Ερμηνείες α λα ελληνικά;

Σαν Τζιμινιάνο, Τοσκάνη

Εάν υπάρχει ένας τρόπος ερμηνείας του αποτελέσματος των πρόσφατων ιταλικών εκλογών που να είναι μετά βεβαιότητος πεπλανημένος, αυτός είναι ο «ελληνικός«. Αναφέρομαι στην τάση πολλών να ερμηνεύουν τις εξελίξεις στη γειτονική χώρα λες κι η Ιταλία είναι ίδια ακριβώς με την Ελλάδα, οι αντίστοιχες κοινωνίες δεν έχουν καθόλου διαφορές, οι καθοριστικές παραδόσεις, το παρελθόν και η νοοτροπία είναι πράγματα πανομοιότυπα και, φυσικά, οι συσχετισμοί εξουσίας ίδιοι. Όχι λίγοι προχωρούν ακόμη παραπέρα και ταυτίζουν τους Ιταλούς πολιτικούς με τους Έλληνες ομολόγους τους. Η διαδικασία είναι απλούστατη: αντικαθιστούμε το όνομα του Ιταλού πολιτικού με αυτό του Έλληνα που εμείς  θεωρούμε ότι του ταιριάζει κι έχουμε έτοιμη την ανάλυση, αυτήν δηλαδή που κάναμε για την Ελλάδα σε περιστάσεις που εμείς κρίνουμε παρεμφερείς (για να μην πω όμοιες). Με τη λογική αυτή, ο Μόντι γίνεται Παπαδήμος κι ο Γκρίλλο μεταμφιέζεται σε Καμμένο, άμα δεν του επιφυλάξουμε τον ρόλο του Τσίπρα για να αναδείξουμε τον Καβαλιέρε σαν… νέο Καμμένο! Φαντάζομαι ότι το βλέπετε και μόνοι σας, η ανάλυση αυτή, που τόσο πολύ έπαιξε σε ΜΜΕ και Διαδίκτυο (προβαλλόμενη μάλιστα από ανθρώπους σοβαρούς) είναι για τα σκουπίδια, ή έστω για την επιθεώρηση (επιπέδου Σεφερλή και κάτω). Ας της κάνουμε, έστω, τη χάρη να την αντιμετωπίσουμε κάπως σοβαρά. Αμέσως αντιλαμβανόμαστε ότι το σφάλμα που ενέχει είναι διττό. Αφενός, προβάλλει κρίσεις για τα ελληνικά πολιτικά πράγματα που είναι αυθαίρετες, μια κι ο καθένας βγάζει λάδι τις συμπάθειές του και καταδικάζει αυτούς που αντιπαθεί. Αφετέρου, προβάλλει τις ελληνικές αντιλήψεις σε ένα άλλο περιβάλλον. Κι όσο κι αν η Ιταλία είναι μεσογειακή χώρα, όπως η Ελλάδα, όσο κι αν η συγκυρία της κρίσης αφορά και τις δύο χώρες, οι όποιες προσπάθειες ταύτισής τους είναι εντελώς άστοχες.

