Θύματα του… Κιουτσούκ-Καϊναρτζή

Τάταροι συγκρούονται με δυνάμεις της Πολωνολιθουανικής Κοινοπολιτείας, πιθανώς στα μέα του 17ου αιώνα - πίνακας του Πολωνού Γιούλιους Κόσσακ 19ος αι.

Τάταροι συγκρούονται με δυνάμεις της Πολωνολιθουανικής Κοινοπολιτείας, πιθανώς στα μέσα του 17ου αιώνα – πίνακας του Πολωνού Γιούλιους Κόσσακ 19ος αι.

Η Ιστορία των Τατάρων της Κριμαίας αποτελεί μάλλον τυπική περίπτωση εθνότητας που υπήρξε κυρίαρχη σε ορισμένο τόπο, πριν βρεθεί στη θέση του υποτελούς.

Η εθνογένεσή τους και η δημιουργία του χανάτου τους συνιστούν μακρόχρονες διαδικασίες που ξεκινούν στα τέλη του 13ου αιώνα (όταν κάποιες τουρκόφωνες φυλές που βρίσκονται υπό την κυριαρχία της μογγολικής Χρυσής Ορδής μετακινούνται προς δυσμάς), για να αποκρυσταλλωθούν κατά τη διάρκειά του 15ου. Η ανθρώπινη πρώτη ύλη της εθνογένεσης είναι οι Τούρκοι Κιπτσάκ, γνωστοί μας και με τα ονόματα Κουμάνοι ή Πολοφτσοί, που αφομοιώνουν στο πέρασμά τους στοιχεία από το εθνοτικό μωσαϊκό των περιοχών που κατακτούν. Τρία είναι τα κύρια χαρακτηριστικά αυτής της διαδικασίας: η σταδιακή απεξάρτηση από τη Χρυσή Ορδή, η εγκατάλειψη του σαμανισμού/ ανιμισμού και ο συνακόλουθος εξισλαμισμός, η εκδίωξη των τελευταίων δυνάμεων που ασκούσαν κάποια μορφή κυριαρχίας σε εδάφη της Κριμαίας, δηλαδή των Βυζαντινών και των Γενουατών.

Τάταρος έφιππος τοξότης (σχέδιο του Βάτσουαφ Παβλίσακ, 1866-1905)

Τάταρος έφιππος τοξότης (σχέδιο του Βάτσουαφ Παβλίσακ, 1866-1905)

Περίπου το 1420, οι Τάταροι της Κριμαίας κάλεσαν τον Χατζί Γκιράι, έναν τσενγκισχανίδη που ζούσε εξόριστος στη Λιθουανία, να διοικήσει την περιοχή και του έδωσαν τον τίτλο του χάνου. Η δυναστεία των Γκιράι επρόκειτο να ηγεμονεύσει στο κριμαϊκό χανάτο για τους επόμενους τρεις και πλέον αιώνες. Η εγκαθίδρυσή της οφείλει πολλά σε παιχνίδια συμμαχιών με τις μεγάλες δυνάμεις του ισλάμ και πιο συγκεκριμένα στην υποστήριξη της ανερχόμενης Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Οι Οσμανλήδες καθίστανται επικυρίαρχοι του χανάτου της Κριμαίας. Ενώ, όμως, έχουν λόγο στη διαδοχή (που κατά κανόνα προκαλεί διαμάχες κι εμφύλιους πολέμους μεταξύ των Τατάρων), η εποπτεία τους είναι μάλλον χαλαρή κι επιτρέπει στο χανάτο να ασκεί πραγματικά ανεξάρτητη εξωτερική πολιτική.

Μπαχτσίσαράυ: τα ανάκτορα των χάνων της Κριμαίας

Ο 16ος αιώνας συνιστά το απόγειο της ισχύος του Χανάτου της Κριμαίας που εμφανίζεται ως νόμιμος κυρίαρχος των ισλαμικών περιοχών της ανατολικής Ευρώπης και ειδικά του Χανάτου του Καζάν, ενώ ταυτόχρονα πλουτίζει από το εμπόριο σκλάβων. Το 1571 οι ταταρικές δυνάμεις του Ντεβλέτ Α΄ Γκιράι λεηλατούν τη Μόσχα του Ιβάν Δ΄ του Τρομερού κι επιστρέφουν στην Κριμαία με δεκάδες χιλιάδες σκλάβους. Την επόμενη χρονιά, όμως, συντρίβονται από τον στρατό της Μοσχοβίας στη Μάχη του Μολοντί. Από το σημείο αυτό και πέρα, η ισορροπία δυνάμεων αντιστρέφεται προς όφελος των Ρώσων και ξεκινά περίοδος παρακμής για το ταταρικό χανάτο, παρακμή την οποία εντείνει η ταυτόχρονη εξασθένιση της μεγάλης προστάτιδας, της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Ο τσάρος Ιβάν Δ΄ ο Τρομερός συγχαίρει τον πρίγκιπα Μιχαήλ Ιβάνοβιτς Βοροτίνσκι για τη νίκη του στη Μάχη του Μολοντί.

Ο τσάρος Ιβάν Δ΄ ο Τρομερός συγχαίρει τον πρίγκιπα Μιχαήλ Ιβάνοβιτς Βοροτίνσκι για τη νίκη του στη Μάχη του Μολοντί.

Το χανάτο της Κριμαίας θα εξακολουθήσει να έχει σημαντικό ρόλο στα πράγματα της Ανατολής και τον 17ο αιώνα. Την εποχή της εξέγερσης του Μπογκντάν Χμελνίτσκι θα συνταχθούν με τους Κοζάκους εναντίον των Πολωνών, συμβάλλοντας καθοριστικά στην επικράτηση των πρώτων στη μάχη του Ζόφτι Βόντι (1648), πριν αλλάξουν στρατόπεδο πληροφορούμενοι τη συμμαχία του αταμάνου των Κοζάκων με τους Ρώσους. Ωστόσο η δύναμή του αδυνατίζει όλο και περισσότερο την ώρα που οι αντίπαλοί του ενισχύονται. Η παρακμή δεν είναι αναστρέψιμη.

Σαχίν Γκιράι, ο τελευταίος Τάταρος Χάνος της Κριμαίας

Σαχίν Γκιράι, ο τελευταίος Τάταρος Χάνος της Κριμαίας

Η τελευταία πράξη του δράματος ξεκινά με τον Ρωσοτουρκικό Πόλεμο του 1768-1774. Με τη Συνθήκη του Κιουτσούκ-Καϊναρτζή η τσαρική Ρωσική Αυτοκρατορία αναγνωρίζεται ως επικυρίαρχος της Κριμαίας. Λίγο αργότερα, το 1783, κι εκμεταλλευόμενη μιαν ακόμη εμφύλια σύγκρουση για τη διαδοχή στο χανάτο, η Αικατερίνη Β΄ εύρισκε την ευκαιρία για να προσαρτήσει οριστικά κι αμετάκλητα την Κριμαία στην αυτοκρατορία της. Ο τελευταίος χάνος της Κριμαίας, ο Σαχίν Γκιράι, τελείωνε άδοξα τη σταδιοδρομία του, εξόριστος στη Ρόδο (εκτελέστηκε από τους Οθωμανούς ως προδότης). Οι Τάταροι υποβιβάζονταν από τη θέση της κυρίαρχης εθνότητας σ’ εκείνην της υποτελούς, ενώ η περιοχή τους αποικίζονταν από Ρώσους, Ουκρανούς, Γερμανούς κι Έλληνες του Πόντου.

Τάταρος μουλάς (από το βιβλίο του Γκούσταφ-Τέοντορ Πάουλι "Εθνογραφική περιγραφή των λαών της Ρωσίας", Πετρούπολη 1862)

Τάταρος μουλάς (από το βιβλίο του Γκούσταφ-Τέοντορ Πάουλι «Εθνογραφική περιγραφή των λαών της Ρωσίας», Πετρούπολη 1862)

Περίπου 160 χρόνια αργότερα, εν μέσω του γερμανοσοβιετικού πολέμου, ορισμένες ταταρικές ελίτ έκριναν ότι συντασσόμενοι με τους Γερμανούς κατακτητές θα μπορούσαν να βελτιώσουν τη θέση της εθνότητάς τους. Η συνεργασία αυτή είχε πολύ ακριβό τίμημα. Στις 11 Μαΐου 1944, μόλις δύο ημέρες μετά την ανακατάληψη της Σεβαστούπολής και την ολοκλήρωση της απελευθέρωσης της Κριμαίας, η κυβερνητική επιτροπή άμυνας της ΕΣΣΔ αποφασίζει την εκτόπιση του συνόλου του ταταρικού πληθυσμού της Κριμαίας λόγω συνεργασίας με τον εχθρό και τη μεταφορά του στην Κεντρική Ασία (κυρίως στο Ουζμπεκιστάν)! Η διαταγή θα εκτελεστεί μέσα σε τρεις ημέρες (18-21 Μαΐου) με τον γνωστό ζήλο (και την επίσης συνήθη έλλειψη προγραμματισμού). Με την ολοκλήρωση της επιχείρησης ποσοστό μεγαλύτερο του 40 % των εκτοπισμένων θα έχει χάσει τη ζωή του.

