[Μια δικαιολογημένα ταλαιπωρημένη διάκριση] Νομοθετικός – Κανονιστικός: αμοιβαίως αποκλειόμενες ή συνώνυμες έννοιες;

Ναπολεόντειος Κώδικας. 1804

Ναπολεόντειος Κώδικας. 1804

Ι. Σημασιολογικό περιεχόμενο και διάκριση στο πλαίσιο της ελληνικής έννομης τάξης

 Α. Ορισμοί

«Νομοθετικός»: ΛΝΕΓ: 1. αυτός που σχετίζεται με τη νομοθεσία ή/ και τον νομοθέτη… 2. (α) νομοθετική εξουσία: η πρώτη και βασική μορφή εξουσίας στο πλαίσιο της συνταγματικώς κατοχυρωμένης τριμερούς διάκρισης των εξουσιών (οι άλλες δύο είναι η εκτελεστική και η δικαστική) που συνίσταται στη θέσπιση κανόνων δικαίου… και ασκείται στα δημοκρατικά πολιτεύματα από το Κοινοβούλιο… / ΛΚΝ: που έχει σχέση με τη νομοθεσία… α. που βασίζεται στη νομοθεσία, που έχει χαρακτήρα νόμου: Νομοθετική ρύθμιση, νομοθετικό διάταγμα…. β. που έχει ως αποστολή την κατάρτιση των νόμων: Νομοθετική λειτουργία/ εξουσία

«Νομοθεσία»: ΛΝΕΓ: 1. η σύνταξη νόμων και η επιβολή τους από τις αρμόδιες αρχές… 2. (συνεκδ.) το σύνολο των νόμων που έχουν κωδικοποιηθεί και ισχύουν σε δεδομένη πολιτεία…/ ΛΚΝ: 1 α. το σύνολο των νόμων που ισχύουν σε ένα κράτος β. το σύνολο των νόμων που ρυθμίζουν ορισμένες σχέσεις δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου… 2. το έργο ενός νομοθέτη.

«Κανονιστικός»: ΛΝΕΓ: 1. αυτός που αποσκοπεί στον κανονισμό, στη ρύθμιση… 2. κανονιστικό διάταγμα: το διάταγμα που αναφέρει και καθορίζει τις λεπτομέρειες της εφαρμογής ενός νόμου/ ΛΚΝ: που έχει σχέση με την επιβολή ενός νόμου ή κανονισμού, που ρυθμίζει κάτι: κανονιστικό διάταγμα, που κανονίζει τις λεπτομέρειες της εφαρμογής ενός νόμου. Κανονιστική πράξη, αναγκαστική ρύθμιση που έχει ισχύ νόμου…

Β. Σημασιολογικό περιεχόμενο και χρήση κατά την ελληνική νομική ορολογία

α. Μια φαινομενική αντίθεση: Συχνότατα συναντούμε τα επίθετα νομοθετικός και κανονιστικός να παρατίθενται το ένα δίπλα στο άλλο, με τρόπο δηλαδή που υποδηλώνει ότι οι έννοιες αυτές διαφοροποιούνται ως προς το σημασιολογικό τους περιεχόμενο. Γίνεται, για παράδειγμα, λόγος για «νομοθετικό και κανονιστικό πλαίσιο» ή προβλέπεται ότι «τα κράτη μέλη θα πρέπει να προσεγγίσουν τις νομοθετικές και κανονιστικές διατάξεις τους…» [βλ. λ.χ. Απόφαση-πλαίσιο 2001/220/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 15ης Μαρτίου 2001, σχετικά με το καθεστώς των θυμάτων σε ποινικές διαδικασίες (ΕΕ L 15, σ. 82), τρίτη αιτιολογική σκέψη]. Μνημονεύεται επίσης «το σύνολο των εργαζομένων που έχουν συμμορφωθεί προς τις νομοθετικές και κανονιστικές διατάξεις του κράτους μέλους υποδοχής» [απόφαση του Δικαστηρίου, της 18ης Δεκεμβρίου 2008, C-337/07, Ibrahim Altun κατά Stadt Böblingen, Συλλογή 2008, σ. I-10323, σκέψη 23] ή παρέχεται στα κράτη μέλη της ΕΕ η δυνατότητα να «εφαρμόζουν ή να θεσπίζουν ευνοϊκότερες νομοθετικές, κανονιστικές ή διοικητικές διατάξεις για την προστασία της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων» [άρθρο 15 της οδηγίας 89/391/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 12ης Ιουνίου 1989, σχετικά με την εφαρμογή μέτρων για την προώθηση της βελτίωσης της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων κατά την εργασία (ΕΕ L 183, σ. 1)].