Καταρχάς και σε επίπεδο εντελώς επιφανειακό, η ταύτιση των βασικών πολιτικών πρωταγωνιστών δεν περπατά. Ο Μπέππε Γκρίλλο (που είναι απείρως καλύτερος κωμικός από τον οποιονδήποτε Λαζόπουλο) απορρίπτει συλλήβδην το ιταλικό πολιτικό σύστημα ως διεφθαρμένο, αλλά νομιμοποιείται να το κάνει διότι δεν υπήρξε ποτέ μέλος του (ενώ ο κάθε Καμμένος είναι παιδί του κομματικού σωλήνα που υπηρέτησε κόμμα εξουσίας σε ολόκληρη την πολιτική σταδιοδρομία του), και είναι σαφέστατα ευρωσκεπτικιστής (οπότε δεν μπορεί να είναι… «Τσίπρας»). Ο Μπερλουσκόνι είναι μεν καραγκιόζης, αλλά αυθεντικά και χαρισματικά (όπως δεν υπήρξε κανένας Έλληνας πολιτικός εξουσίας), πράγμα όπως και να το κάνουμε δύσκολο. Και βεβαίως είναι αυτόφωτα επιτυχημένος, δεν ήταν ανεπάγγελτος (όπως ο μέσος Έλληνας πολιτικός πρώτης γραμμής) ούτε γιος κάποιου. Και μιλάμε για πραγματική επιτυχία. Χυδαίος και ανήθικος, βεβαίως, αλλά επιτυχημένος επιχειρηματίας, ιδιοκτήτης ποδοσφαιρικής ομάδας και πολιτικός: έχει να επιδείξει την πλέον μακρόχρονη πρωθυπουργική θητεία στην μεταπολεμική Ιταλία (σχεδόν 4 χρόνια) και, όταν ολόκληρη η Ιταλία συνασπίσθηκε εναντίον του, χρειάστηκε να καταμετρούν τις ψήφους για τρεις μήνες μέχρι να διαπιστωθεί ότι τελικά είχε χάσει για λίγο την επανεκλογή του. Κι όλα αυτά για να επιστρέψει δριμύτερος δυο χρόνια μετά. Δεν είναι σήμερα που καταλαβαίνουμε ότι πολιτικά είναι εφτάψυχος. Την ίδια ώρα, ο βασικός υποψήφιος για τον ρόλο του «Έλληνα Μπερλουσκόνι» έχει προλάβει να ρίξει στον γκρεμό έναν όμιλο επιχειρήσεων, έναν ποδοσφαιρικό σύλλογο και μια ολόκληρη χώρα (μικρή έστω), οπότε έχει καεί πριν καν βγει στο πολιτικό σκηνικό. Κατά τα λοιπά, ό,τι και να κάνουμε, ο Μπερσάνι… ΠΑΣΟΚ δεν είναι με τίποτε. Κι όσο για τον «άνθρωπο των τραπεζών» Μόντι, εγώ θυμάμαι ότι στη Σύνοδο του Ιουνίου είχε το θάρρος να προβάλει διεκδικήσεις για μια πιο εύλογη και δίκαιη αντιμετώπιση της κρίσης. Πράγμα που κανένας Έλληνας πολιτικός δεν έκανε ποτέ, μια και οι δύο βασικοί ρόλοι του σε τέτοιες περιπτώσεις ήταν είτε να κάθεται σε μια γωνιά περιμένοντας τους άλλους ν’ αποφασίσουν για τη χώρα του είτε ξεκινούσε το λογύδριο του βλαχοδήμαρχου, κάνοντας τους ομότιμούς του να αναρωτιούνται από που ξεφύτρωσε αυτό το φρούτο.

Έπειτα, ας μη γελιόμαστε. Ως μέγεθος η Ιταλία δεν συγκρίνεται με την αγαπημένη μας πατρίδα. Μιλάμε για χώρα που παράγει τα πάντα, από αυτοκίνητα και ελικόπτερα μέχρι «λαϊκή» και «υψηλή» κουλτούρα, στυλ και μόδα. Εμείς τι πουλάμε εκτός από «υπηρεσίες», κατά προτίμηση του αέρα; Η Ιταλία μπορεί να υψώσει τη φωνή της και να διεκδικήσει, χωρίς καμία υποχρέωση να παίξει τον ρόλο του «καλού» (ή του «κακού») παιδιού, γιατί ξέρει ότι δεν γίνεται να θυσιαστεί προς παραδειγματισμό των άλλων (όπως η Ελλάδα), γιατί ξέρει ότι θα επιζήσει ό,τι κι αν συμβεί, εντός ή εκτός ευρώ (για να μην πούμε ότι εκτός ευρώ μάλλον θα τα καταφέρει μια χαρά, οπότε, από μιαν άποψη, χάρη κάνει και μένει στην Ευρωζώνη).