Η ιστορία των Τάταρων της Κριμαίας δεν διαφέρει ουσιωδώς από εκείνη μιας σειράς εθνοτήτων της ΕΣΣΔΑ που κατηγορήθηκαν για συνεργασία με τον εχθρό. Καλμούκοι, Βαλκάριοι, Καρατσάι, Τσετσένοι, Γερμανοί του Βόλγα. Η εθνότητά τους αποκαταστάθηκε συλλογικά από την κατηγορία το 1967 (οι Γερμανοί του Βόλγα είχαν αποκατασταθεί το 1964). Σε αντίθεση με άλλες εθνότητες δεν τους επετράπη να επιστρέψουν στα πατρογονικά εδάφη τους παρά μόνον στα χρόνια της διακυβέρνησης Γκορμπατσόφ (στους Γερμανούς του Βόλγα δεν επετράπη ποτέ κάτι τέτοιο).

Η τραγική ειρωνία συνίσταται στο ότι η μοίρα των Τατάρων δεν θα άλλαζε κατ’ ανάγκη αν στον πόλεμο επικρατούσαν οι Ναζί! Η Κριμαία αποτελούσε ξεχωριστή περίπτωση για τους Γερμανούς: ολόκληρος ο πληθυσμός της θα εκτοπιζόταν, ακόμη κι οι Τάταροι που είχαν συνεργαστεί με ζήλο με τους κατακτητές, προκειμένου η χερσόνησος να μετατραπεί σε γερμανική Ριβιέρα (ως κι ο ίδιος ο Χίτλερ ονειρευόταν να περάσει την εποχή της σύνταξής του σε κάποια έπαυλη της Κριμαίας!). Για να θεμελιωθεί η διεκδίκηση, ο θεωρητικός του ναζιστικού καθεστώτος Άλφρεντ Ρόζενμπεργκ υποστήριζε ότι η Κριμαία ήταν περιοχή που ανήκε στο παρελθόν στους Γότθους: για τον λόγο αυτό, άλλωστε, θα μετονομαζόταν σε Gotenland!

Οι σχέσεις εξουσιαστών κι εξουσιαζομένων είναι πάντα σκληρές κι αμείλικτες, κατά μείζονα λόγο όταν ερμηνεύονται με όρους εθνοτικούς. Και γίνονται ακόμη πιο απάνθρωπες στα χρόνια των πολέμων.

Και, τελικά, αν οι αντιπαραθέσεις των ισχυρών φέρνουν κάποτε στην επιφάνεια τις εθνικές τραγωδίες ορισμένων, υπάρχουν πάντα ιστορίες που δεν θα τις διηγηθεί ποτέ κανείς. Όπως αυτή των Ρομά της Κριμαίας που για αιώνες υπήρξαν οι βοσκοί και οι τεχνίτες των Τάταρων κυρίαρχων. Η ιστορία τους, όμως, δεν ενδιαφέρει, κατά πως φαίνεται, κανέναν.

Μπουλγκάκοφ και Σίμονοφ – Βίοι όχι ακριβώς παράλληλοι

Νεανική φωτογραφία του Μ. Α. Μπουλγκάκοφ

Νεανική φωτογραφία του Μ. Α. Μπουλγκάκοφ

Ο Κ. Μ. Σίμονοφ στα χρόνια του Μεγάλου Πατριωτικού Πολέμου

Ο Κ. Μ. Σίμονοφ στα χρόνια του Μεγάλου Πατριωτικού Πολέμου

I. Ο Μιχαήλ Αφανάσιεβιτς Μπουλγκάκοφ ήταν μάλλον δυστυχισμένος άνθρωπος. Εκεί που το είχε σχεδόν βέβαιο πως με το έργο του θα καθιερωνόταν στο λογοτεχνικό στερέωμα ως ο Μεγάλος Ρώσος Λογοτέχνης του 20ού αιώνα, διαπίστωνε πως είχε λογαριάσει δίχως τη λογοκρισία. Ό,τι και να έδινε κρινόταν ακατάλληλο προς δημοσίευση. Μα είναι αλήθεια πως κι αυτός ο ίδιος, ο πρώην στρατιωτικός ιατρός από το Κίεβο με το μονόκλ, το παπιγιόν και την εμφάνιση εν γένει αστού δανδή, δεν βοηθούσε ιδιαίτερα την υπόθεσή του.

Το πρώτο του μυθιστόρημα έφερε τον εύγλωττο τίτλο «Η Λευκή Φρουρά» . Πραγματευόταν τα δραματικά γεγονότα στο Κίεβο κατά το χρονικό διάστημα 1918-1920, όταν η ουκρανική πρωτεύουσα είχε αλλάξει χέρια τουλάχιστον δεκαπέντε φορές. Το έργο αυτό, διασκευασμένο σε θεατρικό υπό τον τίτλο «Ημέρες των Τουρμπίν», ανέβηκε το 1926 στο Θέατρο Τέχνης της Μόσχας, σκηνοθετημένο από τον μεγάλο Στανισλάφσκι. Αποθεώθηκε από το κοινό, αλλά η καθεστωτική κριτική υπήρξε λυσσαλέα: «έργο αστικής ηθικής και ιδεολογίας», «αντεπαναστατικό, εξιδανικεύει τους Λευκούς». Ο ίδιος ο Στάλιν το επέκρινε δημόσια (μολονότι το είχε παρακολουθήσει δεκαπέντε φορές!), ενώ τελικά το θεατρικό χαρακτηρίσθηκε κι επίσημα ως απαγορευμένο.

Από το ανέβασμα του θεατρικού του Μπουλγκάκοφ «Ημέρες των Τουρμπίν» στο Θέατρο Τέχνης της Μόσχας

Από το ανέβασμα του θεατρικού του Μπουλγκάκοφ «Ημέρες των Τουρμπίν» στο Θέατρο Τέχνης της Μόσχας

Ο Μπουλγκάκοφ είχε πλέον απογοητευτεί. Άρχισε να εκφράζει τη δυσαρέσκειά του φωναχτά σε φίλους και γνωστούς και να διατείνεται ότι ίσως να ήταν καλύτερα να πάει να ζήσει κάπου αλλού, σε κάποια χώρα όπου τουλάχιστον τα βιβλία του θα δημοσιεύονταν κι η αξία του ίσως και να αναγνωριζόταν. Και κάποια ημέρα χτυπά το τηλέφωνο και στην άλλη άκρη της γραμμής είναι ο Ιωσήφ Βησσαριόνοβιτς αυτοπροσώπως!

«- Τι πληροφορούμαι, πολίτη Μπουλγκάκοφ! Μα, επιθυμείτε στ’ αλήθεια να εγκαταλείψετε τη Σοβιετική Ένωση;

Η αλήθεια είναι πως ένας Ρώσος συγγραφέας δεν μπορεί να ζήσει μακριά από την πατρίδα του.

Ά, πολύ ωραία, Μπουλγκάκοφ. Πολύ ωραία! Λοιπόν, ακούστε τι θα γίνει. Θα δουλέψετε και πάλι στο Θέατρο Τέχνης ως βοηθός σκηνοθέτη, ίσως κι αλλού ως λιμπρετίστας για όπερες. Για τη δημοσίευση των έργων σας, θα δούμε εν καιρώ.»

Ι. Β. Στάλιν

Ι. Β. Στάλιν

Ο Στάλιν τήρησε την υπόσχεσή του κι ίσως έκανε και κάτι παραπάνω. Την παραμονή των Χριστουγέννων του 1931, παρακολουθεί μαζί με την ακολουθία του, στο Θέατρο Τέχνης της Μόσχας και σε ειδική παράσταση, το θεατρικό του Αλεξάντρ Νικολάγεβιτς Αφινογκένοφ «Ο Φόβος». Ο συγγραφέας είναι ένθερμος κομμουνιστής, υπόδειγμα προλετάριου λογοτέχνη κι αγαπημένος του καθεστώτος. Το συγκεκριμένο έργο θα χαρακτηρισθεί ως το αριστούργημά του.

Ο Γεωργιανός δικτάτορας, όμως, έχει άλλη άποψη. Το έργο δεν του αρέσει καθόλου. Απόλυτο φέσι. Υπόδειγμα βαρεμάρας κι έλλειψης έμπνευσης. Γυρίζει και λέει στους υπεύθυνους του θεάτρου: «Εντελώς απογοητευτικό. Απαράδεκτο! Πρέπει να σας θυμίσω ότι έχετε στο ρεπερτόριό σας ένα εξαιρετικό έργο, τις Ημέρες των Τουρμπίν του Μπουλγκάκοφ. Γιατί δεν το ανεβάζετε ξανά

Στις 15 Ιανουαρίου 1932, η διεύθυνση του θεάτρου γνωστοποιούσε στον έκπληκτο Μπουλγκάκοφ ότι οι «Ημέρες των Τουρμπίν» θα ανέβαιναν ξανά. Οι παραστάσεις στη Μόσχα επρόκειτο να συνεχιστούν για εννέα ολόκληρες σαιζόν (χωρίς να λάβουμε υπόψη τις πολυάριθμες περιοδείες στην επαρχία).