β. Μια τυπική διάκριση παρά το κοινό σημασιολογικό περιεχόμενο: Ωστόσο οι δύο έννοιες έχουν κοινό σημασιολογικό πυρήνα: και τα δύο επίθετα αφορούν πράξεις με τις οποίες τίθεται κανόνας δικαίου (άρα το επίθετο «κανονιστικός» συνάδει και προς τους τυπικούς νόμους, οι οποίοι εξ ορισμού περιέχουν «νομοθετικές» διατάξεις), δηλαδή νόμος με την ουσιαστική έννοιά του! Σε τι οφείλεται, επομένως, η διάκριση που κατά τα φαινόμενα ακολουθείται στην πράξη; Ίσως θα έπρεπε να τη θεωρήσουμε απλώς συμβατική, απόρροια τρόπον τινά εθίμου και παράδοσης, κατάσταση που ενισχύεται εμμέσως πλην σαφώς από δευτερογενείς διακρίσεις που εξυπηρετούν την ταξινόμηση των τυπικών νόμων, αφενός, και των διοικητικών πράξεων, αφετέρου, και οι οποίες δεν θα έπρεπε κανονικά να αφορούν το γενικό πλαίσιο.

Έτσι, στην πράξη, επιφυλάσσουμε συνήθως το επίθετο «νομοθετικός» στις περιπτώσεις κατά τις οποίες αναφερόμαστε σε τυπικούς νόμους, ενώ χαρακτηρίζουμε ως «κανονιστικές» τις πράξεις της εκτελεστικής εξουσίας με τις οποίες θεσπίζονται κανόνες δικαίου. Κατά τον τρόπο αυτό καταλήγουμε σε ένα τυπικό-οργανικό κριτήριο διακρίσεως [νομοθετικός = αυτός που θέτει κανόνα δικαίου και απορρέει από τη νομοθετική εξουσία, δηλ. στην περίπτωση της Ελλάδας, τη Βουλή (βλ. Επ. ΣΠΗΛΙΩΤΟΠΟΥΛΟΥ Εγχειρίδιο Διοικητικού Δικαίου, τ. Ι, 7η έκδοση, εκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα-Κομοτηνή 1996, αριθ. 41 επ., σελ. 50 επ./ Π. Δ. ΔΑΓΤΟΓΛΟΥ Γενικό Διοικητικό Δίκαιο, 4η έκδοση, εκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα-Κομοτηνή 1996, αριθ. 142 επ., σελ. 64 επ.)/ κανονιστικός = αυτός που θέτει κανόνα δικαίου και απορρέει από την εκτελεστική εξουσία και το σύνολο των φορέων δημόσιας εξουσίας που αποτελούν τη δημόσια διοίκηση).