Επιπλέον, δεν είναι δυνατόν να παραγνωρίζεται η εντελώς ιδιαίτερη πολιτική Ιστορία της μεταπολεμικής Ιταλίας. Την ώρα που στην Ελλάδα το σύστημα λειτούργησε με την εναλλαγή στην εξουσία δύο κομμάτων (ενός δεξιού κι ενός κεντρώου), που έχτιζαν την επιρροή τους σε τοπικό επίπεδο βασιζόμενα στις δομές και τις πελατειακές σχέσεις του βαλκανικού κοτζαμπασισμού, η Ιταλία ζούσε σε μια πολυκομματική αστάθεια που δεν επηρέαζε τις δραστηριότητες της χώρας. Οι κυβερνήσεις συνασπισμού με προσδόκιμο ζωής το τρίμηνο ήταν μάλλον ο κανόνας: είχε βρεθεί το αναγκαίο μόντους βιβέντι ώστε η δημόσια διοίκηση, η οικονομία και η κοινωνία να λειτουργούν με τη λιγότερη δυνατή εξάρτηση από τις αποφάσεις της πολιτικής εξουσίας. Κι η λαϊκή δυσαρέσκεια μπορούσε να εκδηλώνεται με την ψήφο στο ιταλικό ΚΚ, ανανεωτικό, ανοιχτό και δίχως εξαρτήσεις από τον «υπαρκτό». Οι επιδέξιοι χειρισμοί των αστικών κομμάτων κι οι συγκυρίες (στις οποίες θα πρέπει να συνυπολογίσουμε παράγοντες τόσο ετερόκλητους όσο η αντίθεση της Καθολικής Εκκλησίας και της υπερδύναμης από τη μια μεριά και η τρομοκρατία από την άλλη) το κράτησαν εκτός εξουσίας. Και κάποτε ήρθε η ώρα της κάθαρσης του διεφθαρμένου πολιτικού κόσμου με την επιχείρηση «Καθαρά Χέρια» και τον δικαστή Ντι Πιέτρο. Μόνο που αντί για την ηθική και τη διαφάνεια, στρώθηκε ο δρόμος για τον Σίλβιο. Τη συνέχεια τη θυμόμαστε…

Τέλος, δεν πρέπει να ξεχνάμε την ουσιαστικότερη ίσως διαφορά. Την πολιτιστική κληρονομιά της γείτονος. Εδώ, πρέπει μάλλον να δώσουμε τον λόγο στον φίλο Έρμιππο:

» Όποιοι θέλουν να κάνουν συγκρίσεις με την Ιταλία και να μιλήσουν για την εκεί κατάσταση και ιδίως για τον λαό της ας μην βιαστούν να βουτήξουν κατευθείαν στα βαθιά πολιτικά και στα λεπτομερή οικονομικά.
Ας δούνε πρώτα το Μιλάνο δίπλα στην Αθήνα, την Μπολόνια δίπλα στην Θεσσαλονίκη, την Ραβέννα δίπλα στα Γρεβενά, το Ούρμπινο δίπλα στην Λαμία, την Ασσίζη δίπλα στα Γιαννιτσά, την Κουρμαγιέρ με την Βασιλίτσα και , και, και.
Μόλις τελειώσουν την περιήγηση ας επανέλθουν στα πιο πεζά, αν τους μείνει κουράγιο. Βέβαια αν δεν καταλάβουν θα τους μείνει και πολύ μάλιστα. Και οι περισσότεροι δεν θα καταλάβουν.
Να σημειώσουμε ότι οι παραπάνω πόλεις των γειτόνων μας δεν είναι έτσι όπως είναι, κάτι σαν στολίδια της οικουμένης δηλαδή, επειδή υπήρξαν τυχαία στην χώρα αυτή κάποιοι ουρανοκατέβατοι νόμοι, αλλά επειδή οι ίδιοι οι Ιταλοί έτσι το θέλησαν. Όπως αντίστοιχα έτσι το θελήσαμε και μεις για τις δικές μας πόλεις και τα χωριά«.

Και καλά όλα αυτά, θα μου πείτε, αλλά δεν υπάρχει ένα μήνυμα από τις ιταλικές εκλογές; Πώς, υπάρχει… Μόνο που δεν είναι πρωτότυπο ή απροσδόκητο. Είναι αυτό που ήδη γνωρίζαμε: υπάρχει ουσιώδης διάσταση απόψεων μεταξύ πολιτικών και οικονομικών ελίτ, αφενός, και λαού, αφετέρου. Ζητείται επειγόντως δικαιότερο σημείο κοινωνικής ισορροπίας. Κι όσο συνεχίζεται η πορεία προς τη μία κατεύθυνση, τόσο η ρήξη θα φαντάζει πιο πιθανή, αν δεν γίνουν οι απαραίτητοι συμβιβασμοί. Μόνο που η ρήξη, όπως γνωρίζουμε από την Ιστορία, δεν συνεπάγεται απαραίτητα ανατροπή. Για να είμαστε ειλικρινείς, σημαίνει συνήθως εδραίωση του ισχυρού και των πλέον ακραίων επιθυμιών του. Κάποιες φορές, όμως, το φύλλο αλλάζει… Είναι πολύ νωρίς ακόμη για να ξέρουμε πού κατευθυνόμαστε. Οι ιταλικές εκλογές της Κυριακής και της Δευτέρας ήταν απλώς ένα επεισόδιο (που τελικά μπορεί να αποδειχθεί κι ασήμαντο). Τα αποτελέσματά τους λογικά. Η δυσαρέσκεια των εξουσιαζόμενων με τέτοιους τρόπους συνήθως εκδηλώνεται: είτε διαλέγοντας έναν «ειλικρινή» εξουσιαστή που προβάλλει το προσωπείο του φιλολαϊκού είτε ένα κομμάτι τρελό «παιδί του λαού», χωρίς απαραίτητα συγκροτημένη άποψη για το τι πρέπει και μπορεί να γίνει, αλλά με λογικοφανείς εξηγήσεις για τα δεινά της εποχής.