Ως εκεί, όμως…

II. Νεότερος κατά 24 χρόνια του Μπουλγκάκοφ, ο Κονσταντίν Μιχάιλοβιτς Σίμονοφ (που οι γονείς του τον είχαν βαφτίσει Κύριλλο) ήταν παιδί ευγενών. Τα ίχνη του πατέρα του, ανώτατου αξιωματικού του τσαρικού στρατού, χάθηκαν κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1920 κάπου στην Πολωνία, εκεί όπου είχε καταφύγει συμμετέχοντας, κατά πάσα πιθανότητα, στις προσπάθειες ανατροπής του καθεστώτος των Μπολσεβίκων. Ο ευφυής νεαρός Σίμονοφ είχε βάλει σκοπό του όχι απλώς να ενταχθεί στη σοβιετική κοινωνία, αλλά να πετύχει πραγματικά στη ζωή του. Για τον λόγο αυτό, παρά τις έντονες αντιδράσεις της μητέρας και των συγγενών του, αποφάσισε να γραφτεί σε νυχτερινό τεχνικό λύκειο και να δουλεύει τα πρωινά σε εργοστάσιο. Μόνον έτσι θα μπορούσε να φοιτήσει σε κάποια από τις επίλεκτες πανεπιστημιακές σχολές, όπως στη φημισμένη Κρατική Σχολή Λογοτεχνίας της Μόσχας, στην οποία κι έγινε αργότερα δεκτός. Γνώριζε πολύ καλά πως για να παραμείνει μέλος της ελίτ θα έπρεπε να αλλάξει ταξική ταυτότητα κι από αριστοκράτης να μεταμορφωθεί σε προλετάριος, έστω και μόνο για τους τύπους.

Κ. Μ. Σίμονοφ «Οι Ζωντανοί και οι Νεκροί (Живые и мёртвые)»

Κ. Μ. Σίμονοφ «Οι Ζωντανοί και οι Νεκροί (Живые и мёртвые)»

Στις δεκαετίες του 1940 και του 1950 ο Σίμονοφ υπήρξε ο δημοφιλέστερος Σοβιετικός λογοτέχνης. Το ποίημά του «Περίμενέ με» («Жди меня») έγινε το αγαπημένο των ανδρών του Κόκκινου Στρατού που πολέμησαν τους Γερμανούς εισβολείς. Αρκετά αργότερα, με το μυθιστόρημά του «Οι Ζωντανοί και οι Νεκροί» («Живые и мёртвые») κατόρθωσε να περιγράψει με τον πιο γλαφυρό τρόπο τα χρόνια του Μεγάλου Πατριωτικού Πολέμου. Την εποχή του ταραχώδους γάμου του με τη δημοφιλέστατη ηθοποιό Βαλεντίνα Σερόβα, ενσάρκωσε μαζί με την τότε σύζυγό του το απόλυτο glamour της σταλινικής ΕΣΣΔ. Ισχυρός άνδρας της Εταιρίας Σοβιετικών Λογοτεχνών κι αρχισυντάκτης διάφορων λογοτεχνικών εντύπων, ο Σίμονοφ, χάρη και στις διασυνδέσεις του με το καθεστώς και την προσωπική φιλία του με τον Στάλιν, είχε τεράστια δύναμη.

III. Ο Μπουλγκάκοφ δούλευε και ξαναδούλευε το μυθιστόρημα που επρόκειτο να είναι το τελευταίο του. Τα χειρόγραφα της πρώτης εκδοχής του έργου αυτού κατέληξαν στη σόμπα του μοσχοβίτικου διαμερίσματος του λογοτέχνη. Ακολούθησαν άλλες τρεις. Την τελευταία από αυτές ο Μπουλγάκοφ πάσχιζε να την τελειοποιήσει σχεδόν μέχρι τον πρόωρο θάνατό του, το 1940, από κάποια εκφυλιστική πάθηση των νεφρών. Την τελική μορφή του μυθιστορήματος τη χρωστάμε μάλλον στη χήρα του λογοτέχνη, τη Γελένα Σεργκέγεβνα Μπουλγκάκοβα (Σιλόφσκαγια).

Ο Μ. Α. Μπουλγκάκοφ το 1926

Ο Μ. Α. Μπουλγκάκοφ το 1926

Μετά από αυτό, τα χειρόγραφα του μυθιστορήματος, που έφεραν πάνω τους τα ίχνη της μορφίνης, εξάρτηση στην οποία είχε ξανακυλήσει ο λογοτέχνης στην προσπάθειά του να απαλύνει τους πόνους της αρρώστιάς του, ξαναμπήκαν στα συρτάρια του γραφείου του εκλιπόντος όπου και θα παρέμεναν για πολλά χρόνια. Είναι αλήθεια πως το βιβλίο δεν είχε ουσιαστικές ελπίδες δημοσίευσης στη σταλινική ΕΣΣΔ. Χωρίς να είναι ευθέως ανατρεπτικό, «Ο Μαιτρ και η Μαργαρίτα» («Мастер и Маргарита») ήταν ένα μυθιστόρημα αρκετά παράξενο, υπερβολικά ελαφρύ και ταυτόχρονα υπερβολικά σοβαρό για τις καθεστωτικές αντιλήψεις: ο διάβολος ο ίδιος επισκέπτεται μαζί με την ακολουθία του τη σταλινική Μόσχα κι αναστατώνει τους λογοτεχνικούς κύκλους της. Όλα αυτά μέχρι να προσελκύσει στον ιστό των δαιμονικών σχεδίων του την όμορφη και μυστηριώδη Μαργαρίτα και τον παράνομο έρωτά της, έναν περιθωριακό διανοούμενο που εκείνη αποκαλεί Μαιτρ κι ο οποίος έχει γράψει ένα μυθιστόρημα με θέμα τον Πόντιο Πιλάτο. Στο επίκεντρο του έργου βρίσκονται οι βασανιστικές ασάφειες της ηθικής και της επιλογής ανάμεσα στο καλό και το κακό.

Η Γ. Σ. Μπουλγκάκοβα (ίσως το πρότυπο για τη Μαργαρίτα του μυθιστορήματος) σε φωτογραφία του 1928

Η Γ. Σ. Μπουλγκάκοβα (ίσως το πρότυπο για τη Μαργαρίτα του μυθιστορήματος) σε φωτογραφία του 1928

IV. Από τη δεκαετία του 1960 κι έπειτα, ο Σίμονοφ έβαλε σκοπό να εξοφλήσει τους λογαριασμούς του με τη ζωή, να εξιλεωθεί για όλους τους συμβιβασμούς που είχε κάνει στα χρόνια του σταλινισμού προκειμένου να παραμείνει επιτυχημένος κι ισχυρός. Πάσχιζε για την έκδοση απαγορευμένων βιβλίων, βοηθούσε οικονομικά συγγραφείς που είχαν υποστεί διώξεις από το καθεστώς. Όταν το 1965 οι φίλοι του διοργάνωσαν επίσημη τελετή για τον εορτασμό των 50ών γενεθλίων του, ο Σίμονοφ ανέβηκε στο βήμα κι εκφώνησε τον παρακάτω λόγο:

«Σε τέτοιες περιστάσεις, όταν κάποιος συμπληρώνει πενήντα χρόνια ζωής, είναι φυσικό οι άνθρωποι να θυμούνται κυρίως τα καλά που έχει κάνει. Θα ήθελα απλώς να πω στους παριστάμενους, στους συντρόφους μου που ήρθαν, ότι ντρέπομαι για πολλά από όσα έχω κάνει στη ζωή μου, να πω ότι δεν ήταν καλά όλα όσα έχω κάνει, το γνωρίζω, και να πω ότι δεν συμπεριφέρθηκα πάντα σύμφωνα με τις υψηλότερες ηθικές αρχές, ούτε τις πολιτικές ή τις ανθρώπινες. Υπάρχουν στη ζωή μου πράγματα που δεν τα θυμούμαι με ικανοποίηση, περιπτώσεις στις οποίες δεν ενήργησα με αρκετή θέληση, με αρκετό θάρρος. Το γνωρίζω. Και δεν τα λέω όλα αυτά με σκοπό κάποιας μορφής εξιλέωση, γιατί αυτή είναι προσωπική υπόθεση ενός ανθρώπου, αλλά απλώς επειδή όταν κάποιος θυμάται θέλει να αποφύγει την επανάληψη των ιδίων σφαλμάτων. Θα προσπαθήσω να μην τα επαναλάβω. Από εδώ και πέρα, όποιο κι αν είναι το κόστος, δεν θα επαναλάβω τους ηθικούς συμβιβασμούς που κάποτε έκανα

Ο Κ. Μ. Σίμονοφ σε ώριμη ηλικία

Ο Κ. Μ. Σίμονοφ σε ώριμη ηλικία

V. Η Γελένα Μπουλγκάκοβα γνώριζε προσωπικά τον Σίμονοφ (και πιο πριν τη μητέρα του συγγραφέα). Το 1956 τον όρισε υπεύθυνο για τη διαχείριση του αρχείου του εκλιπόντος συζύγου της. Δέκα χρόνια αργότερα, ο Σίμονοφ αποφάσισε ότι ήταν καιρός να κάνει ό,τι ήταν δυνατό για να επιτύχει τη δημοσίευση του «Μαιτρ και Μαργαρίτα». Έπεισε πρώτα τη χήρα του Μπουλγκάκοφ να δεχτεί ενδεχόμενες περικοπές που θα επέβαλλε η λογοκρισία. Έπειτα, έδωσε τα χειρόγραφα στη δεύτερη από τις τέσσερις συζύγους του, τη Γεβγκένιγια (Ζένια) Λάσκινα, η οποία εργαζόταν τότε στο λογοτεχνικό περιοδικό «Μασκβά». Το έντυπο αντιμετώπιζε διάφορα προβλήματα στις αρχές του μπρεζνιεφικού καθεστώτος. Η ύλη του είχε καταντήσει βαρετή (οτιδήποτε ενδιαφέρον δεν μπορούσε να περάσει από τη λογοκρισία) και οι συνδρομές είχαν πέσει κατακόρυφα. Η Λάσκινα μίλησε για το σχέδιο δημοσίευσης του «Μαιτρ και Μαργαρίτα» στον αρχισυντάκτη Γεβγκένι Ποπόφκιν, ο οποίος δίσταζε να προχωρήσει. Απευθύνθηκαν τελικά σε ένα συνταξιούχο συντάκτη του εντύπου, ο οποίος είχε εργαστεί παλιότερα για χρόνια ως λογοκριτής και στη συνέχεια, ως αρχισυντάκτης εντύπων, επιτύγχανε πάντα τη δημοσίευση των κειμένων που υπέβαλλε προς έγκριση. Το μυθιστόρημα, αφού κόπηκε περίπου το 10 % και τροποποιήθηκε άλλο ένα 15 % της ύλης του, εγκρίθηκε! Δημοσιεύθηκε στο «Μασκβά» σε δύο μέρη (στο τελευταίο τεύχος του 1966 και το πρώτο του 1967), γνωρίζοντας απίστευτη επιτυχία. Τα τεύχη εξαντλήθηκαν, οι συνδρομές στο περιοδικό απογειώθηκαν.