γ. Πηγή του «προβλήματος», η αρχή της διάκρισης των εξουσιών: Διαπιστώνεται ότι η διαφοροποίηση ανάγεται στη θεμελιώδη για το δημοκρατικό πολίτευμα αρχή της διάκρισης των εξουσιών (νομοθετική, εκτελεστική, δικαστική) ή, ορθότερα ίσως, των λειτουργιών. Το «πρόβλημά μας» δεν θα ανέκυπτε ποτέ αν η αρχή της διάκρισης αυτής ήταν απόλυτη. Κανόνες δικαίου θα έθεταν (πέραν του Συντάγματος και του διεθνούς δικαίου) μόνον οι τυπικοί νόμοι που ψηφίζονται από τη Βουλή σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπει το Σύνταγμα (όλοι οι τυπικοί νόμοι είναι και ουσιαστικοί, πλην του σχετικού με τον ετήσιο προϋπολογισμό της χώρας). Σε αυτούς θα έπρεπε να προστεθούν και οι πράξεις νομοθετικού περιεχομένου την έκδοση των οποίων προβλέπει το Σύνταγμα σε έκτακτες καταστάσεις (άρθρο 44, παρ. 1, βλ. Σπηλιωτόπουλο όπ. π., αριθ. 43 επ., σελ. 52 επ. – κατά τα προϊσχύσαντα συνταγματικά κείμενα αυτές οι πράξεις νομοθετικού περιεχομένου χαρακτηρίζονταν ως αναγκαστικοί νόμοι, αναγκαστικά ή νομοθετικά διατάγματα, βλ. ΛΝΕΓ: στο λήμμα νομοθετικός: (γ) νομοθετικό διάταγμα: έγγραφη πράξη του αρχηγού του κράτους, που συνήθως προσυπογράφεται από τον αρμόδιο υπουργό, το υπουργικό συμβούλιο ή/και τον πρωθυπουργό και έχει ισχύ τυπικού νόμου).

Όμως, παρά την καθολική νομοθετική αρμοδιότητα του Κοινοβουλίου η έκδοση όλων των κανόνων δικαίου από αυτό δεν είναι ούτε δυνατή ούτε επιθυμητή (Δαγτόγλου, όπ. π., αριθ. 173, σελ. 81). Ο ειδικός ή τεχνικός χαρακτήρας ορισμένων θεμάτων ή η ευμετάβολη φύση τους αποτελούν λόγους που καθιστούν σκόπιμη τη νομοθετική εξουσιοδότηση. Η θέσπιση κανόνων δικαίου από όργανα της εκτελεστικής εξουσίας επιβάλλεται από την ανάγκη ταχείας και αποτελεσματικής επίλυσης προβλημάτων. Έτσι σε πληθώρα περιπτώσεων η διοίκηση υποκαθιστά το κοινοβούλιο στη νομοθετική λειτουργία του εκδίδοντας κανονιστικές διατάξεις. Η χρήση του επιθέτου κανονιστικός στις περιπτώσεις αυτές δεν οφείλεται σε προσπάθεια διάκρισης των διοικητικών πράξεων αυτών από τους νόμους, αλλά από τις συνήθεις διοικητικές πράξεις που είναι ατομικές και δεν θέτουν κανόνες δικαίου (εκδίδονται από τα αρμόδια διοικητικά όργανα στο πλαίσιο της εκτελεστικής λειτουργίας της κρατικής εξουσίας – με αυτές διαπλάσσεται η ισχύς ή μη συγκεκριμένων έννομων συνεπειών ως προς προσδιοριζόμενα πρόσωπα). Πράγματι οι κανονιστικές πράξεις της δημόσιας διοίκησης θέτουν κανόνες γενικούς (όσον αφορά τα υποκείμενα που αφορά η ρύθμιση) και αφηρημένους (που δεν αναφέρονται σε συγκεκριμένες περιστάσεις, αλλά σε κατά γένος οριζόμενες). Η κανονιστική αρμοδιότητα της διοίκησης καλείται πρωτογενής όταν προβλέπεται από το Σύνταγμα (έκδοση εκτελεστικών των νόμων διαταγμάτων από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας) και δευτερογενής οσάκις προϋποθέτει την ύπαρξη εξουσιοδοτήσεως από τυπικό νόμο. Η εξουσιοδότηση αυτή πρέπει να προσδιορίζει το αντικείμενο, τον σκοπό και την έκταση της ρύθμισης.