Και για την Ελλάδα δεν υπάρχει κάποιο ηθικό δίδαγμα απ’ όλη αυτήν την ιστορία; Υπάρχει ή μάλλον υπάρχουν. Το πρώτο είναι ότι ακόμη και σ’ αυτό το χάος οι Ιταλοί πολιτικοί αποδεικνύονται είτε πιο επιδέξιοι κι «αυθεντικοί» από τους Έλληνες είτε πιο σοβαροί, είτε (συνήθως) και τα δύο μαζί. Και το δεύτερο δεν είναι άλλο από το ότι καλά κάνουμε και ασχολούμαστε με τις εξελίξεις στην Ιταλία. Αν αναζητούμε πρότυπα και παραδείγματα για να βελτιώσουμε τη χώρα μας πρέπει καταρχήν να ψάξουμε σε αυτό που είναι πιο κοντά σε μας από άποψη νοοτροπίας και κοινωνικών δομών. Μέχρι την Ιταλία και τη Γαλλία, χοντρικά. Για να πετύχει η μεταμόσχευση πρέπει να υπάρχει συμβατότητα μεταξύ δότη και λήπτη. Γιατί, όταν ακούτε κάποιον να σας εξηγεί για τα προτερήματα του φινλανδικού εκπαιδευτικού συστήματος ή σας υπόσχεται να σας κάνει «Δανία του Νότου», να ξέρετε ότι παίζουν και δύο επικίνδυνα ενδεχόμενα. Είτε να είναι βαθιά νυχτωμένος είτε να σας παραμυθιάζει απλώς, διότι στην πραγματικότητα δεν θέλει να αλλάξει απολύτως τίποτε.

Advertisements

Άσχετοι, οκνηροί, ιδεοληπτικοί;

Στη Βουλή συζητείται το τελευταίο νομοσχέδιο περί ναρκωτικών. Μία από τις άσχετες με το βασικό αντικείμενο του νόμου διατάξεις φαίνεται ότι προκάλεσε αναταραχή στο ελληνικό κοινοβούλιο. Όπως διαβάζουμε στο ΒΗΜΑ πρόκειται, λέει, για την «υποχρέωση του Αρείου Πάγου και του Συμβουλίου της Επικρατείας να «αναψηλαφούν» αποφάσεις τους για τις οποίες εκφράζουν ενστάσεις τα ευρωπαϊκά δικαστήρια…
Όπως είπε ο εισηγητής της ΝΔ κ. Αν. Νεράντζης το κόμμα του θα καταψηφίσει τα άρθρα «με τα οποία καθιερώνεται δικαίωμα ασκήσεως αναψηλαφήσεως σε κάποιον που πήγε στο ευρωδικαστήριο και αυτό αποφάσισε ότι η απόφαση του Άρειου Πάγου δεν τήρησε τους όρους περί δίκαιης δίκης». Εκ μέρους των Ανεξάρτητων Ελλήνων η κυρία Χρυσούλα Γιαταγάνα ανέφερε ότι με το συγκεκριμένο νομοσχέδιο «μετατρέπουν τα εθνικά μας δικαστήρια σε επαρχιακά δικαστήρια της ευρωπαϊκής ένωσης»…
Ο κ. Ρουπακιώτης δεν άφησε αναπάντητα τα πυρά που δέχθηκε και «ξεσπώντας» είπε στους βουλευτές της ΝΔ: «Από την στιγμή που προσχωρήσαμε στην Ευρωπαϊκή Ένωση ένα μέρος της εθνικής μας ανεξαρτησίας εκχωρήθηκε. Από την στιγμή που συμμετέχουμε σε ευρωπαϊκούς θεσμούς ένα μέρος της εθνικής μας κυριαρχίας εκχωρήθηκε. Φτάσαμε στο σημείο να προσδεθούμε στις απαιτήσεις των δανειστών μας, υπαχθήκαμε σε μια σύμβαση με το πιο σκληρό Δίκαιο…»».