Η πρώτη δημοσίευση του Μαιτρ και Μαργαρίτα στο περιοδικό Μασκβά

Η πρώτη δημοσίευση του Μαιτρ και Μαργαρίτα στο περιοδικό Μασκβά

Για να γιορτάσουν την επιτυχία, ο Σίμονοφ κι η Λάσκινα ετοίμασαν σε τρία αντίτυπα ένα πρόχειρο βιβλίο με το πλήρες κείμενο του μυθιστορήματος. Κράτησαν ο καθένας από ένα αντίτυπο κι έδωσαν το τρίτο στη Γελένα Μπουλγκάκοβα. Λίγους μήνες μετά, «Ο Μαιτρ και η Μαργαρίτα» εκδιδόταν στη Δύση με όλα τα αποσπάσματα που είχε αφαιρέσει η λογοκρισία. Η πρώτη πλήρης, μη λογοκριμένη, έκδοση του έργου στην ΕΣΣΔ θα κυκλοφορούσε το 1973. «Ο Μαιτρ και η Μαργαρίτα» θα γινόταν αντικείμενο λατρείας από το σοβιετικό (και όχι μόνο) κοινό.

Σοβιετικό γραμματόσημο για τα 100 χρόνια από τη γέννηση του Μπουλγκάκοφ, με θέμα το Μαιτρ και Μαργαρίτα

Σοβιετικό γραμματόσημο για τα 100 χρόνια από τη γέννηση του Μπουλγκάκοφ, με θέμα το Μαιτρ και Μαργαρίτα

[πηγή, για τις προσπάθειες του Σίμονοφ να αποκαταστήσει το έργο του Μπουλγκάκοφ: Orlando FIGES «The Whisperers (Private life in Stalin’s Russia)», Allen Lane 2007/ Penguin 2008]

Ο άνθρωπος που θα γινόταν βασιλιάς…

Σεπτέμβριος 1921: ο βαρόνος Ρομάν φον Ούνγκερν-Στέρνμπεργκ αιχμάλωτος των Μπολσεβίκων

Σεπτέμβριος 1921: ο βαρόνος Ρομάν φον Ούνγκερν-Στέρνμπεργκ αιχμάλωτος των Μπολσεβίκων

Ο βαρόνος Ρόμπερτ Νίκολάι Μαξιμίλιαν (Ρομάν) Φιόντοροβιτς φον Ούνγκερν-Στέρνμπεργκ γεννήθηκε στο Γκρατς της Αυστρίας στις 29 Δεκεμβρίου 1885 (με το νέο ημερολόγιο), ενώ οι γονείς του περιηγούνταν στην Ευρώπη. Ήταν παιδί μιας από τις τέσσερις πιο αριστοκρατικές γερμανικές οικογένειες της Λιβονίας (των παράκτιων περιοχών της Λεττονίας και της Εσθονίας με τις μεγάλες γερμανικές παροικίες και τις συνδεδεμένες με τη Χανσεατική Ένωση πόλεις). Μεγάλωσε στο Ρεβάλ (σημ. Τάλλινν) μέχρι το διαζύγιο των γονιών του και στη συνέχεια στα κτήματα της μητέρας του κοντά στη εσθονική πρωτεύουσα. Φοίτησε στην Πετρούπολη, πρώτα στη σχολή ναυτικών δοκίμων κι έπειτα στην αυτοκρατορική στρατιωτική ακαδημία. Στη συνέχεια, υπηρέτησε ως αξιωματικός στην ανατολική Σιβηρία, πέραν της Βαϊκάλης, και την Εξωτερική Μογγολία. Την εποχή εκείνη γεννιέται η μεγάλη του αγάπη για τους νομάδες της Ανατολής, Μπουριάτες και Μογγόλους, και τη θιβετιανή εκδοχή του βουδισμού.

Ο βαρόνος σε παιδική ηλικία

Ο βαρόνος σε παιδική ηλικία

Κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο υπηρέτησε στο Ανατολικό (για τους Δυτικούς) Μέτωπο όπου διακρίθηκε και τιμήθηκε με παράσημα ανδρείας. Οι εκθέσεις των ανωτέρων του έκαναν λόγο για έναν ιδιαίτερα γενναίο, πλην όμως παρορμητικό κι απείθαρχο αξιωματικό. Μετά την επανάσταση του Φεβρουαρίου του 1917 και την παραίτηση του τσάρου, ο βαρόνος φον Ούνγκερν-Στέρνμπεργκ πολέμησε στο Μέτωπο του Καυκάσου κατά των Οθωμανών. Τότε γνώρισε τον συνάδελφό του Γκριγκόρι Μιχάιλοβιτς Σεμιόνοφ, ο οποίος καταγόταν από την περιοχή της Βαϊκάλης, ήταν φιλομοναρχικός όπως ο βαρόνος, κι είχε τον ίδιο εκρηκτικό χαρακτήρα. Με την άνοδο των Μπολσεβίκων στην εξουσία καταφεύγουν στην ανατολική Σιβηρία και οργανώνουν στρατιωτική δύναμη για να πολεμήσουν τους κομμουνιστές. Είναι όμως τόσο ανυπότακτοι που προτιμούν να δράσουν αυτόνομα, αρνούμενοι να αναγνωρίσουν την εξουσία του ναυάρχου Αλεξάντρ Κολτσάκ, επικεφαλής των δυνάμεων των Λευκών στη ρωσική Άπω Ανατολή.

Νεαρός αξιωματικός

Νεαρός αξιωματικός

Το όνειρο του φον Ούνγκερν-Στέρνμπεργκ ήταν διττό: αφενός η παλινόρθωση των Ρομανώφ, αφετέρου η… αναβίωση της Μογγολικής Αυτοκρατορίας. Ο ίδιος πίστευε ότι ήταν μετενσάρκωση του Τσενγκίς Χαν. Κι έτσι, το φθινόπωρο του 1920 αφήνει τον Σεμιόνοφ και κατευθύνεται προς τη Μογγολία με στράτευμα από Ρώσους, Μογγόλους, Μπουριάτες και Θιβετιανούς. Πολιορκεί τη μογγολική πρωτεύουσα Ουργκά (ή Ιχ Χουρέε, σημερινή Ούλαν Μπατάαρ) και την καταλαμβάνει τον Φεβρουάριο του 1921 διώχνοντας τους Κινέζους. Ενθρονίζει τον λαμαϊστή ηγέτη Μπογκντ Χαν και προσπαθεί να οργανώσει το νέο μογγολικό κράτος.

Μπογκντ Χαν

Μπογκντ Χαν

Έχει ξεχάσει να υπολογίσει την ισχύ των Μπολσεβίκων, οι οποίοι, τον Ιούλιο του 1921, διώχνουν τον βαρόνο από την Ουργκά. Ο Ρομάν φον Ούνγκερν-Στέρνμπεργκ καταφεύγει στην Μπουριατία και προσπαθεί να ανασυγκροτήσει τις δυνάμεις του για να αντεπιτεθεί. Προδομένος, όμως, από τους στρατιώτες και τους φίλους του, συλλαμβάνεται από τους Μπολσεβίκους στις 20 Αυγούστου. Μεταφέρεται στο Νοβονικολάγιεφσκ (νυν Νοβοσιμπίρσκ) όπου, μετά από παρωδία δίκης (η οποία διήρκεσε, πάντως, περισσότερες από έξι ώρες) κρίνεται ένοχος αντεπαναστατικής δράσης και προδοσίας κι εκτελείται το ίδιο βράδυ (15 Σεπτεμβρίου 1921).

Φίλοι κι εχθροί τον αποκαλούσαν με το προσωνύμιο ο «Τρελός Βαρόνος» εξαιτίας της βίαιης συμπεριφοράς του. Οι δεύτεροι μάλιστα, εκμεταλλευόμενοι το πάθος του για την Ανατολή, διέδιδαν απίστευτες φήμες; ξερίζωνε, έλεγαν, τις καρδιές των αιχμάλωτων εχθρών του και τις τοποθετούσε σε κύπελλα φτιαγμένα από ανθρώπινα κρανία, προκειμένου να τις προσφέρει στους παράξενους θεούς του!
Με τον τρόπο αυτό, στον ιδιόμορφο οριενταλισμό του βαρόνου φον Ούνγκερν-Στέρνμπεργκ, οι αντίπαλοί του απαντούσαν μ’ έναν αντίστροφο γκροτέσκο οριενταλισμό.

