπτων» κι «ανεπιθύμητων» ατόμων ή μειονοτήτων. Ο Στάλιν έστειλε στην μαγευτική Καραγκαντά πολλούς Γερμανούς του Βόλγα και κάμποσους Τσετσένους. Εξάλλου, πριν καν αρχίσει να χτίζεται η πόλη, είχε ήδη τεθεί σε λειτουργία το διαβόητο στρατόπεδο συγκέντρωσης της Καραγκαντά (Карагандинский исправительно-трудовой лагерь και, χαϊδευτικά, Карлаг) το οποίο «φιλοξένησε» συνολικά 800 χιλιάδες αντιφρονούντες ή απλώς άτυχους.

Η Καραγκαντά είναι πια, με μισό εκατομμύριο κατοίκους, η τέταρτη μεγαλύτερη πόλη του Καζακστάν (κάποτε ήταν η δεύτερη). Οι Γερμανοί έχουν φύγει σχεδόν όλοι (πολλοί πήγαν στη Γερμανία). Είναι, όμως, πλέον κοντά στην πρωτεύουσα της χώρας (η απόσταση από την Αστάνα είναι μικρότερη από 200 χλμ). Και φυσικά έχει την πρωταθλήτρια Καζακστάν στο ποδόσφαιρο, τη Σαχτιόρ… την οποία αντιμετώπισε απόψε ο ΠΑΟΚ στην άδεια Τούμπα και την νίκησε 2-1 με αρκετή δυσκολία.

[Facebook, 19 Σεπτεμβρίου 2013]

Advertisements

Κλέων

«Φανταστείτε έναν ιστορικό του 4.400, ο οποίος καλείται να αποτιμήσει τη θητεία του Ζακ Σιράκ ως προέδρου της Γαλλικής Δημοκρατίας με μόνες διαθέσιμες πηγές μερικά επεισόδια των σατιρικών Guignols de l’Info κι ένα βιβλίο Ιστορίας που έχει συγγράψει ένας ορκισμένος πολιτικός αντίπαλός του».

Μας φαίνεται αστείο, φυσικά. Κι, όμως, η ιστοριογραφία των Νεότερων Χρόνων έκρινε (και καταδίκασε) με αυτόν ακριβώς τον τρόπο τον Κλέωνα, χαρακτηρίζοντάς τον αμετάκλητα ως αρχέτυπο του δημαγωγού. Πόσο κοντά μπορεί να βρίσκεται στην αλήθεια μια τέτοια κρίση, βασισμένη στην προκατάληψη του Θουκυδίδη και του Αριστοφάνη;

Απαντήσεις στα ερωτήματα αυτά επιχειρεί να δώσει ο Philippe Lafargue με το πρόσφατο βιβλίο του «Cléon. Le guerrier d’Athéna» (εκδ. Ausonius, Μπορντώ, 2013), το οποίο βασίζεται στην ομότιτλη διδακτορική διατριβή που υποστήριξε το 2009 στο Πανεπιστήμιο του Μπορντώ

Συνεχιστής της πολιτικής του Περικλή, ικανότατος πολιτικός και στρατιωτικός ηγέτης, ο Κλέων δικαιούται την αποκατάσταση της ιστορικής αλήθειας. Και, μεταξύ μας, συγκρινόμενος με τον αναποφάσιστο κι αρρωστημένα φοβικό Νικία και τον αριβίστα ψυχάκια Αλκιβιάδη, ο Κλέων υπερέχει συντριπτικά.

[Facebook, 14 Σεπτεμβρίου 2013]

¡Nunca más!

[ή η άλλη θλιβερή 11η Σεπτεμβρίου]

«Συμπατριώτες, πρόκειται κατά πάσα πιθανότητα για την τελευταία ευκαιρία μου να απευθυνθώ σε σας… Δεν θα χρησιμοποιήσω λόγια πικρίας, μοναχά απογοήτευσης, λόγια ηθικής τιμωρίας αυτών που πάτησαν τον όρκο τους… Δεν πρόκειται να παραιτηθώ! Αυτήν την ιστορική στιγμή, θα πληρώσω με τη ζωή μου την αφοσίωση του λαού… Εργαζόμενοι της πατρίδας μου, θέλω να σας ευχαριστήσω για την αφοσίωση που πάντα δείξατε στο άτομό μου, για την εμπιστοσύνη σας σε έναν άνθρωπο που ήταν απλώς διερμηνέας των μεγάλων προσδοκιών για δικαιοσύνη, έναν άνθρωπο που έδωσε τον λόγο του να τηρήσει το Σύνταγμα και τον Νόμο..»
(Σαλβαδόρ Αγέντε, 11.9.1973, τελευταίο διάγγελμα προς τον λαό της Χιλής)

[40 χρόνια πριν – το πραξικόπημα του Αουγούστο Πινοτσέτ]

[Facebook, 10 Σεπτεμβρίου 2013]