Συμπερασματικά: Ο κανονιστικός χαρακτήρας είναι το στοιχείο που αντιδιαστέλλει τον νόμο και τις κανονιστικές διοικητικές αποφάσεις που εκδίδονται βάσει νομοθετικής εξουσιοδότησεως (που από μεγάλο μέρος της νομικής θεωρίας κρίνεται προτιμότερο να καλείται… κανονιστική) από τις ατομικές διοικητικές πράξεις και από τις δικαστικές αποφάσεις. Το αντιθετικό ζεύγος δεν είναι κατ’ ουσίαν ο νομοθετικός προς τον κανονιστικό, αλλά ο κανονιστικός προς τον διαπλαστικό (των ατομικών διοικητικών πράξεων). Η ταυτόχρονη παράθεση των επιθέτων νομοθετικός και κανονιστικός απορρέει από παραδοσιακή διάκριση που δεν επιβάλλεται από ουσιαστικούς λόγους. Εφόσον υιοθετείται θα πρέπει να ακολουθεί το προμνημονευθέν τυπικό-οργανικό κριτήριο: στο πλαίσιο της ελληνικής έννομης τάξης, ο όρος νομοθετικός θα παραπέμπει σε τυπικούς νόμους και πράξεις νομοθετικού περιεχομένου, ο όρος κανονιστικός σε κανονιστικές διοικητικές πράξεις [π.χ. υπουργικές αποφάσεις και – κατά κανόνα – προεδρικά διατάγματα]. Εάν επιλεγεί η χρήση ενός μόνον όρου, τότε είναι προτιμότερο να γίνει λόγος για «νομοθετικό», εφόσον το νομικό πλαίσιο στο οποίο γίνεται παραπομπή περιλαμβάνει έστω κι έναν τυπικό νόμο.

ΙΙ. Η χρήση των όρων «νομοθετικός» και «κανονιστικός» στο πλαίσιο μετάφρασης

Α. Ορισμοί

FR Réglementation : 1. action de réglementer. 2. résultat de cette action… 3. ensemble des règles qui gouvernent une matière (G. CORNU Vocabulaire juridique, 7e éd., PUF, Paris, 2005)

cf. Législation : 1. science législative 2. action de légiférer… 4. ensemble de lois (y compris les règlements) d’un Etat… 5. ensemble de règles se rapportant à un objet particulier…

EN Legislation: laws collectively/ the action of legislating (Oxford English Dictionary)

Legislative: 1. having the power to make laws 2. relating to laws or a legislature (OED)

Regulation: a rule or directive made and maintained by an authority 2. the action or process of regulating or being regulated (OED)

Regulatory: derivative of Regulate = … 2. control or supervise by means of rules and regulations (OED)

B. Σημασιολογικό περιεχόμενο και χρήσεις

Εκ πρώτης όψεως, οι ανωτέρω ορισμοί οδηγούν στα εξής συμπεράσματα: στατιστικά υφίστανται μεγάλες πιθανότητες ο γαλλικό όρος réglementation να ταυτίζεται σημασιολογικά με τον όρο législation κι επομένως να δηλώνει τη νομοθεσία και όχι κανονιστική ρύθμιση, αντιθέτως δηλαδή προς τη φυσική τάση του Έλληνα μεταφραστή να τον αποδίδει χρησιμοποιώντας το επίθετο κανονιστικός. Αυτό αποδεικνύεται και από το ότι στα αντίστοιχα κείμενα στην αγγλική γλώσσα το réglementation αποδίδεται κατά κανόνα ευθέως ως legislation, αίροντας κάθε αμφισημία. Κατ’ αυτόν τον τρόπο συνάγεται ότι το ουσιαστικό regulation και το επίθετο regulatory παραπέμπουν συχνά (αλλά όχι κατ’ ανάγκη) στο ελληνικό κανονιστικός. Ακόμη, όμως, ασφαλέστερη λύση αποτελεί η απόδοση με τον ελληνικό όρο «ρύθμιση» άνευ επιθετικού προσδιορισμού.

Παραδείγματα:  1 α. réglementation de l’Union (fr)/ European Union legislation (en)/ νομοθεσία της Ενώσεως (el) – 1 β. réglementation nationale (fr)/ National legislation (en)/ εθνική νομοθεσία (el) (Απόφαση του Δικαστηρίου, της 3ης Μαΐου 2012, C-337/10, Georg Neidel κατά Stadt Frankfurt am Main/ απόφαση του Δικαστηρίου, της 12ης Ιουλίου 2012, C-79/11, ποινική δίκη κατά Maurizio Giovanardi κ.λπ.)