La Forbie

Μεσαιωνική μικρογραφία που απεικονίζει τη Μάχη της Φορμπί

Μεσαιωνική μικρογραφία που απεικονίζει τη Μάχη της Φορμπί

Στην Ιστορία των χριστιανικών κρατών της Συρίας-Παλαιστίνης, η μάχη που δόθηκε στη Φορμπί στις 17 και 18 Οκτωβρίου 1244 επέχει θέση καταστροφής ανάλογης με τη συμφορά στο Χαττίν. Αποδεικνύει, επίσης, τον εξαιρετικά σύνθετο χαρακτήρα της ισορροπίας δυνάμεων και των συμμαχιών στη μεσαιωνική Μέση Ανατολή που καμία σχέση δεν έχουν με το στερεότυπο της μονοσήμαντης αντιπαλότητας χριστιανών και μουσουλμάνων. Στη μάχη αυτή πολέμησαν μαζί οι δυνάμεις του χριστιανικού Βασιλείου της Ιερουσαλήμ και εκείνες των εμιράτων της Χομς και της Δαμασκού αντιμετωπίζοντας τα στρατεύματα του σουλτανάτου της Αιγύπτου.

Η συμμαχία που συνάφθηκε στην Ιόππη (Γιάφα) στις αρχές του καλοκαιριού του 1244 ανάμεσα στα χριστιανικά κράτη, τα στρατιωτικά θρησκευτικά τάγματα και τα εμιράτα της Χομς, της Δαμασκού και του Κεράκ και της Υπεριορδανίας είχε διττή εξήγηση. Αφενός, οι μουσουλμάνοι εμίρηδης επιδίωκαν να ελέγξουν την ισχύ του Αγιουβίδη σουλτάνου της Αιγύπτου ας-Σαλίχ, διασφαλίζοντας την ίδια την ύπαρξη των ηγεμονιών τους. Αφετέρου, στην ευρύτερη περιοχή είχε πλέον εισέλθει ένας απροσδόκητος αποσταθεροποιητικός παράγοντας του οποίου η δράση ήταν ουσιαστικά ανεξέλεγκτη: επρόκειτο για τους Χωρέσμιους μισθοφόρους.

Η επικράτεια των σάχηδων της Χωρεσμίας, περ. 1190-1220 (πηγή: Βικιπαίδεια, χρήστης Arab League)

Η επικράτεια των σάχηδων της Χωρεσμίας, περ. 1190-1220 (πηγή: Βικιπαίδεια, χρήστης Arab League)

Οι σάχηδες της Χωρεσμίας, μέλη μιας τουρκοπερσικής δυναστείας, αυτονομήθηκαν σταδιακά από τους Σελτζουκίδες σουλτάνους της Βαγδάτης. Στις αρχές του 13ου αιώνα, ο σάχης Αλάα αντ-ντιν Μουχάμμαντ κυβερνούσε μια αχανή αυτοκρατορία που απλωνόταν από τις ακτές του Περσικού Κόλπου ως το βορειοανατολικό άκρο της Υπερωξιανής. Η ακμή αυτή είχε σύντομη διάρκεια: το 1220 οι μογγολικές ορδές του Τσενγκίς Χαν συνέτριβαν τα στρατεύματα του άτυχου σάχη. Όσοι γλίτωσαν από την οργή των Μογγόλων, ακολούθησαν τον γιο του σάχη, τον Τζαλάλ αντ-ντιν, στη φυγή του στο Αζερμπαϊτζάν, προσπαθώντας να αντισταθούν. Μετά τη δολοφονία του τελευταίου σάχη της Χωρεσμίας (1231), τα στρατεύματα αυτά κατέληξαν να αποτελούν μια περιπλανώμενη δύναμη ατάκτων που λεηλατούσε τις περιοχές από τις οποίες περνούσε. Κάπως έτσι οι Χωρέσμιοι έφτασαν στη Μέση Ανατολή. Τυπικά υπηρετούσαν ως μισθοφόροι στον στρατό του σουλτανάτου της Αιγύπτου, στην πράξη όμως λυμαίνονταν τα εδάφη των χριστιανικών κρατών και των ισλαμικών εμιράτων με σκοπό τη λαφυραγώγηση.

Mort_de_Muhammad_Hwârazmshâh

«Ο θάνατος του σάχη Μουχάμμαντ» – Χεράτ, περ. 1430, εικονογράφηση του Σαΰφ Αλ Βαχιντί στο χρονικό «Τζαμί αλ Ταβαρίχ» του Ρασίντ αντ-ντιν Χαμαντανί

Στις 11 Ιουλίου οι Χωρέσμιοι εμφανίστηκαν έξω από τα τείχη της Ιερουσαλήμ. Από το 1229 και τη συνθήκη που είχε συνάψει ο Φρειδερίκος Β΄ των Χοχενστάουφεν με τον σουλτάνο Αλ Καμίλ, η πόλη βρισκόταν υπό χριστιανική διοίκηση. Η φρουρά αμύνθηκε σθεναρά, αλλά όταν πια κατέστη σαφές ότι δεν επρόκειτο να φτάσουν ενισχύσεις συνθηκολόγησε. Στις 23 Αυγούστου, έξι με εφτά χιλιάδες χριστιανοί εγκατέλειπαν τις εστίες τους. Οι Χωρέσμιοι κατέστρεψαν και λεηλάτησαν, βεβήλωσαν τον Πανάγιο Τάφο και τα μνήματα των Λατίνων βασιλέων.

Στα σταυροφορικά κράτη κηρύχθηκε επιστράτευση για να αντιμετωπισθεί ο κίνδυνος των Χωρέσμιων και του στρατού του αιγυπτιακού σουλτανάτου. Στον Άγιο Ιωάννη της Άκρας συγκεντρώθηκαν όλοι οι ιππότες του Βασιλείου της Ιερουσαλήμ και πολλοί ακόμη από την Κομητεία της Τρίπολης και το Πριγκιπάτο της Αντιόχειας. Τα μεγάλα στρατιωτικά θρησκευτικά τάγματα, οι Ναΐτες, οι Ιωαννίτες και οι Τεύτονες Ιππότες, συμμετείχαν με πάνω από 300 ιππότες το καθένα κι ακόμη περισσότερους υπαξιωματικούς και ελαφρά οπλισμένους πεζικάριους. Επικεφαλής των χριστιανικών δυνάμεων ορίστηκε ο Βάλθερος Δ΄ Βριέννιος, κόμης της Ιόππης κι ανεψιός του πρώην βασιλιά Ιωάννη Βριέννιου, μολονότι ο Φίλιππος του Μονφόρ, άρχοντας της Τύρου, ήταν κατά πολύ αξιότερός του στα ζητήματα του πολέμου. Το στράτευμα (περισσότεροι από 10.000 άνδρες) ήταν το μεγαλύτερο που είχαν συγκεντρώσει οι Φράγκοι της Μέσης Ανατολή από την εποχή του Χαττίν και του πολέμου με τον Σαλαδίνο. Σύντομα έφτασαν κι οι δυνάμεις των συμμάχων μουσουλμάνων: ήρθαν ο Αλ Μανσούρ Ιμπραίμ, εμίρης της Χομς, με τον στρατό του, το στράτευμα του εμίρη της Δαμασκού Αλ Σάλιχ Ισμαήλ, ο οποίος δεν συμμετείχε στην εκστρατεία αυτοπροσώπως, κι ο Αλ Νάσιρ Νταούντ, ηγεμόνας του Κεράκ και της Υπεριορδανίας, με τους Βεδουίνους ιππείς του.

Πιθανό οικόσημο του Βάλθερου Βριέννιου, κόμη της Ιόππης

Πιθανό οικόσημο του Βάλθερου Βριέννιου, κόμη της Ιόππης

Τις δυνάμεις του αντιπάλου τις διοικούσε ένας νεαρός Μαμελούκος αξιωματικός, ο Ρουκν αντ-ντιν Μπαϊμπάρς Μπουντουκνταρί. Ήταν Τούρκος Κιπτσάκ, ανήκε δηλαδή σε κάποια από εκείνες τις φυλές που ζούσαν νομαδικά στην Κριμαία, το Κουμπάν και τις στέπες του Βόλγα. Οι Κιπτσάκ δεν είχαν προσηλυτιστεί στο ισλάμ, οπότε οι μουσουλμάνοι δουλέμποροι δεν κωλύονταν να τους αιχμαλωτίζουν και να τους πωλούν ως σκλάβους. Ο Μπαϊμπάρς αιχμαλωτίστηκε παιδί και βρέθηκε δούλος στη Δαμασκό. Ένας Μαμελούκους εμίρης, ο Μπουντουκντάρ, πρόσεξε τις ικανότητές του και τον έστειλε για στρατιωτική εκπαίδευση στη φρουρά του σουλτάνου στο Κάιρο. Ο Μπαϊμπάρς ήταν ψηλός, με γαλανά μάτια, σκούρο δέρμα και στεντόρεια φωνή. Το 1244 βρισκόταν στην αρχή μιας λαμπρής σταδιοδρομίας που επρόκειτο να τον φέρει το 1260 στον θρόνο, ως τέταρτο Μαμελούκο σουλτάνο της Αιγύπτου.