Είναι ακριβώς η στιγμή που κάποιος με στοιχειώδεις γνώσεις νομικής ψάχνει για τα χάπια του ή αναρωτιέται μήπως έφτασε η ώρα να πηδήξει απ’ το παράθυρο. Διότι τι καταλαβαίνετε εσείς διαβάζοντας το άρθρο και τις δηλώσεις Νεράντζη (δικηγόρος), Γιαταγάνα (πρώην δικαστικός), Ρουπακιώτη (τ. πρόεδρος του ΔΣΑ); Ότι κάτι συμβαίνει και πρέπει να έχει σχέση με τα «ευρωπαϊκά δικαστήρια», γενικά κι αόριστα (μάλλον αυτό της ΕΕ πρέπει να εννοούν), κι ότι αυτοί οι κακοί Ευρωπαίοι θέλουν ν’ αναμειχθούν και στα δικαστικά μας πράγματα κι ούτε την ελευθερία του ΑΠ και του ΣτΕ δεν σέβονται. Κι εννοείται ότι όλα τούτα δεν μπορεί, «στα Μνημόνια θα οφείλονται»…

Έ, πριν ξαναβγάλετε το γιαταγάνι από τη θήκη δείτε και την επίμαχη διάταξη. Πρόκειται για το άρθρο 69Α που φέρει τον τίτλο
«Αίτηση επανάληψης της διαδικασίας» και προβλέπει τα εξής:

«1. Δικαστική απόφαση, για την οποία κρίθηκε με απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου ότι εκδόθηκε κατά παραβίαση δικαιώματος που αφορά το δίκαιο χαρακτήρα της διαδικασίας που τηρήθηκε ή διάταξης ουσιαστικού δικαίου της Σύμβασης, υπόκειται σε αίτηση επανάληψης της διαδικασίας ενώπιον του δικαστηρίου που την εξέδωσε.
2. Δικαίωμα να ασκήσουν την κατά την προηγούμενη παράγραφο αίτηση έχουν όσοι διατέλεσαν διάδικοι στη δίκη ενώπιον του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου ή οι κάθε είδους καθολικοί ή ειδικοί διάδοχοί τους, εφόσον έχουν έννομο συμφέρον...».

Η διάταξη, λοιπόν, αφορά τις αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (κι όχι βέβαια το Δικαστήριο της ΕΕ ούτε «τα ευρωπαϊκά δικαστήρια», γενικά κι αόριστα) και δίνει τη δυνατότητα επανάληψης της διαδικασίας οσάκις το δικαστήριο του Στρασβούργου έκρινε ότι υπήρξε παραβίαση της ΕΣΔΑ. Παρέχει δηλαδή τη δυνατότητα εξάλειψης του παράδοξου να εξακολουθεί να υπάρχει ελληνική δικαστική απόφαση αντίθετη προς αυτήν του ΕΔΔΑ, προς μεγάλη προφανώς ζημία του προσφεύγοντος που δικαιώθηκε από το δεύτερο. Απολύτως λογικά πράγματα. Άλλωστε την ΕΣΔΑ την έχουμε κυρώσει από τις 28.11.1974. Μήπως επιθυμεί η ΝΔ (ή οι ΑνεξΕλ) να ζητήσει ευθύνες από την τότε κυβέρνηση… του Κων/νου Καραμανλή;  🙂