2. national regulation (en)/ disposition nationale (fr)/ εθνική ρύθμιση (el) (Απόφαση του Δικαστηρίου, της 8ης Νοεμβρίου 2012, C-271/11, ΤΕΕ κατά Υπουργού Εσωτερικών, σκέψη 27, όπου και τα προδικαστικά ερωτήματα που υπέβαλε το ΣτΕ: εν προκειμένω οι επίμαχες εθνικές ρυθμίσεις περιλαμβάνονταν σε ΠΔ).

Γ. Προτεινόμενες λύσεις

Κατά συνέπεια, η τυποποίηση της απόδοσης των ξενόγλωσσων όρων είναι καλύτερο να αποφευχθεί. Η πλέον ασφαλής επιλογή συνίσταται στην κατά περίπτωση απόδοση, με βάση το είδος των πράξεων στις οποίες παραπέμπουν οι όροι.

ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ 1: οι όροι réglementation/ regulation παραπέμπουν σε εξατομικευμένη διάταξη.

Η απόδοση «ρύθμιση» είναι απολύτως ασφαλής. Εφόσον, πάντως, προκρίνεται από τον μεταφραστή η χρήση επιθέτου τότε:

1α: Διάταξη του δικαίου της ΕΕ: εφόσον η διάταξη περιλαμβάνεται σε κανονισμό ή οδηγία, προτιμάται το επίθετο «νομοθετικός».

1 β: Διάταξη εθνικού δικαίου: το είδος της πράξης στην οποία περιέχεται η διάταξη καθορίζει και τον όρο που θα χρησιμοποιηθεί. Εφόσον πρόκειται για νόμο ή άλλη πράξη νομοθετικού περιεχομένου (π.χ. νομοθετικά διατάγματα στο πλαίσιο της ιταλικής έννομης τάξης) τότε πρέπει φυσικά να χρησιμοποιηθεί το επίθετο «νομοθετικός». Υπουργικές αποφάσεις ή αποφάσεις άλλων οργάνων της εκτελεστικής εξουσίας, καθώς και, κατά κανόνα, τα διάφορα προεδρικά ή βασιλικά διατάγματα περιέχουν ρυθμίσεις που μπορούν να χαρακτηριστούν ως κανονιστικές.

ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ 2: οι όροι réglementation ή législation/ regulation ή legislation παραπέμπουν σε πλείονες κανόνες δικαίου/ νομικό πλαίσιο. Η παρουσία ενός και μόνο κανονισμού/ οδηγίας (δίκαιο ΕΕ) ή τυπικού νόμου/ πράξης νομοθετικού περιεχομένου συμπαρασύρει και τα υπόλοιπα και επιβάλλει τη χρήση του όρου νομοθεσία (και του επιθέτου νομοθετικός, οσάκις υφίστανται ανάλογες συνάψεις).

Τονίζεται εν κατακλείδι ότι, με βάση τα όσα προαναφέρθηκαν, δεν υφίσταται επί της ουσίας ορθή και εσφαλμένη χρήση. Με το πρόχειρο αυτό σημείωμα προτείνονται απλώς λύσεις περισσότερο σύμφωνες με την παράδοση της ελληνικής νομικής ορολογίας.

[εισήγηση στο πλαίσιο της Ομάδας Τυποποίησης Ορολογίας των μεταφραστικών υπηρεσιών ελληνικής γλώσσας των οργάνων της ΕΕ/ συνεδρίαση της 22ας Φεβρουαρίου 2013/ κείμενο που γράφηκε τον Νοέμβριο του 2012]

Advertisements

2 thoughts on “[Μια δικαιολογημένα ταλαιπωρημένη διάκριση] Νομοθετικός – Κανονιστικός: αμοιβαίως αποκλειόμενες ή συνώνυμες έννοιες;

  1. Να είσαι καλά, Όλι! 🙂 Αναμένω παρατηρήσεις επί της ουσίας (αν και αναγνωρίζω ότι περισσότερο καταγράφω προβληματισμούς, παρά προτείνω λύσεις). 😉

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s