Οι δύο στρατοί συναντήθηκαν 15 χιλιόμετρα βορειοανατολικά της Γάζας, κοντά σ΄ ένα χωριό που οι Φράγκοι ονόμαζαν Λα Φορμπί κι οι μουσουλμάνοι Χερμπίγια. Στο πολεμικό συμβούλιο των συμμάχων ο Αλ Μανσούρ συμβούλεψε τον Βάλθερο Βριέννιο να κρατήσει στάση αναμονής: οι Αιγύπτιοι κι οι Χωρέσμιοι μισθοφόροι τους βρίσκονταν μακριά από τις βάσεις ανεφοδιασμού τους και δεν θα άντεχαν ένα μακροχρόνιο πόλεμο φθοράς. Εάν επέλεγαν να επιτεθούν πρώτοι, τότε και πάλι οι σύμμαχοι θα έπρεπε να περιμένουν: οι Χωρέσμιοι δεν φημίζονταν για την πειθαρχία τους ούτε για τις ικανότητές τους όσον αφορά την τακτική: κάποια στιγμή θα άφηναν ακάλυπτες τις τακτικές δυνάμεις τους αιγυπτιακού στρατεύματος. Ο Βριέννιος, όμως, ήταν αμετάπειστος. Οι σύμμαχοι έπρεπε να επιτεθούν αμέσως, είχαν άλλωστε αριθμητική υπεροχή έναντι των αντιπάλων τους.

Στις 17 Οκτωβρίου οι Φράγκοι ιππότες επιχείρησαν επανειλημμένα με εφόδους να διασπάσουν τις τάξεις του αιγυπτιακού στρατού. Δεν τα κατάφεραν. Όλες τους οι επιθέσεις αποκρούστηκαν. Την επομένη ημέρα δόθηκε η καθοριστική μάχη. Στο δεξί άκρο του συμμαχικού στρατεύματος παρατάχθηκαν οι Φράγκοι ιππότες, έπειτα οι στρατοί της Χομς και της Δαμασκού και στα αριστερά οι Βεδουίνοι του Αλ Νάσιρ Νταούντ. Οι αρχικές επελάσεις του φραγκικού ιππικού αναχαιτίσθηκαν και πάλι απ’ τον στρατό του Μπαϊμπάρς. Έπειτα άρχισαν την άγρια εφόρμησή τους οι Χωρέσμιοι με στόχο το κέντρο των συμμάχων. Οι δυνάμεις του Αλ Μανσούρ άντεξαν, όχι όμως κι εκείνες του εμιράτου της Δαμασκού που τράπηκαν σε υποχώρηση και παρέσυραν μαζί τους και το στράτευμα του Αλ Νάσιρ. Οι Φράγκοι, κινδυνεύοντας να περικυκλωθούν από τη συντονισμένη επίθεση Αιγύπτιων και Χωρέσμιων, επιχείρησαν μια έφοδο απελπισίας. Συνετρίβησαν κι αποδεκατίστηκαν. Η καταστροφή ήταν ασύλληπτη. Τα στρατιωτικά θρησκευτικά τάγματα ιδίως είχαν πληρώσει βαρύτατο φόρο αίματος: σώθηκε μόνο το ένα δέκατο από τους Ναΐτες και τους Ιωαννίτες που πολέμησαν, ενώ από τους Τεύτονες ιππότες μόλις 3 επέστρεψαν στη βάση τους. Ο Αρμάνδος του Περιγκόρ, μάγιστρος των Ναϊτών, έπεσε στο πεδίο της μάχης. Ο μέγας μάγιστρος των Ιωαννιτών, ο Γουλιέλμος του Σατωνέφ, αιχμαλωτίστηκε, όπως κι ο κόμης της Ιόππης Βάλθερος Βριέννιος.

Το τέμενος του Μπαϊμπάρς στο Κάιρο (πηγή: Βικιπαίδεια, χρήστης Fryed peach)

Το τέμενος του Μπαϊμπάρς στο Κάιρο (πηγή: Βικιπαίδεια, χρήστης Fryed peach)

Οι νικητές δεν εκμεταλλεύθηκαν πλήρως τον θρίαμβό τους. Μακριά από τη βάση τους, πολιόρκησαν ανεπιτυχώς την Ασκάλωνα και την Ιόππη κι έπειτα αποχώρησαν. Για τους Φράγκους, όμως, οι απώλειες ήταν τέτοιες που τα σταυροφορικά κράτη δεν επρόκειτο να συνέλθουν ποτέ από τη συμφορά της Φορμπί. Όπως σημείωνε ο Στήβεν Ράνσιμαν «η καταστροφή της Γάζας στέρησε από τους Φράγκους όλα τα επισφαλή κέρδη που είχαν αποκομίσει χάρη στη διπλωματία τις τελευταίες δεκαετίες». Επιπλέον, για κράτη που αντιμετώπιζαν χρόνιο κι οξύτατο πρόβλημα λειψανδρίας, οι τεράστιες απώλειες σε έμψυχο δυναμικό δεν μπορούσαν σε καμία περίπτωση να αναπληρωθούν. Το Βασίλειο της Ιερουσαλήμ μπορεί να είχε μπροστά του σχεδόν μισό αιώνα ζωής, το τέλος του, όμως, είχε ήδη αποφασισθεί. Απλώς η εκτέλεση της ποινής είχε ανασταλεί προσωρινά.

Πηγές: Steven RUNCIMAN  «A History of the Crusades – vol. 3, The Kingdom of Acre and the Later Crusades», Cambridge University Press, Καίμπριτζ 1954, γαλλ. έκδοση «Histoire des Croisades», Tallandier, Παρίσι 2006, ειδ. σελ. 849-852/ Joshua PRAWER «Histoire du Royaume Latin de Jérusalem», CNRS Editions, Παρίσι 2007 (2η έκδοση, αρχική το 1969), ειδ. σελ. 308-313.

 

Πού πηγαίνουν τ’ αστέρια σαν σβήσουν;

Βαλεντίνα Σερόβα/ πηγή: ιστότοπος repin.info/ Неизвестные знаменитости/ Актриса Валентина Серова - муза и трагедия Константина Симонова

Βαλεντίνα Σερόβα/ πηγή: ιστότοπος repin.info/ Неизвестные знаменитости/ Актриса Валентина Серова – муза и трагедия Константина Симонова

Η Βαλεντίνα Βασίλιεβνα Σερόβα γεννήθηκε στους δίδυμους αστερισμούς της επιτυχίας και της τραγωδίας. Για δεκαπέντε τουλάχιστον χρόνια υπήρξε η απόλυτη σταρ του σοβιετικού θεάτρου και κινηματογράφου. Κι έπειτα ακολούθησε η βασανιστική συνεχής παρακμή. Παντρεύτηκε δύο διασημότητες της εποχής της. Χήρεψε από τον πρώτο άντρα της ακριβώς στην επέτειο του γάμου τους. Η σχέση της με τον δεύτερο ξεκίνησε παθιασμένα για να εκφυλιστεί σε αδιαφορία και αποξένωση, ενώ η ίδια βυθιζόταν όλο και περισσότερο στον αλκοολισμό. Πέθανε υπό αδιευκρίνιστες συνθήκες πριν συμπληρώσει το 58ο έτος της ζωής της.

Η Βαλεντίνα γεννιέται στο Χάρκοβο της Ουκρανίας, στις 23 Δεκεμβρίου 1917, κόρη της ηθοποιού Κλάβντιγια Πολοβίκοβα και του μηχανικού Βασίλι Πολοβίκ. Ζει τα πρώτα χρόνια με τον παππού και τη γιαγιά της στην Ουκρανία. Σε ηλικία έξι ετών ακολουθεί τη μητέρα της στη Μόσχα, όπου έχει εγκατασταθεί η δεύτερη για λόγους καρριέρας. Ακριβώς χάρη στη μητέρα της παίζει από μικρή ηλικία διάφορους παιδικούς ρόλους σε θεατρικά έργα. Το 1934 κερδίζει ένα μικρό κινηματογραφικό ρόλο, αλλά η σκηνή της κόβεται τελικά στο μοντάζ της ταινίας. Αρχίζει να γίνεται δημοφιλής χάρη στις εμφανίσεις της στο θέατρο (σε ρεπερτόριο μάλλον ελαφρύ). Περίπου την ίδια εποχή, ο πατέρας της συλλαμβάνεται και καταλήγει σε κάποιο από τα στρατόπεδα του Γκουλάγκ.

Η Βαλεντίνα γνωρίζει κι ερωτεύεται τον Ανατόλι Κονσταντίνοβιτς Σερόφ, διάσημο πιλότο που είχε δακριθεί στον Ισπανικό Εμφύλιο. Παντρεύονται στις 11 Μαΐου 1938. Η ευτυχία τους δεν θα διαρκέσει πολύ. Την ημέρα της πρώτης επετείου του γάμου τους, ο Σερόφ σκοτώνεται σε αεροπορικό δυστύχημα κατά τη διάρκεια δοκιμαστικής πτήσης κι ενώ η Βαλεντίνα είναι έγκυος στο πρώτο τους παιδί. Ο Ανατόλι Σερόφ ο νεότερος θα γεννηθεί τον Σεπτέμβριο του 1939 χωρίς να γνωρίσει ποτέ τον πατέρα του.

Η Βαλεντίνα Σερόβα με τον πρώτο της σύζυγο Ανατόλι Σερόφ (πηγή: ιστότοπος Repin.info, όπ. π.)

Η Βαλεντίνα Σερόβα με τον πρώτο της σύζυγο Ανατόλι Σερόφ (πηγή: ιστότοπος repin.info, όπ. π.)