Όπως αντιλαμβάνεστε οι δηλώσεις που παραθέσαμε παραπάνω φλερτάρουν με το τραγικό… ή με την αξεπέραστη κωμωδία, θέμα γούστου είναι αυτό. Και καλά, ας μην πιαστούμε από το λεπτό ζήτημα της διάκρισης μεταξύ αναψηλάφησης και επανάληψης της διαδικασίας. Άντε να μη συζητήσουμε το θέμα των σχέσεων εθνικών δικαστηρίων και δικαιοδοτικών οργάνων διεθνών οργανισμών και υπερεθνικών ενώσεων. Να μην έχουν αντιληφθεί π.χ. Νεράντζης και Γιαταγάνα ούτε καν ότι πρόκειται για το ΕΔΔΑ και την ΕΣΔΑ και αντ’ αυτού να λένε ασυναρτησίες επιπέδου αποφοίτου δημοτικού; Δεν διάβασαν καν το νομοσχέδιο (η διάταξη δεν είναι ούτε στρυφνή ούτε δυσνόητη, ούτε τίποτε); Ή η ιδιότητα του πολιτικού τους επιτρέπει να λένε ό,τι τους καπνίσει, ξεχνώντας την όποια επιστημονική τους κατάρτιση; Να μιλήσουμε για τον κομπογιαννίτικο νομικό (κι όχι μόνο) εθνικισμό τους που δεν τους επιτρέπει καν να υποψιασθούν πόσο σημαντική είναι η ύπαρξη αυτών των διεθνών δικαιοδοτικών οργάνων; Όσο για τον συμπαθή Υπουργό Δικαιοσύνης μίλησε κι αυτός εκτός θέματος, σαν να αφορά η διάταξη το ΔΕΕ, τη συμμετοχή μας στην Ένωση και τις συμβάσεις δανειακής διευκόλυνσης. Γιατί; Μήπως ξέχασε να διαβάσει κι αυτός το νομοσχέδιο που έφερε προς ψήφιση;  😉

Περιμένετε μετά κάτι καλό με το συγκεκριμένο ανθρώπινο δυναμικό; Βρεθήκαμε να παίζουμε στο Τσάμπιονς Ληγκ με υλικό τοπικού ερασιτεχνικού… Δεν μας σώζει τίποτε! [καλά, εντάξει, ίσως ο Φάμπρι άμα μείνει ελεύθερος από τον ΠΑΟ] 😉

[Δημοσιεύθηκε στο Facebook, στις 13 Φεβρουαρίου 2013]

Νομικός πολιτισμός

Γεράρδου Δαυίδ "Η Απόφαση του Καμβύση"

Γεράρδου Δαυίδ «Η Απόφαση του Καμβύση»

Γλώσσα με τρισχιλιετή και βάλε παράδοση η ελληνική, αλλά φευ δεν γνωρίζει να διακρίνει μεταξύ culture και civilisation. Κι έτσι, άγαρμπα κάπως, είπαμε κι εμείς να μιλήσουμε για «νομικό πολιτισμό». Μα το μικρό γλωσσικό πρόβλημα ευχερώς ξεπεράσθηκε, θαρρώ. Κορώνα στο κεφάλι μας βάλαμε τον νομικό πολιτισμό. Και οι αρχές και οι θεσμοί μας πορεύονται με την ΕΣΔΑ για ευαγγέλιο. Ευτυχώς! Μικρές μονάχα θα είναι οι εκπτώσεις από το ιδανικό αυτό. Για την πάταξη της ανομίας, βεβαίως. Και οσάκις αυτή δεν εκπορεύεται από «δικούς μας ανθρώπους», φυσικά. Κι έτσι θα προχωρήσουμε στην πραγμάτωση όλων των ιδανικών, Με τον όχλο να επικροτεί, ζητώντας τη δικαία τιμωρία (αρκεί μονάχα ο εγκληματίας να μην βρισκόταν κοντά μας ιδεολογικώς, διότι τότε αποθέωση τού πρέπει). Όλα καλώς καμωμένα! Βρισκόμαστε στο σωστό δρόμο. Ας χαρούμε την επιστροφή στις δεκαετίες του ’50 και του ’60! Κι όλοι αυτοί που κατηγορούσαν την Ελλάδα για «τελευταίο σοβιετικό κράτος» θα χαρούν να δουν την προφητεία τους να εκπληρώνεται, έστω και μερικώς και παραδόξως. Αλλωστε τα στρατόπεδα «αναμόρφωσης» είτε είναι ξερονήσια είτε γκουλάγκ δεν διαφέρουν. Για κάποιους το σημαντικό δεν είναι η ύπαρξή τους… αλλά η ταυτότητα των εγκλείστων τους. Με τις υγείες μας, πατριώτες!

[Δημοσιεύθηκε στο Facebook, στις 2 Φεβρουαρίου 2013]