Κ. Μ. Σίμονοφ

Κ. Μ. Σίμονοφ

Την τραγωδία, όμως, θα τη συνοδέψει η επιτυχία στον κινηματογράφο, κυρίως σε κομεντί και μελό ταινίες, ξεκινώντας από το  «Κορίτσι με χαρακτήρα», το 1939. Και, στο μεταξύ, ξεσπά ο πόλεμος. Τη γνωρίζει και την ερωτεύεται παράφορα ο λογοτέχνης και δημοσιογράφος Κονσταντίν Μιχάιλοβιτς Σίμονοφ, ο άνθρωπος που με το ποίημά του «Περίμενέ με» («Жди меня») κατόρθωσε να περιγράψει με τον πιο ακριβή και γλαφυρό τρόπο τα συναισθήματα του στρατιώτη του Κόκκινου Στρατού στο Μέτωπο. Αρχικά, η Σερόβα αποκρούει το φλερτ του Σίμονοφ. Λέγεται ότι την εποχή εκείνη ήταν ερωτευμένη με τον στρατηγό Κονσταντίν Ροκοσσόφσκι. Σύμφωνα με την ίδια ιστορία, η Σερόβα υπέβαλε τον καψούρη Σίμονοφ στην πλέον ακραία ταπείνωση, αναθέτοντάς του να παραδώσει ο ίδιος μια ερωτική επιστολή της στον στρατηγό. Η σχέση Σερόβα και Ροκοσσόφσκι, αν υποτεθεί ότι υπήρξε, τερματίστηκε γρήγορα, μια και, καθώς λένε, παρενέβη ο Στάλιν αυτοπροσώπως: υπενθύμισε στον Ροκοσσόφσκι ότι ήταν παντρεμένος κι ότι δεν θα έδινε και το καλύτερο παράδειγμα αν μαθευόταν ότι ένας από τους καλύτερους στρατηγούς του Κόκκινου Στρατού διατηρεί εξωσυζυγική σχέση!

Η επιμονή του Σίμονοφ ανταμείβεται. Το 1943, η Βαλεντίνα τον παντρεύεται! Την ίδια χρονιά, πρωταγωνιστεί στο φιλμ «Περίμενέ με» των Μπορίς Ιβανόφ και Αλεξάντρ Στόλπερ, σε σενάριο του ίδιου του Σίμονοφ (η ταινία εμπνέεται… χαλαρά από το ομώνυμο ποίημά του). Οι δυο τους περιοδεύουν στα διάφορα μέτωπα του πολέμου για να εμψυχώσουν τους στρατιώτες του Κόκκινου Στρατού.

1944: Σερόβα και Σίμονοφ σε περιοδεία, κάπου στο Μέτωπο του Λενινγκράντ (πηγή: repin.info, όπ. π.)

1944: Σερόβα και Σίμονοφ σε περιοδεία, κάπου στο Μέτωπο του Λενινγκράντ (πηγή: repin.info, όπ. π.)

Με το θριαμβευτικό για την ΕΣΣΔ τέλος του «Μεγάλου Πατριωτικού Πολέμου», η Σερόβα και ο Σίμονοφ είναι το πιο διάσημο σοβιετικό ζευγάρι. Ζουν στη Μόσχα σε συνθήκες χλιδής (για τα δεδομένα της χώρας και της εποχής) και ενσαρκώνουν το απόλυτο glamour της σταλινικής περιόδου. Η Σερόβα πρωταγωνιστεί και σε ταινίες μεγαλύτερων καλλιτεχνικών αξιώσεων (όπως η κινηματογραφική βιογραφία του μεγάλου Ρώσου συνθέτη Μιχαήλ Γκλίνκα, το 1946). Μόνο που όλα αυτά αποδεικνύονται μια τεράστια ψευδαίσθηση που δεν θα αργήσει να θρυμματιστεί… Ο Σίμονοφ αφοσιώνεται όλο και περισσότερο στο συγγραφικό του έργο και στα καθήκοντά του στην Εταιρία Σοβιετικών Συγγραφέων και στη διεύθυνση και αρχισυνταξία των μεγαλύτερων λογοτεχνικών εντύπων. Η Σερόβα αρχίζει να βρίσκει αγχολυτικό καταφύγιο στο ποτό. Ο Σίμονοφ, κατά τα λοιπά άνθρωπος με βαθύτατες ευαισθησίες, ο οποίος όμως έχει μάθει να αντιμετωπίζει με πειθαρχία κάθε αντιξοότητα της ζωής, δεν συγχωρεί στη σύζυγό του την αδυναμία της να διαχειριστεί την επιτυχία και μια, κατά τα φαινόμενα, ευτυχισμένη οικογενειακή ζωή. Η σχέση τους δηλητηριάζεται κι από το γεγονός ότι ο συγγραφέας δεν μπόρεσε ποτέ να έχει καλές σχέσεις με τον γιο της Σερόβα από τον πρώτο της γάμο, τον Ανατόλι. Στο τέλος, κατορθώνει να κλείσει τον μικρό Τόλια σε κάποιο ορφανοτροφείο πέρα από τα Ουράλια!

Το 1950, ο λογοτέχνης και η ηθοποιός αποκτούν την κόρη τους Μάσα. Αντί, όμως, η γέννηση του παιδιού να βελτιώσει τη σχέση τους, επιταχύνει την κατάρρευσή της. Ο Σίμονοφ διακόπτει πολύ γρήγορα κάθε επικοινωνία με το κοριτσάκι (σχεδόν μέχρι την ενηλικίωσή της αρνιόταν να τη δει και να την παρουσιάσει στους συγγενείς του). Κι όχι μόνο αυτό, αλλά κατορθώνει να αφαιρέσει την επιμέλειά της κι από την ίδια τη Βαλεντίνα (η Μάσα ανατράφηκε από τη μητέρα της Βαλεντίνας). Το 1957 εκδίδεται το διαζύγιο κι από εκεί και πέρα η σταδιοδρομία της Σερόβα παίρνει την κάτω βόλτα.

Τα προβλήματά της με το ποτό επιδεινώνονται διαρκώς. Χάνει πρόβες και παραστάσεις, απολύεται από το ένα θέατρο μετά το άλλο. Τραγική ειρωνεία: κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1960 η μοναδική απασχόληση της Σερόβα ήταν ένας ρόλος σε θεατρικό του τέως συζύγου της [«Άνθρωποι της Ρωσίας» («Русские люди»)]. Η τελευταία της κινηματογραφική εμφάνιση ήταν σε μια ταινία του 1973.

1939: η Σερόβα με τον μικρό Τόλια (πηγή: http://www.liveinternet.ru/users/lora_norton/post208414955/)

1939: η Σερόβα με τον μικρό Τόλια (πηγή: http://www.liveinternet.ru/users/lora_norton/post208414955/)

Ο γιος της, μεγαλωμένος στο αφιλόξενο περιβάλλον του ορφανοτροφείου, κατέληξε μπλεγμένος με τον υπόκοσμο και βαριά αλκοολικός. Έζησε μεταξύ αναμορφωτηρίων, στρατοπέδων και φυλακών, πριν το αλκοόλ κόψει το νήμα της ζωής του το 1975.

Λίγους μήνες αργότερα, το βράδυ της 11ης προς τη 12η Δεκεμβρίου 1975, η Βαλεντίνα Σερόβα βρισκόταν νεκρή στο διαμέρισμά της στη Μόσχα. Τα αίτια του θανάτου της δεν διαλευκάνθηκαν ποτέ. Πάνω στο φέρετρό της υπήρχε μια ανθοδέσμη με 58 τριαντάφυλλα. Ήταν το τελευταίο δώρο του Κονσταντίν Σίμονοφ προς τον μεγάλο έρωτα της ζωής του.

[πηγές: Βικιπαίδεια/ ιστότοπος repin.info/ Неизвестные знаменитости: «Актриса Валентина Серова – муза и трагедия Константина Симонова», 23.6.2013/ Orlando Figes «The Whisperers: Private Life in Stalin’s Russia», 2007]

Στα 200 π.Χ.

Ανάγλυφο με σκηνή συμποσίου, εποχή του Ασσύριου ηγεμόνα Ασσουρμπανιπάλ

Ανάγλυφο με σκηνή συμποσίου, εποχή του Ασσύριου ηγεμόνα Ασσουρμπανιπάλ

Μια σελίδα από κάποιον τουριστικό οδηγό τύπου Lonely Planet στα 200 π.Χ.

Μεσοποταμία – Βαβυλώνα: πού θα φάτε

«Το κουτούκι του Γιλγαμές: (Ιερειών της Αστάρτης και Ναβοπολάσαρ 7/ 9:00-22:00, κουζίνα: 12:00-21:00) Στην ανατολική όχθη του Ευφράτη, μετά τον ναό της Αστάρτης και στον δρόμο προς τη νέα πόλη και το ελληνικό θέατρο, στην καρδιά του βαβυλωνιακού «Σίτυ», βρίσκεται ένας από τους θεσμούς της τοπικής γαστρονομίας. Διακόσμηση λιτή, αλλά κομψή, όπως αρμόζει στον ιστορικό και κλασσικό χαρακτήρα ενός καταστήματος που μετρά αιώνες ζωής. Μία μεγάλη και μια μικρότερη αίθουσα, συν μερικά σεπαρέ. Διακριτικός φωτισμός. Μέλη του ιερατείου του ναού του Μπελ-Μαρδούκ και του Ναού της Θεμελίωσης Ουρανού και Γης (Ζιγκουράτ Ετεμενάνκι) που μετά τις πρωινές θυσίες και τις διοικητικές υποχρεώσεις τους εκμεταλλεύονται το μεσημεριανό διάλειμμα, στελέχη από τους επιχειρηματικούς οίκους Εγκιμπί και Μουρασού (που έχουν τα κεντρικά γραφεία τους στη συνοικία), Έλληνες διοικητικοί από τη γειτονική Σελεύκεια του Τίγρη και Πέρσες γαιοκτήμονες αποτελούν τους τακτικούς θαμώνες του Γιλγαμές.

Το εμβληματικό πιάτο του καταστήματος είναι το θεσπέσιο κατσικάκι στη γάστρα με ποικιλία λαχανικών. Θα ήταν, όμως, κρίμα να περιοριστείτε στο συγκεκριμένο πιάτο. Λεπτοκομμένες φέτες από αρνάκι μαγειρεμένες με δυόσμο κι άρκευθο, συνοδευόμενες από κριθάρι, βοδινό με γλυκόριζα λεμονάτο, αγριόχηνα μαριναρισμένη σε ξύδι από ρόδι και μαγειρεμένη με κρεμμύδι, σκόρδο, δυόσμο και φασκόμηλο κι εκπληκτική πίτα με κομμάτια αγριόχηνας, πιτσούνια, σιναπόσπορο, ρόκα και κανέλα αποτελούν μερικά από τα εξαιρετικά πιάτα που θα βρείτε στον Γιλγαμές. Οι χορτοφάγοι ας δοκιμάσουν το πιλάφι με ψητό κριθάρι και μυρωδικά. Για γλυκό, τεράστια ποικιλία από μερσού, τρουφάκια ή πιτάκια σε διάφορες γεύσεις (με χουρμά και καρύδι, με σύκα, σταφύλια, μήλα ή με γλυκά τυριά από παραγωγούς της περιοχής).

Πολύ καλό χουρμαδόκρασο που μπορείτε να δοκιμάσετε και σαν απεριτίφ. Το κατάστημα λειτουργεί και ως μικροζυθοποιία παράγοντας τη δική του εξαιρετική μπίρα (έιλ, για την ακρίβεια), τιμώντας τη μακρόχρονη βαβυλωνιακή παράδοση στον τομέα. Ασύγκριτα καλύτερη από τις διάφορες εμφιαλωμένες μπίρες βιομηχανικής παραγωγής (Βαβέλ ή Ενκιντού) που θα βρείτε αλλού. Σαφώς ικανοποιητική κάβα κρασιών, κυρίως συριακών (όπως επιβάλλει κι η ελληνική πελατεία του εστιατορίου): πολύ καλά κόκκινα και λευκά από μικρούς παραγωγούς της Σελεύκειας της Πιερίας και της Απάμειας.

Η επιτυχία του Γιλγαμές μάλλον επιβάλλει την κράτηση. Τιμές ανάλογες της ποιότητας. Υπολογίστε μισή σελευκιδική ή παρθική δραχμή για το πλήρες γεύμα δύο ατόμων (με ποτά)».

Επιγραφή σφηνοειδούς γραφής με μαγειρική συνταγή

Επιγραφή σφηνοειδούς γραφής με μαγειρική συνταγή

Οι κιονίσκοι του Μελκάρτ (ή η άλλη, λιγότερο γνωστή, «Στήλη της Ροζέττης»)

Ο κιονίσκος του Μουσείου του Λούβρου/ πηγή: Magnus Manske - Wikipedia

Ο κιονίσκος του Μουσείου του Λούβρου/ πηγή: Magnus Manske – Wikipedia

 

Στα τέλη του 17ου αιώνα, είχε διαδοθεί στους κύκλους των Ευρωπαίων λογίων η φήμη ότι στη Μάλτα υπήρχε ένα ζεύγος κιονίσκων που πιθανώς κρατούσε το κλειδί για την αποκρυπτογράφηση του φοινικικού αλφαβήτου και της φοινικικής γλώσσας. Κύριος υπεύθυνος για τη διάδοση της πληροφορίας αυτής ήταν το δίκτυο διοίκησης του Τάγματος των Ιπποτών του Αγίου Ιωάννου, στην κυριαρχία του οποίου βρισκόταν την εποχή εκείνη το Αρχιπέλαγος της Μάλτας.

Οι κιονίσκοι ήταν γνωστό στοιχείο της φοινικικής τέχνης. Οι δύο συγκεκριμένοι, όμως, δεν ήταν απλώς ενεπίγραφοι, αλλά έφεραν δίγλωσση επιγραφή, στα φοινικικά και τα αρχαία ελληνικά. Κανείς δεν ήξερε με βεβαιότητα πότε, πού και πώς είχαν βρεθεί. Ένας θρύλος ήθελε να έχουν βρεθεί στα τέλη του 15ου αιώνα στο ψαροχώρι Μάρσασλοκκ, όπου υπήρχε ένας μεγάλος ναός του Μελκάρτ/ Ηρακλή. Κάποιος ιερωμένος είχε ισχυριστεί ότι οι κιονίσκοι βρίσκονταν στην είσοδο της έπαυλης του Μαλτέζου ιστορικού Ιωάννη Φραγκίσκου Αμπέλα, στη Μάρσα. Άλλοι υποστήριζαν ότι το ζεύγος των κιονίσκων είχε βρεθεί στο νησί Γκόζο.

Το 1687 αντίγραφα του κειμένου των επιγραφών στάλθηκαν στον Ιωαννίτη ιππότη Βαρθολομαίο του Πότσο, στη Βερόνα. Παραδόθηκαν σε ένα Βερονέζο ευγενή, τον Φραγκίσκο Σπαραβιέρο, ο οποίος λίγα χρόνια μετά δημοσίευσε το ελληνικό κείμενο της επιγραφής. Το 1741, ο Γάλλος λόγιος Μισέλ Φουρμόν επιχείρησε να μεταφράσει το φοινικικό κείμενο, χωρίς επιτυχία. Δώδεκα χρόνια αργότερα, ο Ιωαννίτης ιππότης Γκυγιό ντε Μαρν δημοσίευσε τα κείμενα της επιγραφής στις δύο γλώσσες, χωρίς να προσπαθήσει να τα μεταφράσει. Το 1758, ο ηγούμενος Ιωάννης-Ιάκωβος Μπαρτελεμύ κατόρθωνε να αποκρυπτογραφήσει το φοινικικό κείμενο με σχεδόν απόλυτη επιτυχία. Η εργασία του δημοσιεύθηκε το 1764. Η φοινικική γλώσσα μπορούσε πια να αποκαλύψει όλα τα μυστικά της στους ερευνητές. Το 1782. ο Μέγας Μάγιστρος των Ιωαννιτών Εμμανουήλ του Ροάν-Πολντύκ προσέφερε τον έναν από τους δύο κιονίσκους στον βασιλιά της Γαλλίας Λουδοβίκο ΙΣΤ΄, σε ένδειξη ευγνωμοσύνης για το έργο του ηγούμενου Μπαρτελεμύ. Ο κιονίσκος αυτός βρίσκεται σήμερα στο Λούβρο, ενώ ο δεύτερος στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο της Μάλτας, στη Βαλλέττα.

Το φοινικικό κείμενο της επιγραφής/ πηγή: Wikipedia, χρήστης Vermondo

Το φοινικικό κείμενο της επιγραφής/ πηγή: Wikipedia, χρήστης Vermondo

Το κείμενο της επιγραφής αποτελείται από την αφιέρωση δύο αδελφών, πιθανότατα από την Τύρο, στον θεό Μελκάρτ, τον οποίο ταύτιζαν με τον δικό μας Ηρακλή.

«lʾdnn lmlqrt bʿl ṣr ʾš ndrʿbd[k] ʿbdʾšr wʾḥy ʾsršmršn bn ʾsršmr bn ʿbdʾšr kšmʿqlm ybrkm» [«Στον Κύριό μας, τον Μελκάρτ, τον άρχοντα της Τύρου, αφιερώνεται από τον δούλο του, τον Αμπντόσιρ (= δούλο του Οσίριδος) και από τον αδελφό του τον Οσιρσαμάρ (= τον ευλογημένο από τον Όσιρη), γιους του Οσιρσαμάρ, γιου του Αμπντόσιρ, επειδή εισάκουσε τις προσευχές τους! Είθε να τους ευλογεί!»]

Η επιγραφή στα ελληνικά έχει ως εξής: Το ελληνικό κείμενο της επιγραφής των Κιονίσκων του Μελκάρτ/ πηγή: Wikipedia, χρήστης Vermondo

Το ελληνικό κείμενο της επιγραφής των Κιονίσκων του Μελκάρτ/ πηγή: Wikipedia, χρήστης Vermondo

«Διονύσιος καὶ Σαραπίων οἱ Σαραπίωνος Τύριοι Ἡρακλεῖ ἀρχηγέτει».

Το περιεχόμενο της δίγλωσσης επιγραφής (που χρονολογείται στον 3ο αι. π.Χ.) επιβεβαιώνει τον υψηλότατο βαθμό του πολιτισμικού συγκρητισμού που χαρακτήριζε ανέκαθεν τις φοινικικές κοινωνίες. Αμφότεροι οι δωρητές φέρουν ονόματα που μνημονεύουν ένα θεό της Αιγύπτου. Στην εξελληνισμένη μορφή των ονομάτων τους, όμως, προτιμούν να παραπέμψουν στον Διόνυσο και τον Σέραπη. Κι όλα αυτά, χωρίς να ξεχνάμε την παραδοσιακή ταύτιση του πολιούχου της Τύρου με τον Ηρακλή.